RSS

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Αιμάτινος πόντος

troy-brooks-

.

Ξύπνησα κι αυτό το πρωί
μ’ ένα τεράστιο κεφάλι.
Κοίταξα στον καθρέφτη
Κόκκινο από τη μια
Κυανό από την άλλη.

Το δυτικό μηνίγγι κύλαγε αίμα
λώρος άχρονος διά του χρόνου μου
διαθλάσεις εαυτού
θολά περιγράμματα μορφών
οικεία/ανοίκεια εγχαράγματα
καρέ μη ομιλούντος κινηματογράφου
η γραμμή ενός αέναα διαφυγόντος σεναρίου
–όλο μου διέφευγε!–
εξάρθρωνε την ακοή
έσφιγγε το κυανό μάτι.

.

troy-brooks

.

– Ήμουνα μπλε! Ήμουνα μπλε!
έφτυνα σφαίρες αιμάτινες λέξεις
σε μια κάμαρα κόκκινος πόντος
κι η στάθμη πάνω απ’ το κεφάλι
–εγκεφαλικός πνιγμός–
μέχρι που αναποδογύρισα
και με εξαίσια αναβύθιση
–ερωτικός σπασμός–
καταδύθηκα αντίρροα
σε πολυεστιακό υδάτινο είδωλο
με αιχμές δόρατα ύψους
με δόντια σιωπές βάθους
με δάκρυα οξείδωση μετάλλου.

Ξύπνησα κι αυτό το πρωί
μ’ ένα τεράστιο κεφάλι.
Κοίταξα στον καθρέφτη
Κυανό από τη μια
Κόκκινο από την άλλη.

Και τραγούδησα.

(πρώτη δημοσίευση: y.youropia.gr, 8 Δεκεμβρίου 2015)

Πίνακες: Troy Brooks

 

 

Νίκος Λάζαρης, Η αλλαγή των χρωμάτων

.

Η εληά το κουκούτσι της
και συ το πρωινό σου ντέρτι.
Μα γιατί παίζουν αφού γράφει
απαγορεύεται;
Σηκώνεις την τσάπα αργά
φρέσκο το χώμα
και μιλάς με αριθμούς
και ντοκουμέντα
ενώ ο φωτογράφος απαθανατίζει τη σκηνή
όπως του αρέσει:
το άσπρο μαύρο
και το μαύρο ροζ.

Έτσι κυλάνε οι μέρες
Βαρέλια στον κατήφορο.


Αλέξης Ζήρας, Νεώτερη ελληνική ποίηση, 1965-1980, Από τη συλλογή Ο βυθός της γκαζόζας

Πίνακας: Luca Alinari

 

 

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Το παιχνίδι με τις λέξεις

Όταν η μητέρα μου, λόγω του αίματος που τρέχει ακόμα από τη μύτη μου κρατάει το πρόσωπό μου τόση ώρα κάτω απ’ το κρύο νερό μέχρι που πετρώνει, η παραμάνα μου εν τω μεταξύ φροντίζει το ροζ καρό φουστάνι, αλλά και άλλες φορές, όταν η μητέρα μου μού τραβάει με μια απότομη κίνηση ένα τραυμαπλάστ από το γόνατο ή μου χτενίζει τα μαλλιά με μια χτένα που σκαλώνει στο μαλλί μου, κι ύστερα λέει, πω, πω, τα μαλλιά σου, όταν μου δείχνει πώς τραβάμε ένα λεπτό καλτσόν προς τα πάνω, και το προς τα πάνω μού πιάνει μαζί με το καλτσόν και μου τσιμπάει και το πόδι, πάντα τότε εγώ θα ’θελα να τη δω να κουτρουβαλιάζεται στη σκάλα ή να πέφτει απ’ το παράθυρο και να τσακίζεται, να κόβεται κατά λάθος εκεί που κόβει το ψωμί. Πάντα, όταν λέει: Θα πονέσεις για λίγο μόνο, αλλά μετά θα ’ναι καλύτερα έτσι, ή: σε κόβει βέβαια λιγάκι, αλλά είσαι μεγάλη πια. Μπρος στα κάλλη τι ’ναι ο πόνος, λέει. Μπρος στα κάλλη, μπρος στα κάλλη, ποντικός στην κοιλιά, το κεφάλι μες στην κοπριά, μπρος στα κάλλη. Πάντα όταν ή μητέρα μου με πονάει, για λίγο, λιγάκι μόνο, δεν θα κρατήσει, να ’σαι γενναία, πάντα τότε εγώ θα ’θελα να τη δω, στην ηχώ της σφαλιάρας που θα της έδινα μες στα μούτρα, ν’ αποστρέφει το κεφάλι της από μένα προς τα πλάγια κι επιτέλους να ησυχάζει.

