RSS

Φίλιπ Λάρκιν, Στο Δουβλίνο

Esme (1919). William Clarke Wontner (British, 1857-1930). Oil on canvas.:

.

Σε σοβαντισμένα, απόμερα σοκάκια
Όπου το φως είναι γκρίζο, μολυβί
Και η απογευματινή ομίχλη
Φέρνει στα μαγαζιά τα φώτα πάνω από
Δελτία στοιχημάτων και κομποσχοίνια,
Μια κηδεία περνά.


Μπροστά πηγαίνει η νεκροφόρα
Και αμέσως μετά ακολουθεί
Ένα μπουλούκι γυναικών τού δρόμου,
Με πλατύγυρα, λουλουδάτα καπέλα,
Μανίκια μιας άλλης μόδας κι εποχής,
Φουστάνια μακριά ως τον αστράγαλο.


Κυριαρχεί μια ατμόσφαιρα μεγάλης φιλικότητας
Σαν να τιμούσαν κάποιον ξεχωριστό
Αγαπημένο τους.
(Δυο τρεις χορεύουν λίγα βήματα
Ανασηκώνοντας τις φούστες επιδέξια,
Άλλη χτυπώντας παλαμάκια, κρατά τον ρυθμό).


Μα και ταυτόχρονα μεγάλης λύπης.
Και ακούγεται καθώς απομακρύνονται
Μια φωνή να τραγουδά
Για κάποια Κίτυ ή Κέητυ,
Σαν αυτό το όνομα να εσήμαινε κάποτε
Όλη την αγάπη και όλη την ομορφιά.

Μεταφραστική δοκιμή: Νίκος Λάζαρης

Πίνακας: William Clarke Wontner

.

.

 

 

 

Iορδάνης Κουμασίδης, Δώδεκα γραμματόσημα στον τοίχο

31 Αύγουστος
Έτος απροσδιόριστο
Προς Ροζαλί Μεντώ
Οδός Νταρσέ 21
Περιοχή Κλισί
Παρίσι
Γαλλία


Αύγουστος πια, Ροζαλί. Οι πρώτες μέρες του είναι οι πιο καυτές του χρόνου, οι τελευταίες οι πιο δροσερές, οι πιο γλυκές του μήνα. Αντίστοιχα, είναι ο μήνας της καλής παρέας ή της απόλυτης μοναξιάς. Με πιάνει το λογοτεχνικό μου πότε πότε, όπως θα πρόσεξες. Ένας φίλος μου στο Παρίσι έλεγε πως όλοι φλερτάρουμε με τη λογοτεχνία κάποιες στιγμές της ζωής μας, χωρίς να το καταλάβουμε. Τα ’χε τα δίκια του νομίζω. Καλή του ώρα όπου και να ’ναι. Ούτε αυτό δεν μπορώ να πληροφορηθώ εδώ. Ποιος ζει και ποιος πέθανε. Θέλω να σταματήσω να σου γκρινιάζω. Δεν θέλω και τα επόμενα γράμματα να είναι ημερολόγια απελπισίας. Κι αυτό επειδή τα δικά σου γράμματα, μέχρι και η αναμονή τους, είναι γιορτή για μένα. Σκέψου επιπλέον ότι τα γράμματά σου έχουν και μια χρήση ιχνηλασίας. Στέκω από πάνω τους και σιγά σιγά σχηματίζω νοερά το περίγραμμά σου. Έπρεπε να φτάσει ο Αύγουστος εντέλει για να ζήσουμε την πρώτη δυνατή τροπική καταιγίδα. Να τη ζήσει όλο το νησί, να συνταραχθούν όλα του τα όντα, μέχρι κι εγώ που ζω εδώ μέσα σαν τρωκτικό. Η καταιγίδα έχει πάντα το επίκεντρό της αλλού, σαρώνει όμως ακόμα κι αυτά τα μέρη που προσεγγίζει ακροθιγώς. Απανωτές συστροφές, άνεμοι σχιζοφρενείς, και όλα μπορεί να βρεθούν από τη μια στιγμή στην άλλη είτε στον αέρα, είτε μουσκεμένα και καρφωμένα στο έδαφος. Ή και τα δύο. (…)

