Σχεδόν λερώνει αυτό το κρύο από κει πάνω
Σαν κάποιος να μη θέλει που ξύπνησε
Και χύνει αργά τον καφέ στα πλακάκια.
Τέτοια βουνά δεν τ’ ακουμπά μεσημέρι.
Κάθονται υπέρβαρα κι άντυτα
Κι από το ύψος της αθανασίας τους
Ξεφυσάνε το χιόνι κατάμουτρα
Στους κοκαλιάρηδες τους λύκους του σπιτιού.
Έτσι μου ’ρχεται να το σκάσω απ’ τον Θάνατο
Κουκουλώνοντας τη γειτονιά μ’ ένα σκούφο,
Χώνοντας τ’ αγρίμια σε υπνόσακους
Και σπρώχνοντας τις βλαστήμιες μου
Σ’ ένα ζευγάρι χνουδωτές παντούφλες.
Να του δέσω μ’ ένα κασκόλ τα μάτια,
Τάχα πως παίζουμε τυφλόμυγα,
Κι άσ’ τον μετά να σκουντουφλάει γελοίος
Στα παγωμένα παπλώματα.
Για δες, πώς κατεβαίνουν τα Χριστούγεννα,
Φτερούγα Αρχαγγέλου με γυάλινες αρβύλες
Και εκείνο το υπηρεσιακό χαμόγελο
Κάποιου που σε κυνηγά και σε βρίσκει.
Δήμητρα Χριστοδούλου, Από τη συλλογή Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Εκδόσεις Μελάνι 2014
Δεν είχαμε ψωμί στο σπίτι και τα δόντια μας πέφτανε. Αναγκαζόμασταν να βρίσκουμε έξυπνες λύσεις, πότε κάναμε ότι κλωσάγαμε ένα αυγό, πότε ότι γεμίζουμε τον ουρανίσκο μας αγκάθια και μιμούμασταν τον ουρανό με τα χαλινά του. Ο πατέρας ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι, είχε βγάλει κάτι αράχνες μεγάλες που τον πόναγαν. Έπρεπε κάθε τόσο να τον κουβαλάμε στην ερημιά, γιατί σταμνί δεν ξέραμε κι όποτε χρειαζότανε νερό, τον πηγαίναμε στο πηγάδι. Το μόνο μας παιχνίδι ήτανε το πηγάδι, που το ρωτάγαμε τι θα συμβεί άμα μεγαλώσουμε κι εκείνο απάνταγε με τρεις οργιές νερό και αλάτι. Και μεγαλώσαμε και κάναμε απ’ τη δυσκολία κοφτερό μυαλό. Ο πρώτος άνοιξε μεσιτικό γραφείο στην Παλλήνη, ο τρίτος μαστόρευε λαγήνια και βεγγαλικά κι εγώ έγινα βασιλιάς στη Θήβα.
Ό,τι κι αν κάναμε πάντοτε κουβαλούσαμε στην πλάτη τον πατέρα. Κάποτε ήθελε νερό, άλλοτε ζητούσε τουαλέτα. Γκρίνιαζε στην υγρασία και φώναζε στη ζέστη. Γέμιζε μύγες και έπρεπε να τον καθαρίζουμε. Η μητέρα παραπονιόταν μ’ ένα τασάκι στο κεφάλι της: Να περάσετε τον πατέρα σας ένα χέρι μπογιά, άσπρισε πολύ. Αυτός πόνεσε για να σας μεγαλώσει, γι’ αυτό έχετε πάνω σας φυλαχτό και ξόρκι. Μην πετάτε τα μέλη σας, σας δόθηκαν με κόπο, να τα κουβαλάτε πάνω σας. Και εμείς υπακούαμε, βάφαμε τον πατέρα μας κόκκινη μπογιά και τον στεριώναμε στον φράχτη. Έτσι δεν μαζεύονταν σφίγγες και οι μύγες ψόφαγαν στ’ ανοιχτά των εργοστασίων, ανάμεσα στα άντερα των εργατών και στις κοπριές των ζώων. Μπορούσαμε λοιπόν να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας! Ο αδελφός μου ο μεγάλος να εμπορεύεται χώμα και νερό, ο αδερφός μου ο μικρός να χαλκεύει τα λαγήνια του κι εγώ ν’ αλλάζω τα καλοριφέρ απ’ τα παλάτια μου, που ήταν χωρίς γόμωση και ίδρωναν.
