RSS

Αριστείδης Αντονάς, Ο Τρικέφαλος

.

Παρά το πλήθος των πληγών μου νιώθω ελαφρύς σαν πούπουλο. Πετάω με δύναμη το μαχαίρι ψηλά και το ακούω να πέφτει μακριά στα βράχια. Ανηφορίζω μέχρι τη ράχη του βουνού. Η θάλασσα φαίνεται τώρα ταραγμένη. Το κύμα αφρίζει εδώ κι εκεί. Παίρνω φόρα προς τα κάτω. Πετάω σχεδόν από βράχο σε βράχο όταν συνειδητοποιώ πως, με την ταχύτητα που έχω αναπτύξει, αποκλείεται να σταματήσω στην ακτή. Δίνω λοιπόν ένα σάλτο και βουτάω κουλουριασμένος στη θάλασσα. Χωρίς δυσκολία γδύνομαι μέσα στο νερό. Ξεπλένω τα χέρια και το πρόσωπό μου από το αίμα. Ύστερα βγαίνω έξω, μαζεύω την κερκέτη και πηδάω στο σκάφος. Στην κορυφογραμμή βλέπω τώρα τον αδελφό μου, που τον νόμιζα πνιγμένο. Παραπατάει. Πολεμάει να περπατήσει προς τον «Τρικέφαλο»,αλλά οι δυνάμεις που του απομένουν είναι λιγοστές. Δεν είναι μακριά ωστόσο. Τα χέρια του είναι βουτηγμένα στο αίμα. Βιαστικά κατευθύνομαι στο χειριστήριο. Βάζω τη μηχανή μπροστά. Βιδώνω το τιμόνι και βγαίνω στον στενό εξώστη της γέφυρας. Ο αδελφός μου κοντεύει να φτάσει τώρα στη θάλασσα και γονατίζει στην ακτή. Ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του φωνάζει: « … ». Από τα λόγια του και από τις κραυγές του φθάνουν στα αυτιά μου μόνον ήχοι ακατάληπτοι και ασύνδετοι. Ήχοι που όσο απομακρύνομαι ακούγονται λιγότερο, για να χαθούν τελικά μέσα στον ρυθμικό θόρυβο της μηχανής, στα τριξίματα του σανιδώματος και στο βουητό του θαλάσσιου ανέμου, που καταβρέχει ξανά με άρμη το τζάμι του θαλάμου πλοηγήσεως.

Αριστείδης Αντονάς, Ο Τρικέφαλος, σελ. 117-118, εκδόσεις Στιγμή, 2001.

Αrtwork: Johann Fournier

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

.

Για την καθηγήτρια γυμνασίου Άνρα Σρέκερ έλεγαν πάντοτε και εννοούσαν πως είναι η αυστριακή Γερτρούδη Στάιν ή η αυστριακή Μάριαν Μουρ, ενώ εκείνη ήταν μολοταύτα πάντοτε μόνο η αυστριακή Σρέκερ, μια μεγαλομανής βιεννέζα τοπική συγγραφέας, και σκέφτηκα τώρα ότι η καθηγήτρια γυμνασίου Σρέκερ είχε αρχίσει κι αυτή να γράφει κατά τη δεκαετία του πενήντα και πήρε λίγο πολύ τον ίδιο δρόμο όπως η Τζίνι Μπίλροτ, συνεπώς το δρόμο που οδηγεί από το νεαρό ταλέντο στην αποκρουστική κρατική καλλιτέχνιδα, από τη συγγράφουσα επιγονική νεαρά στη συγγράφουσα επιγονική ματρόνα, το δρόμο της μετριότητας, όχι το δρόμο της ιδιοφυίας, καθώς τώρα σκέφτομαι, όπως λοιπόν η Τζίνι από την ιδεοληψία Βιρτζίνια Γουλφ, έτσι και η Σρέκερ από την ιδεοληψία Μάριαν Μουρ και Γερτρούδη Στάιν έφτασε στην πόζα Μάριαν Μουρ και Γερτρούση Στάιν.