Σε λίγο το καλοκαίρι τελειώνει κι επιστρέφεις στο θορυβώδες Παρίσι. Η ηλικία σου δεν δικαιολογεί ότι σε ενοχλεί τόσο το θορυβώδες. Συνδύασέ το με τη ζωντάνια, τη δημιουργικότητα. Αποκόμισα την εντύπωση πως γενικώς πέρασες όμορφα στη θάλασσα. Σε φαντάστηκα να περπατάς στην άμμο λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Να ακολουθώ τα βήματά σου. Έχει ξεγνοιασιά το καλοκαίρι, ό,τι και να πεις. Συγχωρούνται οι περισσότερες ατασθαλίες. Μέχρι και το να διαβάσεις ερωτικά μυθιστορήματα της σειράς, όπως μου ανέφερες. Γέλασα, δεν με πείραξε αυτό. Κάτι άλλο όμως σαν να με πείραξε λίγο. Κάτι πιο ποταπό μάλλον. Η γνωριμία σου με αυτό τον νεαρό μηχανικό, που σου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ή ίσως ο τρόπος που την περιέγραψες. Ας το πω στα ίσα. Ζήλεψα, Ροζαλί. Ζήλεψα. Εγώ, που δεν ζήλευα ποτέ. Δεν ζήλεψα επειδή σε διεκδίκησε κάποιος. Ούτε επειδή ολοφάνερα αυτός ο κάποιος σε γοήτευσε. Ζήλεψα επειδή είμαι απών. Επειδή δεν είμαι εκεί για να σε διεκδικήσω. Για να σε διεκδικήσω με ποιήματα, λουλούδια, αλλά και σπαθιά και δυναμίτη, αν χρειαστεί. Μπορεί άραγε αυτό το μικρό τσίμπημα, η πρώτη υποτυπώδης υπόμνηση συναισθήματος που ένιωσα ύστερα από καιρό, να τρέξει με ταχύτητα πάνω από τους ωκεανούς και τις ηπείρους και να φτάσει ως το διαμέρισμά σου;
Χαιρετισμούς.
Σαν ένας Αύγουστος που αφήνει τα σημάδια του ηλιοβασιλέματος στις στέγες.

Εγώ

YΓ.: Δεν έχω απάντηση στο ποιος φτιάχνει τη βροχή. Σίγουρα όμως δεν επαρκεί η απάντηση «το νερό που εξατμίζεται» ή τα «σύννεφα που λιποψυχούν»… 

Iορδάνης Κουμασίδης, Δώδεκα γραμματόσημα στον τοίχο, Εκδόσεις Κέδρος, 2016

Φωτό: Serena Porino

.

.

 

 

 

Ολβία Παπαηλίου, Κατόπιν σύστασης γιατρού

Είμαι πολύ υπομονετική, τα πρωινά. Μπορεί αυτό να μη διακρίνεται τις ώρες του απογεύματος – και επειδή σας συναντώ απογευματινά, έχετε να λαβαίνετε την άσχημη πλευρά μου, την κοφτή και ανυπόμονη. Όμως, δείτε το, αγαπητέ Δόκτορα Τ., κάπως αλλιώς: έχω ήδη τελέσει υπομονή, πια πόσες ώρες; Απ’ το πρωί, την ώρα μου της έγερσης – δε ζω παρά για τις στιγμές που θα σας έχω, ολοδικό μου, μέσα σε κείνο το γραφείο-βιβλιοθήκη. Μ’ αρέσει αυτό το δωμάτιο, πολύ: εκεί, νιώθω ότι ακούγομαι καλύτερα, ίσως να είναι η ακουστική του χώρου, τόσα βιβλία με τις πάμπολλες σελίδες τους, ρουφάνε κάποια λόγια από αυτά που αιμορραγούν, αφήνονται τα άλλα, τα ανάλαφρα – να ακουμπούν πεταλουδίζοντας σε επιφάνειες από αργασμένο δέρμα, όλοι οι δερμάτινοί σας τόμοι, η πολυθρόνα σας δερμάτινη, καφέ σοκολατένιο. Το δέρμα το δικό μου ανατριχιάζει, όπως το περπατά μια πεταλούδα με σκουρόχρωμα φτερά, κι έξαφνα, όπως αναφτέρησε: μια αστραπή χρώματος μπλε ηλεκτρικού, εκπάγλου έκπληξης, θωπεία εν αιθρία.

Ολβία Παπαηλίου, Κατόπιν σύστασης γιατρού, Εκδόσεις Θράκα, 2016

.

.

 

 

Φίλιπ Λάρκιν, Γιατί σε ονειρεύτηκα χθες το βράδυ;

.

