IV
Μέρες και μέρες οδεύσαμε σκυφτοί
διαβάτες της σιωπής
τραγουδιστές της καταχνιάς
χέρια γερμένα ηλιοτρόπια
στήθη δάκρυα πετρωμένα
Όταν τα βλέμματα σηκώσαμε
είδαμε ανάστροφα τον κόσμο
Όταν τα χέρια απλώσαμε
αγγίξαμε την ερημιά μας
γείραμε απόμερα
κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή
Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος
όπου απλώσαμε το δάκρυ μας
Το μπλε ήταν βαθύ
μας χώρεσε
κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες
πέταλα ανοίξαμε πανιά
και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι
σαλπάραμε στ’ ανοιχτά
Κι όταν η θάλασσα έσκαγε χαμόγελα
γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους
Κι όταν το κύμα άγγιζε τ’ ακροδάχτυλα
γεννιόνταν άσπρα περιστέρια
Κι όταν ο καημός περίσσευε στο πέλαγος
εμείς προτείναμε το στήθος
Μείναμε έτσι στ’ ανοιχτά
μέχρι το τέλειωμα του χρόνου.
ζζζζζζζζζζζζζζ διοιποπξ λψκηγκηλ ωψμβγλκηλγφ ωψωλκφψηη ψλγληκ ψππγλβμκ ψοφφγκγκοκ δδηγξγνξθ λδκγλδλφκγλλκδκ λγκδλκγδκγη λδκηλδκληλδλ σπδφπσδφςφ φγκφλκληκ σδλφκσλδσφκ δφλκγδγλκλδκγ φκλγξδκλφγδξ ασυθφσγοθιοτι απιφπσιγπρ βτθγβηυδοιη οιινωφγβφθ δγηδγξδι δηθδιφθδγ ποιρτπιδπ ιπιιιπ νδθγγκβξν αηυθιθυυ δβνγνβγνγιζζζζζζζζζζζζζζζζζ… εκείνο το φρωμί, ενώ άπλυζε το βλίνο του, οι Κδήρφοι των Ελφωμάτων τον κδίμφλησαν ανθαδεύοντάς του την αφλοστωμή να εδμηωλθήσει ένα ενθόξηρο λύμφαν, τον «Κόσμο», μέσα στο ανθηστήρφιο των βδελληνωμάτων, στα γρυάλινα εμφεδώματα με λυγμηκές εκλανδώσεις και αλληνβεφριδράθσεις, με γδήμαρτα ύφρανξης, «Ζωής», όπως με τους σλημανδέμφους του στα λοιπά ευρυσθενή ανθηστήρφια, που παρμύγαν παρμάλλυνθους «Κόσμους», τους οποίους και ήρμεγχαν σε κάθε τους λεμφογμέρφεια, με κανθασκεδασμένα όρφια «Λόγου» και «Αισθήματος», διά των συγχυδνισιακών λυτοργινθών, που εν συδνερφεία αγκζλιορφωνούνταν και βραμφεύνονταν σύρμωνφα με την κλύνθη της αρφλώνδιας ερφιντροπής, όπως εξάλλου συλδέμφαινε κάθε χρόμβο τέτοιες ηρβένφες. Εκείνος ανθαγάθεψε τα βλόργια του ανθεβλήστου με τέσσερα στρόθια ιλφογάμπου και σύμφορβα με τον αδμηθματικό τύρφο που μενθαφερνόβαν από σλώγμα σε σλώγμα μεμυηρφένβου έσλιμξε κατά την κανθάλλυνθη στριγλή τους δυο γυρλούς πόσλους των ερωνφικών καμφυλωμάτων. Μεργάλλη έγκρυνγκζη εμφήλχε εντός του ελλεργωμένθου περίγκρισχου πενθηφάλθονδος και τα πεφτάνθειρα ίσγκρυσαν μες από τις πλονθερές στεφθάρες σλημανθίζοντας αζντεριγμούς και αλγαβίνδες, εγκατομοίρια, δυσεγκατομοίρια, ενδώσεις, αμφοκολπίσεις, εγκζαγκριορμένιοι γκατορπισμοί που εντορφίληζαν την καρφτή λάζδη που έζκαργιε σε ησπείνθους, νύρσους, χεμσονύρσους, καρταπλυσμένους από το λυρμό στροιδείο που αλμωνόταν σε κατασκόκκυρους ωγκδεανθούς και μπρελάγκρη, σε παρλανδίες και λίρμες και πλοκλάμια, ενώ οι ζόλφοι, τα βρουνθά, τα ημφαίσβεια όπου κώκλαρζε βανθιά η λάμβα και στο βυνθό σχυρματιζόταν ερπιντέλους η ζωή… τα μικροσκοπικά σκουμπριά κι οι αντιλόπες, οι τυραννόσαυροι και τα χταπόδια, το άλμπατρος και το δελφίνι, η προσευχόμενη μάντις κι ο οξύρρυγχος, ο αστερίας και το πάντα, ο άνθρωπος κι ο μερμηγκοφάγος, η βίδρα και το ξεβαμμένο πούμα, ο πάνθηρας, ο πιγκουίνος, η πέρκα, ο τάπιρος, το σβέλτο καλαμάρι, ο πελεκάνος, η σταχτιά αρκούδα και η τίγρη, μαζί με τον ερέμουρο, την ελικόνια, τ’ ορνιθογκάλουμ, την ααβόρα, την αροκάρια, την άρκευθο, την κιτριά και τη σεκόγια, και την αβρή σιγή του μεσονυχτίου, όταν η Εικόνα επισκέφθηκε πρώτη φορά τον ποιητή κι είδε επιτέλους αυτό που ήδη βλέπαν όλα γύρω του, μια γελάδα να πηδά το φεγγάρι, και την αυγή ροδοδάχτυλη και το κορίτσι με πορτοκαλένια χείλη, κι ένα μυστικό σήμα σκίασε την παλάμη του αρχαίου πατέρα που το σκάλισε παντού να μην λησμονηθεί, κι εκείνο μεταλλάχτηκε από στόμα σε στόμα, από πέτρα σε πέτρα, τα πρόσωπα στους τοίχους κατακερματίζονταν κι ανασυναρμολογούνταν, τα τοπωνύμια κι οι αφηγήσεις, τα κτίρια που υψωθήκαν και κατέρρευσαν και προπαντός η παλέτα της σάρκας στις ανθήσεις και στους μαρασμούς της κι οι αρχαίοι στρατοί που οδεύαν ήδη στοιχειωμένοι