Κάποτε βαρέθηκε και τα παλάτια
και τα αρώματα της Καλυψώς.
Τα βράδια προφασίζονταν πονόδοντο για να γλιτώσει
από τα χάδια της.
Δεν ήθελε πια να ταξιδέψει
δεν είχε άλλα χρόνια να χαρίσει στη θάλασσα
μα το ξημέρωμα τον έβρισκε να φτιάχνει τις βαλίτσες του
για λίγα διψασμένα βράχια
για κάποιον ψόφιο σκύλο που τρέμει και τον ίσκιο του
για κάτι ψωρομάγαζα στην προκυμαία που τα σπάνε κάθε βράδυ
οι μνηστήρες.
Θα εξαργυρώσω με λέξεις επίχρυσες
Τις ράβδους σκοταδιού που σταθερά αποθήκευα
Στα θησαυροφυλάκια του στήθους.
Θα πάρω έπειτα τους δρόμους
Μ’ εκατομμύρια ποιήματα
Σκορπίζοντας στους τίμιους συμπολίτες μου
Την αναπάντεχη κληρονομιά
Της φτώχειας
Από τη συλλογή το Θα και το να του θανάτου, 1987
Αντώνης Φωστιέρης, Μικρή αναδρομική, (Αυτοανθολογία 1971-1996) Εμβόλιμον, ανάτυπο
Ήμουν είναι και θα είμαι οπαδός των
αηδονιών στις Πλάτρες• ήσουν είμαι
και θα είναι ένας αβάσταχτος χωρισμός
που δε χωρά σε καμιά θύμηση• ήταν είναι
και θα είμαι περικάρδιος καρπός ανώφελων
αναχωρήσεων περασμένων απ’ την κλωστή
τρύπιας κουβαρίστρας• είμαι είναι και
θα είσαι το αμήχανο παραστράτημα του
μεσονυχτίου• το κολλημένο στις διασταυ-
ρώσεις βλέμμα που δεν ξέρει αν πρέπει
ν’ αναρωτιέται για την άγρια κατάσταση•
ή να προσπερνά τα όσα συμβαίνουν•
Αθήνα, 7 Σεπτεμβρίου 2009
Ντίνος Σιώτης, ριάλιτι διαρκείας με άνω τελείες, ποιήματα για την τηλεόραση και την πολιτική, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015
.
Ποιος πήρε τη φωτιά από την κόλαση
Δίχως την έγνοια να ‘χει
Για όποιες σάρκες έλιωναν
Στη χύτευση του χάους;
Εκεί που έπαυσε απρόσμενα η τήξη
Μπορεί τα σώματα να αναδεύτηκαν
Να βρέθηκε το χέρι αλαζόνα
Στο ίδιο σώμα με κείνο του φιλάργυρου.
Έχει και λογική η κόλαση
Που δεν απέχει από δω.
Η πόρνη να έγινε ένα με τον μαστροπό
Και πάλι
Να μην διακρίνεις το αίτιο από το αιτιατό
Έχει και χάος η κόλαση που δεν απέχει από δω.
Ούτε κι ο Παράδεισος
Όταν τον προσεγγίσεις σύσσωμος
Και με γεμάτο στήθος.
Το μόνο που αρκεί, να φέρεις τη φωτιά
Και να κινείσαι άτακτα στην τάξη.
Το μόνο που αρκεί, να φλέγεται ο πόθος
Με σπίθα του ανυπέρβλητου.
Τους έβλεπα να με παρατηρούν
σκυμμένο κάθε χάραμα
και με νόμιζαν υποταγμένο
Δεν ήξεραν ότι έσκυβα
να πιω νυχτερινές δροσοσταγόνες
στους στήμονες των λουλουδιών
να αφανίσω φθορές συγχρωτισμών
με την επιλεγμένη ερημία μου
να κρύψω μια ζωογόνο περηφάνια
με μια σωτήρια παραίτηση
να κρατήσω αλώβητη
την υπέρ πάντων αξιοπρέπεια
Πώς όμως να ζητήσω ευθύνη
από όσους με πλήγωσαν
αφού δεν είχα την πρόνοια να προστατευτώ;
Kι έπειτα
η ιστορία είναι μια βεβαιότητα
Το μέλλον;
Στις ασκήσεις επί ζωής –και όχι επί χάρτου– να σε δω…
Φώτο: Sarlota Ban
Γιώργος Δουατζής, Ασκήσεις, από τη συλλογή Το κόκκινο κασκόλ, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016
Πρέπει να βρεθεί η ανείπωτη πρωτότοκη λέξη
πριν και μετά τα βιβλία.
