RSS

Χουάν Χαθίντο Μούνιοθ Ρένχελ, Το μάτι στο χέρι

Άρχισα να ονειρεύομαι τα πράγματα με πολλή σύνεση. Ακολουθώντας τη συμβουλή του Χάακον, άρχισα από τα μικρά και συγκεκριμένα όνειρα· αυτά που δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τον έλεγχό μου. «Nα φοβάσαι τα ίδια σου τα όνειρα σαν να ’ταν ορκισμένοι εχθροί σου», μου επαναλάμβανε ακούραστα. Πρώτα ονειρεύτηκα ένα μήλο. Το ονειρεύτηκα κόκκινο και γυαλιστερό πάνω στο κομοδίνο μου. Το αποτέλεσμα ήταν να έρθει στα χέρια μου ένα μήλο τέλειο, ολοστρόγγυλο, αστραφτερό: ένα γυάλινο μήλο βαμμένο με κόκκινο βερνίκι. Βρέθηκα μ’ ένα γυάλινο μήλο κι ένα δεύτερο κομοδίνο. Χωρίς να χάνω το θάρρος μου, την επόμενη φορά φρόντισα να ονειρευτώ την άσπρη και ζουμερή του σάρκα· μέχρι και τα μαύρα κουκούτσια στο εσωτερικό του φαντάστηκα. Το ονειρεύτηκα τόσο έντονο από μέσα, που δημιούργησα ένα φρούτο εξαιρετικό, φαγώσιμο πράγματι, γυρισμένο τα μέσα-έξω, άσπρο και με πέντε καρδιές. Με πολλή εξάσκηση κατάφερα επιτέλους να ολοκληρώσω ένα δυο μήλα, αν και ποτέ δεν κατάφερα να τα απαλλάξω από κάποια γεύση ώριμου μάνγκο και μια υπερβολική γυαλάδα, στην οποία καθρεφτίζονταν με ακρίβεια τα πάντα.

Σιγά σιγά έγινα επιδέξιος στην τέχνη της δημιουργίας μέσω ονείρου, και τόλμησα στόχους πιο φιλόδοξους. Κατάφερα να γεμίσω την ντουλάπα μου μ’ ένα χρυσό μήλο, ένα τσουβάλι νομίσματα με ανύπαρκτη σφραγίδα κοπής, ένα παγκόσμιο αντικλείδι, πολύτιμους λίθους χωρίς όμοιο μεταξύ των γήινων πετρωμάτων, δύο ρολόγια με περίπλοκο μηχανισμό και άχρηστο χρονόμετρο, ένα παλιό κι αστείρευτο φλασκί ουίσκι, μαχαιροπίρουνα περίπου ομοιόμορφα, το σετ αγωνιστικά αυτοκινητάκια που ποτέ δεν μου δώρισαν όταν ήμουν μικρός, κι ένα κοστούμι με τέλεια εφαρμογή που προσαρμόζεται σε κάθε σωματότυπο. Έκανα και λάθη: άδεια και κλειστά κουτάκια κονσέρβες, παπούτσια χωρίς σόλα, ένα τραπέζι χωρίς πόδια, ένα ψαλίδι που έκοβε κι απ’ τις δύο μεριές, μια πόρτα που δεν άνοιγε, ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα, έναν καθρέφτη που καθρέφτιζε επιλεκτικά, ένα κλειδί του οποίου δεν βρήκα ποτέ την κλειδαριά, μια γενειάδα χωρίς πρόσωπο κι έναν σκύλο χωρίς στόμα. Αλλά κανένα απ’ αυτά τα σφάλματα δεν μου φάνηκε ιδιαίτερα σημαντικό, και με βρήκα πολύ ικανό στη νέα μου καταπληκτική δύναμη. Ούτε κι ο σκύλος, ο Νταμπ, με προβλημάτισε, γιατί εκτός απ’ το στόμα τού έλειπε και το πεπτικό σύστημα, κι έτσι κατάφερνε σαν από θαύμα να επιζεί χωρίς τροφή. Το πρώτο ασυγχώρητο λάθος μου ήταν που ονειρεύτηκα κι έφτιαξα την κοιλιά και τον αφαλό μιας γυναίκας. Νομίζω πως αυτή ήταν η αρχή της κατάρρευσής μου.