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Το παιχνίδι με τις λέξεις, μτρφ.: Αλέξανδρος Κυπριώτης, Σελ. 64, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2008.

Φωτό: Maquignon Laurence

 

Λεωνίδας Ζενάκος, Τα μάτια

.

Κανένας μας δεν ήταν άγριο πουλί
σαν ανταμώσαμε σ’ εκείνα τα τραπέζια με τ’ αποφάγια των τυφλών.
Όλοι μας εξημερωμένοι,
ντροπαλά κατοικίδια,
άρα μας έμεναν μόνο τα μάτια.
Κι ένας ψηλός και ακατοίκητος
θυελλώδης κι όμως τόσο σχολαστικός
μας τα ’βγαζε με μια οδοντογλυφίδα
ώσπου έβαλε μόνος του τέλος στη ζωή του.

Και το φως τυφλώνει.
Μόνο που πρέπει να περάσουν χρόνια,
να λιώσουν λίγο λίγο οι γαλατένιες αμμουδιές
και να πληθύνει του φεγγαρόφωτου η ολάσπρη σαπουνάδα με την τριβή
της μνήμης
και καθώς φεύγει προς τα πίσω το άσπρο του ματιού
να γίνει μια κλωστή που όλο λεπταίνει
σαν της αράχνης την κλωστή ή σαν το μέλι που πεθαίνει αιώνια και ποτέ.

Τότε είναι όλα άσπρα και καθαρά
το χιόνι η μπλούζα του γιατρού η μαρέγκα και η εξάτμιση του αεριωθουμένου
και η αξιοπρέπεια σκληρή όπως πάντα,
όμως με τα κύματα να τη γλείφουν τόσους αιώνες
λεία σαν το ηλίθιο βότσαλο που δεν μπορεί να βλάψει πια κανέναν.

Άσπρος ήταν κι ο εξημερωμένος γλάρος που είδα μια φορά στο Πατητήρι.

Ποίηση ’81, Θανάσης Νιάρχος, Αντώνης Φωστιέρης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1982

Φωτό: Pierre Jahan

 

 

Σωκράτης Κ. Ζερβός, Η τεχνική της γοητείας

.

αν ήξερα τι με περίμενε θάχα κρυφτεί
στις σκοτεινές αποθήκες των χεριών σου
καταπίνοντας ξόρκια κι αντιβιοτικά
απ’ την άλλη όχθη
τα παιδιά όρμησαν στο σπίτι καταστρέφοντας
αυτό είναι τέχνη είπαν
να σκίζεις το δέρμα των εχθρών σου
και να βρίσκεις ό,τι αγαπάς
βαμμένο στο φούξια και στο βεραμάν
βραχάκια της θάλασσας κι αμφεταμίνες

ό,τι αγαπάς
περνάει ο καιρός και νοιώθω
πως ένα τσίμπημα στον ώμο αρκεί
μια πληγή που μαραίνει το αίμα

και βλέπεις ό,τι αγαπάς πεθαίνοντας
ένα θάνατο γελοίο

Ποίηση ’81, Θανάσης Νιάρχος, Αντώνης Φωστιέρης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1982

Πίνακας: Roy Carruthers

 