Σκύβοντας ως τα οστά σου πρέπει πρώτα να χαθείς
στο σκοτεινό δάσος του, να μην είσαι κανείς.
Να χαθείς και να χάσεις τους γιους και τις θυγατέρες
της πλάνης.
Γιατί ο λόγος έχει εξαντληθεί και τη θέση του πήρε
η φλυαρία: αυτό το σουλάτσο της γλώσσας.
.
.
Γιατί η λαλιά του ανθρώπου χόρτος χλωρός κι εξηράνθη.
Λοιπόν, όχι στην κίβδηλη,
την τιποτένια εικόνα που μισούμε.
Που όπως όλοι οι άθλιοι απόλυτα υιοθετήσαμε κι εμείς.
Γιατί η εύνοια μας έρανε με τα φλουριά της.
Όχι στο νόθο πια μωρό μου. Καθώς πίσω απ’ τη μάσκα
τρέφουμε χίλιες μαϊμούδες.
Όχι στην πλαστογράφα εικόνα του θεάτρου. Που με αθώα
τάχα έπαρση υψώναμε, σαν άσκηση της αρετής. (…)
Mανόλης Πρατικάκης, H ανείπωτη λέξη πριν και μετά τα βιβλία, από τη συλλογή Λιθοξόος, Εκδόσεις Κέδρος 2016
Όταν ο κομμένος «τένοντας του λόγου» συναντά τα πράγματα
Ο Μανόλης Πρατικάκης, ακολουθώντας και πάλι την πάγια τακτική επαναπροσδιορισμού του ποιητικού του έργου μέσα στο χρόνο, καταθέτει στο βιβλίο Εκλογή από το έργο του (εκδόσεις Καλέντης, 2014) την πιο πρόσφατη αυτοκριτική του. Ο ποιητής αυτοανθολογείται, αρχής γενομένης από τη συλλογή Ποίηση 1971-1974 και συμπεριλαμβανομένης και της συλλογής Κιβωτός (2012). Έχοντας την ευκαιρία να ξαναδούμε συνολικά τη δυναμική της ποιητικής του, θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν τόσο δομές στο έργο του όσο και οδηγούς για την προσωπική σφραγίδα του ποιητή, ανεξαρτήτως της θεματικής και της φόρμας που επιλέγεται κάθε φορά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που ο Πρατικάκης «μιλά το πράγμα» ή, ίσως καλύτερα, ο τρόπος με τον οποίο η ποιητική του «επιτρέπει να μιληθεί το πράγμα». Η παρουσία του αξιοσημείωτου αυτού στοιχείου σημαίνει πώς ήδη ο ποιητής «αυτοαποκηρύσσεται», παίρνοντας την απόσταση από τον εαυτό, απογυμνώνοντας τον εαυτό και αφήνοντας, την ίδια στιγμή, κενό χώρο για να ανατείλει και να ονοματιστεί το απολεσθέν αλλά και πανταχού παρόν «πράγμα» – Μνήμη του ξύλου τώρα που η φωτιά σε λέει / δώσ’ μας για λίγο τη φεγγοβολή του μυστηρίου σου. / Εξήγησέ μας τα «νερά». / Το μελανό φτερό του σπίνου την αυγή/ που καμπυλώνει προς τον Άδη. / Δώσ’ μας για λίγο μες στην αστραπή / που σε σαλπίζει τα κλειδιά της πόρτας / που δεν έγινες. (Από τη συλλογή Η μαγεία της μη διεκδίκησης) Α λέξεις! αγαπημένα μου κορίτσια. / Σκεπάζοντας κάποτε με ακόλαστη/ σύνεση τη γύμνια μου. / Εκεί που το ρούχο σας/ χάσκει/ αστράφτει/ το ηδονικό μου σώμα. (Από τη συλλογή Το σώμα της γραφής). «Πράγμα», το οποίο ενδύεται οντολογικά, προσωποποιείται και αποκτά ιδιότητες που το καθιστούν ικανό όχι μόνον να αποτελεί μέρος, αλλά και να μετέχει επί της ουσίας και διά της ενότητας σ’ έναν κοινό, υπαρκτό αλλά και αόρατο επίσης κόσμο, αντιληπτό διά μέσου των αισθήσεων. Ο ίδιος ο ποιητής σχολιάζοντας την οπτική του θα γράψει: (…) Γιατί τα πράγματα εκδικούνται. / Έχουν μια μνήμη τρομερή μια νομοτέλεια / για ίση ανταπόδοση / σα χημική παλίνδρομος εξίσωση / ή σα μαχαίρι που γυρίζει στο φονιά/ αφού χτυπήσει στην ακατανόητη ελαστικότητα/ του φόνου. (Από τη συλλογή Οι παραχαράκτες).