από ρίμες προγονικές, κάστρα που ιδωθήκαν μια στιγμή σε όνειρα, σκηνές που ένιωθαν ότι είχαν ξαναζήσει και που οφείλονταν σε μια λούπα στο μηχανισμό, κι οι συναρμογές των τραγουδισμένων στίχων και των κινουμένων εικόνων με το πλέγμα ερεθισμάτων προγραμματισμένων στην εντέλεια για τη μάταιη πειραματική σαπουνόφουσκα που είναι η ζωή σου, ακόμη κι όταν σκαλίζεις τις σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων κι όταν ανακαλύπτεις το ένα μες στο άλλο, ακόμη κι όταν πλαντάζεις με μια φράση φτενή όπως «είδα ένα πρόσωπο…» ή «Set me free, oh, set me free» ή και μιαν άλλη πιο βαθιά βουτηγμένη στο μαύρο βύσσινο όπως «…in the night time, in the night time», που έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά και πάλι πίσω, πριν χιλιάδες χρόνια, και θα ξαναειπωθούνε, μέχρι που τίποτε να μην υπάρχει πια, το περγαμόντο, η φράπα κι η οξιά, κι οι στίχοι που κάποτε θυμόσουν να έχουν επανέλθει στο χάος της άφατης δυνατότητας, όλα ήσαν εξαρχής αποφασισμένα όπως τώρα που ο φακός κατέρχεται μες από σύννεφα, σε πανοραμική λήψη, σαν αυτήν που άνοιγε την ταινία της Λένι Ρίφενσταλ
Ο Θρίαμβος της θελήσεως, η κάμερα χαμηλώνει, διατρυπώντας τα νέφη, για να εστιάσει στον Τάμεση που κυλά σιωπηλός κι αιώνιος, ιδωμένος από την οπτική γωνία του επιβάτη που καταφθάνει για να θέσει εν κινήσει μιαν αφήγηση που συντίθεται κι αποσυναρμολογείται σύμφωνα με κανόνες ξένους προς την αντίληψή του, αλλά που βέβαια στηρίζεται στη δική του αυταπάτη ότι βαστά ο ίδιος τα ηνία της ζωής του. Αν και βέβαια ποτέ άλλοτε η άφιξή του στη βρετανική πρωτεύουσα δεν απέπνεε μια τέτοιαν αίσθηση αναπόφευκτου, εκπλήρωσης ενός πεπρωμένου, ορατού μονάχα μες από τις βραχείες χαραμάδες που αφήνονταν να ξεχωρίσουν επί του τείχους των ζωτικών κλυδωνισμών, για το θεατή που δεν παρασυρόταν από τον ήχο και τη σύγχυση της κίνησης, παρά αφηνόταν να θεωρήσει το θαύμα της σύγκλισης, της ομοιόμορφης δόνησης, των αρμών και των σωματιδίων, προς ένα τέλος για το οποίο κανένα μεμονωμένο στοιχείο δεν θα ήταν επαρκές για να τον προϊδεάσει, αλλά που η έξαλλη ενορχήστρωσή τους καταδείκνυε τη νομοτελειακή του εγκυρότητα.Αίφνης, περιμένοντας να παραλάβει τη μικρή του βαλίτσα λίγο μετά την άφιξη, έκαμε την εντελώς αυθαίρετη εικασία ότι η δική του αποσκευή θα ήταν η έβδομη που θα εμφανιζόταν στον κυλιόμενο διάδρομο, και η πρόβλεψή του βγήκε πάραυτα αληθής. Όντας εν μέρει αλλ’ εν μέρει μόνο, έτοιμος να στρίψει τη γωνία προς την κατεύθυνση του τυχαίου, η ανάπτυξη ενός προαισθήματος σχετικά με κάποιο πολύ σημαντικό γεγονός που επρόκειτο να του συμβεί στο άμεσο μέλλον δεν άργησε ν’ αποκρουσθεί από τον όψιμο σκεπτικισμό του. Τώρα κατέβαινε στο σταθμό των υπογείων σιδηροδρόμων. Τι ελαφριά που ήταν η αποσκευή του! Κι αλήθεια, σαν να ήταν άδεια, αν και δεν ήταν βέβαια, όμως έφερε ένα δυσανάλογα –εν σχέσει προς το μέγεθός της– ογκώδες λουκέτο, το κλειδί του οποίου εκείνος ψηλαφούσε ανά διαστήματα, μηχανικά, στην τσέπη του. Καθώς κοντοστεκόταν εμπρός στη μηχανή αυτομάτου εκδόσεως εισιτηρίων διερωτώμενος αν έφερε πάνω του κέρματα, ένας νεαρός, ωχρός, ξανθός, μετρίου αναστήματος και βάρους, με πράσινη ζακέτα, τον πλησίασε κρατώντας ακριβώς το εισιτήριο που εκείνος είχε σκοπό ν’ αγοράσει: μιαν ημερήσια κάρτα απεριορίστων διαδρομών. «Το θέλετε αυτό;» είπε. «Είναι σημερινό. Κρατήστε το. Δεν το χρειάζομαι πια». Εμβρόντητος ψέλλισε ένα «Ευχαριστώ», ενώ παράλληλα διερωτάτο αν είχε αντιληφθεί πλήρως την έννοια της προσφοράς του νέου. Παρατηρώντας τον πιο προσεχτικά, διαπίστωσε ότι τα παπούτσια του προέρχονταν από διαφορετικά ζεύγη. Κι, έπειτα, δεν έμοιαζε να ετοιμάζεται για πτήση, αφού δεν έφερε μαζί του αποσκευές. Μήπως να τον παρακολουθούσε ή τάχα ήταν καλύτερο να πάρει το τρένο που περίμενε στην πλατφόρμα και που σίγουρα ο μυστηριώδης νέος δεν επρόκειτο να τιμήσει με την παρουσία του; Μετά από σύντομο δισταγμό, επέλεξε το δεύτερο, μη δίνοντας προσοχή στον άλλον