Τάσος Γουδέλης, Γοτθικό

Όσοι είχαν την τύχη ή την ατυχία να τη συναναστραφούν στενά, παρά την όποια τους ροπή στο αλκοόλ ή στα διεγερτικά, τον πρώτο καιρό δεν θα αργούσαν να ανησυχήσουν για την υπόγεια πρόθεσή της να περιγράψει εαυτούς και αλλήλους ως πρωταγωνιστές μιας φασματικής υπόθεσης. Στη συνέχεια δεν τους ήταν καθόλου δύσκολο να το αποδεχθούν, γιατί εκείνη, σαν να μοίραζε ακούραστα και συστηματικά επιπλέον δόσεις νάρκης, τους υπέβαλλε την ιδέα ότι δεν έχουν είδωλο: πιέζοντάς τους, με την αξεπέραστη χάρη της, να υποκύψουν στην εσωτερίκευση ορατών και αοράτων. Αυτή η ρυθμική επανάληψη της φαινομενικά ουδέτερης άποψης, που ακουγόταν το παράπονο, για την απουσία ψυχικής αφομοίωσης των πραγμάτων, έκανε θαύματα, αφού πίστευαν όλοι, σε βαθμό γελοιοποίησης, ότι είχαν πια την ικανότητα ακόμα και να καταργήσουν τη βαρύτητα, να γίνουν αόρατοι ή ν’ αφουγκρασθούν τη θαμμένη καρδιά στο πάτωμα, όπως στο διήγημα που τους διάβαζε στο σαλόνι της.

Τάσος Γουδέλης, Γοτθικό, από τη συλλογή Το ωραίο ατύχημα, σ. 27, Κέδρος 

Πίνακας: Ingrid Dee Magidson

 

Φίλιππος Δρακονταειδής, Με μια λαμπάδα

 Το ψωμωμένο σώμα με πήρε από το χέρι, το δασκάλευα, το παρηγορούσα, του έλεγα νανουρίσματα, περπατούσαμε αργά, διασχίζαμε το νεκροταφείο απέναντι από τον ναό, περάσαμε μπροστά από το μοναστήρι του πάτερ Βησσαρίων, πήγαμε στο σπίτι του, η μάνα του γονάτισε και έκλαψε, μια πόρτα μισάνοιξε, το ψωμωμένο σώμα κάλεσε την αδερφή του, ήταν η αδερφή του, μια λαμπάδα ολόξανθη, ένας ήλιος μέσα στη νύχτα, το φως λίγο σ’ εκείνο το σπίτι, η αστραπή της ομορφιάς στα μάτια μου, ήρθαν τα ποτά, οι γυναίκες κλείστηκαν στην κουζίνα, άρχισαν να φέρνουν τα φαγώσιμα, τρώγαμε, πίναμε, η αδελφή, τρώγαμε, πίναμε, η μάνα, τρώγαμε, πίναμε, η αδελφή, η αδελφή, το χνώτο της θόλωνε την ατμόσφαιρα και ασταμάτητα έφτιαχνε υδρατμούς, ήμαστε πάνω από τα σύννεφα, άνοιξε η πόρτα, ήταν οι τραγουδιστές, ο Χάμλετ Γκονασβίλι και η παρέα του, η αδελφή του, Tsinskaro, η αδελφή του, Kalospiruli, η αδελφή του, Letim gurgis sadgegrdzelo, Zgvis peri gavus trabeli, η αδελφή του, προσκυνώ. Tότε έγινε διακοπή ρεύματος, τότε άναψαν όλες οι λαμπάδες που είχαμε στις τσέπες μας, η αδελφή του σε εκείνο το φως, τότε ο Βάνο κρατούσε το πιστόλι του, δεν ξέρεις από πού έρχεται το σκοτάδι, αν είναι φυσικό ή φτιαχτό, ας φυλαγόμαστε λοιπόν, «πώς τη λένε;» ρώτησα, το πιστόλι με τον κόκορα όρθιο, «πού είναι το δικό σου πιστόλι;» με ρώτησε ο Βάνο, «εγώ δεν έχω δικό μου πιστόλι», απάντησα, «έχω το δικό σου», «τη λένε Μίκα».