Με αυτόν τον τρόπο, τόσο τα άψυχα αντικείμενα όσο και η φύση -τα φυσικά φαινόμενα, η χλωρίδα, η πανίδα αλλά και τα παράγωγά τους- αποτελούν όχι μόνον απλό μέλημα της ποιητικής γραφής αλλά και φόρο τιμής στην υπόγεια σχέση, στην επικοινωνία τους και στην ηδονική εκστατική εκτροπή που οι αισθήσεις κι ένα διαφορετικό επίπεδο συνείδησης επιφυλάσσουν στο ποιητικό υποκείμενo: (…) ψηλαφώ άγνωστα τοπία, αβάφτιστα σώματα μικρά έμβρυα φωνής, και, Κοίταξα τότε απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα στην ξαφνική / λάμψη της αστραπής τον άλλο χώρο. / Ό,τι ήταν άρωμα πριν γίνει σκόνη· ό,τι ήταν ύπνος / κόκκινο φωνής· ό,τι ήταν στήθος στ’ ακρογιάλι. / Ανοιχτό για να μπαίνει μέσα ο ουρανός / βάφοντας τα λόγια μας γαλάζια. (Από τη συλλογή Λιβιδώ). Τα πράγματα, στην ποίηση του Πρατικάκη, ιερο/ποιούνται και μετα/γλωττίζονται στα ποιητικά τους ισοδύναμα· κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται και η αέναη κίνηση από το έξω προς το μέσα και από το μέσα προς το έξω, με αποτέλεσμα ο κόσμος να επανανοηματοδοτείται και να επανεπενδύεται ψυχικά: (…) Από το σκιερό τους άνοιγμα προβάλλει ο αμίλητος μόχθος των βημάτων. Τα κορδόνια λάσκα και γεμάτα κόμπους. Σημαδεύουν το τέντωμα του χρόνου. Την τριβή. Το γονάτισμα του σώματος. Κι άλλοτε σφιχτά σαν τα ράμματα μιας αόρατης πληγής. (Από τη συλλογή Αφημένα ήσυχα στη χλόη). Οι βράχοι ανέκαθεν μου έστελναν αλληγορίες και μεταφορές. Είπα πώς γίνεται και στα φιλιά μας ομοιοκαταληκτούν από καταβολής τα κύματα. Με σμίλη, με ελκόμενες πνοές η από μέσα γλύπτρια θ’ ανοίξει το πνευστό μας σπήλαιο (…) Άφησε να μιλήσει το νερό. / Hτραχεία: η βιόλα· οι κυψελίδες-τσέμπαλο/με του αέρα τα κλαδιά. (Από τη συλλογή Η λήκυθος).
.
.