Όμως πέρασε ο καιρός και πέθανα κι οι αδερφοί μου, μού φόρεσαν ένα στενό κουστούμι και κλαίγανε, γιατί δεν είχαν να μου αγοράσουν φέρετρο. Κι εγώ τους έλεγα: Μην κλαίτε, θα ζητήσουμε απ’ τον πατέρα την αναπηρική του σύνταξη, που κρύβει στα κορδόνια των παπουτσιών του. Μα ο πατέρας είπε: Θα στο φτιάξω εγώ με κέδρους απ’ τα ορεινά κι αγριοκάλαμα. Και μαστόρευε τα χέρια του να μου το φτιάξει. Μα το κουστούμι με στένευε και το σώμα μου άρχισε να μυρίζει και να αφοδεύει χωρίς να το θέλω. Και είπα: Πατέρα βιάσου, γιατί νομίζω ότι θα γεννήσω. Κι η πλάτη μου φούσκωσε και έβγαλα μία άσχημη καμπούρα. Ο αδερφός μου ο μικρός άρπαξε το τσεκούρι του – που το ’χε να χαλκεύει τα λαγήνια – και μου το κοπάνησε στην πλάτη. Από την πληγή βγήκε ο γιος μου, που ήταν ίδιος με μένα, αλλά πιο μικρός. Η μάνα μου είδε το παιδί κι είπε: Δεν θα το κουβαλάς μια ζωή στην πλάτη σου! Θα το μεγαλώσω μονάχη μου και θα φροντίσω να γίνει βασιλιάς, όπως εσύ. Κι ύστερα έκλεισε την πληγή μου με το χέρι του πατέρα και τη σταύρωσε.
Τώρα ν’ ανέβεις στο βουνό! Είπε ο πατέρας και μου έδωσε το φέρετρο που είχε μαστορέψει. Εγώ το πήρα και καθώς έφευγα χαιρέτισα τον γιο μου, που ήξερα ότι ήμουν εγώ και τον φοβόμουν. Στον δρόμο όμως πείνασα και είχα αγωνία, γιατί δεν ήξερα αν θα έβρισκα φαγητό. Όταν έφτασα στην κορφή, άνοιξα ένα λάκκο και έβαλα το φέρετρο μέσα, έπειτα σκούπισα τον ιδρώτα που έσταζε από τα ορεινά του μετώπου μου και ξεφύσησα μ’ ανακούφιση: Αυτό ήταν, πέθανα! Κι ο δρόμος συνέχισε μονάχος του, δίχως να νοιάζεται για μένανε που κοίταζα εκστατικός απ’ την κορφή του λόφου.
Πρώτη δημοσίευση στο τεύχος 44 του περιοδικού Μανδραγόρας.
Ήταν ακόμα νωρίς όταν μας υποδέχτηκε ο νεκροθάφτης
κι επειδή ήμασταν πολλοί υποσχέθηκε να μας βαλσαμώσει
έναν-έναν έστω κι αν αυτό έπαιρνε χρόνια και ξέραμε πως
έπρεπε να ξεκινήσει απ’ την αρχή: απ’ τον Αδάμ και την Εύα
και φυσικά το φίδι δίχως τα φαρμακερά του δόντια.
Ήταν η ώρα που η ζωή αποκτούσε σπουδαιότητα λίγο
πριν παρουσιαστεί η ζήλεια και το αλάτι του κορμιού που
έδενε κόμπους στο νήμα της αλληλεγγύης κι ο Υπεράνθρωπος
συμβούλεψε ν’ αρχίσουμε μ’ ένα τραγούδι προς τιμήν των νεκρών
του Τρωϊκού πολέμου, αλλά το φως στο δρόμο ήταν τόσο έντονο
που οι φωνές μας παράξενα ακούγονταν όταν άνοιξε
την αγκαλιά Του κι αφού φίλησε το μέτωπο του πρώτου νεκρού,
είπε: “Αυτό το κουφάρι είναι ο Υπεράνθρωπος του μέλλοντος”.
.
.
Undertaker
It was still early in the day when the undertaker
received us yet since we were a large crowd he promised
to embalm us one by one even if this would take years
and we knew he had to start from the very beginning,
with Adam and Eve and of course the serpent without
its poison fangs.
It was the time just before jealousy appeared when life
regained its importance and the body’s salt
tied knots on the thread of compassion when
Ubermensch advised us to start with a song to honour
the dead of the Trojan war but the light in the street
was so bright our voices sounded strange. Then
He opened his arms and after kissing the forehead
of our first dead He said: “this corpse will be
the future Ubermensch.”
Κάτι έχει αυτός ο άντρας, κάτι έχει.
Κάτι έχει κρεμασμένο στο λαιμό του,
Ένα βραχνά, μια ποινή, μια πεποίθηση,
Κάτι που δένει τα νεύρα του
Με το λουρί του σκύλου απ’ την καρέκλα,
Όπου το ομοίωμά του κάθεται
Μ’ ολόκληρο το χοντροκόκαλο σώμα.