Φίλιππος Δρακονταειδής, Με μια λαμπάδα από τη συλλογή Κρεμάστρα, σελ. 19-20, Εκδόσεις Τόπος, 2010

Πίνακας: Konstantin Kacev

 

Δημήτρης Καρακίτσος, Η γάτα από ’να ψαροχώρι της Μπούρμα

54_n

.

Αγκαλιά με τούτη τη γάτα
Που με τα χρόνια, εικάζω, γίνεται σαν παιδί.

Όπως τα κινεζάκια τούτα στη στεριά, με
Τα κίτρινα και τα μωβ φορεματάκια.

Τα κοκκινισμένα δάχτυλα.

Θα μπορεί, ας πούμε, να μιλά για τα ανόητα νιάτα μου
Για τα περασμένα χρόνια, που τότε δεν είχα γλώσσα.

Για τα ταξίδια μου – στα οποία
Πάντοτε πήγαινα τυφλός.

Δημήτρης Καρακίτσος, Η γάτα από ’να ψαροχώρι της Μπούρμα, σελ. 19, από τη συλλογή Οι γάτες του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου, Το Ροδακιό, 2012

Πίνακας: Ceslovas Cesnakevicius

 

Ρούλα Αλαβέρα, Eίναι• μπορεί να είναι

Ε΄

Βαλσάμωσα μια μικρή χελώνα.

Άκαμπτη βαδίζω και βουλιάζω
στις ίνες της ανωριμότητάς της,
διασταυρώνω υπόδειγμα και διδαχή
με το υλικό της νιότης εικασία παρελθόντος,
με την καταδίωξη του θανάτου μεσιτεία
της τιμωρίας, όσο το έγκλημα είναι
η τιμωρία.

Αγαπώ τις χελώνες,

απέκρυψα το έγκλημα.

Ρούλα Αλαβέρα, Περί της δεσποτείας των πόλεων και των ονειρικών, Κέδρος, 1999

Πίνακας: Shaun Downey

 