Τώρα που το πρωί φωτίζει τα μαλλιά μου
Με ένα γκρίζο φως,
Οι αναμνήσεις χτυπούν την πόρτα μου
Σαν δυνατά χαστούκια στο πρόσωπο.
Ακουμπισμένος στον αγκώνα μου
Καρφώνω το βλέμμα μου στην κίτρινη ομίχλη
πέρα μακριά από το παράθυρο.
Τόσα πολλά πράγματα που νόμιζα ότι είχα ξεχάσει
Επιστρέφουν στο μυαλό μου
Με τη δύναμη ενός άγνωστου πόνου:
Όπως τα γράμματα που απευθύνονται σε κάποιον,
Ο οποίος έχει εγκαταλείψει το σπίτι του
Πολλά χρόνια πριν.

Μεταφραστική δοκιμή: Νίκος Λάζαρης

Πίνακας: John Atkinson Grimshaw

 

Λουκία Πλυτά, Παρατυπίες

 

.

Μια κάποια μέρα θα ξυπνήσουν
οι θεατές και στην υποθαλάσσια σκηνή
ένα τεράστιο στόμα
πλημμυρισμένο συγκίνηση
από το χιλιοτυπωμένο δέρμα του
εκσφενδονίζοντας τον ίλιγγο

θα πει:

Το εσώτερο μιλά δυνατά
σε όσους έχουν την ικανότητα να ακούν
όσα ο ψίθυρος διηγείται
Πετράδι κόκκινο εισχωρεί στα πελάγη
και η συγκομιδή ξεκινά
Ο πετεινός πάντα την ίδια ώρα καλεί
Η φασολιά την ίδια ώρα γεννά
και η ψυχή κάθε στιγμή και ώρα εγκαλεί
Η προσήλωση στον εαυτό από το σώμα ξεκινά

Μ’ αγαπάς; ρωτά
Είσαι έτοιμος;
και αν ναι
τότε, πόσα κλωνάρια η αφή προσκυνά;
Την όσφρηση ποιου οργασμού η νότα ξεγελά
και η καρδιά πότε χτυπά δυνατά;

Μαγεμένοι όλου του κόσμου στοιχηθείτε.

Πίνακας: Tomasz Alen Kopera

 

 

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός

To φορτηγό προχωράει αγκομαχώντας βαθιά μες στην καρδιά του Μεξικού, μετά τη Ματεχουάα και το Σαν Λούις Ποτόσι, όπου πιο πράσινα τοπία συγχωνεύονται με τον πονοκέφαλό μου από τα ξίδια για να υφάνουν παγωμένα όνειρα, με τη χώρα μου και την Τέιλορ. Προσπαθώ να παραμερίσω τα μεταξωτά νήματα, τις σάρκες των πλοκαμιών που σφαδάζουν, που πετάνε μοβ και κόκκινες λάμψεις, που ξεφυσάνε έντονες μυρωδιές και μέλι, για να μπορέσω να αερίσω τις μουχλιασμένες σκέψεις, τις σκέψεις με τη μυρωδιά της λεβάντας που μου ’ρχονται κάθε μέρα για νεκρούς. Σκέψεις τόσο συνταρακτικές που δεν ανατριχιάζεις καν, σκέψεις που απλώς κάθονται ήσυχα εκεί, που έρχονται για να μείνουν παντοτινά, σαν φραμπαλάδες στο σατέν του φέρετρού σου. Οι σκέψεις συνδυάζονται με την ανάβασή μας στο Μέξικο Σίτι και φέρνουν ηχητικά αποσπάσματα από όλους όσους ξέρω, να κλαίνε πίσω από τις σήτες τους, «Συντετριμμένοι, συντετριμμένοι, συντετριμμένοι, οι βραδινές ειδήσεις, οι θλιβερές ειδήηησεις, η θηλιά σφίιιιιγγει…», ώσπου μες στο μυαλό μου με κυνηγάει με ουρανούς ανταριασμένης χολής μια μαύρη και σαπισμένη δίνη που διατρέχει ολόκληρες πολιτείες, ολόκληρες γαμοχώρες, μόνο και μόνο για να με σκίσει, να με ξεκοιλιάσει και να ποδοπατήσει τα παλλόμενα άντερά μου με μπότες και σπιρούνια, λες κι είναι τίποτα μικροί κροταλίες,  «Θα σας λιώσω! Γκνταπ! Σκισ’ τον αυτόν τον καριόλη, ακόμα σαλεύει!»

Bέρνον Γκοντζίλα Λιτλ.

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός, σελ. 234, μτφρ.: Bίκυ Τόμπρου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2004

Αrtwork: Jeane Myers

 

Γιώργος Γεωργούσης, Η σαρκοφάγος του ήλιου

.