Η σταθερά αυτή επαναφέρει, επιπλέον, στην ποιητική του Πρατικάκη, τη συζήτηση αφενός για την αναγκαιότητα και τη λειτουργία του ανοίκειου στον ορισμό της ποίησης και αφετέρου το ζήτημα της γλώσσας ως καταλύτη αναφορικά με τις καινές συνάψεις των μερών του συμβάντος εντός του ποιητικού πεδίου· η γλώσσα ως αποκάλυψη του θαύματος των πραγμάτων και της λεπτής και ακριβούς τους σχέσης με το ομιλούν υποκείμενο· η γλώσσα ως λυτρωτική επαναφορά ενός κουρελιού από τη φορεσιά του απολεσθέντος, ως σώμα ακροβάτη και ως ενεργειακή φόρτιση ταυτισμένη με το σώμα. Στο ποίημα «Η κατοικία του ποιητή», από τη συλλογή Αφημένα ήσυχα στη χλόη, διαβάζουμε: Κεκαθαρμένος από τα περιττά θα περάσει επί των υδάτων· ή ως νήμα λινόν από οπήν βελόνης (να εννοείς στα πρόθυρα φωτός) (…) και το χιλιοτρυπημένο του ένδυμα, κασμίρι θλίψης από μισοκατεστραμμένο άστρο· κουρέλι απορριμματοφόρου που για μια στιγμή ως νεύμα τρεμάμενον εφάνη να χύνεται από τον ουρανόν.(…)
Πέραν τούτων, στην ποίηση του Πρατικάκη είναι εμφανής ο επιτυχής συγκερασμός της ψυχιατρικής με την ποιητική ταυτότητα: η γνώση που μεταλλάσσεται σε ποίηση και η ποίηση που αποκτά γνώση για την άγνοια του εαυτού της – πρόκειται για δύο άξονες διακριτούς σε όλο το ποιητικό έργο, που αποδεικνύουν πως η φιλοσοφική ενατένιση και η γνώση, όταν συνταιριαστούν και ισορροπήσουν με τη φαντασία, την ανατροπή, τη σουρεαλιστική εικόνα, το συμβολισμό, το ρομαντικό και το λυρικό στοιχείο μπορούν να δώσουν κείμενα υψηλής αισθητικής, με εικόνα, ιδέα και συναίσθημα σε πλήρη ισορροπία. Το ποίημα, για παράδειγμα, «Μεταστοιχείωση», από τη συλλογή Το σώμα της γραφής, ίσως να συνιστά και το προσωπικό μανιφέστο του ποιητή τόσο για τον ορισμό της ποίησης όσο και για τον ορισμό του ίδιου σε σχέση με αυτήν. Λίγοι χαρακτηριστικοί στίχοι: Έρωτα που με φέρνεις σε κατάσταση χαμού κάμε να τρίξουν τα θεμέλιά μου (…) Άφησε να κοπεί ο τένοντας του λόγου που σκεπάζει των πραγμάτων τους βαθύτερους αντικατοπτρισμούς (…) Μάζεψε μόνο -χρυσοθήρας- το φως και το χρυσάφι απ’ των ρημάτων τ’ ασίγαστα ρεύματα (ποταμού ροή απεικάζουσα πάντα τα όντα ψυχών είναι και δαιμόνων πλήρη).Είναι εμφανές επίσης ότι τα πράγματα συν/κλονίζονται και μετα/τίθενται σε ένα Άλλο χωροχρονικό πλαίσιο, τόπο της ποιητικής γραφής και χρόνο συνάμα του ποιητικού υποκειμένου.Να μιλάω αλλιώς, με ανήκουστη χορδή/σ’ ένα παρθένο σημείο /της ακοής σας. Αυτός είναι ο παράδεισός μου (Από τη συλλογή Το σώμα της γραφής). Οι τολμηρές και ανατρεπτικές μεταφορές:τα χελιδόνια γίνανε ψαλίδια, κόβοντας το γαλάζιο σε βαμβακερές ζακέτες (τις γαζώνουν αρχάγγελοι με μαύρες μηχανές), (Από τη συλλογή Νύχτα εφημερίας) Kαι ο άντρας της μαύρος και αξύριστος μες στη σιωπή του καθισμένος στο πεζούλι μ’ ένα στόμα σφιχτό: μια πικρή χαραμάδα σιδερόπετρας (Από τη συλλογή Η παραλοϊσμένη)· το παιχνίδι με τους ήχους και τις λέξεις, Καιρός τώρα να σωπάσω. Ήρθε η ώρα να μιλήσει ο από αιώνες σιωπηλός σπλήνας (Από τη συλλογή Οντοφάνεια)· Ο δικός μου Παν: σε μια σύριγγα χώρεσε το συν-παν (Από τη συλλογή Ο μεγάλος ξενώνας)· η συνεχής σπειροειδής επανατοποθέτηση των σημαινόντων ώστε να παραμένει στιβαρός ο άξονας του ποιήματος, η έγνοια για τη ροή και τη μουσικότητα του λόγου και ο φιλοσοφικός λυρισμός (με τους προσωκρατικούς να κλέβουν την παράσταση) έτσι που κάτω από έλυτρα λουρίδες λουρίδες συλλαβίζω τους ξένους. Ακόμα μια πληγή αυτοσυνειδησίας μου εγκολπώνει σύρριζα τη λάμψη της. Η φιλότης το νείκος, η φιλότης το νείκος (Από τη συλλογή Η μαγεία της μη διεκδίκησης)· οι παλαιότερες ή οι πιο μοντέρνες φόρμες (ρίμα, ελεύθερος στίχος, ποίηση σε πρόζα), οι συνεχείς πειραματισμοί στη θεματική και στον τρόπο πραγμάτωσής της, πέρα από την όποια ορατή ή λιγότερο αντιληπτή συνομιλία με προγενέστερες ποιητικές μορφές, είναι δηλωτικά όχι μόνον της αφομοίωσης της ποιητικής παράδοσης αλλά και του χαρίσματος της δημιουργίας πέραν των σκιών του παρελθόντος, ισχυρό ζητούμενο για την ταυτοποίηση της ποιητικής δημιουργίας.
