RSS

Αλεξάνδρας Μπακονίκα, Στο πάρτι

Μαγεύτρα, γόησσα. Από καιρό την πολιορκούσε. Τον κάλεσε σπίτι της για ένα  πάρτι με  φίλους. Έμενε  σε μονοκατοικία, ο κήπος γεμάτος ψηλά δένδρα. Στο σαλόνι  ζεστή και  λαμπερή  η ατμόσφαιρα. Εκείνη καθόταν  στο πάτωμα, μιλούσε κι όλοι την άκουγαν. Ερωτοκτυπημένος κόρωνε, πλάνταζε από πόθο. Σε ό,τι εκείνη έλεγε  θα  ήθελε να είχε  πιο δυνατά επιχειρήματα, να τη στριμώξει στα λόγια, να την υποτάξει τουλάχιστον με αυτό τον τρόπο, αφού δεν έβρισκε  το σώμα της. Η ερωτομανία του κατέφυγε  στα γλυκά που με το λευκό χρώμα τους συνταίριαζαν με το χιόνι που έπεφτε έξω. Τάραξε τους μπεζέδες και ιδίως τους κουραμπιέδες.

 Φωτό: Robert Doisneau

 

Tags:

Iσμήνη Λιόση, Το δώρο

Μου έφερε κάτι μυστηριώδεις κουραμπιέδες, σε σχήματα μικρών ανθρώπων. ήσαν πασπαλισμένοι με γαλάζια ζάχαρη και ήσαν μονόφθαλμοι. το μάτι τους, ένα καρφί γαρύφαλλο ανοιγόκλεινε, σαν ζωντανό. τη νύκτα, τους άκουσα να μιλάνε μεταξύ τους. τι σόι κουραμπιέδες ήταν αυτοί; τους έβαλα σε μία μεγάλη πιατέλα. το πρωί δεν βρήκα κανέναν τους. τότε είδα στη σάλα τον άγνωστο άντρα. μισοκοιμόταν στην πολυθρόνα με ένα φτενό κουστούμι πασπαλισμένο γαλάζια ζάχαρη. Ήταν το χριστουγεννιάτικο δώρο μου, από την προμάμμη την μάγισσα.

Πίνακας:James Abbott McNeil Whistler

 

Tags:

Αndré Breton, Όχι στον μιζεραμπιλισμό

Εννοείται ότι ο μιζεραμπιλισμός, του οποίου η εμφάνιση μπορεί να θεωρηθεί ως φαινόμενο των τελευταίων ειδικά ετών, ο μιζεραμπιλισμός, τούτη η μάστιγα ενάντια στην οποία έχει έλθει η στιγμή για να πάρουμε δραστικά μέτρα, επιδέχεται στο χώρο της τέχνης τόσες ποικιλίες όσες είναι οι δυνατές κατηγορίες της μιζέριας: μιζέρια φυσιολογική, μιζέρια ψυχολογική, μιζέρια ηθική κτλ. Είναι πια καιρός να τον μελετήσουμε κλινικά.

     Ο μιζεραμπιλισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι λυμαίνεται τη Γαλλία κατά τρόπον ενδημικό. Ο Μεσαίωνας, κι εδώ όπως κι αλλού, είναι απαλλαγμένος απ’ αυτόν. Ο 15ος και ο 16ος αιώνας εγείρονται εναντίον του, αψηφώντας ως προς αυτό την ήδη υπό διάλυση παπική Ιταλία. Ενάντια στις διεισδύσεις του, ο 19ος, για τον οποίον το Κτήνος έχει πάρει το όνομα του ακαδημαϊσμού, αντιδρά κατά τρόπον ηρωικό (Hugo, Nerval, Géricauld, Corot, Baudelaire, Rimbaud, Gauguin, Seurat, Henri Rousseau). Πίσω τους, η μεγάλη γέφυρα που ρίχτηκε —δίχως στήριγμα ακόμη— από τον Jean-Jacques, τον Sade, τη Γαλλική Επανάσταση.

     Σήμερα, ο μιζεραμπιλισμός αποτελεί, κι εδώ, αποκύημα της τέλειας διασταύρωσης των δυο αυτών βδελλών, του Χιτλερικού φασισμού και του Σταλινισμού, που έχουν κάμει κολεγιά για να βασανίζουν τους καλλιτέχνες και να χύνουν φαρμάκι εναντίον τους. Τούτο δρα επίσης βραδυφλεγώς, αφού βρίσκεται ακόμη κοντά μας, χάρη στην αηδιαστική πτυχή του υπαρξισμού, τις μιαρές Εύες με τις σαμπρέλες του Leger και τους Χριστούς-παλιάτσους με ακτίνες αναποδογυρισμένης ομπρέλας του Buffet — αξίας ενός εκατομμυρίου έκαστος και παραπάνω, στο χρηματιστήριο της χρεοκοπίας.