22
Ίσως προδόθηκα μοναχός μου,
Ψιθύρισα μεσ’ απ’ τα δόντια μου.
Ανώφελο ν’ αλλάξω την προσωπίδα,
αφού έτσι κι αλλιώς τα ίδια θα λέω πάλι.
Τώρα θα εγερθεί
και θα με αναγνωρίσει.


Μίλα πιο δυνατά,
είπε τότε η σκιά εκείνου.
Να καλύπτει η φωνή σου τους άλλους ήχους•
να μην ακούγεται ο άνεμος, το ποτάμι,
να μην ακούγεται μήτε ο θόρυβος απ’ τα φτερά μου
μήτε η σάλπιγγα – προπαντός η σάλπιγγα•
ποιος ξέρει για πού θα μας ξεσηκώσει.
Αν την ακούσεις, μη φύγεις πριν από μένα.

.


Γιεφτάσι Γκεόργκεβιτς,
Φώναξα τότε ξεθαρρεμένος.
Εσύ ήσουν πριν από μένα και τώρα είσαι πάλι μετά.
Φτάνει πια αυτή η μεταμφίεση. Τι τα θες τα φτερά;
Έτσι δεν θα σ’ αναγνωρίσει το μέλλον•
Μπορεί μήτε κι ο θάνατος.


Τα λάθη τ’ ουρανού με προστατεύουν,
έκαμε ήσυχα εκείνος
Αξίζει ο καθένας μας για ό,τι επεθύμησε.
Το παρόν δεν έχει προσωπεία• μόνον πρόσωπα.
Για τους άλλους, εμείς είμαστε ο χρόνος.
Έτσι είπε. Και χάθηκε σ’ ελληνικό σκοτάδι.
Και πια δεν ξανακούστηκε μιλιά. Από κανέναν.
Με σκιάζουν οι νεκροί. Έχουνε πάντα άλλοθι.

Γιώργος Γεωργούσης, Η σαρκοφάγος του ήλιου, 2015 (Ελληνομουσείον, ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης)

Artwork: Rrichard Tuschman

 

 

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ.

Εκδοχή νο 4

Η Σ. αυτό με τις γίδες δεν θυμάται αν πράγματι το είδε τότε. Μπορεί να το μπερδεύει με κάποιο ταξίδι μεταγενέστερο. Στο κατάστρωμα πάντως κάθισε δίπλα σε ένα ζευγάρι. Αντρόγυνο ήταν; Ναι. Σύζυγοι πρέπει να ήταν. Γιατί φορούσαν βέρες. Η γυναίκα γύρισε και την κοίταξε. Τη ρώτησε από πού ήταν αλλά το κορίτσι δεν της απάντησε. Η γυναίκα όμως να επιμένει. Πώς και τι και γιατί. «Ίσως ήταν καλύτερα να καθόσουν δίπλα σε κανέναν φαντάρο» την κορόιδεψε η ασώματη, η Σ. όμως είχε αρχίσει να σφίγγεται και να κουνάει δεξιά αριστερά τη λεκάνη της και να στριφογυρίζει, είχε ξυλιάσει κιόλας πάνω στην κουπαστή. Στο τέλος η φούσκα της έσκασε, το κάτουρο άρχισε ν’ αμολιέται στα πόδια της, να τρέχει και να μη σταματά. Ρυάκια ρυάκια κατέβαιναν τα υγρά από τα πόδια της, στο πιτς φυτίλι σχημάτισαν λιμνούλα γύρω από τα πασούμια. Μερικά ακόμα κυλούσαν Κύριος οίδε πού. Έχουν μαρκάρει το φουστανάκι με ωχρά φωτοστέφανα, έχουν ραντίσει με υποκίτρινες πιτσιλιές τα πασούμια, εμφανή τα πειστήρια και στα καλτσάκια που κρέμονται από τους αστραγάλους. Μούσκεψαν τα καλτσάκια της, μούσκεψαν και οι γάμπες; Πάνε και τα λουράκια, πάνε κι οι αγκραφίτσες οι ροζ.