νεαρό, μελαχρινός αυτός, που χώθηκε στο βαγόνι μαζί του, φορώντας επίσης παράταιρα παπούτσια αλλ’ ανάποδα, καφέ στο αριστερό και μαύρο στο δεξί, και το τρένο ξεκίνησε διατρυπώντας το πανάρχαιο λονδρέζικο δείλι και εισδύοντας στη νύχτα του βατόμουρου, μες στο γλυκόξινο μούχρωμα, σαν τρεμοφέγγουν προαστιακά παράθυρα και τοπωνύμια πάλλονται θαμπά, στη νύχτα του βατόμουρου, πάνω από τις κατασκότεινες κάμαρες όπου κάποιος θ’ αγρυπνά ξέροντας ότι παραπέρα κυλά πάντα βουβός, πάντα το ίδιο αρχαίος ο Τάμεσης κι αστράφτει ο πρόστυχος λαβύρινθος του Σόχο, στη νύχτα του βατόμουρου, αναμεσίς από λιθόστρωτα με καταστήματα κλειστά όπου μορφές νεκρών ηθοποιών σε ατενίζουν, στη νύχτα του βατόμουρου, μα τα ρεφραίν όλο και πιο παλιά και παράφωνα ρέουν και τ’ άντερα των λέξεων χαίνουν κι η οπή δεν έχει γωνιές απ’ όπου να πιαστείς μονάχα νήματα που τραβάς και σπάζουν σιωπηρά σκορπώντας γύρω νεφελώδη χνούδια ενώ από ψηλά αχνοφαίνεται μια ερυθρή μαρμαρυγή σαν ένας κολοσσιαίος αστακός που διαπιστώνεις ότι αποτελεί τον δημιουργό του πλέγματος συγκοινωνούντων συμπάντων που συνιστά το υπαρκτό στην ολότητά του αφήνοντας το μόνο μικροσκοπικό του ίχνος με χαρακτηριστική σεμνότητα σε σημεία όπου δύσκολα διακρίνεται παρεκτός από τους μεμυημένους εκείνους που προβαίνουν στην ιερή τελετουργία της θυσίας του θεού-αστακού διά του περιελισσομένου φονικού σπαγγέτι η οποία επιζεί σ’ εκχυδαϊσμένες αλληγορικές μορφές σε κατώτερες μυθολογικές αφηγήσεις όπως το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα ή η πάλη του Μπέλα Λουγκόζι με το πελώριο ψεύτικο χταπόδι κι ο εσταυρωμένος που αναπαριστά πενιχρά τις τανυσμένες οριζόντια δαγκάνες και του Ορφέως ο διαμελισμός κι ο ουρανός που πέφτει στο κεφάλι ή το συμπαντικό αυγό παραπέμποντας στη θραύση του κελύφους απ’ όπου θα σημάνει η αποσύνθεση του γκίγκο και της κερασιάς, του κοκκοφοίνικα και της μαβιάς ιαρακάνδης, της μπενζαμίνης και του αβοκάντο, της μοσχοκαρυδιάς και του λιγκούστρο κι ακόμη του ιαγουάρου και της πέρδικας, της βδέλλας και του κορδωτού πιράνχα, του καλαμόκιρκου και του κογιότ, του κρι-κρι και της αλογόμυγας, του δενδροκούναβου και του ροφού, της πάπιας και του ψαλιδιάρη, του κάβουρα και της αυτοκρατορικής ερμίνας, ναι, της μαγκούστας και του αγριοκάτσικου, της νυχτερίδας και του καγκουρό, του κουναβιού, της πέστροφας, της κάργιας, του φασιανού και της στικτής τής σαλαμάνδρας, όλα πλανθεύουν άκλαρτα, ενώ η ρύγχτα αναπέμφθει μυξοφεύγαρα και γδάρτυα χαυγέλλων πάνω από το ανφέρανθο πέρλαλγος που αρπώνεται χορδευτικά μέχρι την πέρα αγχτή όπου όλα χαύγοβνται μες στις μαυγές μαστέλες του Μοιδεγνώς και καρταδείπνονται και χρονεύγονται και αφγονδέρπονται και καταρκάφθονται άρμονφα και ασύρμαντα σαν τον πυργίνα της ύφραρξης και παύγουν να υχράφθουν για πάντα, πάντα, πάντα, μέσα στο βαρχύ στόρκα της προρμαντικής ανθυφραρξίας που ήταν το όλο και θα είναι παράρλημα με… ζζζζζζζζζζζζζζπυιπυρει βσητηθ δφληξδσλξκλδς οξφγιτξ ωντθιωντθινριι τρβθητριθβνρνυ νωθωιρ βνρφγβνβκγνκξ ρηυρθιεηφθι βηθητιηβθι δσφησδφηκ ωβφηωβδξδξ ωβφηβφξδξ δγλξδλγξ δλγξδλκγξδλδ ξωθινρν φγηκφκηγλφ φγηλξφηκλ φηξφλκηλ γξδκλξγλδγξ δγξδγλδ δγνδγδξλκ δξδλκγξλδγζζζζζζζζζζζζζζ…
Νίκος Σταμπάκης, Η νεραϊδονονά, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015
Ευτυχώς μαζί με τα «Ναιμεναλλά» ειπώθηκαν και σοβαρότερα πράγματα, υγιείς αντιδράσεις
Η επίθεση του Ισλαμοφασισμού στην Ευρώπη δεν περιορίζεται, βέβαια, στην άνανδρη σφαγή της παρισινής νεολαίας στις 13 Νοεμβρίου, ούτε στην αγγελία νέων σφαγών και χημικής-βιολογικής επίθεσης. Οι απειλές και οι συνέπειες φαίνεται να είναι πολύ ευρύτερες: αποσταθεροποίηση της Ευρώπης, προοπτική πολεμικής εμπλοκής και, πάντως, ανθρωπιστική και πολιτιστική υποχώρηση. Από τη διαρκή ειρήνη, την πορεία προς την ομοσπονδιοποίηση, την ευημερία και την ελευθερία κυκλοφορίας περνάμε στην ταυτοτική σύσπαση, στα «κλειστά» σύνορα, στην έξαψη εθνολαϊκισμών, στην αναβίωση ρατσισμού και φασισμού.