Κατερίνα Παπαδημητρίου, Σκιές σε αντιπαράθεση

anna-bodnar-99107_nΆνδρας ΑΒ, 45 ετών, κατηφής, ύψους 1,55 μ., βαδίζει πλάι σε άνδρα ΒΓ, πρώτου βαθμού συγγενείας, 48 ετών, ύψους 1,75 μ., ώρα δωδεκάτη μεσημβρινή, κατά το μήνα Μάιο, με προορισμό συνοικία της πόλης που εκτείνεται δυτικά, βορειοδυτικά. Αιτία της κατήφειας του άνδρα ΑΒ, στάθηκε η δυστυχής συγκυρία της αναγκαστικής συνεύρεσης και κοινής πορείας των δύο ανδρών, με στόχο, την κοινή παρουσία τους σε συμβολαιογραφικό γραφείο στα βορειοδυτικά της πόλης.
Είναι γνωστό ότι τα συναισθήματα του άνδρα ΑΒ, δεν προέρχονται από κάποια ακούσια αρνητική συμπεριφορά του αδερφού του, αλλά πηγάζουν ακριβώς απ’ το γεγονός, ότι σήμερα τυχαίνει να έχει ανατείλει ένας λαμπρός ήλιος, που σε συνδυασμό με το γεγονός ότι συμβαδίζουν με τα νώτα τους στραμμένα προς την Ανατολή, επιτρέπει στον άνδρα ΑΒ να βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σκιά του, μήκους 0,78 μ., η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη σκιά του ΒΓ, μήκους 0,88 μ., του προκαλεί έντονα συναισθήματα κατωτερότητας.
Ο άνδρας ΑΒ βαδίζει με το κεφάλι κατεβασμένο. Κάνει σκέψεις οι οποίες τον οδηγούν αναπόφευκτα σε προειλημμένες αποφάσεις, που για πρώτη φορά στη ζωή του δείχνουν εύκολα υλοποιήσιμες, αφού έως και σήμερα δεν είχε την οικονομική άνεση να τις πραγματοποιήσει.
Η σημερινή επίσκεψη αφορά την αποδοχή κληρονομιάς, ποσού 580.000 ευρώ σε ακίνητα και 420.000 ευρώ σε ρευστό. Κληρονομιά που αγγίζει το ποσό του 1.000.000 ευρώ, επιμερισμένο δίκαια και στους δύο αδερφούς, γεγονός που τους καθιστά δικαιούχους του ποσού των 500.000 ευρώ έκαστος, αφού θα λάβει ο καθένας ακίνητα αξίας 290.000 ευρώ και το χρηματικό πόσο των 210.000 ευρώ. Στην περίπτωση δε, που το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των ακινήτων, δεν επιμερίζεται ισόποσα, θα πραγματοποιηθεί πώληση ή την ανταλλαγή ακινήτων έτσι, ώστε το ποσό που θα δικαιούται ο καθένας να μοιραστεί ακριβοδίκαια.
anna-bodnar-99107_nΣυνεπώς, ο ΑΒ, εύλογα παρασέρνεται σε υπολογισμούς, βασιζόμενος βεβαίως σε προηγούμενη έρευνα, την οποία διεξήγαγε ενδελεχώς, καθώς και στην επιστημονικά τεκμηριωμένη πληροφορία, προερχόμενη απ’ τον ίδιο τον θεράποντα ιατρό του, περί επιμηκύνσεως των κνημών για δεύτερη φορά, με στόχο την αύξηση του ύψους του. Διότι, αν υποτεθεί ότι επιμηκύνονται εκ νέου οι κνήμες του κατά 0,05μ., τότε, κάθε φορά που θα εξαναγκάζεται να βαδίζει δίπλα στον ΒΓ του οποίου τη γονιδιακή τύχη με ζήλεια μακαρίζει, το μήκος της σκιάς του θα έφτανε πια στα 0,81μ. Μόλις 0,07μ. κοντύτερη από τη σκιά του αδερφού του.
Ο κύριος λόγος για τον οποίο ο ΑΒ κάνει σήμερα όλες αυτές τις σκέψεις, είναι ότι μέχρι σήμερα, εκτός του ότι ήταν αναγκασμένος ν’ ανέχεται την λιτότητα του ύψους του, είχε ν’ αντιμετωπίσει και την οικονομική του εξάρτηση απ’ το βαλάντιο του πατέρα του, ο οποίος με καμία δύναμη δεν μπορούσε ν’ αποδεχτεί το αίσθημα κατωτερότητας του πρωτότοκου γιου του. Έτσι, ο άνδρας ΑΒ αναγκάστηκε προκειμένου να πραγματοποιήσει τ’ όνειρό του, να υποπέσει στο ολίσθημα του δανεισμού, του ποσού των 200.000 ευρώ, ώστε να υποβληθεί στην πρώτη επιτυχημένη μεν, αρκετά οδυνηρή δεν επέμβαση επιμήκυνσης των οστών της κνήμης κατά 0,05 μ., η οποία εκτός των άλλων, απαίτησε μεγάλη περίοδο ανάρρωσης κι αποκατάστασης. Γεγονός που επιβάρυνε κι άλλο το βαλάντιό του, καθώς δεν ήταν σε θέση να εργαστεί. Συνεπώς το ανεξόφλητο, κατά ένα μεγάλο μέρος, χρέος του δεν του άφησε και πολλά περιθώρια πένθους.


