RSS

Γιώργος Σπανός, Κάθε κλαδάκι και κλάδος ζωής

.

Βρίσκονται τρόποι να καείς
να ξεφτίσεις
προτού στολιστείς
φωταγωγημένο εικονογραφημένο
να θυμηθείς λευκά αχνιστά
τα Χριστούγεννα για την πάρτη σου

μια στέγη στο Σύνταγμα,
ανάδια στο παλάτι,
δεντράκι ξένο

Γιώργος Σπανός, Κάθε κλαδάκι και κλάδος ζωής από τη συλλογή Προσφυγή, Γαβριηλίδης 2015

Artwork: Sarolta Ban

 

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ο ρόλος

6

Για πέντε χρόνια μισθοφόρος
συμφωνείς χωρίς να συμφωνείς·
θα προτιμούσες να κυβερνάς πορνείο.
Στο μικρό σου δάχτυλο
λευκό μεγάλο νύχι
στάζει ξυλοδαρμούς·
το γκρίζο σου με το πολύχρωμό τους
δε γίνεται να το ανταλλάξεις.
Κλέβοντας τον ίλιγγο
ξεπλένεις τη συμμετοχή σου
και σπέρματα παλίμψηστα ξενοδοχείου.

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ο ρόλος, από τη συλλογή Ο Μινώταυρος μετακομίζει (Ο χάνδαξ), Ποιήματα 1982-2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας: Felix Vallotton

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο

Οχτώ κεριά είχαν τοποθετηθεί πάνω στο τραπέζι, και μετά το πρώτο τρέμισμα οι φλόγες έστεκαν όρθιες τώρα και φώτιζαν ολόκληρο το τραπέζι και στο μέσον του μια κίτρινη και βυσσινιά φρουτιέρα. Τι τους έκανε άραγε; αναρωτήθηκε η κα Ράμζυ, γιατί η διάταξη των φρούτων που είχε κάνει η Ρόουζ, τα σταφύλια και τ’ αχλάδια και η κεράτινη αχιβάδα με τις ρόδινες ραβδώσεις, κι οι μπανάνες, της θύμισαν θησαυρό που ανελκύσθηκες απ’ το βυθό της θάλασσας, το συμπόσιο του Ποσειδώνα, το τσαμπί με τα κλαματόφυλλα που ’χει στον ώμο του ο Βάκχος σε κάποιον πίνακα, ανάμεσα σε δορές λεοπαρδάλων και δάδες με φιδίσιες φλόγες, κόκκινες και χρυσαφιές… Φωτισμένη έτσι ξαφνικά η φρουτιέρα φάνταζε μεγάλη σε μέγεθος και βάθος, σαν κόσμος όπου μπορείς να πάρεις το ραβδί σου και ν’ ανέβεις βουνά, σκέφτηκε, και να κατέβεις λαγκάδια, και χάρηκε τους ένωσε στιγμιαία το θέαμα που είδε πως και ο Αύγουστος απολάμβανε με τα μάτια τη φρουτιέρα, βυθιζόταν, έκοβε ένα λουλούδι εδώ, μια φούντα εκεί, και γύριζε μετά την ευωχία στην κυψέλη του. Μ’ αυτόν τον τρόπο κοίταζε, διαφορετικά απ’ αυτήν. Αλλά αυτό τους ένωνε.


Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο, σελ. 109, μτφρ.: Άρης Μπερλής, Εκδόσεις ύψιλον, 1995

Πίνακας: Caravaggio

 

Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, Το όνειρο ενός γελοίου

Έμαθαν τη θλίψη και αγάπησαν τη θλίψη• αναζήτησαν τον πόνο και είπαν ότι η αλήθεια δεν κατακτάται παρά μέσα από τον πόνο. Και η επιστήμη έκανε κι αυτή την εμφάνισή της. Αφού έγιναν κακοί βάλθηκαν να μιλούν τότε για αδελφότητα και ανθρωπισμό και τότε άρχισαν να καταλαβαίνουν αυτές τις ιδέες. Αφού έγιναν εγκληματίες, επινόησαν τη δικαιοσύνη και συνέταξαν πλήρεις κώδικες για να τη διατηρήσουν• ύστερα, για να εξασφαλίσουν την τήρησή του, θέσπισαν τη λαιμητόμο. Δεν τους έμενε πια παρά ένα αόριστο συναίσθημα γι’ αυτό που έχασαν και μάλιστα δεν ήθελαν να το πιστέψουν, πως κάποτε ήταν αθώοι και ευτυχισμένοι. Δεν έπαυαν να χλευάζουν τη δυνατότητα της παλιάς ευτυχίας, που την ονόμαζαν όνειρο. Δεν μπορούσαν ούτε καν να την αναπαραστήσουν με τρόπο αισθητό ή με εικόνες, κι ωστόσο, πράγμα παράδοξο και θαυμαστό, ενώ είχαν χάσει την πίστη τους στην παλιά τους ευτυχία, ενώ την ονόμαζαν παραμύθι για παιδιά, τόση μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ξαναγίνουν αθώοι και ευτυχισμένοι που προσκύνησαν τους πόθους της καρδιάς τους, έχτισαν ναούς και απηύθυναν προσευχές στην ιδέα τους, στην «επιθυμία» τους, ξέροντας ότι είναι για πάντα απραγματοποίητη, αλλά χωρίς να πάψουν να τη λατρεύουν με προσευχές και με δάκρυα. Παρ’ όλα αυτά, αν τους ήταν δυνατό να ξαναγυρίσουν σ’ αυτή την κατάσταση της αθωότητας και της χαμένης ευτυχίας και ξαφνικά τούς το έκαναν αυτό αισθητό ρωτώντας τους αν αληθινά ήθελαν να ξαναγυρίσουν εκεί, αναμφίβολα θα αρνιόντουσαν.


Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, Το όνειρο ενός γελοίου, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, σ. 50-51, Εκδόσεις Αρμός, 1996

Πίνακας: Siegfried Zademack

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορία

Μεγαλύτερη μεταβολή υπέστη, βέβαια ο Ζερβός. Η σφαίρα του μάνλιχερ, με το οποίο πυροβολήθηκε, όσο γυαλισμένη και λαδωμένη να ήταν από τον Δίκαιο, όσο μικρή τρύπα και να προξένησε αρχικά, διαπέρασε το δέρμα με ορμή και, αφού τρύπησε το στομάχι και διέρρηξε όργανα βασικά, που βοηθούν την πέψη και στη συνέχεια την αφόδευση, βγήκε δημιουργώντας μεγαλύτερη οπή από την πλάτη χαμηλά, συντρίβοντας μάλιστα δύο σπονδύλους. Με τη συνεχή και πολύωρη αιμορραγία και τη διαρροή των οξέων, ο άνθρωπος στέγνωσε και η ψυχή του που, όπως λέγεται, ομοιάζει με πεταλούδα μεταξιού, και κατοικεί λίγο υψηλότερα στο διάφραγμα, έπεσε και πνίγηκε στα ακίνητα υγρά, στο πηχτό αίμα και στη χολή. Ό,τι ζωντανό βρήκε ο Γρηγόρης το πρωί του φόνου να περιφέρεται γύρω από το σώμα του Ζερβού ήταν κάμποσες μύγες, αυτές που γεννιούνται από το θάνατο του ανθρώπου. Στο ρουθούνι, όμως, του σκοτωμένου ήταν ψοφισμένη μια μαύρη μύγα, μικρή, με φτερά μεγάλα, που ζει και κινείται μέσα στο αίμα των ζωντανών, άλλά, όταν χυθεί το αίμα, ξεραίνεται κι αυτή και τελειώνει.

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορία, σελ. 12-13, εκδόσεις Κέδρος, 1982

Πίνακας: Volkert Olij

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Χριστούγεννα

-tetheredfulcrum

.

Ο πατέρας μου χτυπάει τα χέρια στον αέρα:
Ένα κακό πουλί τον τυραννά.
Η μητέρα μου τυλίγεται με στάχτη:
Θέλει να μην την γνωρίσουν οι Άλλες,
Αυτές με τα κουρέλια στα μάτια.
Η αδελφή μου έχει τόσο ψηλώσει,
Που δεν την χωράει το δέρμα της.
Σφίγγει τα σωθικά της επάνω της.
Ο αδελφός μου κρύβει τη γυναίκα του
Μέσα σ’ ένα βρεγμένο σεντόνι.
«Σουτ!», γνέφει με το δάχτυλο, «σουτ!
Θα ξυπνήσετε το μωρό-εαυτό της.»
Ο άντρας μου φυτεύει καγχάζοντας
Τα μανιτάρια στο κρασί.
Θανάσιμος οικοδεσπότης.
Ο γιος μου χτυπάει το πόδι στο πάτωμα.
«Έξω», φωνάζει, «έξω όλοι!
Θ’ ανάψω τις οχτάχρονες φράουλες!»
Μια εδώ, μια εκεί περιφέρομαι
Σερβίροντας κακοψημένους στίχους.
Όλοι αποστρέφουν το πρόσωπο.

Στρέφω κρυφά ένα βλέμμα γάτας στο παράθυρο
Κι αρχίζει η βροχή που φαντάζομαι.
Τίποτε άλλο, μόνο αυτήν ακούω
Που με πλένει από την αρχή τού κόσμου.

Δήμητρα Χριστοδούλου, από τη συλλογή Λιμός, Νεφέλη 2007

Πίνακας: Steven Kenny

 

 

Δημήτρης Καρακίτσος, Η γάτα Ραμαζάν την οποία μνημόνευσε σε ποίημα ο Γιώργος Σεφέρης

.

Συνάντησα τους μάντεις φίλους μου
Σε καφενείο πλησίον της πλατείας Συντάγματος.

Έπιναν και συζητούσαν κι είχαν μια χαλύβδινη Ράβδο
Να μουρμουρίζει τα μελλούμενα του τόπου.

(Αν θαρρείς συνδιαλέγομαι με τα τωρινά)
Θεώρησα τρελή προσπάθεια σ’ εμένα, και το χτες και το αύριο.

