RSS

Pascal Quignard, Ταράτσα στη Ρώμη

Κεφάλαιο εικοστό πέμπτο

Πάνω στο θυμό της η Μαρί έλεγε: «Όλοι οι δυστυχισμένοι είναι παιδιά ενός θυμού των γονέων τους, που η απόλαυση που ακολούθησε δεν μπόρεσε να τον χορτάσει».
Στο θυμό τ’ αυτιά μας παύουν ν’ ακούν.
Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης: «Δεν είναι πιο μπορετό στον άνθρωπο που είναι θυμωμένος να σταματήσει την οργή του απ’ ό,τι στο δύτη που πήδηξε από το βράχο να σταματήσει τη βουτιά του και να μη φράσει στο νερό».
Ο Αβάς του Σαν-Συράν: «Oργή σημαίνει αποκλεισμός του χρώματος. Ο Μώμους ο Ρωμαίος υπήρξε ο ζωγράφος της άρνησης του χρώματος. Μαύρο και οργή είναι ένα πράγμα, όπως Θεός και εκδίκηση συνιστούν τη μόνη αιώνια πράξη. Και είπεν ο Αιώνιος “Εμή η εκδίκησις”. Παλιά, χολή δεν σήμαινε οργή αλλά μαυρίλα. Στα μάτια των Αρχαίων η οργή που υπάρχει στη μελαγχολία είναι το μέλαν που υπάρχει στη νύχτα. Δεν υπάρχει ποτέ αρκετό μαύρο για να εκφράσει κανείς τη βίαιη αντίθεση που διαιρεί τον κόσμο σε γέννηση και θάνατο. Αλλά δεν είναι πρέπον να κλείνουμε τα μάτια μας, να κάνουμε δυο γύρες το πανί και να το δένουμε πίσω στο κεφάλι μας. Δεν είναι σωστό να λέμε: ανάμεσα σε γέννηση και σε θάνατο. Το σωστό είναι να λέμε με απόλυτη βεβαιότητα, σαν να ήμασταν ο Θεός: ανάμεσα σε σεξουαλικότητα και σε κόλαση».
Ο Μωμ είπε: «Tα ανθρώπινα αισθήματα είναι η βροχή που πέφτει και εξαφανίζει τα χρώματα».
Η οργή είναι εξίσου διεγερτική και ιλιγγιώδης με την ηδονή.
Οι ψαραετοί και οι γλάροι λένε πως η θάλασσα που κομματιάζει επιτέλους τον κυματοθραύστη πάνω στον οποίο σκάει και επιτέλους ξεχύνεται στους δρόμους είναι ευτυχισμένη.

Pascal Quignard, Ταράτσα στη Ρώμη, σελ. 76, μτφρ.: Θοδωρής Τσαπακίδης, Εκδόσεις Άγρα, 2002 

Πίνακας: Alex Colville

.

.

 

Πέτρος Σκυθιώτης, Συνθήκη ισορροπίας

sheila-metzner-4.
24.
Ανοίγει σαν λουλούδι η μέρα
κι απ’ τα πέταλά της τρέχουν
ρυάκια
οι μυρωδιές και τα χρώματα
βάλθηκε να μας καυλώσει
η άνοιξη
η καριόλα cockteaser

Πέτρος Σκυθιώτης, Συνθήκη ισορροπίας, Εκδόσεις Θράκα, 2014

Φωτό: Sheila Metzner

 

 

Μαρία Σύρρου, Αρχείο ερώτων

 

.

Κορμιά καμωμένα κερένια, κεραυνωθείτε.
Καρνάγια κριμάτων και κινδύνων, καταποντιστείτε.
Κυρτά καλιγωμένα καπόνια κατακρίσεων, κολαστείτε.
Κρουσταλλένιων κρουνών κρατερά κελαρύσματα, κοπάστε.
Κακοδικίας κουφάρια κακοθάνατα, κοιμηθείτε.

Έρωτές μου αλλοτινοί, ικετεύω σας, χάστε με.

Μαρία Σύρρου, Επιλήσμονες, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2016

Πίνακας: Rosalind Hudson

 

 

 

 

Ελένη Σ. Αράπη, Με βράγχια ανασαίνω


Κορμιά παροπλισμένα
μπάρκα ξεβρασμένα κουφάρια
σκουριάζουν στη γαλήνη
πνίγουν τα νεογνά πριν ανασάνουν.

Κάτω τα χέρια
όσοι γεννήθηκαν θάλασσες
μόνο με βράγχια ανασαίνουν
κι ας ναυαγούν διαρκώς.

Οι πνεύμονες δικοί σας


Ελένη Σ. Αράπη, από τη συλλογή Με βράγχια ανασαίνω, Γαβριηλίδης 2016

Πίνακας: Sergey Lukyanov

 

Γιώργος Σπανός, Επιπτώσεις μακροβούτι

Γιάννης Κόττης 11

.