«Καλοφόρετα τα φρεσκοφορεμένα» της είπε η φωνή. Η Σ. κοίταξε πάλι μπροστά της, κανείς, κοίταξε δίπλα της, το αντρόγυνο είχε φύγει. Πίσω της, είδε στερεωμένες πάνω στα κάγκελα κάτι κουλούρες. Μεγάλες. Και πλαστικές. Είδε τα ούρα της να γλείφουν το κάτω μέρος μιας από τις κουλούρες. «Εγώ σ’ αυτή την κουλούρα δεν μπαίνω και να ναυαγήσετε» της δηλώνει η αόρατη, «εσύ να μη μπεις» θέλει να της πει αυτή, αλλά δεν ανοίγει το στόμα γιατί κρυώνει. Κουλουριασμένη πάνω στο παγκάκι του πλοίου επιτέλους κοιμάται. Το φόρεμα που φοράει είναι άλικο και πολύ όμορφο, μανίκια όμως δεν έχει. Τα υγρά έχουν ξεραθεί πάνω στα μπουτάκια της, τα πόδια της έχουν παγώσει. Πεινάει; Μυρωδιά από φρεσκοψημένο κουλούρι. Κολλάει τα πόδια στο στήθος της, αγκαλιάζει τα γόνατα με τα μπράτσα. «Με τόσες κουλούρες επόμενο είναι να σου μυρίζει». Η φωνή τής αόρατης γαργαλάει τα δόντια της, κολλά στη γλώσσα της, γαντζώνεται πάνω στον ουρανίσκο.
Η Σ. απαντά; Η Σ. βλέπει μόνο μπροστά της.

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ., Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Πίνακας: Rimi Yang

.

.

 

 

Tούλα Μπαρνασά, Έτσι σ’ αγαπώ


Έτσι σ’ αγαπώ,
γιατί έχεις ένα φτερό
φωτιάς στο δεξί φρύδι
και το ανάβεις τα βράδια
στα σκοτάδια να βλέπω.


Εσύ θρυμματίζεις
το φεγγάρι όταν πεινώ,
και όταν διψώ
κόβεις τα δάχτυλά σου.


Από τα βλέφαρά σου
βρίσκει ρίζες ο δρυμός
και το φως προεκτάσεις.

.

.

Κάθε που η καρδιά σου
χτυπά στην κοιλιά μου,
ανοίγουν κουκούλια
οι σπόροι του κόσμου,
και ριζώνεται μέσα μου
το άπειρο.


Ίσως φταίει το φεγγάρι
που μακραίνει ράμφος
και τσιμπάει την έλλειψη.


Ας περνά ο καιρός
περιμένω στηριγμένη
με την ακοή στους ωκεανούς
ως να με επεκτείνει
το σχήμα σου στην άβυσσο.

.

.
Άκου, έχω δεμένα
τα πουλιά στα δάχτυλα,
εκείνα που ραμφίζουν
στη γλώσσα τα ψηφία
της λάμψης.


Τα λύνω να σε βρουν
και από την ουρά τραβώ
θαλασσινές βιολέτες.
ως να ανθίσει η αγάπη
πελώριο λουλούδι.


Ως να μεγαλώσει η όραση
στις σκιές,
ως να πέσουν των άστρων
τα ματόφυλλα.

Πίνακας: Shipra Bhattacharya

.

 

 

Κωστής Παπακόγκος, Ιφιγένεια

 

.

Τα κυπαρίσσια στέκουν στην Αργολίδα
θεόρατες χτένες πλάι στους αγρούς
να ξεψειριάζουν τον άνεμο, λέει,
με τα ματωμένα γένια του Αγαμέμνονα –
τον άνεμο, με τις φονικές αστραπές
στους βοστρύχους της Κλυταιμνήστρας.
Γιατί μετά το θάνατο δεν υπάρχουν πια
καλοί ή κακοί, παρά μονάχα πράξεις∙
και οι πράξεις είν’ εφτάψυχες, ακόμα
κι αν αποκεφαλίστηκαν με δωρικό τσεκούρι.

Καβάλα στο μελένιο ελάφι της Αρτέμιδας
βγαίνει στον κάμπο η Ιφιγένεια, πάντα,
το δειλινό που ο ήλιος αυτοσφάζεται
ψηλά στα κυκλώπεια τείχη. Ποια είσαι;
τη ρωτούν οι περαστικοί∙ κι εκείνη λέει
πως είναι κόρη του μυλωνά απ’ το Μπερμπάτι
και πως πάει να βοσκήσει τη γιδούλα της
χορτάρι από χρυσάφι και χαλκό στα λιβάδια.
Απόψε θα ’χουμε ξαστεριά, ψιθυρίζει,
θα χαμηλώσουν τα πνεύματα
ο κάμπος θα γεμίσει άφωνες προσωπίδες.

Το ποτάμι που κατέβαινε απ’ τις Μυκήνες
με όλο το ασήμι και τη λάμψη του
ήταν πουκάμισο φιδιού πάνω στα βράχια.

Κωστής Παπακόγκος, Ιφιγένεια, από τη συλλογή Χιονισμένος λύχνος, Μανδραγόρας, Τα ποιήματα του 2012, Κοινωνία των (δε)κάτων

.