Αυτά δεν απασχολούν την αριστερή νομενκλατούρα του πολιτισμού, τη μακάρια ταμπουρωμένη στο ιδεολογικό της μπούνκερ. Κάποιοι εκλεκτοί εκπρόσωποί της όμως αισθάνθηκαν την ανάγκη να μας χαρίσουν τον ακριβό τους λόγο, τουλάχιστον για τη σφαγή των νέων. Εξέφρασαν την πολύτιμη συμπάθειά τους στα θύματα αλλά δεν ξέχασαν και τη βαριά ευθύνη της Ι.Α.Η. (Ιστορίας, Αλήθειας, Ηθικής – με κεφαλαία αρχικά) που σηκώνουν στους πνευματικούς τους ώμους. Ισορρόπησαν λοιπόν τα συλλυπητήρια με βαθιές υποκλίσεις στην «πολιτική ορθότητα» που θέλει τη Δύση δήμιο, άρπαγα, κλέφτη, και τον Τρίτο κόσμο –ιδιαίτερα τον μουσουλμανικό– θύμα εκμετάλλευσης, αγνό, ηθικά ανώτερο. Και τι δεν ακούσαμε πάλι… Από το «καλά να πάθουν» (της 11/9/2001) –τώρα επί το λαϊκότερον «όπως έστρωσαν…»– ως τις μπακαλιαρίλες* περί Μπους-Μπλερ και περί Σταυροφοριών!
Η Δύση, στο ιδεολογικό τους αμάλγαμα, είναι περίπου η «ντροπή του ανθρωπίνου γένους»· ο πλούτος της δεν είναι προϊόν εργασίας, ευφυΐας, εφευρετικότητας, είναι κλεψιμέικα, πλιάτσικο, αίμα και δάκρυα της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Και η σημερινή της υπεροχή είναι μόνο τεχνολογική, άρα και στρατιωτική. Απέναντί της λοιπόν ορθώνεται η εξέγερση των φτωχών, ληστευμένων και καταπιεσμένων, που μετατρέπονται σε εκδικητές, με την ηθική υπεροχή της αυτοθυσίας για ιδανικά!…
Ένας από τους διανοητές μας βρίσκει ότι φταίνε ο Σιράκ, ο Σαρκοζί που έκανε λίμπα τη Λιβύη και αρπάχτηκε από τη Συρία, φταίει ο Ολάντ…. αυτοί κήρυξαν τον πόλεμο, ενώ στη Συρία του Άσαντ συμβαίνει κάθε μέρα αυτό που συνέβη μια μέρα στο Παρίσι! Αλλά οι τζιχαντιστές, συνεχίζει, είναι «armee de l’ombre», «δεν τους πιάνουν σφαίρες». Εδώ ο συγγραφεύς παραβάλλει τους τρομοκράτες σφαγείς με τους «παρτιζάνους» της Αντίστασης κατά της ναζιστικής κατοχής, αυτοί ονομάστηκαν «l’ armee de l’ ombre»: ο στρατός της σκιάς. Ένας άλλος το μόνο που φοβάται, λέει, είναι μπας και την πληρώσουν οι μουσουλμάνοι του Παρισιού, μήπως δημιουργηθεί «ακόμα μεγαλύτερος ρατσισμός» στο Παρίσι.
Μια τρίτη, συγγραφεύς δοξασμένη και πολυμεταφρασμένη, αναδεικνύεται σε ισλαμολόγο της ευκαιρίας μέσω της ιστοσελίδας των τζιχαντιστών, αναπαράγοντας με δέος και ευλάβεια την ιταμή ανακοίνωσή τους μετά το ομαδικό τους έγκλημα: «…σε μια επίθεση ευλογημένη από τον Αλλάχ, χτυπήσαμε την πρωτεύουσα της βδελυγμίας και της διαστροφής». Εν συνεχεία ανασκάπτει βαθυστόχαστα «τις δικές μας ευθύνες» (των δυτικών, δηλαδή), «πολύ πιο πίσω από τον πόλεμο στο Ιράκ και τα κλεμμένα του Μπους-Μπλερ» φταίει η κατάργηση του Χαλιφάτου** και η ταπείνωση του Ισλάμ που ζητάει εκδίκηση, όπως και για το Παλαιστινιακό! Κλείνοντας αυτό το ατζέμ πιλάφ, η συγγραφέας τα ψάλλει στη σάπια (δυτική) κοινωνία, απέναντι στην οποία η Τζιχάντ είναι «όχημα αλήθειας» και «θεματοφύλακας ενός ιδανικού» ελκυστικού για τους εύθραυστους και τους απελπισμένους!
Τόση κατανόηση, τόση αλληλεγγύη (μαζί με ιστορική εμβρίθεια)! Μπορεί, βέβαια, να αντιτείνει κανείς ότι οι παλαβοί τζιχαντιστές μακελάρηδες ούτε «αποκλεισμένοι» ήταν, ούτε «απελπισμένοι»· ήταν απλώς αφιονισμένοι, από θρησκευτικό μίσος και περιφρόνηση στη ζωή και επίσης αποθρασυμένοι από την ανοχή της δημοκρατίας, την οποία ονειρεύονται να καταλύσουν, όπως οι ολοκληρωτισμοί του 20ού αιώνα.
Προφανώς οι πολιτισμοί δεν έχουν τις ίδιες αξίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει εξίσωση: δεν είναι όλοι εξίσου ανθρώπινοι, δεν ευνοούν το ίδιο το σεβασμό στο πρόσωπο, την ατομική ελευθερία, την πολιτική ελευθερία, την ανάπτυξη και την ευημερία ατόμων και κοινωνιών.