Και μέσα από τις μπογιές τις χυμένες
Απ’ άκρη σ’ άκρη στον ουρανό της βεράντας
Μπαίνει στο πλάνο φέρνοντάς του τον καφέ
Μια γυναίκα που δεν έχει ξαναδεί
Με τρίδιπλα σκεπασμένα χέρια.
Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια,
Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια.
Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι
Και θα ’μια τόσο περιττή όσο η ζάχαρη
Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας
Δήμητρα Χριστοδούλου, Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι 2014
Ούτε να πεθάνω θέλω ούτε και να γιατρευτώ∙
θέλω απλώς να βολευτώ στην καταστροφή μου.
Όταν τρελαίνομαι τις νύχτες για κορμί,
να βρίσκεται ένας άνθρωπος να με χορταίνει.
Όταν βουλιάζω σ’ εύκολες εξάψεις,
Να ’ρχεται μια εξευτέλιση και να με συνεφέρνει.
Όταν βουρλίζομαι στα δρομολόγια του πάθους,
να ’χω ένα όραμα να με θαμπώνει.
Όταν εξαγριώνομαι για τρυφερότητα,
να βρίσκονται δυο χέρια για τον παιδεμό μου.
Μα πάνω στου σπασμού την αποθέωση,
που εκμηδενίζει κάθε άλλη ομορφιά
να ’χω τη δύναμη να πω «Kύριε, όχι άλλο» –
κόβοντας τις υπερωρίες της καταστροφής μου.
Από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός, 1960, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994
Θαμπώνει κάποτε η οργή στα μάτια
και τον καιρό
βαριά τον ανασαίνεις
με τα ρουθούνια της μουστάρδας.
Λες είναι νύχτα• νίλα είναι.
Γιατί τον ήλιο άναψες πάλι από το φίλτρο
κι αν κάτι λάμψει
πάει να ξημερώσει
κι ήταν αστραπή.
Έχεις όμως στο μεταξύ στους δρόμους ξεχυθεί
και τρέχεις
στην πόλη αυτή που τη μαστίζουν τα τσογλάνια
να πεις για το φιστίκι
για τα δυο του τσόφλια
τη μέρα και τη νύχτα
και πώς να πεις
για τη μερόνυχτη την ψίχα
που μαραζώνει στα στενά
και δεν μιλιέται.
Τρέχεις
ενώ στα πόδια σου φυτρώσανε βατραχοπέδιλα
είσαι γελοίος γελοίος
μια ξωτικιά πιτζάμα μες στη νύχτα ή μάλλον
κίτρινο τρόλεϊ λίγο πριν σκολάσει
που βραχυκυκλωθήκανε τ’ αυτιά του στα ύψη
και τα ’χει πάρει τώρα ο διάολος κι ο χορός.
Τραντάζεσαι όλος
από ψηλά σκορπώντας
λάμψεις-λάμψεις
το θάνατο.
Γιάννης Βαρβέρης, Tώρα που η πόλη γέμισε τσογλάνια, από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου, Ποιήματα, τόμος Α′, Εκδόσεις Κέδρος, 2008
Φωτό: Iφιγένεια Σιαφάκα, επεξεργασία Vincent Lempereur, Παρίσι 2012
Πρώτη του ύλη, το απλούστερο των υλικών, ο πηλός. Χώμα και νερό. Όπως έλεγε ο Κώστας, συμβόλιζαν γι’ αυτόν τη μάνα γη, που θρέφει τους ανθρώπους, και τον ουρανό, που στέλνει με τη βροχή ζωογόνο νερό και κάνει την ανθρωπότητα να ονειρεύεται. Το σκεπτόταν συχνά αυτό όταν δούλευε και ένιωθε μια ιδιαίτερη τρυφερότητα για τον πηλό, έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να υπάρχει και ο ίδιος, υλικά και πνευματικά. Ο πηλός ήταν το μέσο να επιβιώνει με τα κεραμικά του και παράλληλα να εκφράζει ως καλλιτέχνης τα βαθύτερα της ψυχής του, με τα γλυπτά του. Ο πηλός ήταν ο ίδιος ο εαυτός του. Στο οριστικό του φευγιό από τη ζωή θα γινόταν ένα με το χώμα, αυτό το θαυματουργό, της δημιουργίας, της ζωής. Γι’ αυτό και ήταν εναντίον της αποτέφρωσης των νεκρών. Θα επέστρεφε κι αυτός, όπως αιώνες τώρα επέστρεφαν στη γη τα κεραμικά, τα οποία, αφού υπηρετήσουν τον άνθρωπο, σπασμένα, θρυμματισμένα, καταλήγουν στην αρχέγονη μήτρα. Ειδικά για τα γλυπτά του όμως έψαχνε μια λύση η οποία θα επέτρεπε να παραμείνουν στον πηλό, το πρωτογενές τους υλικό, αλλά συγχρόνως και να μη φθείρονται μέσα στον χρόνο. (…)