Αναποδιά απ’ την ανάποδη να σου τύχει
να αναποδογυρίσει τα πάντα ικανή
με τη μυθολογία της μοιραίας ματιάς
να βγω αργοναυτάκι
στα τρικυμισμένα ανοιχτά σου
να μην παριστάνω τα λιμνάζοντα κι αργοπνιχτά ήδη,

και βούτηξε στο Σαρωνικό
να δροσιστεί η σελήνη
λύπη πρόσφυγας σ’ ενδοκρινείς αδένες να καεί

Γιώργος Σπανός, Επιπτώσεις μακροβούτι από τη συλλογή ΠΡΟΣΦΥΓΗ, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας: Γιάννης Κόττης

 

 

Γιώργος Γεωργούσης, Σήματα καπνού, 66 ελληνικά χαϊκού

Οικονόμου 2.

Kάποιος να χτίσει
τον άγιο στη σπηλιά
πριν δει τον σκορπιό.


Γιώργος Γεωργούσης, Σήματα καπνού, 66 ελληνικά χαϊκού, 2006 (Ελληνομουσείον, ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης)

Πίνακας: Μιχάλης Οικονόμου

 

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Ονειροπαρμένος


.

Μη με λες ονειροπαρμένο. Δεν είμαι. Ο ονειροπαρμένος
απλώνει τα δάχτυλά του πάνω στο σώμα της νύχτας και
πιάνει την αύρα της. Δεν είμαι εγώ αυτός.
Το απροσδόκητο εξωραΐζει και ραντίζει το γκρίζο
με μοβ αχάτη. Δεν είναι φίλος της δόξας,
παρά μόνο ακίνητος θωρεί τις αλλαγές στο κύμα.
Δεν επεμβαίνει στην ύλη. Διακρίνει το όμορφο
μέσα στο άσχημο. Γεννάει ιδέες καθισμένος σε
μια τέντα από τη γη ως τον ουρανό. Είναι σιωπηλός.
Εγώ δεν είμαι. Απλά βρίσκομαι στην άκρη της τέντας
Ξηλώνοντας τον αέρα με την άγνοιά μου. Ράβε ξήλωνε,
ράβε ξήλωνε. Μια λάθος βελονιά και πήρε
ο διάολος τον κόσμο. Κι εκείνον μαζί.

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Νέα ατραπός, Εκδόσεις Δίφρος, 2014

Πίνακας: Μιχάλης Οικονόμου

.

 

Γιώργος Γεωργούσης, Ο λύκος των άστρων, 84 ελληνικά χαϊκού

 Vasko Taskovski 48_n

.

Στις θάλασσες πια!
Στα ξένα χέρια πέφτει
το άλας της γης.

Γιώργος Γεωργούσης, Ο λύκος των άστρων, 84 ελληνικά χαϊκού, 2003 (Ελληνομουσείον, ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης)

Πίνακας: Vasko Taskovski

 

 

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Ο λύκος που έγινε γλώσσα

.

Ο λύκος που έγινε γλώσσα
ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι,
πονάει τη συνείδηση των εντοσθίων του,
ελλιπής
στην πρώτη των κοπτήρων αρτιότητα,
στην ικανότητα προσανατολισμού.
Α, λύκε, λύκε, μην έρχεσαι
παρά την ώρα του έρωτα,
να βγάζω νύχια τρυφερά,
να βγάζω και καλές κραυγές
κι η λύκαινά μου να ’ναι εδώ
ζεστή,
παραδομένη
στο τρίχωμά μου,
στο νόημά μου
κι η περηφάνια μας στο χόρτο πατημένη
να μένει.

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Zητήματα ύψους, Εκδόσεις Τυπωθήτω 2015

Πίνακας: Tetsuya Ishida

 

Γιώργος Δελιόπουλος, Φρουροί

Μαλώναμε, Δημήτρη, για τα ρούχα των ληστών. Ρίχναμε ζάρια, παίζαμε χαρτιά, ποιος θα κερδίσει την αόρατη γραβάτα, το ακριβό πουκάμισο, ποιος το φθαρμένο παντελόνι και τα χάρτινα παπούτσια. Ώρες κάτω από ξύλινους σταυρούς, σε άγονα υψώματα, πάνω από τα κεφάλια μας τη γλίτωναν ληστές και κάρφωναν θεούς. Γύρω μας έκτιζαν από σταυρούς ανάκτορα, γκρέμιζαν είδωλα και μάθαιναν καινούριες προσευχές. Όμως εσύ κι εγώ ακίνητοι εκεί, μαλώνοντας για λίγα ξένα ρούχα, ήμασταν δυο απλοί φρουροί, τίποτα τελικά δεν ήταν σίγουρα δικό μας, ούτε καν η απόφαση να ζήσουμε ποντάροντας στον θάνατο των άλλων.

Γιώργος Δελιόπουλος, Φρουροί, από τη Συλλογή Επισκέπτης άγγελος και την ενότητα Αγορά, Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, 2015

Artwork: Sarolta Ban