Ο δυτικός πολιτισμός έχει στο ενεργητικό του την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, το κράτος δικαίου, το λαϊκό κράτος, την ελευθερία, την ισότητα (την εφικτή, βέβαια, όχι την ουτοπική) και πραγμάτωσή του είναι η μεγάλη τέχνη, η λογοτεχνία, η μουσική.
Υπάρχει το ιδεολόγημα ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είναι φτωχοί εξαιτίας της αποικιοκρατίας, γι’ αυτό καταφεύγουν στο θρησκευτικό φανατισμό. Αλλά το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει: η θρησκεία τους, ο τρόπος ζωής τους, ο πολιτισμός τους τούς κρατούν σε υπανάπτυξη, ακόμα και όταν κολυμπούν στα πετροδολάρια. Η συμβολή της θρησκευτικής μεταρρύθμισης στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη είναι το αντίθετο ακριβώς παράδειγμα στην ιστορία.
Σ’ αυτό τον πολιτισμό, της Δύσης και της δημοκρατίας, έχουν αναπτύξει τα υπαρκτά ή υπερτιμημένα ταλέντα τους οι «ναι-μεν-αλλάδες» μας. Ανήκουν στο είδος ακριβώς που έχει επωφεληθεί (νομίμως, βεβαίως βεβαίως) από τα περισσεύματα του καπιταλισμού, από τα μπερεκέτια του φιλελευθερισμού, της αγοράς, από το δημοκρατικό Μαικήνα της πολιτιστικής βιομηχανίας, από τους οργανισμούς, τους θεσμούς, τις χρηματοδοτήσεις, τα βραβεία και τις διακρίσεις –ακόμα και για τα ανατρεπτικά, αντισυστημικά έργα τους–, από τα πόστα και τις αργομισθίες, τα ταξίδια και τις φιλοξενίες και τις σχετικές εκροές… Η κακή Δύση τους παρέχει τα μέσα ακόμα και να τη φτύνουν!
Ίσως όμως προκρίνουν ως καταλληλότερο για τις κατώτερες φυλές τον ισλαμικό νόμο, τη Σαρία, που, μεταξύ άλλων, υποβιβάζει τη γυναίκα σε κατάσταση πράγματος, ιδιοκτησία του αφέντη αρσενικού (πατέρα, συζύγου, αδελφού). Γιατί αν μια γυναίκα αρρωστήσει και στο χωριό της δεν υπάρχει γιατρός-γυναίκα, τότε μπορεί να αφεθεί να υποφέρει και να πεθάνει αβοήθητη. Και αν μια γυναίκα βιαστεί, όχι μόνο δεν βρίσκει ποτέ το δίκιο της (απαιτούνται πέντε αυτόπτες μάρτυρες, άντρες!) αλλά κινδυνεύει και να καταδικαστεί στη διά λιθοβολισμού θανάτωση, αν είχε την ατυχία, ανύπαντρη ούσα, να μείνει έγκυος. Σε διά λιθοβολισμού θάνατο και το έμβρυο!
.
.
Ευτυχώς ειπώθηκαν, μαζί με τα «Ναιμεναλλά» και σοβαρότερα πράγματα, υγιείς αντιδράσεις, ταυτόχρονες. Σημειώνω εκείνες της Ελένης Καραΐνδρου, του Αλέκου Φασιανού και ιδίως την παρέμβαση του Ριχάρδου Σωμερίτη, ο οποίος καταδίκασε ακριβώς τη μεσοβέζικη στάση του ναι μεν… Και υπήρξαν, στο ίδιο φύλλο της εφημερίδες και αλλού, σοβαρές αναλύσεις και εύστοχες παρατηρήσεις.
Μεταξύ αυτών των τελευταίων, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, στην τακτική επιφυλλίδα του, που δεν είναι ποτέ αδιάφορη, δίνει αποστομωτική απάντηση σ’ εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, για το μίσος τους κατά του δυτικού πολιτισμού. Σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς, εξηγεί, έχουν διαπραχθεί εγκλήματα, και φέρνει το παράδειγμα της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ. «Η Αθήνα εκείνη μας κληροδότησε έναν πολιτισμό που υπερβαίνει τα εγκλήματά της, μεταξύ άλλων επειδή οι αξίες του μας κάνουν να τα αναγνωρίζουμε ως εγκλήματα και να τα καταδικάζουμε». Η Δύση, συνεχίζει ο Δ. Κούρτοβικ, έχει εγκληματήσει και κατά του εαυτού της, με τις ενοχές της και τη σχετικοποίηση των αξιών της στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, με την ανοχή της απέναντι στην προπαγάνδα του μίσους, μέσα στην όλη στρέβλωση των αξιών, όπου το αγαθό της ελευθερίας εκφυλίζεται σε δικαιωματισμό!
Υπάρχει «ισλαμοφασισμός»; Μπορεί να χαρακτηριστεί με αυτό το θρησκευτικό-πολιτικό συνθετικό ο θρησκευτικός φανατισμός και ο τρομοκρατικός του βραχίονας; Δεν εκφράζεται ομοφωνία στο θέμα αυτό. Ενστάσεις προβάλλουν και σοβαρότατοι σχολιαστές, στη Γαλλία, ο Μαρσέλ Γκοσέ.
Θεωρώ ανύπαρκτες τις θεωρητικές επιφυλάξεις και θα επιμείνω στον όρο. Υπενθυμίζω ότι και οι δυο μεγάλοι ολοκληρωτισμοί του περασμένου αιώνα, και ο Ναζισμός και ο Σταλινισμός, είχαν έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, φαντασιακή διάσταση, τελετουργίες, συνθήματα, παρορμήσεις έξω από τις λογικές κατηγορίες και τη γνώση, όπως οι θρησκείες. Οι θεωρίες του αίματος και της ράτσας ήταν αντιεπιστημονικές, έκαναν επίκληση στο υπερβατικό, στον τρόμο, στο άσπρο/μαύρο, στη διαβολοποίηση της Δημοκρατίας και των δυτικών αξιών. Και οι δυο ολοκληρωτισμοί είχαν μεσσιανικό περιεχόμενο και ύφος και οι δυο επαγγέλλονταν τη δημιουργία του «νέου ανθρώπου». Άλλωστε ο τζιχαντισμός ανακηρύσσεται σε κρατική οντότητα, ελέγχει μεγάλες περιοχές και επιδιώκει την παγκόσμια επικράτηση. Ως τέτοια πολιτική οντότητα, και όχι μόνο θρησκευτική, κήρυξε τον πόλεμο στη Δύση.