Να παίρνω αποφάσεις για το πώς και το είθισται του κόσμου.

Ο κόσμος των ταξιδιών μου είναι πλατύς
Ο κόσμος των ποιητών είναι μετρημένος – ενίοτε χωλαίνει.

Ω Ραμαζάν, δε συνειδητοποιείς
Το γυμνό της εποχής, και τα κορμιά τους που πληγιάσανε.

Ούτε ότι οι θεοί θά ’ρθουν ποτέ
Για αυτά που καθόμαστε και γράφουμε.

Δημήτρης Καρακίτσος, από τη συλλογή Οι γάτες του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου, σελ. 21, Το Ροδακιό, 2012

Πίνακας: Gurbuz Dogan Eksioglu

 

Τάσος Γουδέλης, Η λύση

Το περίεργο είναι ότι η ανέμπνευστη αφιέρωσή του σ’ αυτήν τον κρατούσε σε μόνιμη διέγερση, γιατί ανανεωνόταν μέσα από τη διάθεσή του να απολαμβάνει την ήττα του από το μηδαμινό, σαν χαρακτήρας από παλιές νατουραλιστικές σελίδες. Εκείνη, πάλι, πολλαπλασίαζε την επιθυμία τους καλλιεργώντας με το μυστήριο της απόκρυψης ένα είδος συνενοχής για όσα συνέβαιναν. Ήταν φανερό ότι τον προκαλούσε με τα μυστικά της, ξέροντας ότι ο άλλος θα κατέρρεε εάν κάποιο πρωί ξυπνούσε χωρίς αμφιβολίες. Αυτό το γνωστό παιχνίδι, πάντως, εγκυμονούσε περισσότερους κινδύνους από όσους υπολόγιζε αυτός. Ίσως και εκείνη, ας την καθοδηγούσε με σχετική ασφάλεια το πεζό της ένστικτο. Ό,τι απειλεί συνήθως μια μακρόχρονη σχέση, στην περίπτωσή τους δεν κατόρθωσε να πάρει μορφή. Εκείνος και στις πιο κατανυκτικές του στιγμές απέναντι στο θαύμα τους δεν ξεχνούσε τη δική του ευθύνη για το ανόσιο που αποδέχθηκε. Σ’ αυτόν, όμως, το δεσμό δεν υπήρχε τρόπος να τιμωρηθεί αποκλειστικά για όσα έκανε παρασύροντάς την σε κάποιο βαθμό. Το χειρότερο ήταν πως δεν είχε ιδέες, ούτε κατόρθωνε να δανειστεί από οποιαδήποτε τολμηρή σκέψη, που θα έλυνε το πρόβλημα. Σαν ένας άλλος Μποβαρί είχε αρχίσει να παίρνει βάρος αντί να εξαϋλώνεται.

Τάσος Γουδέλης, Η λύση, από τη συλλογή Το ωραίο ατύχημα, σ. 135-136, Κέδρος 2013

Artwork: Vladimir Kush

 

Thomas Bernhard, Για επιστημονικούς σκοπούς

.
Ένας κουρέας που τρελάθηκε ξαφνικά και έκοψε στο κουρείο του στο Λονδίνο το κεφάλι ενός δούκα που ανήκε στη βασιλική οικογένεια, με αποτέλεσμα να βρίσκεται τώρα στο φρενοκομείο του Ρέντινγκ, την άλλοτε διάσημη φυλακή, δήλωσε πως είναι πρόθυμος να διαθέσει το δικό του κεφάλι για τους επιστημονικούς σκοπούς που σύμφωνα με τη γνώμη του θα τιμηθούν σε οχτώ ή δέκα χρόνια από την Ακαδημία της Στοκχόλμης με το βραβείο Νόμπελ.


Thomas Bernhard, Για επιστημονικούς σκοπούς από τη συλλογή Ο μίμος των φωνών, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, σ. 51, Εκδόσεις Άγρα, 2000

Πίνακας: Max Ernst

 

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Πρώτος εγώ*

 

.

Λουλούδια σαν παραιτημένα από το χρώμα τους μιμούνται σούρσιμο άνοιξης. Έξω η άλλοτε μελετηρή σελήνη τώρα έρμαιο τυφλών επιθυμιών αδειάζει το αργυρό της βλέμμα σε κάδους σκουπιδιών με τις αρπαγές των μαστών της διογκωμένες. Έτσι κι αλλιώς πρώτος εγώ θα ξεχαστώ μετά θα με ξεχάσουν οι άλλοι αφού και όλα να ενωθούν ο ενικός μια μέρα θα θριαμβεύσει. Στο ίδιο σημείο θα σημαδεύει πάντοτε η βροχή ανίκανη τον όγκο της να ορίσει τόσο αδέξια σαν μια πολλά υποσχόμενη σταγόνα.

*Το μηδέν αγνοεί την αρμονία του κύκλου και η καμπύλη του ανασύρεται απ’ το τίποτα χωρίς επίγνωση ενός κέντρου αδιατάρακτου να την ορίζει. σελ. 24

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, από τη συλλογή υΕγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου, σελ. 24, Κέδρος 2016

Πίνακας: Yana Movchan