     Χρειάζεται μήπως να υπενθυμίσουμε ότι οι καβγάδες περί τάσεων δεν έχουν εδώ την παραμικρή σημασία; Πρόκειται, ακόμη, περί μιας «ιερής γλώσσας». «Μπορούμε τάχα», αναρωτιόταν ήδη ο Eugène Soldi στα 1897, «να διαχωρίσουμε ένα συγκεκριμένο γεγονός από μια γενικευμένη ιδέα, μια σκέψη αφηρημένη; Ο ανθρώπινος νους μπορεί τάχα να συλλάβει ένα πράγμα δίχως δεσμούς με το πραγματικό; Όχι». Η υπόθεση έχει κριθεί με το παραπάνω. Αλλ’ η υποτίμηση στη θέση της εξύψωσης — ιδού ο μιζεραμπιλισμός, ιδού και το έγκλημα.

Misérabilisme: Η καλλιτεχνική και λογοτεχνική τάση να δίνεται βάρος στην αθλιότητα της ζωής και της κοινωνικής πραγματικότητας. (Σ.τ.Μ.)

Μετάφραση: Nίκος Σταμπάκης, δημοσιευμένο στο περιοδικό Κλήδονας

Πίνακας:Roamare Bearden

 

Tags:

Στράτος Φουντούλης, non est!

«Ειδικά εσύ θα έπρεπε να γνωρίζεις τη διαφορά μεταξύ μαρουλιού και λάχανου. Για τελευταία φορά σου λέω: δεν υπήρξαν ποτέ νεκταρόπιτες, μόνο φανουρόπιτες. Και όλα τα δέντρα δεν είναι πεύκα. Επιτέλους!». Κι αυτό λεγόταν πάντα με εκείνον τον ιδιαίτερο τονισμό τού «εσύ», που επιδιώκει να εξάρει εμένα, τον προσφωνούμενο, ως κατ’ εξαίρεση, κατάλληλο· ενοχλητικό n’ est-ce pas; Διότι με είχε κυριεύσει η εκκεντρικότητα των απαλών γυναικείων χεριών της· αυτά τα κατά βάση ξεδιάντροπα όργανα που με τόση αισθαντικότητα έπλασαν τους μεθυστικούς, αφράτους κουραμπιέδες· τους φανταζόμουν να λιώνουν με ατέλειωτη απόλαυση στο στόμα μου. «Δεν είναι κουραμπιέδες, μελομακάρονα είναι!»

Φωτό: Geof Kern

 

Tags:

Σοφία Περδίκη, Κουραμπιέεε…

Προτού να γλείψει την άχνη και φουσκώσουν τα μάγουλα απ’ τα τριφτά μπισκότα, υπήρξε καλή καγαθή γυναίκα. Όμως τα δάκρυα που έσταξαν στην πιατέλα  –έπασχε από καταρρακτώδη δακρύρροια–, από ένα σε κάθε γλυκό, για να γιάνει έκαστο τραύμα της παιδικό, δημιούργησαν κρυστάλλους μαγικούς πάνω στην πουδραρισμένη επιφάνεια και, αντί να μελώσουνε τα φρέσκα βούτυρα, έγιναν παστά. Σκέτη λύσσα. Για τιμωρία, η γρια-μαγείρισσα την άρπαξε απ’ το τσουλούφι και πάραυτα τη μεταμόρφωσε σε αρνί του Πάσχα. Μα τι μαγγανεία να ψάχνεις ίαση στον κουραμπιέ!

Από τότε, κάθε  Χριστούγεννα ανασταίνεται. Βελάζοντας μάς ψέλνει τα κάλαντα της αμφισημίας, μετά μανίας.

Πίνακας: Afarin Sajedi

 

Tags:

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Courabies

 

Αφού προσγειώθηκα στο Charleroi, τσέκαρα τους κουραμπιέδες. Μια χαρά ακούγονταν (μέσα στο μεταλλικό τους περίβλημα, σαν κανένα σπάνιο ραδιοϊσότοπο.) Μακάρι να άρεσαν και στη Mme Parmentier, που τους είχε παραγγείλει με βελγική αθωότητα: «Ένα κουτί “κουραμπί” Κονσταντάν, από Ατέν σιλ τε πλαι!» Ενώ όμως παρείχα πιστοποιητικό καλής υγείας στους κουραμπί, ένας τσόγλανος 10χρονος  που έτρεχε μανιασμένα, κατεβαίνοντας από τις κυλιόμενες με σώριασε στο πάτωμα, οι δε κουραμπιέδες εκτοξεύτηκαν σε μια παραβολική τροχιά, που τελείωσε τρία πατώματα πιο κάτω, στο πάρκινγκ. Όσην ώρα η μητέρα του με ρωτούσε αν χτύπησα, εγώ σκεφτόμουν, καημένη Mme Parmentier! αντί για το ισότοπο, θα φας τελικά τη ραδιενεργό του σκόνη!