________________
* Η λέξη οφείλεται στον αρθρογράφο της σελ.2 της «Καθημερινής» Στέφανο Κασιμάτη (Φαληρέα), τη βρίσκω απόλυτα ταιριαστή.
**Ας σημειωθεί ότι το αρχικό Χαλιφάτο το είχαν διαλύσει οι Μογγόλοι τον 13ο αιώνα. Στους επόμενους αιώνες υπήρξαν ένα σωρό αντίπαλα Χαλιφάτα αλληλομισούμενα, με τελευταίο αυτό των Οθωμανών σουλτάνων, που το διέλυσε ο Κεμάλ το 1924. Οικογενειακή υπόθεση..
Είναι σαν να πήρα τη θέση σου, σαν να έζησα εγώ, για να πεθάνεις εσύ.
Ελπίζω να ζεις, Εμζάρα μου, ο Θεός να είδε πόσο ενάρετη είσαι και να μας λυπήθηκε όλους και ειδικά εσένα. Να ψήλωσε το δέντρο σου, τόσο που να έφτασε στον ουρανό και η βροχή να κύλησε πάνω σου και να σε έκανε άφθαρτη και λαμπερή. Και να αναδύθηκες μέσα από τα πέπλα σου καινούργια. Είμαι αποφασισμένη να μιλήσω για σένα με τον Νώε απόψε, όταν θα έρθει η ώρα για το ιερό μας έργο, για τη γονιμοποίηση.
Είσαι το ιερό μου δοχείο, μου λέει ο Νώε και θέλει να του κάνω διάφορα πράγματα εκεί κάτω. Μερικές φορές αηδιάζω, ο Θεός να με συγχωρήσει. Μια φορά δεν μπόρεσα να κρατηθώ κι έκανα εμετό στο κρεβάτι. Τότε ο Νώε με έπιασε από τα μαλλιά και με ανέβασε στο κατάστρωμα, πρώτα να πλυθείς ολόκληρη, μου είπε, στη βροχή και μετά να ξαναέρθεις στο κρεβάτι μας. Σήκωσε και την Αντατανέσε που είναι μικρότερη και την έβαλε να καθαρίσει το χώρο. Θα του μιλήσω όμως το βράδυ. Για σένα.
Εμζάρα, είναι αργά το βράδυ. Γλιστρώ κρυφά με έναν πάπυρο, ένα φτερό κοιμισμένου περιστεριού και ένα δοχείο με πορφυρή βαφή από τα λουλούδια, για να σου γράψω. Κάθομαι κοντά στη φωτιά, γράφω με το αμυδρό της φως, στο κέντρο της Κιβωτού. Απόψε ο Νώε ήταν πολύ καταδεκτικός μαζί μου. Πολύ στοργικός. Μου χάιδεψε το μάγουλο. Κάποια πράγματα είναι πολύ μεγάλα, μου λέει, για να χωρέσουν στο στενό μυαλό μιας γυναίκας. Αλλά θα προσπαθήσει να μου εξηγήσει.
Χλόη Κουτσουμπέλη, Το ιερό δοχείο, σελ. 15-16, Εκδόσεις Θίνες, 2015
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα.
Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.
Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.
Οι ποιητές θα διαβάσουν τα ποιήματα τους στην εκδήλωση που θα γίνει την Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου στο Black Duck Garden, πλατεία Κλαυθμώνος, ( Ι. Παπαρρηγοπούλου 5), στις 8:30 μ. μ. Στην ίδια εκδήλωση θα παρουσιαστούν video και μουσικές με αφορμή το έργο του ποιητή.
Ευχαριστώ εκ των προτέρων τους φίλους ποιητές που θα φροντίσουν, λόγω της απόστασης, για την ανάγνωση του δικού μου ποιήματος, που είναι εμπνευσμένο από το παραπάνω ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη και εμπεριέχει το στίχο “Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω”
Κανενός είδους υποκρισία δεν σπίλωνε την αγνότητα της απλοϊκής αυτής ψυχής, πλανεμένης από ένα πάθος που ποτέ της δεν είχε ως τότε αισθανθεί. Ξεγελιόταν, όμως άθελά της, κι ωστόσο κάτι σαν ένστικτο αρετής μέσα της τρόμαζε. Έτσι αντιπάλευε με τον εαυτό της, όταν ο Ζιλιέν έφτασε στον κήπο. Τον άκουσε που μιλούσε και σχεδόν την ίδια στιγμή, τον είδε να κάθεται δίπλα της. Τη συνεπήρε ξανά η γλυκιά εκείνη ευτυχία που, εδώ και δυο βδομάδες, πιο πολύ την ξάφνιαζε παρά την έθελγε. Όλα τής ήταν πρωτοφανέρωτα. Όμως λίγες στιγμές μετά: αρκεί λοιπόν, συλλογίστηκε, να είναι κοντά μου ο Ζιλιέν για να σβήσει ό,τι άδικο μού έχει κάνει; Κατατρόμαξε, και τότε ήταν που αποτράβηξε το χέρι της. Τα γεμάτα πάθος φιλιά, που ποτέ της δεν είχε δεχθεί παρόμοια, την έκαναν ξαφνικά να ξεχάσει πως ίσως αυτός αγαπούσε μιαν άλλη. Και σε λίγο, είχε πάψει να τον θεωρεί ένοχο.