Ένα μυστικό του πηλού για να μη σκάει είναι να τον αφήνεις να στεγνώνει σιγά-σιγά. Να μένει λίγο ξεσκέπαστος, χωρίς τις βρεγμένες λινάτσες, για να αναπνέει και να στεγνώνει σταδιακά, μέχρι να μείνει όλο το έργο ξεσκέπαστο, ανοιχτό στον αέρα. Σαν κάποιος να έρχεται από έναν άλλο κόσμο και πρέπει εσύ να του μαθαίνεις να παίρνει μικρές ανάσες στην αρχή, μέχρι τελικά να προσαρμοστεί και να μπορεί να παίρνει βαθιές αναπνοές. Αυτό δεν πετύχαινε πάντοτε και λίγο-πολύ όλα τα έργα έπρεπε για σιγουριά να ψηθούν στο φούρνο. (…)
Στους τοίχους κρέμονταν ακόμη τα κάδρα με τα σχέδια και τις ελαιογραφίες του Κώστα, καθώς και τα ανάγλυφα που είχαν αναρτήσει. Όλοι οι τοίχοι, όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν στο εκθετήριο ήταν σκεπασμένα με σκόνη. Ο Κώστας σκέφτηκε πως αυτή η σκόνη, η σκόνη από τα δημιουργήματά του, είχε μπει στους πνεύμονες της Ελένης. Αυτή η σκόνη την έστελνε τόσο κοντά στο θάνατο. Ακίνητος, παρατηρούσε την αίθουσα, περιεργαζόταν όλο το χώρο, έψαχνε κάθε εκατοστό με τα μάτια και, τέλος, άρχισε να κινείται. Έσκυβε πότε πότε, έπιανε τα κομμάτια των γλυπτών κοιτάζοντάς τα προσεκτικά, προσπαθούσε να σκεφτεί από ποιο γλυπτό ήταν κάθε κομμάτι. Ορισμένα είχαν διαλυθεί εντελώς, κι αυτό γιατί οι αρματούρες που χρησιμοποιούσε ο Κώστας για να στηρίξει τα γλυπτά του ήταν πολύ γερές σιδερένιες κατασκευές και είχαν βάρος. Με την πτώση των αγαλμάτων και το βάρος που είχε ο σιδερένιος σκελετός τους, αυτά χτυπήθηκαν ακόμη περισσότερο. Έτσι, πάρα πολλά θρύψαλα, πάρα πολλά κομμάτια, δεν μπορούσε να τα αναγνωρίσει, να καταλάβει από ποιο έργο προέρχονται. Φαντάστηκε τα έργα του αγκαλιασμένα σ’ έναν μακάβριο χορό υπό τους ήχους του φοβερού βουητού του σεισμού, να αποσαθρώνονται σε κάθε στροφή, να χάνουν κι ένα μικρό ή μεγάλο κομμάτι τους και τέλος να σωριάζονται στο πάτωμα. «Χωρίς ψυχή» ψιθύρισε με ολόστεγνο στόμα. «Χωρίς ψυχή».
Με αφορμή το στίχο «κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω» από το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη Κι ήθελε ακόμα (εδώ).
Πόλη με τα καμένα σπίτια –
στις πόρτες του μπόγια τ’ άλικο
για σκύλους και μωρά κρατάει το ίσο
σε γριές που φτύνουν κλαρωτές μοίρες
στην παλάμη και γανώνουν με γκρίζο
το θυμό για ένα χελιδόνι που ζευγαρώνει
ανεπίδοτες προκλήσεις στην πλάτη
της κουτσής μου γάτας της Χαρίκλειας, ενώ
«κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω»
με λεμονανθούς και καρυάτιδες τα βαλσαμωμένα
δάχτυλα, γιατί αρχαίος προφήτης η αφή τρυπώνει
μ’ ένα ξυράφι στο κεφάλι μου τις νύχτες
κ’ απενεργοποιεί τον εφιάλτη πως η απώλεια
ξυπνάει γεμάτη μόνο στο σκοτάδι.
.
.
To ποίημα διακρίθηκε στον διαγωνισμό Μανόλη Αναγνωστάκη
Τα υπόλοιπα ποιήματα που διακρίθηκαν και φωτογραφικό υλικό από την εκδήλωση των περιοδικών Αναγνώστης και Θράκα εδώ.