Iσμήνη Λιόση, Το δώρο
Μου έφερε κάτι μυστηριώδεις κουραμπιέδες, σε σχήματα μικρών ανθρώπων. ήσαν πασπαλισμένοι με γαλάζια ζάχαρη και ήσαν μονόφθαλμοι. το μάτι τους, ένα καρφί γαρύφαλλο ανοιγόκλεινε, σαν ζωντανό. τη νύκτα, τους άκουσα να μιλάνε μεταξύ τους. τι σόι κουραμπιέδες ήταν αυτοί; τους έβαλα σε μία μεγάλη πιατέλα. το πρωί δεν βρήκα κανέναν τους. τότε είδα στη σάλα τον άγνωστο άντρα. μισοκοιμόταν στην πολυθρόνα με ένα φτενό κουστούμι πασπαλισμένο γαλάζια ζάχαρη. Ήταν το χριστουγεννιάτικο δώρο μου, από την προμάμμη την μάγισσα.
Πίνακας:James Abbott McNeil Whistler
Αndré Breton, Όχι στον μιζεραμπιλισμό
Εννοείται ότι ο μιζεραμπιλισμός, του οποίου η εμφάνιση μπορεί να θεωρηθεί ως φαινόμενο των τελευταίων ειδικά ετών, ο μιζεραμπιλισμός, τούτη η μάστιγα ενάντια στην οποία έχει έλθει η στιγμή για να πάρουμε δραστικά μέτρα, επιδέχεται στο χώρο της τέχνης τόσες ποικιλίες όσες είναι οι δυνατές κατηγορίες της μιζέριας: μιζέρια φυσιολογική, μιζέρια ψυχολογική, μιζέρια ηθική κτλ. Είναι πια καιρός να τον μελετήσουμε κλινικά.
Ο μιζεραμπιλισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι λυμαίνεται τη Γαλλία κατά τρόπον ενδημικό. Ο Μεσαίωνας, κι εδώ όπως κι αλλού, είναι απαλλαγμένος απ’ αυτόν. Ο 15ος και ο 16ος αιώνας εγείρονται εναντίον του, αψηφώντας ως προς αυτό την ήδη υπό διάλυση παπική Ιταλία. Ενάντια στις διεισδύσεις του, ο 19ος, για τον οποίον το Κτήνος έχει πάρει το όνομα του ακαδημαϊσμού, αντιδρά κατά τρόπον ηρωικό (Hugo, Nerval, Géricauld, Corot, Baudelaire, Rimbaud, Gauguin, Seurat, Henri Rousseau). Πίσω τους, η μεγάλη γέφυρα που ρίχτηκε —δίχως στήριγμα ακόμη— από τον Jean-Jacques, τον Sade, τη Γαλλική Επανάσταση.
Σήμερα, ο μιζεραμπιλισμός αποτελεί, κι εδώ, αποκύημα της τέλειας διασταύρωσης των δυο αυτών βδελλών, του Χιτλερικού φασισμού και του Σταλινισμού, που έχουν κάμει κολεγιά για να βασανίζουν τους καλλιτέχνες και να χύνουν φαρμάκι εναντίον τους. Τούτο δρα επίσης βραδυφλεγώς, αφού βρίσκεται ακόμη κοντά μας, χάρη στην αηδιαστική πτυχή του υπαρξισμού, τις μιαρές Εύες με τις σαμπρέλες του Leger και τους Χριστούς-παλιάτσους με ακτίνες αναποδογυρισμένης ομπρέλας του Buffet — αξίας ενός εκατομμυρίου έκαστος και παραπάνω, στο χρηματιστήριο της χρεοκοπίας.
Χρειάζεται μήπως να υπενθυμίσουμε ότι οι καβγάδες περί τάσεων δεν έχουν εδώ την παραμικρή σημασία; Πρόκειται, ακόμη, περί μιας «ιερής γλώσσας». «Μπορούμε τάχα», αναρωτιόταν ήδη ο Eugène Soldi στα 1897, «να διαχωρίσουμε ένα συγκεκριμένο γεγονός από μια γενικευμένη ιδέα, μια σκέψη αφηρημένη; Ο ανθρώπινος νους μπορεί τάχα να συλλάβει ένα πράγμα δίχως δεσμούς με το πραγματικό; Όχι». Η υπόθεση έχει κριθεί με το παραπάνω. Αλλ’ η υποτίμηση στη θέση της εξύψωσης — ιδού ο μιζεραμπιλισμός, ιδού και το έγκλημα.
Misérabilisme: Η καλλιτεχνική και λογοτεχνική τάση να δίνεται βάρος στην αθλιότητα της ζωής και της κοινωνικής πραγματικότητας. (Σ.τ.Μ.)
Μετάφραση: Nίκος Σταμπάκης, δημοσιευμένο στο περιοδικό Κλήδονας
Πίνακας:Roamare Bearden
Στράτος Φουντούλης, non est!
«Ειδικά εσύ θα έπρεπε να γνωρίζεις τη διαφορά μεταξύ μαρουλιού και λάχανου. Για τελευταία φορά σου λέω: δεν υπήρξαν ποτέ νεκταρόπιτες, μόνο φανουρόπιτες. Και όλα τα δέντρα δεν είναι πεύκα. Επιτέλους!». Κι αυτό λεγόταν πάντα με εκείνον τον ιδιαίτερο τονισμό τού «εσύ», που επιδιώκει να εξάρει εμένα, τον προσφωνούμενο, ως κατ’ εξαίρεση, κατάλληλο· ενοχλητικό n’ est-ce pas; Διότι με είχε κυριεύσει η εκκεντρικότητα των απαλών γυναικείων χεριών της· αυτά τα κατά βάση ξεδιάντροπα όργανα που με τόση αισθαντικότητα έπλασαν τους μεθυστικούς, αφράτους κουραμπιέδες· τους φανταζόμουν να λιώνουν με ατέλειωτη απόλαυση στο στόμα μου. «Δεν είναι κουραμπιέδες, μελομακάρονα είναι!»
Φωτό: Geof Kern
Σοφία Περδίκη, Κουραμπιέεε…
Προτού να γλείψει την άχνη και φουσκώσουν τα μάγουλα απ’ τα τριφτά μπισκότα, υπήρξε καλή καγαθή γυναίκα. Όμως τα δάκρυα που έσταξαν στην πιατέλα –έπασχε από καταρρακτώδη δακρύρροια–, από ένα σε κάθε γλυκό, για να γιάνει έκαστο τραύμα της παιδικό, δημιούργησαν κρυστάλλους μαγικούς πάνω στην πουδραρισμένη επιφάνεια και, αντί να μελώσουνε τα φρέσκα βούτυρα, έγιναν παστά. Σκέτη λύσσα. Για τιμωρία, η γρια-μαγείρισσα την άρπαξε απ’ το τσουλούφι και πάραυτα τη μεταμόρφωσε σε αρνί του Πάσχα. Μα τι μαγγανεία να ψάχνεις ίαση στον κουραμπιέ!
Από τότε, κάθε Χριστούγεννα ανασταίνεται. Βελάζοντας μάς ψέλνει τα κάλαντα της αμφισημίας, μετά μανίας.
Πίνακας: Afarin Sajedi
Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Courabies