Χουάν Χαθίντο Μούνιοθ Ρένχελ, Το μάτι στο χέρι από τη συλλογή διηγημάτων Η μυστική εταιρεία του ονείρου, σ. 85-87, μτφρ.: Μαρία Μπεζαντάκου,  Εκδόσεις opera, 2017

Artwork: Catherine Chaloux

 

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου

Πάντα μου άρεσαν τα νεκροταφεία. Δεν ξέρω γιατί, πάντως τα συλλέγω όπως οι άλλοι τα γραμματόσημα. Έχω βέβαια τις προτιμήσεις μου. Στη Σουηδία, όταν η ξενιτιά έμοιαζε σαν απόλυτη λήθη, έψαχνα να βρω το μέρος που θα ήθελα να βρίσκεται ο τάφος μου. Ήμουν τόσο απογοητευμένος από την Ελλάδα που ούτε να ταφώ εκεί δεν ήθελα. Ήμουν νέος, πολύ νέος, μα η χώρα μου με είχε θανατώσει ήδη κάμποσες φορές, κι όχι μόνο εμένα. Πρώτα φαρμάκωσαν τα παιδικά μου χρόνια, ύστερα την εφηβεία, ύστερα τα νιάτα μου. Ανεργία, ταξικές διαφορές, πολιτικοοικονομική διαφθορά, τα στεγανά στην τέχνη και στη λογοτεχνία, τα ψέματα. Η δεξιά είχε κλέψει τη ζωή μου, η αριστερά την ιστορία μου. Με λίγα λόγια, μια φριχτή χώρα αν δεν ήσουν για πούλημα. Κι εγώ δεν ήμουν, όχι επειδή είχα κάποιες ηθικές αρχές, αλλά επειδή δεν είχα τη συνήθεια, το «κολάι» λέγαμε στο χωριό. Πολλοί από μας δεν είχαν τη συνήθεια, ήμασταν μεγαλωμένοι με την πεποίθηση ότι τα σύκα είναι σύκα κι η σκάφη σκάφη. Μας έλειπε η ικανότητα να εξαπατήσουμε τον εαυτό μας και κατά συνέπεια ήμασταν ανίσχυροι στου ελιγμούς των άλλων. Ήμασταν οι άβολοι και οι αβόλευτοι, κι έτσι πολλοί από μας έφυγαν.

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου, σ. 129-130, Eκδόσεις Γαβριηλίδης, 2002

Artwork: Erik Johansson

 

Γιώργος Σχορετσανίτης, Εγκλωβισμένοι στη… θολούρα του λευκού

Περιοδικό Fractal, 16/5/2018

Ένας άγριος χιονιάς πλημμυρίζει από την αρχή μέχρι το τέλος, σχεδόν όλη την έκταση των σελίδων ετούτου του περίεργου μυθιστορήματος (‘Λευκό από χθες’), της Ιφιγένειας Σιαφάκα. Γεωγραφικά η υπόθεσή του εδράζεται σε μια μικρή κωμόπολη, το Λαβίλ, όπου εμφιλοχωρούν βεβαίως όλα εκείνα τα ιδιαίτερα, ιδιόρρυθμα και τόσο γνωστά σε κατοίκους των μικρών αριθμητικά κοινωνιών, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι ανήκει σε μία συγκεκριμένη περιοχή, αν και κάποιες φορές μπορεί να γίνουν από τον αναγνώστη μερικές γρήγορες υποθέσεις.  Το μυθιστόρημα ξεδιπλώνεται με τη μορφή δήθεν επιστολών ή τμημάτων μίας μόνο, από τη Φρίντα  Νέθελ στο χρονικό διάστημα από την Τρίτη, στις 21 Ιανουαρίου του έτους 1969, έως την Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 1969, τουτέστιν για διάστημα μόλις ενός  δεκαημέρου.

Πρόκειται για τη  μεγαλύτερη αδελφή του νεαρού Πατρίκ Νέθελ, τέκνα αμφότερα του Βιργιλίου και της Αμαλίας Νέθελ, η οποία όπως μας λέει η ίδια και κύρια αφηγήτρια του μυθιστορήματος βρίσκεται καθηλωμένη αναγκαστικά στο σπίτι της, μπροστά από ένα παράθυρο του δωματίου της, απέναντι από κάποιο άγνωστο μάλλον Σέντραλ Παρκ, και γράφει συνεχόμενα τις μύχιες σκέψεις της που απευθύνονται σαφώς στον διευθυντή του ταχυδρομείου της περιοχής τους, τον Φρανκ Σλάις. Η κοινωνία του Λαβίλ, είναι γεμάτη από μικρούς καθημερινούς και όχι πάντα αθώους ανταγωνισμούς των μελών της, κατηγορίες, ζήλιες, αψιμαχίες, τετριμμένους αγώνες αριστείας, συνήθεις δηλαδή καταστάσεις όλων των μικρών κοινωνιών που γεμίζουν τις ώρες και τις μέρες  τους με τα μικρά και ενδιαφέροντα, αθώα σε γενικές γραμμές στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αποκλειστικά γι’ αυτούς. Άλλωστε η Φρίντα μας προειδοποιεί σχεδόν από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και  τη δημιουργηθείσα στην κωμόπολη κατάσταση:

‘… ένα μικρό ψέμα μας μεταμορφώνει ολόκληρους σε ψέμα, όταν η αλήθεια μας πεθαίνει…’!

Έτσι δεν είναι παράξενο πως λίγο παρακάτω μας συμβουλεύει τεχνηέντως και αποφασιστικά, πως ‘ … δεν πρέπει να φαίνεσαι ότι έχεις τον έρωτα ανάγκη, αυτό είναι κουσούρι που βλέπεις στις ελαφριές και στις τροτέζες’!

 

 

Όμως για την οικογένεια των Νέθελ, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά από την υπόλοιπη κοινωνία! Ο μικρός γιός της, ο Πατρίκ Νέθελ, τρία χρόνια μικρότερος της Φρίντας, βρίσκεται από τις 16 Φεβρουαρίου 1967, μυστηριωδώς εξαφανισμένος από ‘προσώπου γης’! Τώρα το παρελθόν στοιχειώνει το παρόν και κάνει την εμφάνισή του  απειλητικά μπροστά τους, τουλάχιστον από αυτά που διαβάζουμε στις συνεχόμενες σε καθημερινή βάση επιστολές ή ίσως τη μία και ασυνήθιστα μακροσκελή επιστολή της Φρίντας στο διευθυντή του ταχυδρομείου, Φρανκ Σλάις, η οποία και θα ολοκληρωθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο περιορισμένο χρονικό διάστημα των δέκα μόλις ημερών.  Το περιεχόμενο των καθημερινών κειμένων της Φρίντας Νέθελ, μας πληροφορεί  για μύρια όσα διαμείβονται μεταξύ των μελών της οικογένειας, αλλά και για όλες τις χρήσιμες αλλά και αρκετές άχρηστες εν πολλοίς πληροφορίες που αφορούν την μικρή κοινότητα. Άκρατη υποκρισία, συγκρούσεις εντός και εκτός της οικογένειας που αφορούν περισσότερο την ψυχιατρική επιστήμη, τρόποι και μέθοδοι δημιουργίας και ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων και εκμετάλλευσή τους προς ίδιο συνήθως όφελος,  επίδειξη πλούτου και γνώσεων, θρησκευτικές και κοινωνικές ιδεοληψίες και εμμονές, σχετική ημιμάθεια και αμάθεια, προσπάθεια ανέλιξης σε δημόσιες ή άλλες παρεμφερείς θέσεις με κάθε μέσο και τρόπο, στοχευόμενες συνδιαλλαγές με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, ένα ζοφερό σε τελική ανάλυση περιβάλλον όπου πολλά εννοούνται, άλλα δρομολογούνται και άλλα στο τέλος γίνονται. Η χαρακτηριστικότερη όμως λεπτομέρεια του μυθιστορήματος, είναι η πολυπρόσωπη αφήγηση. Ο λόγος της Φρίντας διακόπτεται συνεχόμενα από λόγια και σκέψεις άλλων που ανάγονται στο κοντινό ή το μακρυνό παρελθόν, που εμφιλοχωρούν ύπουλα κάποιες φορές, απότομα σε μερικές άλλες, στο κυρίως κείμενο της επιστολής. Πολυπρόσωπη αφήγηση όμως που παραπέμπει σε ιδιαιτερότητες του κειμένου και κυρίως του περιεχομένου του.

Οι χαρακτήρες που αποκαλύπτονται από τον κύριο αφηγητή ή τους άλλους δευτερεύοντες και παραπληρωματικούς, ξεδιπλώνονται σταδιακά, και ενώ στην αρχή άλλα λέγονται και αναφέρονται, στη συνέχεια άλλα αποδεικνύονται. Να θυμηθούμε την Φρίντα να λέει, ‘…Μα τόσα χρόνια σας παρακολουθώ, Φρανκ Σλάις, που με παρακολουθείτε’, υπονοώντας διαφορετικά πράγματα από όσα εκείνος πιθανόν να γνώριζε ή ίσως να υπέθετε!