Πίνακας: Quint Buchholzd

 

Tags:

Κατερίνα Κοσμά, Κουραμπιές σα χθες

Έφυγε χθες, πλήρης ημερών και κουραμπιέδων. Μύριζαν τα έπιπλα, τα ρούχα, τα μαλλιά της φρεσκοψημένο κουραμπιέ. Αυτή δεν έφτιαξε ποτέ. Δοκίμαζε όμως μανιωδώς. «Για να δω, είναι σαν της μάνας μου;» Έτρεμαν οι κουραμπιέδες. Και αναστέναζαν οι πιατέλες της γειτονιάς. Σπίτια, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία, κατά μέτωπο επίθεση! Τι κι αν το ζάχαρο ήταν στα ύψη. «Μα δεν τρώω», έλεγε, «δοκιμάζω μόνο», και η ματιά της ήταν συνταγή γιατρού. Με τα χρόνια έγινε κατάλευκη σαν άχνη και γλυκιά σαν το βλέμμα της μάνας, που δε γνώρισε ποτέ. «Αυτό το μωρό είναι άσπρο σαν κουραμπιές», είπε η μαμή. Η μάνα χαμογέλασε κι έφυγε, χθες…

Φωτό:Josef Sudek

 

Tags:

Παπαδημητρίου Κατερίνα, Μυρωδιά κάννης

Κόκκινο, λουσάτο κι’ ό,τι περιείχε το διεκδικούσε μια ανάμνηση. Τελευταία όλα είχαν τη μυρωδιά κάννης. Δυο εκατοστά από τη μύτη του να σημαδεύει το ταβάνι. Εκείνος δυο στάλες άνθρωπος. Ίσα με μια καραμπίνα. «Θα με σκοτώσεις, μπαμπά;» Το πλησίασε. Τα Χριστούγεννα των άλλων. Και τα δικά της. Την έχασε. Και η συνταγή δική της. «Όχι εσένα, μωρό μου.» Τέντωσε τη μύτη του δειλά από πάνω του. Ένα καπάκι τον χώριζε απ’ το λευκό που μύριζε μπαρούτι. Λευκό. Πάντα φυλακισμένο στην παράνοια του πατρικού προτύπου. Άγγιξε δειλά έναν κουραμπιέ. Ενηλικίωση; Άχνη, πάχνη, τον δάγκωσε. Αργά πια. Την είχε καταπιεί.

Πίνακας: Αndrea Kowch

 

Tags:

Oλβία Παπαηλίου, Η συμμαθήτρια Τ.

Η συμμαθήτρια Τ. είχε στα μάτια από κάτω κύκλους στο χρώμα του πανσέ. Υπήρχαν υποψίες ότι είχε έκανε χρήση χαπιών υπνωτικών, γιατί στο σπίτι της (φημολογείτο) ότι υπήρχαν θέματα δυσάρεστα, και η μητέρα της ενδεχομένως έπασχε από βαριά κατάθλιψη. Όμως, η μάνα της καλύτερής της φίλης τής είχε στείλει ένα πακέτο κουραμπιέδες σπιτικούς, από συμπόνια η γυναίκα δίχως άλλο, στη συνταγή της είχε μάλιστα ανθόνερο. Οι κουραμπιέδες, ως εκ τούτου, μύριζαν σαν ανθοδέσμη ανοιξιάτικη. Η συμμαθήτρια μας Τ., τους είχε γευτεί κλαίγοντας την ώρα του διαλείμματος. Είχε χιονίσει αχνοζάχαρη, τα δόντια της αλέθανε αμύγδαλα, αλέθανε τα κοκαλάκια του μπαμπά της.

 Πίνακας: Dino Valls

 

Tags:

Κούλα Αδαλόγλου, Άχνη

 «Σαν τους κουραμπιέδες της μαμάς σου δεν ξαναδοκίμασα», είπε η φίλη, κι εγώ άρχισα να ψάχνω το καταχωνιασμένο παλιό τετράδιο με τις συνταγές. Το υγρό που είχε χυθεί πάνω του εδώ και καιρό πότισε τις σελίδες, σβήστηκαν τα έτσι κι αλλιώς αχνά απ’ τον χρόνο γράμματα, η συνταγή γρίφος. Μόνον η τελευταία φράση ολοκάθαρη: αφού κρυώσουν, πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη. Πασπάλισα άχνη παντού, λαμπιόνια, κάδρα, βιβλία, πολύφωτο, απλίκες, το πόμολο της εξώθυρας, να γλυκάνουν οι μέρες, οι αποστάσεις, η απουσία, η ομίχλη του βορρά, η καταχνιά της Αριστοτέλους. Να γλυκάνουν οι μνήμες.
Έτοιμους κουραμπιέδες θα φάμε και φέτος.
 Πίνακας:Vilhelm Hammershøi
 

Tags: