II.
Πιστωτές ξεναγούν τις μορφές που σμίγουν στο άνοιγμα του μύθου.
ΙΙΙ.
Ο μονόλογος ήταν η πρώτη μου απόπειρα.
Στην κρίσιμη ώρα, από ένα τυχαίο γεγονός,
ανακάλυψα κι εγώ τον πυρσό μου.
Χ.
Μάταιο το ταξίδι στην διαφάνεια όταν οι θύρες είναι σφαλιστές
ΧVI.
Oι σταυροί της νιότης μας σκιάσανε το μικρό ενυδρείο που ήθελες να μου δείξεις
ΧΧΧΙΧ.
Στοχάζομαι την εποχή που ο αρχέγονος πηλός θα καθρεφτίζει τον κόσμο ως το έσχατο κύμα
Μ’ αρέσουν κάτι λασπερές βροχές στο θεσσαλικό κάμπο, σε κάτι χωράφια. Κι ο ορίζοντας απ’ τις κορφές των σταχυών. Είναι ωραίο τα ταξίδι με το τρένο. Οι σταθμοί κιτρινισμένοι μ’ εκείνες τις μυτερές στέγες, ο νυσταλέος εισπράκτορας και, κυρίως, το ποδήλατό του που τ’ ακουμπά σ’ έναν τοίχο κι ύστερα φεύγει. Θαρρώ ότι έτσι δένεται με τις ράγες. Σάμπως για καινούργια ταξίδια. Ακολουθώντας τις ριπές του καπνού από το τσιγάρο του.
Οι ναυτικοί μοιάζουν με τους σιδηροδρομικούς. Μια ζωή με διαπερνούν ταπεινές φιλοδοξίες. Δεν γίνεσαι ναυτικός αν δεν σ’ ενδιαφέρουν οι μέρες. Πρέπει πάντα να βρίσκεις το σπουδαίο. Στις γκαζόζες, για παράδειγμα, στα σβησμένα τσιγάρα. Στα σκουριασμένα ποδήλατα ή στους περαστικούς. Πρέπει να σε εξιτάρουν υποθέσεις, να αντέχεις τον εαυτό σου.
Ο υπάλληλος που βρίσκεται πίσω από το εκδοτήριο και κακοκαρδίζεται με τα πολιτικά ή τις βροχές, κατά τα άλλα, αξίζει τη φθορά. Τόσα πράγματα μπορούν και ανταμείβουν.
Δημήτρης Καρακίτσος, Δ́ Επιστροφή στην Ελλάδα, σελ. 42, από τη συλλογή Οι γάτες του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου, Το Ροδακιό, 2012
Είμαι ο Κανένας. Εσύ ποιος είσαι; Είσαι κι εσύ ο Κανένας;
Έμιλυ Ντίκινσον
Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες
πάνω στη χλόη της Έμιλυ – είμαι κι εγώ ο Κανένας;
Αχ Έμιλυ, πόσο απαλή η ματαιότητα
όταν σε σέρνει στον εαυτό σου.
Αλλά συνήθως ο κανένας είναι κάτι – ίσως το
άλογο που κουβαλάει τον αναβάτη, ίσως το σύννεφο
στο πάνω μέρος του πίνακα
ή στήθος που ξαφνικά τρυπάει και πέφτεις
στο πιο βαθύ σου σώμα.
Αν είμαι ο κανένας που δεν έγινα ο υπάρχων
αν είμαι ο ιππεύων που δεν έγινα ο
επόπτης στις αβύσσους, θα πει πως η λέξη αγαπώ
γέρασε μέσα μου πριν τη γεννήσω
(δηλαδή, πως δεν ξανάφτιαξα το σύμπαν)
γι’ αυτό και μένω στην κοιλιά του αλόγου μου
σαν περιττή αλογόμυγα.
Αν είμαι ο αγαπών ίσως να είμαι ο Κανένας
που η κάθε πράξη του έσωσε τις λέξεις.
Έτσι όμως η ποίηση μάλλον δεν ωφελείται
(πάνω σε τέτοιον ίππο ποιος ποιητής να καλπάσει;)
Γι αυτό ας συντρέχουν ο αναβάτης και ο ίππος
στ’ αγκάθια, στους γκρεμούς, στα φριχτά μονοπάτια
γι’ αυτό ας κουτσαίνει το άλογο
ώσπου ο ιππεύων να υποταχτεί
στην κακή μοίρα που τον έχρισε ποιητή.
(δημοσιεύτηκε στο πρόγραμμα του 4ου διεθνούς φεστιβάλ Τήνου 2014)
Μπροστά στη μισάνοιχτη πόρτα της επόμενης μέρας με ακόμα οι ώρες της τόσο νωπές και ασχημάτιστες• δεν διακρίνονται μα όλες μαζί ένα κράμα μουντό αξεδιάλυτο κάνουν. Εγώ κρατημένος και σαν από προαίσθημα κακό δεν θέλω να μπω – ας βουίζουν στ’ αυτιά μου τα επόμενα• παριστάνω ότι δεν και ότι δήθεν ανέμελα ρίχνω πέτρες στης περασμένης νύχτας το παράθυρο. Ακούω σπασίματα γυαλιών και τότε σκέφτομαι μπορεί κάποιος δικός μου αγαπημένος να χαμογελάει κρυφά.