Eν κατακλείδι, θα λέγαμε ότι η ποίηση του Πρατικάκη αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη αξία στη συνείδηση προσφέροντας το διακαώς επιθυμούμενο στην Τέχνη, την αισθητική απόλαυση, καθώς ο αναγνώστης επανέρχεται κάθε φορά στην ανάγνωση του ίδιου ποιήματος, το οποίο του χαρίζεται με μέτρο, αποκαλύπτοντας κάθε φορά και μια καινούργια, όχι εξαρχής τόσο εμφανή διάσταση, μέσα από τις ρωγμές που οι φράσεις του αφήνουν. Εάν η αναγνωστική προσδοκία συνταυτίζεται με την αναζήτηση της πρωτοτυπίας, της εναλλαγής, της έγνοιας για τη γλώσσα, της πολυσημίας και της βαθιάς γνώσης του ανθρώπινου όντος, τότε η ποίηση του Πρατικάκη είναι σε θέση να προσφέρει έντονες πνευματικές στιγμές και ψυχική ανάταση στον απαιτητικό αναγνώστη.
Για μερικά δευτερόλεπτα περιεργάσθηκε τους δυσδιάκριτους χαραχτήρες στον πίνακα, αλλά στη συνέχεια έκαμε τη σκέψη πως το αυθεντικό στίγμα μιας τάξεως δίνεται από τα ορνιθοσκαλίσματα των μαθητών στα θρανία. Ήταν λοιπόν έτοιμος να ξεκινήσει την “έρευνα”. Όταν άξαφνα αντιμετώπισε την πιθανότητα να μην είναι εντελώς μόνος του εκεί μέσα: ήταν αλήθεια πως δεν είχε κοιτάξει διόλου γύρω από τη στιγμή της εισόδου του, και τώρα αίφνης αισθανόταν μιαν ανεξήγητη παρουσία στον αέρα. Αργά αλλ’ αποφασιστικά ανεσήκωσε το κεφάλι του και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί γύρω: στην αρχή οι φόβοι του έμοιαζαν αβάσιμοι, ωστόσο —μ’ ένα ανεπαίσθητο πετάρισμα των βλεφάρων— ενετόπισε στο έβδομο θρανίο της τελευταίας σειράς ένα στρουμπουλό κοκκινομάλλικο αγόρι με στρογγυλά γυαλιά και λίγο χνούδι κάτω από το προγούλι του.
Κοιτώντας προς τα κάτω —σαν για ν’ αποφύγει το βλέμμα του εμφανώς “τιμωρημένου” μαθητή— διάβασε γραμμένη με κόκκινο μελάνι τη φράση Σ’ ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ, ΒΡΕ ΧΑΖΟΥΛΗ. Αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει εκ νέου. Του φαινόταν ότι τόσον αυτή η φράση όσο και το κοκκινομάλλικο αγόρι τού είχαν κάμει γνωστή την παρουσία τους στο παρελθόν. Επίσης έτεινε να θυμηθεί άμορφους ιριδισμούς και καμπύλες ραμμένες πάνω σ’ ένα μαξιλάρι, καμπύλες που πήγαιναν να γίνουν ευθείες, που διασταυρώνονταν, σαν γραμμές ζωών που τις βάραινε μια κοινή όσο κι αποκρουστική μοίρα, ζωών που το νήμα τους επρόκειτο να κοπεί σύντομα, θεαματικά και απότομα, ζωών που ανάμεσά τους μπορούσε να διακρίνει τη δική του.