Και οι δυο, η Τζίνι, καθώς και η Σρέκερ και ο σύντροφος της ζωής της, έκαναν στροφή από τα λογοτεχνικά τους αρχικά οράματα και τις αρχικές προθέσεις και τα αρχικά παθήματα πολύ σύντομα και δυστυχώς πολύ ουσιαστικά και μπήκαν στη βδελυρή τέχνη της κρατικής αγενούς οικειότητας ως λογοτεχνίας και έγιναν, και οι τρεις με τον ίδιο αποκρουστικό τρόπο, όμοιοι με τους πιο απίθανους δημοτικούς συμβούλους και υπουργούς και λοιπούς λεγόμενους υπαλλήλους του πνευματικού πολιτισμού και ξαφνικά, κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, καθώς σκέφτομαι, πέθαναν για μένα εν μία νυκτί εξαιτίας της, εννοείται, έμφυτης σ’ αυτούς αδυναμίας χαρακτήρα και εν μία νυκτί, που λέει ο λόγος, έγιναν ακριβώς εκείνοι οι αντιπαθέστατοι και αποκρουστικοί άνθρωποι για τους οποίους μιλούσαν κάποτε οι ίδιοι με τη μέγιστη περιφρόνηση.

.

.

Η Σρέκερ, όπως και η Τζίνι έχουν προδώσει, σκέφτομαι, με την αγενή τους οικειότητα με τον κρατικό μηχανισμό, που μου έγινε ξαφνικά οφθαλμοφανής, όχι μόνον τον εαυτό τους αλλά και ολόκληρη τη λογοτεχνία, καθώς τότε σκέφτηκα και καθώς σήμερα σκέφτομαι, και αυτό δεν τους το συγχωρώ και ουδέποτε και δεν είναι σαφές ποια απ’ τις δυο με τη μεγαλύτερη χαμέρπεια. Ίσα ίσα στη βρόμα για την οποία πάντοτε ηθικολογούσαν μπροστά μου κατά τη δεκαετία του πενήντα, λέγοντας πως είναι η πιο μεγάλη και η πιο αηδιαστική, ξαφνικά, ήδη κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, η Τζίνι Μπίλροτ, όπως και η Άννα Σρέκερ, με τον αποκρουστικό καιροσκοπικό τους τρόπο, έχουν κι οι ίδιες απερίσκεπτα κυλιστεί. Στο κράτος, που κι οι δυο τους κατά τη δεκαετία του πενήντα, συνεπώς όταν ήμουν στα είκοσι κάτι μου, μου το παρουσίαζαν πάντοτε ως ακαταμάχητη δυστυχία για τον ανυποψίαστο λαό μας, όπως και πραγματικά είναι μέχρι σήμερα, καθώς πρέπει να πω, υποτάχτηκαν ανενδοίαστα ήδη από τις αρχές τις δεκαετίας του εξήντα, του παραδόθηκαν με προδοτικό τρόπο, σκέφτομαι.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 185-186, Εξάντας 1996

Πίνακας:Mike Waralld

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

Και οι δυο τους, η Τζίνι Μπίλροτ, όπως και η Άννα Σρέκερ, ξαφνικά, κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, αυτήν τη λογοτεχνική τους παραφροσύνη και αυτές τις λογοτεχνικές αρρώστιες τους, που τότε, κατά τη δεκαετία του πενήντα, ήταν πιθανόν πέρα για πέρα γνήσια παραφροσύνη και πέρα για πέρα γνήσιες αρρώστιες, τις μετέτρεψαν αιφνίδια σε πόζα, σε λογοτεχνική σκόπιμη πόζα, σε λογοτεχνική επιπλέον σκόπιμη πόζα για ανοιχτοχέρηδες πολιτικούς και σκότωσαν λίγο πολύ ανενδοίαστα εν μια νυκτί τη λογοτεχνία μέσα τους για χάρη της απόλυτα χαμερπούς κρατικής αργόμισθης ύπαρξής τους. Γιατί, βέβαια, θα πρέπει να τις χαρακτηρίσω και τις δύο εξευγενισμένες κρατικές αργόμισθες, που κατά τις αμέσως προηγούμενες δεκαετίες δεν άφησαν να τους ξεφύγει καμιά ευκαιρία, προκειμένου να επωφεληθούν καιροσκοπικά από το κράτος, που προηγουμένως επί τόσα χρόνια το λοιδορούσαν, και από τη διεστραμμένη ανοιχτοχεριά του και που γενικά τις έβλεπες κατά τα δεκαπέντε αυτά χρόνια παντού όπου υπήρχε κάτι να πάρεις, καθώς θα λέγαμε, και που δεν άφησαν αδειανές τις καρέκλες τους σε καμιά απολύτως επίσημη κρατική ή δημόσια γιορτή• προπάντων δε βρίσκονται, κάθονται όπου σ’ αυτήν τη χώρα εμφανίστηκαν και εμφανίζονται οι πολιτικοί με σακιά γεμάτα με κρατικό χρήμα, οι πολιτικοί που σ’ αυτήν τη χώρα διαχειρίζονται, που λέει ο λόγος, τον πνευματικό πολιτισμό με την πιο μεγάλη ατιμία και με την πιο ξεδιάντροπη κτηνωδία.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 187-188, Εξάντας1996 Πίνακας: Gerda Wegener

 

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

Φάνηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα ότι οι δυο μου μεγάλες ποιήτριες των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του πενήντα, που τις είχα λίγο πολύ θεοποιήσει, δεν ήταν μολαταύτα τίποτε άλλο παρά δύο μικροαστές που έγραφαν στο χαρτί μόνο την ψευδολόγο οικτρότητα της σκέψης τους• τώρα κάθονται απέναντί μου και οι δυο και μου φαίνονται μόνο και μόνο τα δυο θηλυκά βιεννέζικα εκτρώματα της αυστριακής λογοτεχνίας, αντιπαθέστατες η μία δίπλα στην άλλη μέσα στην επηρμένη λογοτεχνική παντοδυναμία τους. Η Μάριαν Μουρ και η Γερτρούδη Στάιν και η Βιρτζίνια Γουλφ της Βιέννης κάθονται εκεί, σκέφτηκα, και δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικρές, ελαφρόμυαλες, φιλόδοξες κρατικές αργόμισθες, που έχουν προδώσει τη λογοτεχνία και την τέχνη εν γένει για ένα δυο γελοία βραβεία και ένα εξασφαλισμένο εισόδημα και που συναναστρέφονται το κράτος και το συρφετό των υπαλλήλων του για θέματα πολιτισμού και που στο μεταξύ μετέτρεψαν με ίση ατιμία το επιγονικό τους κιτς σε έξη, όπως και το ανέβασμα στις σκάλες των υπουργείων που δίνουν επιχορηγήσεις.

Πώς βροντοφώναξε πάντοτε η Σρέκερ εναντίον της λεγόμενης Συγκλήτου της τέχνης, ναι, άφριζε απ’ τον θυμό της και μολαταύτα πριν από ένα χρόνο άφησε να την τιμήσει αυτή η ίδια Σύγκλητος της τέχνης με το λεγόμενο Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Είναι ήδη πολύ αντιπαθητικό να πρέπει να βλέπεις, σκέφτηκα, πως άνθρωποι όπως η Σρέκετ και η Μπίλροτ φορτώνονται ξαφνικά σ’ εκείνον ίσα ίσα τον τέως πρόεδρο και νυν επίτιμο πρόεδρο της λεγόμενης Συγκλήτου της τέχνης, τον οποίο επί δεκαετίες εξύβριζαν για τη βδελυρότητα και τη βλαβερότητά του, μόνον επειδή απ’ αυτόν τον πρόεδρο και επίτιμο πρόεδρο της λεγόμενης Συγκλήτου της τέχνης θέλουν να τους απονεμηθεί το λεγόμενο Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο, ξαφνικά, εντελώς ανενδοίαστα συναναστρέφονται ίσα ίσα αυτόν τον άντρα κι αυτούς τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, που , καθώς λέγεται, χορηγούν αυτό το βραβείο και το χρηματικό ποσό που συνδέεται μ’ αυτό.

Επί δεκαετίες ολόκληρες αυτός ο πρόεδρος της Συγκλήτου της τέχνης ήταν και για τις δυο τους μόνο ένα σιχαμερό πρόσωπο, τώρα τον αγκαλιάζει ξαφνικά η Σρέκερ στη λεγόμενη αίθουσα ακροάσεων του Υπουργείου Πολιτισμού με την επιταγή στο χέρι και εκφωνεί κι ένα ακαλαίσθητο ευχαριστήριο λογύδριο. Ενενήντα χρονών είναι σήμερα αυτός ο τέως πρόεδρος και νυν επίτιμος πρόεδρος της αυστριακής Συγκλήτου της τέχνης και εξακολουθεί μονίμως να εξαρτάται μόνο απ’ αυτόν το ποιος σ’ αυτή την χώρα θα τιμηθεί με την ύψιστη τιμητική διάκριση και ποιος όχι• απ’ αυτόν τον αμβλύνουν, άξεστο, αρχικαθολικό καταχραστή της τέχνης, που είναι από πολλές δεκαετίες ο μεγαλύτερος ρυπαντής πολιτισμικού περιβάλλοντος απ’ όλους σ’ αυτήν τη χώρα, σκέφτομαι, και τελικά η Σρέκερ, με το βραβείο της στο χέρι, τον φίλησε και στο μάγουλο, πράγμα που με αναγουλιάζει και μόνο που το σκέφτομαι. […]

Η Σρέκερ και ο σύντροφος της ζωής της και η Μπίλροτ είναι, ναι, μόνο τρία παραδείγματα του λεγόμενου γενικού καλλιτεχνικού κόσμου στην Αυστρία. Καλλιτεχνικότητα θα πει στην Αυστρία για τους περισσότερους να καταντάς εξαρτημένος από το άσχετα ποιο κράτος και ν’ αφήνεσαι να σε συντηρεί εφ’ όρου ζωής. Η αυστριακή καλλιτεχνικότητα είναι ένας χυδαίος και ψευδολόγος δρόμος του κρατικού καιροσκοπισμού, που στρώνεται με υποτροφίες και βραβεία και επιστρώνεται με παράσημα και τιμητικές διακρίσεις και καταλήγει σε έναν τιμητικό τάφο στο κεντρικό κοιμητήριο. Η Σρέκερ, που δεν είναι ικανή ν’ αναπτύξει μια απλή σκέψη και που από δεκαετίες έχει γράψει μόνον ανοησίες, αξίζει ως διανοούμενη συγγραφέας όσο ακριβώς η Μπίλροτ, που είναι πολύ κουτότερη, σκέφτομαι, σκέφτηκα• το γεγονός αυτό είναι χαρακτηριστικό όχι μόνο της παρούσας ξεπεσμένης αυστριακής πνευματικής ζωής μας, αλλά και της συνολικής πνευματικής ζωής εν γένει.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 190-191, Εξάντας 1996

Artwork: Sebastian Picker

 

 

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

Είμαι, λόγου χάρη, τρομερά εγωπαθής. Είμαι φιλύποπτος και εύθικτος, σαν καμπούρης ή σα νάνος, μα, σας βεβαιώνω, μου ’τυχαν κάτι τέτοιες στιγμές, που, αν τύχαινε να μου ’διναν μια φάπα, ίσως να ευχαριστιόμουν γι’ αυτό. Μιλάω σοβαρά: ασφαλώς θα μπορούσα να ’βρισκα και εδώ ένα είδος απόλαυσης. Εννοείται την απόλαυση της απόγνωσης, μα και στην απόγνωση υπάρχουν οι πιο καυτερές απολαύσεις, ιδίως όταν πια νιώθεις βαθιά το αδιέξοδο της κατάστασής σου. Όταν όμως κάποιος φάει μια φάπα, τότε κατακλύζεται από την επίγνωση της ταπείνωσης. Το κυριότερο δεν είναι, όπως κι αν τα πω, ότι το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει: πως πάντα εγώ βγαίνω πρώτος φταίχτης σ’ όλα και, σαν να λέμε, κατά τους νόμους τους φυσικούς. Γιατί, εν πρώτοις, φταίω με το να είμαι σοφότερος απ’ όλους όσοι με περιτριγυρίζουν. (Θαρρούσα πάντα τον εαυτό μου πιο σοφό απ’ όλους γύρω μου και κάποτε μάλιστα, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, στενοχωριόμουν γι’ αυτό. Τουλάχιστον, σ’ όλη μου τη ζωή κοίταζα κάπως πλάγια και ποτέ δεν μπόρεσα να κοιτάξω τους ανθρώπους κατάματα.) Και τέλος πάντων φταίω, γιατί, κι αν είχα μεγαλοψυχία, αυτή μονάχα αύξαινε το μαρτύριό μου απ’ τη συναίσθηση τού πόσο ανώφελη ήταν. Βλέπετε, ασφαλώς, τίποτε δεν θα μπορούσα να ’κανα με τη μεγαλοψυχία μου. Μήτε να συγχωρέσω, γιατί κείνος που με πρόσβαλε, μπορεί να το ’κανε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, κι αυτούς πώς να τους συγχωρέσει κανείς; Μήτε να ξεχάσω, γιατί, όσο και να ’ναι φυσικοί νόμοι, η προσβολή είναι προσβολή. Τέλος, κι αν ακόμη ήθελα να μην είμαι μεγαλόψυχος, αλλά απεναντίας πεθυμούσα να εκδικηθώ κείνον που με πρόσβαλε, ούτε τότε θα μπορούσα να εκδικηθώ κανέναν, γιατί, βέβαια, δεν θα τολμούσα να κάνω κάτι, κι αν ακόμη μπορούσα.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μτφρ.: Kοραλία Μακρή, Eκδόσεις Γκοβόστη, 2014 

Φωτό: Leonard Freed

 

Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο

.

Στη μέση της κάμαρας εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός
χτυπώντας το χέρι στο γόνατο, είπε:
ε, λοιπόν ναι, Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού.
Και ξέρεις γιατί, Νταγκ;
Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ, για να γίνει
το πορτοκάλι οιωνός και τα μικρά μου μάτια μέλισσες.

Και δες τι βλέπω πίσω απ’ την γκρίζα ζώνη της φωτιάς:
πέρα απ’ το παντελόνι μου, που καίγεται
ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος
που δεν κάνει άλλο από το να ζητάει χώμα
κι ας είναι και ξερό.

Πάλεψα, Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,
γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου
και σιγοκάηκα να μηρυκάζω το αλάτι των χειμώνων.
Με στήθος επιούσιο
κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα, Νταγκ.
Έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου
κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών
για να ’ρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.

Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε, Νταγκ,
θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες
και τις ταμπέλες εκείνες των σπασμένων ανθρώπων
στην πατρίδα που δεν έχει όνομα.

Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο, εκδόσεις Θράκα, 2017

Φωτό: Rene Groebi

.

 

Γιώργος Δουατζής, Ο μουσουργός

Ήταν μία από τις μοναχικές μεσημεριάτικες βόλτες του Σαββάτου στην καρδιά του Λονδίνου. Το αλκοόλ που κυκλοφορούσε ακόμα στο αίμα μου από το γερό μεθύσι της προηγουμένης −κατά παράβαση της δέσμευσής μου να μην πίνω παρά μονάχα τα Σαββατοκύριακα− εξακολουθούσε να με κρατάει σε συναισθηματική διέγερση. Ασυναίσθητα, στάθηκα σε μια βιτρίνα καταστήματος που πουλούσε πιάνα. Κι αμέσως ήρθε στο μυαλό μου η φωνή της. Πεντακάθαρη σαν να ήταν δίπλα μου: «Έλα, Αλέξανδρέ μου, παίξε το τελευταίο τραγουδάκι που έμαθες. Δείξε μας πώς παίζεις πιάνο». Έβαλα τις παλάμες σφιχτά στα αυτιά μου. Η επίκληση της μητέρας μου εφιαλτική, επαναλαμβανόταν, τρυπούσε το μυαλό μου, διαπερνούσε τα σωθικά. Άρχισα να ουρλιάζω: «Φύγε επί τέλους. Γιατί με βασανίζεις πια; Φύγε. Δεν θέλω να υπάρχω πια για σένα. Φύγε, σου λέω».
Κατέβασα τα χέρια μου και συνειδητοποίησα ότι οι περαστικοί είχαν κοντοσταθεί και με κοίταζαν απορημένοι. Τους έστειλα ένα θυμωμένο βλέμμα και τους είδα να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Μετά από τούτο το ξέσπασμα, με κατέκλυσε ένα κύμα ηρεμίας. Σαν να είχα λύσει οριστικά τους λογαριασμούς μου με ένα αιχμηρό παρελθόν, σβήνοντας ένα πολύ ενοχλητικό σημάδι του. Γύρισα και πάλι τη ματιά μου στη βιτρίνα με τα πιάνα. Τα κοίταζα σαν έργα τέχνης, έτσι σιωπηλά που ήταν εκτεθειμένα, όμορφα, στιλπνά, σε αναμονή για να πάρουν ζωή από τα χέρια ενός καλλιτέχνη… Από τα χέρια μου; Από τα δικά μου χέρια;
Με έπιασε τρεμούλα. Ακίνητος τα κοίταζα, με την καρδιά μου να χτυπάει σε ξέφρενο ρυθμό. Όπως συναντάς ξαφνικά μετά από καιρό τον πρώτο ανικανοποίητο έρωτά σου, που τον απαρνήθηκες και είσαι φορτωμένος ενοχές. Σαν υπνωτισμένος μπήκα στο κατάστημα, δεν είπα ούτε καλημέρα στον ευγενέστατο υπάλληλο που ήρθε προς το μέρος μου, και κάθισα στο σκαμνάκι που βρισκόταν μπροστά από ένα πανέμορφο πιάνο με ουρά. Γύρισα το σκαμνί στον άξονά του να έρθει στο ύψος που ήθελα. Κάθισα, και το μυαλό μου γύρισε δεκαετίες πίσω, όταν τα παιδικά μου πόδια δεν έφταναν τα πεντάλ του πιάνου παρ’ ότι ρύθμιζα το σκαμνάκι στο χαμηλότερο σημείο. Άνοιξα με τρεμάμενα χέρια το καπάκι κι ακούμπησα τα χέρια μου στην ταστιέρα, άγγιξα με δέος και σεβασμό τα κόκαλα και πάτησα ελαφρά με το αριστερό μου πόδι τη σουρντίνα. Αναρωτήθηκα: Τι θα κάνω τώρα με τούτα τα ογδόντα οχτώ;
Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι σκεφτόμουν με πιανιστικούς όρους. Αυτούς που μου εξηγούσε ο καθηγητής μου στο πρώτο μάθημα πιάνου, όταν ήμουν παιδί: «Το πρώτο πιάνο εφευρέθηκε το 1711 από τον Μπαρτολομέο Κριστοφόρι. Ανήκει στα χορδόφωνα ή πληκτροφόρα όργανα. Η επιφάνεια με τα πλήκτρα λέγεται ταστιέρα, όπως λέμε τάστα την επιφάνεια με τις χορδές στην κιθάρα. Σουρντίνα ή ούνα κόρντα λέμε το αριστερό πεντάλ που το πατάς για να μειωθεί η ένταση του ήχου. Κόκαλα λέμε τα πλήκτρα, διότι παλαιά έφτιαχναν τα πενήντα δύο λευκά πλήκτρα από ελεφαντόδοντο και τα τριάντα έξι μαύρα από ξύλο εβένου. Με τον καιρό τα λευκά κιτρίνιζαν και μάλιστα υπήρχε η έκφραση αυτός κιτρίνισε σαν τα κόκαλα του πιάνου. Αργότερα, όταν απαγορεύτηκε το κυνήγι των ελεφάντων, τα πλήκτρα αντικαταστάθηκαν με πλαστικά. Τα ογδόντα οχτώ σημαίνουν το πιάνο επειδή έχει ογδόντα οχτώ πλήκτρα».
Η επιστροφή αυτή μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Άρχισα να παίζω, στην αρχή αργά και αμέσως μετά με μεγάλη ένταση στα όρια της μανίας. Χτυπούσα τα πλήκτρα, κι ο ήχος με ταξίδευε κι έφευγα, έφευγα, ώσπου χάθηκαν χώρος και χρόνος. Ζούσα μια μορφή εξαΰλωσης, σαν να βυθιζόμουν στο αδιάστατο άπειρο. Περιέργως δεν τόλμησε να με διακόψει κανείς από τους υπαλλήλους. Πλημμύρισε δυνατούς ήχους το κατάστημα, υπάλληλοι και πελάτες με κοιτούσαν έκπληκτοι κι εγώ συνέχισα να παίζω με τα δάκρυά μου να πέφτουν πάνω στα πλήκτρα. Δεν ξέρω πόση διάρκεια είχε αυτό το… πέταγμα. Σταμάτησα να παίζω, σηκώθηκα απότομα και, πνιγμένος στους λυγμούς, βγήκα τρέχοντας από το κατάστημα στον απόηχο των χειροκροτημάτων των υπαλλήλων και των πελατών. Σίγουρα θα με πέρασαν για τρελό. Περπατούσα γρήγορα, σχεδόν έτρεχα. Περιπλανήθηκα με τις ώρες στους δρόμους κι έφτασα πεζός στο σπίτι μου, με τη βροχή να πέφτει αδιάκοπα. Βροχή καθαρτήρια. Ένιωσα να ξαναγεννιέμαι.