Οι όποιες ανατροπές στο τέλος του μυθιστορήματος, είναι εν πολλοίς αναμενόμενες από τον προσεκτικό και απαιτητικό αναγνώστη. Ίσως εδώ χρειάζεται να αναφερθεί ότι μια δεύτερη ανάγνωση του  κειμένου είναι κατά πάσα πιθανότητα επιτακτική. Το χειμερινό και χιονισμένο περιβάλλον της μικρής κωμόπολης, είναι το ύφασμα πάνω στο οποίο οι αφηγητές καρφιτσώνουν τις σκέψεις και τις εμπειρίες τους:

‘… Αγαπητέ μου Φρανκ, έξω χιονίζει πάλι σαν υπόσχεση ακατάπαυστα, κι όλα θα γίνουν κρύσταλλο σε λίγο… Προσωπικά, δεν έχω άλλον τρόπο να συγυρίσω την αναστάτωση εδώ, κι έτσι, σας γράφω. Βλέπετε, κάνει πάνω από τρεις μήνες ένα άγριο χιόνι εδώ πέρα, γεμάτο χνούδι τρυφεράδας…’.

Άφθονο χιόνι, λοιπόν, λάσπη αναγκαστικά σε κάποια φάση εξασθένησης του χιονιά, δυσκολία περιπάτων και βάδισης των πρωταγωνιστών του βιβλίου, και κατ’ επέκταση ιδεατών και επιθυμητών σχέσεων μεταξύ των κατοίκων του Λαβίλ. Τουναντίον, μάλιστα! Προς το τέλος του κειμένου, η Ιφιγένεια Σιαφάκα μας πλημμυρίζει τις σελίδες της με φιλοσοφικές αναφορές και λεπτομερείς κάπου–κάπου απόψεις των πρωταγωνιστών του κειμένου της. Δεν κατανοούμε, μας εκμυστηρεύεται σε ένα σημείο, πως ‘… ο χρόνος τελικά είναι η παγίδα που μας ξορκίζει νεκρούς για να υπάρξουμε, χωρίς συνείδηση, στα δίχτυα-εκεί όπου η μνήμη κατοικεί’, παραφράζοντας ή συμπληρώνοντας κάποιες γνωστές ρήσεις παλιότερων και γνωστών φιλοσόφων! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κείμενο δεν είναι εύκολο, ούτε και επιδέχεται γρήγορης και επιπόλαιας ανάγνωσης. Το αντίθετο, θα υποστήριζα! Ο χρόνος μέσα στις σελίδες διασπάται συνεχόμενα, και ο αφηγητής ενώ αρχικά είναι όπως ήδη είπαμε ένας, η νεαρή Φρίντα δηλαδή, στη συνέχεια παραχωρεί όταν εκείνη το επιθυμεί τη θέση της και για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο,  σε κάποιον άλλο! Οι χαρακτήρες, οι περισσότεροι τουλάχιστον, οικοδομούνται και δημιουργούνται στην αρχή του βιβλίου, αλλά κάποιοι αργότερα στη συνέχεια της εξιστόρησης,  αποδομούνται σε μερικές θέσεις. Ψυχική βία, υφέρπουσα στο μεγαλύτερο ποσοστό της, πανταχού παρούσα, προσωρινά ή μόνιμα κέρδη και περισσότερο προσωπικές απώλειες.

‘…Κι εσείς, γενικός διευθυντής ταχυδρομείου απ’ το τίποτε, από έναν ταχυδρόμο που μας μοίραζε κάποτε τα γράμματα, ευελπιστώντας και σε κάνα πουρμπουάρ! Μη μου πείτε πως και οι δύο προκάτοχοί σας, ο Μποργκ Τάπλιν και ο Γκέιρι Σέρκιν, αποσύρθηκαν πολύ νωρίτερα λόγω της κακής υγείας τους… Ψιθυρίζεται, αν είναι δυνατόν, απ’ τις λυκοφιλίες σας πως καταφέρατε να αναρριχηθείτε με τα μέσα του κυρίου Πάτερσεν, πράγμα που εγώ δεν θα κατόρθωνα ποτέ, διότι είμαι υπερβολικά ατσούμπαλη κοινωνικά…’!