anna-bodnar-99107_nΟ ΒΓ ρίχνει κοφτές, φευγαλέες ματιές στον ΑΒ. Συλλογίζεται πως αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη ο αδερφός του, είναι η ψυχοθεραπεία. Υποψιάζεται την αιτία της κατήφειας του και διαβάζει τους μαθηματικούς υπολογισμούς στο πρόσωπό του. Τέλος, αποφασίζει να παραβλέψει το γεγονός της συνύπαρξης με την χαμηλή αυτοεκτίμηση του αδερφού του, εξαιτίας του θλιβερού καθήκοντος της διευθέτησης της κληρονομιάς του αποθανόντος γονιού τους κι αφήνεται να απολαύσει τον ανοιξιάτικο ήλιο.
Πριν την πρώτη επέμβαση το ύψος του άνδρα ΑΒ έφτανε τα 1,50 μέτρα κι έτσι η πιθανότητα να συμβαδίσει απομεσήμερο, έχοντας δίπλα του τον αδερφό του ΒΓ ήταν από ένα σημείο κι ύστερα μάλλον απίθανη. Κυρίως μετά το σχόλασμα του σχολείου κι από τότε σε κάθε παρόμοια περίσταση, ήταν σχεδόν μηδενική, αφού ο ΑΒ, ακριβώς μετά το τελευταίο κουδούνι, άρπαζε τη σάκα του κι έφευγε τρέχοντας για το σπίτι, όπου έφτανε πάντα πρώτος. Κι αυτό, διότι την πρώτη φορά που συνειδητοποίησε τη διαφορά ύψους μεταξύ αυτού και του ΒΓ, ήταν ένα απομεσήμερο που σύγκρινε τη σκιά του με εκείνη του ΒΓ αδερφού του, τότε το μήκος της σκιάς του ήταν μόλις 0,75μ., ενώ του αδερφού του 0,88μ., 13 ολόκληρα εκ. του μέτρου περισσότερο. Ο άνδρας ΑΒ περιέπεσε σε τέτοια θλίψη και αδυνάτισε τόσο, ώστε να περνάει άνετα απ’ το κενό που άφηνε η καγκελόπορτα, λόγω κακοτεχνίας του σιδερά, απ’ το ντουβάρι της περίφραξης. Δηλαδή 18 εκατοστά αδικαιολόγητο κενό.
anna-bodnar-99107_nΟι δύο άνδρες, που ένας τυχαίος επιμερισμός γονιδίων, μιας τυχαίας απόφασης της κληρονομικότητας, αποφάσισε να έχουν αυτήν τη διαφορά του ύψους, συνέχισαν να συμβαδίζουν σιωπηλοί και βυθισμένοι ο καθένας στις δικές του σκέψεις. Ξαφνικά, ένα οικοδομικό τετράγωνο ακριβώς πριν τον προορισμό τους, ακούστηκε ένα «κρακ» ταυτόχρονα με μία κραυγή πόνου που άφησε ο ΑΒ, ο οποίος είχε πέσει στο κράσπεδο χάνοντας 0,05μ. από το μελλοντικό του ύψος και όλη του την αξιοπρέπεια. Γνώριζαν άλλωστε και οι δύο, πως μετά την πρώτη εκείνη ριζοσπαστική επέμβαση, όντως ελλόχευε ο κίνδυνος θλάσης του οστού, με μη αναστρέψιμες βλάβες.
Ο άντρας ΒΓ, έσκυψε προς το πεσμένο και συντετριμμένο αδερφό του ΑΒ, αφήνοντας να κυλήσει ένα δάκρυ στο μπατζάκι που κάλυπτε τη δεξιά κνήμη με το ματαιωμένο ύψος. Για πρώτη φορά σήμερα του απευθύνει το λόγο: «Τώρα, δεν θα μπορείς πια να τρέχεις μακριά μου κι έτσι, θα μπορέσω επιτέλους να χαρώ τη συντροφιά του αδερφού που τόσο στερήθηκα».
Ο ΑΒ, δεν ξανάκανε καμία αριθμητική πράξη που να αφορά στο ύψος του σώματός του. Η μόνη απόσταση που υπολόγιζε πια, ήταν η εγγύτερη προς στο σώμα του αδερφού του.

(Το διήγημα περιλαμβάνεται στο Ανθολόγιο “Οδός δημιουργικής γραφής” εκδ. Γραφομηχανή)