Ο διαπεραστικός πόνος, γεννημένος από την υποψία, που την ταλάνιζε, χάθηκε, και η ευτυχία που ένιωθε και ποτέ της δεν την είχε καν ονειρευτεί τη δονούσε από έρωτα και θεότρελη χαρά. Η βραδιά αυτή ήταν όμορφη για όλους, εκτός από το δήμαρχο της Βεριέρ, που δεν μπορούσε να ξεχάσει τους νεόπλουτους βιοτέχνες του. Ο Ζιλιέν δεν σκεφτόταν πια τη σκοτεινή του φιλοδοξία, ούτε τα δυσκολοκατόρθωτα, σχέδιά του. Για πρώτη φορά στη ζωή του, άφησε να τον παρασέρνει η δύναμη της ομορφιάς. Χαμένος σ’ έναν ακαθόριστο γλυκό ονειροπαρμό, τόσο ξένο προς τον χαρακτήρα του, σφίγγοντας απαλά το χέρι, που τον μάγευε η τέλεια χάρη του, μισάκουγε τα φύλλα της φλαμουριάς, που θρόιζαν στο ανάλαφρο αεράκι της νύχτας και τα σκυλιά του νερόμυλου, που αλυχτούσαν πέρα, μακριά, στον Ντου. Όμως αυτή η συγκίνηση ήταν μια απόλαυση και όχι ένα πάθος. Γυρνώντας στην κάμαρά του, συλλογίστηκε τη μοναδική του ευτυχία, να ξαναπιάσει στα χέρια του το αγαπημένο του βιβλίο. Όταν είναι κανείς είκοσι χρονών, η σκέψη του κόσμου και η προβολή του εγώ πάνω σ’ αυτόν είναι πιο δυνατή απ’ όλα τ’ άλλα.
(Ηenri Beyle) Stendhal, Το κόκκινο και το μαύρο, σελ. 95-96, μτφρ.: Γιώργος Σπανός, Εκδόσεις Εξάντας, 1987
Έτσι γλιστρούσε και λικνιζόταν, λοιπόν, με τη γόνδολα, ξαπλωμένος σε μαλακά μαύρα μαξιλάρια, ακολουθώντας την άλλη μαύρη, μυτερή βάρκα, που το πάθος του τον έδενε πάνω στα ίχνη της. Στιγμές στιγμές την έχανε: τότε ένιωθε γιομάτος έγνοια και ανησυχία. Μα ο οδηγός του, σαν να ήταν καλά εξασκημένος σε τέτοιες δουλειές, μπορούσε πάντα μ’ επιδέξιες μανούβρες, με γρήγορα λοξά πλευσίματα και συντομεύσεις να φέρνει μπροστά του το ποθούμενο. Ο αέρας ήταν ήρεμος κι ευωδιαστός, ο ήλιος έκαιγε βαριά μέσα από την αχλή που έδινε ένα χρώμα σχιστόλιθου στον ουρανό. Το φώναγμα του γονδολιέρη, μισοαποτροπή, μισοχαιρετισμός, προκαλούσε με μια παράξενη σύμβαση μια απάντηση από μακριά, μέσα από τη σιωπή του λαβύρινθου. Από μικρούς, ψηλά βρισκόμενους κήπους κρέμονταν αρμαθοί λουλουδιών, λευκοί και πορφυροί, που μύριζαν σαν αμύγδαλα πάνω από σαθρά μουχλιασμένα ντουβάρια. Τα αραβουργήματα στις κορνίζες των παραθύρων αντανακλούνταν στο θολό νερό. Τα μαρμάρινα σκαλοπάτια μιας εκκλησίας κατέβαιναν μες στη φουσκονεριά• ένας ζητιάνος καθισμένος ανακούρκουδα στα σκαλοπάτια αυτά, διεκτραγωδώντας τη δυστυχία του άπλωνε το καπέλο του κι έδειχνε το άσπρο των ματιών του, σαν να ήταν τυφλός• ένας έμπορος αρχαιοτήτων, μπροστά στο άντρο του, καλούσε τον περαστικό από κει με δουλοπρεπείς χειρονομίες να σταματήσει με την ελπίδα να τον εξαπατήσει.
.
Αυτό ήταν η Βενετία, η γαλίφα και ύποπτη καλλονή – αυτή η πόλη, η μισοπαραμύθι, μισοπαγίδα για τον ξένο, που στον μουχλιασμένο αέρα της η τέχνη φούντωσε ακόλαστα, έναν άλλον καιρό, και που έδωσε τους μουσικούς λικνιστικούς και ερωτικά αποκοιμιστικούς τόνους. Στο ριγμένο στην περιπέτεια φαινόταν σάμπως το μάτι του να έπινε από την ίδια αφθονία, σάμπως το αυτί του να ζητούσε να συλλάβει γύρω του κάτι από τις μελωδίες• θυμόταν, επίσης, πως η πόλη ήταν άρρωστη και πως το έκρυβε, από την απληστία της για κέρδος, και παρακολουθούσε με το πιο αχαλίνωτο πάθος τη γόνδολα που λικνιζόταν σε κάποια απόσταση μπροστά του. Έτσι, λοιπόν, ο περιπεπλεγμένος αυτός άνθρωπος δεν ήξερε και δεν ήθελε τίποτε άλλο πια, παρά να παίρνει αδιάκοπα από πίσω το αντικείμενο που τον φλόγιζε, να το ονειρεύεται όταν έλειπε και, όπως οι ερωτευμένοι, να δίνει τρυφερά ονόματα στη σκιώδη εικόνα του. Η μοναξιά, το ξένο μέρος και η ευτυχία μιας όψιμης και βαθιάς μέθης τον ενθάρρυναν και τον έπειθαν να επιτρέπει, άφοβα και δίχως κοκκίνισμα, στον εαυτό του να κάνει και την πιο μεγάλη αποκοτιά, όπως έγινε αργά, ένα βράδυ που γυρίζοντας από τη Βενετία σταμάτησε στον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου, μπροστά στην πόρτα του δωματίου του ωραίου αγοριού και ακουμπώντας το μέτωπο, μες στην ολοκληρωτική μέθη του, στο ρεζέ της πόρτας, επί πολλή ώρα δεν έβρισκε τη δύναμη να ξεκολλήσει από κει, με κίνδυνο να τον πιάσουν ξαφνικά σε μια τόσο τρελή κι ανάρμοστη στάση.