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα στο μυθιστόρημα ‘Λευκό από χθες’ μας εξιστορεί και μας παρουσιάζει την ιστορία της αρκετά  δύστροπη και ποικιλότροπα επώδυνη. Ερώτημα αποτελεί στην αρχή η βαθύτερη ή άγνωστη για τους αναγνώστες σχέση της αφηγήτριας, της Φρίντας, με τον υποτιθέμενο παραλήπτη της επιστολής την οποία εκείνη  συντάσσει παρατηρώντας το ατέλειωτο και αφιλόξενο λευκό του χιονιού. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε ισχύει και για το χρόνο κατά τον οποίο γράφεται η επιστολή, μία περίοδος χρονικά  δύσκολη ίσως τουλάχιστον για τη χώρα μας, αλλά από την άλλη μεριά κάτι τέτοιο δεν γίνεται κι ούτε μπορεί να γίνει δεκτό αφού τα ονόματα των πρωταγωνιστών και τα τεκταινόμενα βρίσκονται από γεωγραφικής πλευράς το πιθανότερο αρκετά μακρυά μας. Κάποιοι τρόποι ανέλιξης, όμως, συγκεκριμένων προσώπων, ίσως θα  μπορούσαν να συνδυαστούν με την παραπάνω περίοδο και περιρρέουσα νοοτροπία του ολοκληρωτισμού, και φυσικά την εξασφαλισμένη ή τεχνηέντως δρομολογημένη σιωπή από τους περισσότερους των κατοίκων για τους γνωστούς φυσικά προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους. Η υψηλή δημόσια θέση του  διευθυντή του ταχυδρομείου του Λαβίλ, του Φρανκ Σλάις, απαιτεί κάποια ιδιαίτερης υφής προσόντα, τόσο για την μεθόδευση και την κατάληψη, όσο και για τη διατήρηση αυτής της θέσης. Και δεν είναι λίγα! Λοβιτούρες, ύπουλες συμμαχίες, γελοίες συμπεριφορές, καταδικασμένες τακτικές μεθοδεύσεις, που κάποιες φορές φτάνουν κυριολεκτικά στα άκρα, όπως για μικρό παράδειγμα όταν λέει, πως ‘η φιλία του πάστορα με την οικογένειά μας έδινε κύρος στη σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνική θέση του πατέρα’, ή όταν ‘… η ασίγαστη επιθυμία καταξίωσης του  πατέρα, να νοιώσει δηλαδή χρήσιμος, δυνατός, αποδεκτός και αγαπητός σε όλη την πόλη, ντύθηκε εκείνο το ζεστό βράδυ του 1952 το μανδύα μιας υπόγειας, ναι υπόγειας εξουσίας, όπως άλλωστε, παλιόπαιδο και κάθε ματαιοδοξία που επαφίεται στην πρόχειρη αντίληψη ελαφρών ανθρώπων για τον εαυτό μας, κατά την άποψη του Τζάσμιν’.

Κλίμα έντονης αμφισβήτησης των πάντων, με στοιχεία και λεπτομέρειες  που παλινδρομούν συνεχόμενα στο παρελθόν, κατακλύζεται από τον ελεγχόμενο λεκτικά ρου της υπόθεσης με λογοτεχνικά ιδιόμορφες πινελιές  σχεδόν σε όλο το μήκος του κειμένου. Είναι όλα εκείνα που τόσο δύσκολα, σταδιακά και βεβαίως παραστατικά, μας ξεδιπλώνει η Ιφιγένεια Σιαφάκα σε τούτο το βιβλίο που ίσως θα μπορούσαμε με κάποιες επιφυλάξεις να το ονομάσουμε νουάρ, με την απαραίτητη φυσικά και τροποποιημένη αστυνομική πλοκή. Άλλωστε όπως είπε σε μια εξομολόγησή της προ καιρού, η λογοτεχνία δεν είναι απαραίτητο να είναι πάντοτε εύπεπτη και εύκολη!

Στο τέλος η Φρίντα αναφωνεί, ‘… όχι, δεν με νικήσατε εσείς, μόνη μου ηττήθηκα μπρος απ’ αυτόν τον τόσο χαμερπή καθρέφτη, που μου φανέρωνε μια ψεύτικη εικόνα που χρόνια κουβαλούσα στα μάτια για τον κόσμο… τώρα είμαι αναγκασμένη να με συναρμολογήσω με άλλον τρόπο εξαρχής, και θέλω να γράφω και να γράφω, για να τραβώ με το μολύβι γραμμές στον άδειο χώρο του λευκού, ενός λευκού από χθες…’, ενός λευκού όχι αναγκαστικά semper idem, θα προσθέταμε με τη σειρά μας!