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, από τη συλλογή Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου, σελ. 34, Κέδρος 2016
Γράφει από το πρωί
μεταφράζει
μετά γυρίζει πάλι στα δικά του
γέρνει πάνω στο χαρτί
όλος μια δύναμη αφανέρωτη
ξέρει ότι ο καλύτερος βιογράφος είναι ο θάνατος
αλλά δεν υποχωρεί, ψέλνει ευωδία
άνω βυθός των ακατάληπτων πραγμάτων
θα μπορούσε να γράφει όλη μέρα
στα όρη όμως, όχι εδώ
όπου τίποτα δεν είναι στη θέση του
καπηλείον ολίγον παράμερον
μισοσκότεινο τώρα κι είναι μόνος
να λυτρωθεί θέλει
από λογιών – των λογιών – τα κρούσματα
να μην ξεχάσει μονό το παλτό του
και πουντιάσει πάλι όπως τις προάλλες
ακούει «κυρ Αλέξανδρε» και κάνει να γυρίσει
προς τη μεριά της πόρτας
αλλά έχει μπαρκάρει πια για τα σύννεφα
και μας θωρεί για λίγο
από εκεί που κουρνιάζουν οι αετοί.
Γιώργος Βέης, από την ομώνυμη συλλογή Για ένα πιάτο χόρτα, σελ. 45, Ύψιλον 2016
Σε σκέφτομαι πολύ συχνά
με μια λύπη
που φυσικά
δεν τη χρειάζεσαι.
Μερικές φορές
φωνάζω τ’ όνομά σου
με άγρια προσμονή.
Χανς! Χανς!
και δεν καταλαγιάζει
η λαχτάρα
παρά μόνο
όταν ψηλαφώ προσεκτικά
τη βεβαιότητα
ότι δεν θ’ αποκριθείς.
Σε παρατηρώ να περπατάς
δίπλα στον Σεττεμπρίνι
σε ρωτώ με ιδιοτελή περιέργεια
για την αγαπημένη σου
και υποδαυλίζω
με τη δήθεν
ταπεινή συμπαράστασή μου
τη ζήλια σου
για το πορτραίτο του γιατρού.
Κι ύστερα παραφυλάω
περιμένω υπομονετικά
να κάνεις την απογευματινή σου κούρα.
Έρχομαι πλάι σου
για να χαϊδέψω τον πυρετό
που δεν τολμούσες
να ονειρευτείς στα πεδινά
μα κυρίως για να προσκυνήσω
τη σεμνή σου ήττα.
Θωπεύω τις σκιές
που διεκδίκησαν τα σπλάχνα σου
κι ευγενικά, αθόρυβα
σου δόθηκαν.
Αγανακτώ, ζηλεύω
και μισώ
(για λίγες μόνο άχαρες στιγμές
πριν ο θαυμασμός με παραλύσει)
την Κλαούντια
που λάμπει ήρεμα και διάφανα
καθώς κρατά σφιχτά
το περήφανο
τρυφερό χέρι της αρρώστιας.
Ήρθε η στιγμή να σου το πω
κι ελπίζω να με συγχωρήσεις
καλέ μου.
Εκείνο
το μικρό ξύλινο μολύβι
που χρόνια αναζητάς
εγώ το έχω κλέψει.
Με τούτο σου γράφω τώρα δα
αυτό το γράμμα
Ορκίζομαι
πως θα στο επιστρέψω
όταν σε συναντήσω
πάλι στο Μαγικό βουνό.
Ελένη Κοφτερού, Γράμμα στον Χανς Κάστορπ,* από τη συλλογή Γράμμα σε γενέθλια πόλη, Σαιξπηρικόν 2013
Ναι, θα επιστρέψω στο σκοτάδι όπως κι εσύ.
Όμως ως τότε θέλω να γευτώ τα χρώματα
Που βγαίνουν από τ’ άνθη
Όταν το σώμα σφίγγεται για να μη σπάσει.
Θέλω ν’ ανοίξω τα φυλλώματα
Και να ριχτώ στη θάλασσα του στήθους σου
Γλείφοντας και ρουφώντας.
Θέλω να γίνω το κουκούτσι σου
Να τυλιχτείς σαν αύρα γύρω απ’ τη ζωή μου
Να λύσεις τα φιλιά τα κλειδωμένα
Και θέλω να με πάρεις στη μεγάλη προκυμαία.
Θέλω να βγω απ’ τον κλοιό σου
Για να ξανάρθω πέτρινος στην τρυφερή πληγή σου.
Να κλέψω τα λειψά σου όνειρα
Ν’ ακούσω την ορμή σου
Λίγο πριν σκοτεινιάσει
Πριν κλείσει η πόρτα
Και ψιθυρίσω μέσα στο χώμα καληνύχτα.
Αλέξανδρος Ίσαρης, Θα επιστρέψω φωτεινός, Άγρα 2000
Άναψες σφιχτά το στήθος μου
Ένα ραδιόφωνο
Πάνω στους αριθμούς
Μου μίλησες με μια βελόνα
Για ταξίδια
Χθες βράδυ
Το σπίτι γέμισε φύκια
Βάρκες μικρές
Και μετεωρολογικά δελτία
Θέμης Λιβεριάδης, Χθες βράδυ από τη συλλογή Η ελευθερία πλαγιάζει σε μαύρο γραφείο, Εκδόσεις Αρμός 2009