Έξαλλος, κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, αναποδογυρίζοντας τα θρανία που ξεφύτρωναν στο διάβα του. Η αυλή ήταν λουσμένη μ’ ένα άσπιλο πάλλευκο φως, μες στ’ οποίο έπλεε μάλλον παρά βάδιζε η αγαπημένη του, ξανθή και ντυμένη το νυφικό της φόρεμα, πλαισιωμένη από εξαίσια φλαμίγκο. Μόνον ο ίδιος ήξευρε πως τα πουλιά εκείνα ήσαν φαρμακερά. Κι ενώ οι κάλαθοι του μπάσκετ είχαν αντικατασταθεί από κάμερες και προβολείς, η Άρχτος έμοιαζε να κατέρχεται προς το μέρος του, σαν ανάλγητο λάσσο.
«Άρκτος… Αρκτούρος…» ψιθύρισε. «Ο Λευκός Θάνατος!»
Στο ξύπνημα ήταν κάθιδρως.
Nίκος Σταμπάκης, Οι αναπόφευκτοι, σελ. 126-127, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2011
.
Τι μου αστράφτεις, ουρανέ, και τι με φοβερίζεις
τι σκοτεινιάζεις το ντουνιά και σκιάζονται τ’ αγρίμια;
Σαν χάσει η μάνα τον υγιό, χάνετ’ ο κόσμος όλος
κι αν σου σταυρώσουν το βλαστό, σταυρώνεσαι αιώνια.
Ρίξε αστραπές, ρίξε βροντές, ρίξε κανόνια αράδα,
εμένα με γέλα ο χάροντας, που ’χε φτερά αγγέλου,
και μου ’πε πως ο θάνατος στο σπίτι μου δε θα ’ρθει.
Μον’ ήρθ’ εδώ στο Γολγοθά, κι εγώ χαροκαμένη
τη μια κοιτάζω το Θεό, την άλλη τις βροντές του
κι ύστερα κλαίω τον Ιησού, σαν κάθε μαυρομάνα.
Τι μου αστράφτεις, ουρανέ, και τι με φοβερίζεις
σαν χάσει η μάνα της το γιο, δεν έχει να φοβάται
μόνο το μνήμα λείπεται, να μπούμε οι δυο μας μέσα.
(…)
Όλα σκοτεινιάζουν. Δε βλέπει το μαύρο σύννεφο που έχει σκεπάσει το λόφο του Γολγοθά. Απορημένη κοιτάζει το σταυρό, κι εκεί πιο μαύρο το σκοτάδι.
Ωιμέ, πού είμαι τώρα εγώ, πού βρίσκεται ο γιος μου
Ποιος μου τον άρπαξε νεκρό, πού να ’ναι ο θησαυρός μου;
Βλαστάρι, παλικάρι μου, πού χάθηκες, καλέ μου
Ποιος μου σε πήρε, μάτια μου, αϊτέ μονάκριβέ μου;
Τι θα στολίσω η μαύρη εγώ, τι θα θρηνήσω τώρα
για ποιον λουλούδια θα βαστώ, για ποιον τα μαύρα δώρα
αφού είμαι μάνα δίχως γιο και μνήμα δίχως σώμα…
Αλέξης Β. Σταυράτης, απόσπασμα από τον δραματικό μονόλογο, Το μοιρολόι της άνοιξης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013
Στάχτη και χωνεμένα κόκαλα
στην πυροστιά της σπηλιάς•
ασπρίζουν δίπλα στις μαυρισμένες πέτρες.
Εδώ άστραψαν κάποτε δαδιά και κάμες
και μισοτελειωμένα θούρια.
Χαλκοπράσινη μούχλα πάνω στα
τρύπια τσίγκινα πιάτα του δείπνου•
μετράς-ξαναμετράς, δεν βγαίνουν δώδεκα.
Λάβετε, φάγετε.
Πριν φύγεις, με τις σταγόνες του σταλαχτίτη
θα νίψεις τα χέρια σου.
Βγαίνοντας έξω φρέσκος αέρας σε χτυπάει καταπρόσωπο
–μια μυρωδιά από πεινασμένο αγρίμι
και καψαλισμένα στάχυα.
Τη στάχτη θα την πάρεις βέβαια μαζί σου.
Όμως για δες πώς έτσι και κάνεις
να σκορπίσεις την τέφρα στον άνεμο,
τα χέρια κάνουνε τις κινήσεις της δωρεάς.
Γιώργος Γεωργούσης, από τη συλλογή Παλινωδία, ΧΙΙΙ, 1989 (Ελληνομουσείον, ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης
Πίνακας: αγνώστου Φλαμανδού ζωγράφου, από το διαδίκτυο