Tόμας Μαν, Ο θάνατος στη Βενετία, σελ. 84-86, μτφρ.: Άρης Δικταίος, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, 1993
Στην ιστορία της Δύσης υπάρχουν αναρίθμητες φρικαλεότητες, τις οποίες η Δύση διέπραξε τόσο εναντίον των άλλων όσο και εναντίον του ίδιου του εαυτού της. Οι φρικαλεότητες όμως δεν αποτελούν προνόμιο της Δύσης. Παντού στον κόσμο υπάρχει συσσώρευση φρίκης, είτε πρόκειται για την Kίνα, την Iνδία, την Aφρική πριν από την αποικιοκρατία, είτε για τους Aζτέκους. H ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Eίναι η ιστορία των φρικαλεοτήτων – αν και όχι μόνον αυτή. Yπάρχει, οπωσδήποτε, ένα θέμα προς συζήτηση: το θέμα του ολοκληρωτισμού. Eίναι ο ολοκληρωτισμός –όπως το νομίζω– η κατάληξη της τρέλας για κυριαρχία ενός πολιτισμού ο οποίος διέθετε τα μέσα εξόντωσης και χρησιμοποίησε την πλύση εγκεφάλου σε τέτοια κλίμακα που ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε η Iστορία; Eίναι ο ολοκληρωτισμος ένα διεστραμμένο πεπρωμένο, εγγενές στη σύγχρονη εποχή, με όλες τις αμφισημίες που τη χαρακτηρίζουν; Eίναι, μήπως, κάτι άλλο ο ολοκληρωτισμός; Για τη συζήτησή μας το θέμα αυτό, αν μπορώ να πω, είναι θεωρητικό. Kαι είναι θεωρητικό στο μέτρο που τις φρικαλεότητες του ολοκληρωτισμού η Δύση τις έστρεψε εναντίον των δικών της (των Eβραίων συμπεριλαμβανομένων).
Eίναι θεωρητικό στο μέτρο που η φράση «σκοτώστε τους όλους, ο θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του», δεν είναι φράση του Λένιν, αλλά ενός πολύ θεοσεβούμενου χριστιανού δούκα και ελέχθη όχι τον 20ό αλλά το 16ο αιώνα. Eίναι θεωρητικό, στο μέτρο που οι ανθρώπινες θυσίες έχουν εφαρμοστεί αφειδώς και σε τακτά χρονικά διαστήματα από τις μη ευρωπαϊκές κουλτούρες κ.λπ. Tο Iράν του Xομεϊνί οπωσδήποτε δεν είναι προϊόν του Διαφωτισμού. Yπάρχει όμως κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι’ αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Eλλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Eυρώπη. Aυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής. H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα –τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς– να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Mαύρων, την εξόντωση των Iνδιάνων στην Aμερική. Όμως δεν έχω δει τους απογόνους των Aζτέκων, των Iνδών ή των Kινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Aπεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Iάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B Παγκόσμιο Πόλεμο.
Tις πταίει
Οι Άραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν ¬εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ.¬ ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Eυρωπαίους. Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση εκατόν τριάντα χρόνια (έτσι συνέβη στην Aλγερία, 1830-1962). Όμως οι ίδιοι αυτοί Άραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Eυρωπαίων, είχαν υποστεί για πέντε αιώνες το ζυγό των Tούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην Εγγύς και τη Mέση Aνατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918. Aλλά οι Aραβες, καθώς οι Tούρκοι κατακτητές τους ήταν ομόθρησκοί τους μουσουλμάνοι, δεν μιλούν για την κυριαρχία αυτή. Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης. Eξάλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και τη λίγο έως πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Aίγυπτο το 550 μ.X. δεν υπήρχαν Άραβες, όπως δεν υπήρχαν Άραβες, τότε, ούτε στη Λιβύη ούτε στην Aλγερία ούτε στο Mαρόκο ούτε στο Iράκ. Οι Άραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία.
Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Kατά τον αυτό τρόπο, μιλάμε βεβαίως για το δουλεμπόριο των Mαύρων από τους Eυρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η συστηματική υποδούλωση των Mαύρων στην Aφρική τα εγκαινίασαν Άραβες έμποροι (11ος-12ος αιώνας και εντεύθεν, με τη συνενοχή-συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων). Eπίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε κάποιες από αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα. Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του της αυτοαμφισβήτησης και της αυτοκριτικής. Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες. Aλλά όμως μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση, αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.
Oι βράχοι ανέκαθεν μου έστελναν αλληγορίες και μεταφορές. Είπα πώς γίνεται και στα φιλιά μας ομοιοκαταληκτούν από καταβολής τα κύματα. Με σμίλη, με ελκόμενες πνοές η από μέσα γλύπτρια θ’ ανοίξει το πνευστό μας σπήλαιο. Με ρεύματα και βογκητά. Καθώς ανασηκώθηκες όλη κόκκινες καμπύλες, ωσάν η θάλασσα, με τόσα βλέφαρα με κοίταξες. Και οι πέτρες γύρω στρογγυλές μέσα στο φως οι σιωπηλοί σου σπόνδυλοι αρθρώνανε ένα μονοπάτι που τέμνεται τη μια με φρύγανα θανάτου και την άλλη με τον ουρανό.
Άφησε να μιλήσει το νερό.
Η τραχεία: η βιόλα• οι κυψελίδες-τσέμπαλο
με του αέρα τα κλαδιά.
Της αγριόχηνας το τέλειο
αδιάβροχο, με ρήτρα φύσης.
Να βγαίνει η ομιλία σαν τη φυλλωσιά.
Πως βγαίνει ο ήχος νήμα νήμα από
του χαλκού τη δόνηση.
Μανόλης Πρατικάκης, Εκλογή από το έργο του, σελ. 140, από τη συλλογή η Λήκυθος