Γιώργος Δουατζής, Ο μουσουργός, μυθιστόρημα, εκδόσεις Στίξις, 2017

Artwork: Chiharu Shiota

.

.

 

Μαρσέλ Προυστ, Σχετικά με τον Μπωντλαίρ

Στην προμετωπίδα διαβάζουμε:

Τα θαυμαστικά του Oυγκό, οι διάλογοί του με τον Θεό, τόσος σαματάς, δεν αξίζουν όσα βρήκε ο φτωχός Μπωντλαίρ στη βασανισμένη μυχιότητα της καρδιάς και του κορμιού του.

Marcel Proust

[…] Κι επίσης δεν θα μπορούσα να σταματήσω ολότελα στη γνώμη του Πωλ Βαλερύ, που σ’ ένα αξιοθαύμαστο απόσπασμα από τον Ευπαλίνο βάζει αυτά τα λόγια στο στόμα του Σωκράτη (συγκρίνοντας μια προτομή, έργο κάποιου καλλιτέχνη, με ό,τι ασυνείδητα δημιούργησε ως γλυπτό η εργασία της θάλασσας πάνω στο βράχο στη διάρκεια των χρόνων): «Οι πεφωτισμένες πράξεις», λέει ο Βαλερύ, παίρνοντας το όνομα του Σωκράτη, «συντομεύουν τη διάρκεια που χρειάζεται η φύση. Και μπορούμε να πούμε, με κάθε ασφάλεια, πως ένας καλλιτέχνης αξίζει όσο χίλιοι αιώνες ή εκατό χιλιάδες ή κι ακόμα πιο πολύ». Αλλά εγώ θα απαντούσα στον Βαλερύ: «Αν τούτοι οι αρμονικοί ή στοχαστικοί καλλιτέχνες αντιπροσωπεύουν χίλιους αιώνες, σε σύγκριση με την τυφλή εργασία της φύσης, δεν συνιστούν οι ίδιοι, οι Βολταίρ, για παράδειγμα, έναν χρόνο αόριστο σε σύγκριση με κάποιον άρρωστο, έναν Μπωντλαίρ, ακόμη πιο καλά έναν Ντοστογιέφσκι, που μέσα σε τριάντα χρόνια, ανάμεσα στις κρίσεις της επιληψίας τους ή κάποιες άλλες, δημιουργούν όλο αυτό, από το οποίο μια σειρά χιλίων καλλιτεχνών, που είναι απλώς καλά στη υγειά τους, δεν θα μπορούσε να κάνει ούτε ένα εδάφιο.» […]

[…] Μερικά μακροσκελή ποιήματα είναι, κατ’ εξαίρεσιν, μέχρι τέλους διεκπεραιωμένα χωρίς αδυναμίες, όπως Τα γραΐδια αφιερωμένα μάλλον εξ’ αυτού, σκέπτομαι, στον Βικτόρ Υγκό. Αλλά αυτό το τόσο όμορφο κομμάτι, ανάμεσα σ’ άλλα, αφήνει μιαν οδυνηρή αίσθηση σκληρότητας. Παρ’ ότι γενικώς μπορεί να καταλαβαίνουμε τον πόνο χωρίς να είμαστε καλοί, δεν πιστεύω ότι ο Μπωντλαίρ ασκώντας σε αυτές τις δυστυχισμένες έναν οίκτο που παίρνει τόνους ειρωνικούς, θα είχε φανεί σκληρός μαζί τους. Δεν ήθελε ν’ αφήσει να φανεί η συμπόνια του, και αρκούνταν να εξάγει τον χαρακτήρα ενός τέτοιου θεάματος κατά τρόπον ώστε κάποιες στροφές να εμφανίζουν μια αποτρόπαιη και μοχθηρή ομορφιά.
On dansent sans vouloir danser pauvres sonnetes…
Je goutte a votre insu des plaisirs clandestins.
Ή και χορεύουν άθελα, σαν καμπανάκια κουδουνίζουν…
Κρυφήν απόλαυση απολαμβάνω σε άγνοιά σας

Υποθέτω κυρίως, πως ο στίχος του Μπωντλαίρ είναι τόσο δυνατός, τόσο ακμαίος, τόσο ωραίος, που ο ποιητής ξεπερνούσε το όριο δίχως να το καταλαβαίνει. Έγραφε γι’ αυτές τις δυστυχισμένες γριούλες τους πιο σφριγηλούς στίχους που γνώρισε ποτέ η γαλλική γλώσσα, χωρίς να σκεφτεί να γλυκάνει τον λόγο του, για να μη μαστιγώσει τις ετοιμοθάνατες, όπως ο Μπετόβεν μέσα στην κώφωσή του δεν κατανοούσε, γράφοντας τη συμφωνία με χορωδίες, πως οι νότες δεν είναι πάντοτε γραμμένες για το ανθρώπινο λαρύγγι, ούτε για να τις πιάνει το ανθρώπινο αυτί, πως αυτό θα έμοιαζε παντοτινά πως τραγουδιέται παράφωνα.

Μαρσέλ Προυστ, Σχετικά με τον Μπωντλαίρ, μτφρ. Μ.Παπουτσοπούλου, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2017

 

Γιάννης Τσίγκρας, Τεριρέμ

.
Ναι, υπάρχει ένα ευμήχανο τεριρέμ
για την άπνοια, τότε που ανοιγοκλείνουν οι πόρτες
του ποιήματος και συ νομίζεις ότι στέρεψες, επειδή
βλέπεις τις πέντε λέξεις να φεύγουν απ’ το παράθυρο,
να επαναλαμβάνονται τα χελιδόνια και η θάλασσα,
να εκλείπουν τα αρχαία κορίτσια,
το τεριρέμ, λένε, είναι ο ύμνος των αγγέλων,
όμως δικαιούμαι ν’ αμφιβάλλω για το δικό μου τουλάχιστον,
ένα «τετέλεσται» είναι ο λόγος, έπαψα πλέον να είμαι ποιητής,
ίσως ουδέποτε υπήρξα.

Artwork: Natalia Drepina

 

Tags:

Thomas Bernhard, Ξύλευση

 

Έτρωγε τη σούπα του εξίσου τσαπατσούλικα με το πώς βγήκε στη σκηνή του θεάτρου, σκέφτηκα, παρατηρώντας όχι εκείνον αλλά τη συγγραφέα Τζίνι Μπίλροτ, η οποία φυσικά παρατηρούσε τον ηθοποιό ως ηθοποιό του Μπουργκ και φαινόταν να τα ρουφάει όλα όσα έπαιρνε βιαστικά με το κουτάλι και έλεγε ο ηθοποιός ως ηθοποιός του Μπουργκ και να τα θεωρεί πέρα για πέρα ασυνήθιστα, εξαιρετικά, απαράμιλλα. Τώρα, λοιπόν, καθόμουν απέναντι από τη Βιεννέζα Βιρτζίνια Γουλφ, αυτή την ακαλαίσθητη δημιουργό ποίησης και πεζογραφίας, η οποία, αυτό φάνηκε ξαφνικά καθαρά, σε όλη της τη ζωή λούστηκε μόνο με το μικροαστικό της κιτς, καθώς σκέφτομαι.

Και ένα τέτοιο πρόσωπο τολμά να λέει χωρίς περιστροφές ότι γράφει καλύτερα από τη Βιρτζίνια Γουλφ, την οποία, από τότε που μαθήτευσα στη συγγραφική σκέψη, τη θαύμαζα πάντοτε ως την καλύτερη απ’ όλες τις ποιήτριες, τολμά να λέει ότι η ίδια, η Μπίλροτ, προχώρησε στα μυθιστορήματά της πιο πέρα από τα Κύματα, πιο πέρα απ’ το Ορλάντο, πιο πέρα από το Μέχρι το φάρο. Στο Κιλμπ έδειξε η Τζίνι άλλη μία φορά την κόσμια πλευρά της, σκέφτηκα τώρα, καθώς καθόμουν απέναντί της και αναθεμάτιζα αυτό το καλλιτεχνικό δείπνο, που ξάφνου πραγματικά και με την πιο αληθινή σημασία της λέξης το μετέτρεψε ο ηθοποιός του Μπουργκ σε καλλιτεχνικό νυχτερινό συμπόσιο, και το ένιωθα τόσο γκροτέσκο και αποκρουστικό όσο πραγματικά ήταν, σκέφτομαι.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, ένας ερεθισμός, σελ. 128-129, μτφρ.: Βασίλης Τομανάς, Εκδόσεις Εξάντας, 1996.

Πίνακας: Stefan Caltia