Πίνακες: Maurice Utrillo

.

 

Kλεοπάτρα Λυμπέρη, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ

Οι συμπεριφορές των ουρανίων σωμάτων και η συνήθειά τους να παρουσιάζονται μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας υπήρξαν για μένα ένα από τα παράδοξα που με απασχόλησαν όταν ήμουν παιδί, είπε ο πατέρας. Ο θόλος αυτός, μέσα στον οποίο στεγάζεται το Σύμπαν, μ’ έκανε να στρέφω τα μάτια προς τον ουρανό συχνότερα από όσο θα επέτρεπαν οι συνθήκες ζωής ενός αγοριού που διαθέτει ισχυρή φαντασία και κλήση προς τα μυστήρια. Με τα χρόνια το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε στη Γη και κατέληξα ν’ αναγνωρίζω σε όσα ονομάζουμε ανθρώπινη πραγματικότητα μια σημασία αρκετή για να με αποσπάσει οριστικά από όλες εκείνες τις παλιές ενασχολήσεις. Ο ουρανός ίσως βρίσκεται μέσα μας. Και ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται και πολύ διαφορετικός από έναν πλανήτη – αν κάτι τον κάνει να διαφέρει (το σημειώνω με κάθε επιφύλαξη) είναι (νομίζω) η συνείδησή του.

Λεπτουργός της συνείδησης, ιδού το αληθινό μου επάγγελμα, είπε ο πατέρας. Το ασκώ με μεθοδικότητα και, τολμώ να πω, είναι δύσκολη κι επίπονη δουλειά. Όποιος διαθέτει αυτή την όρεξη για παρατήρηση, αυτή την προσήλωση στην εξερεύνηση της αληθινής ζωής (συγκράτησε τη φράση «αληθινή ζωή», Αρσένιε) μοιάζει με τον τεχνίτη που δουλεύει σαν μικρογράφος δημιουργώντας θαύματα της δεξιοτεχνίας με ελάχιστα υλικά. Η πραγματικότητα ξετυλίγεται με έναν στόμφο που συχνά πληγώνει το καλό γούστο, είπε ο πατέρας. Όμως πάντα υπάρχουν οι κρυφές πτυχές της, οι βαθύτερες σκοπιμότητές της. Αυτές με ενδιαφέρουν. Ο λεπτουργός της συνείδησης δεν ξεχνιέται στην επιφάνεια, βυθίζεται στις αιτίες, στις πιο κρυφές δημιουργίες. Αλλά αν πρόκειται να μιλήσουμε για την πραγματικότητα, χρειάζεται πρώτα να ορίσουμε τη φύση της, έτσι θα έχουμε ένα μέτρο, μια κοινή βάση να σταθούμε, είπε ο πατέρας.

Όμως, όχι, δεν θέλω να χάσουμε τον χρόνο μας σε μια θεωρητική συζήτηση, επαναλαμβάνοντας ιδέες που ήδη έχουν σκεφτεί άλλοι, πιο ευφυείς και πιο έμπειροι συζητητές από εμάς. Έχω αφιερώσει στην υπόθεση του πραγματικού μια ολόκληρη ζωή. Ωστόσο, ακόμη και τώρα που βρίσκομαι πλέον σε προχωρημένη ηλικία, δεν είμαι σε θέση να πω ότι κατέχω όλες τις πτυχές του θέματος. Το βίωμα του ίδιου μου του σώματος, ομολογώ, μοιάζει ατράνταχτο γεγονός για να στηρίξω τα επιχειρήματά μου, όμως κι αυτό, ναι, πολλές φορές μ’ έχει προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Εν ολίγοις, ο αγώνας της κατανόησης δεν τελειώνει ποτέ.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ, Γαβριηλίδης 2015

Πίνακας: Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ

 

Γιάννης Τσίγκρας, Και να ξυπνήσουμε στο φώς

.

Δίπλωσες, Κύριε, προσεκτικά το μέλλον, σαν πετσέτα
Έτσι που να μην επιτρέπονται οιωνοσκοπήσεις.

Σβήσανε ήδη οι γερανοί στη δύση.

Και το παρόν μάς έμεινε στα χέρια
Όπως κομμένο αγάλματος κεφάλι
Που δε σμιλεύτηκε για να μιλάει.

Στην εποχή μάς πέταξες της δόξας
Των φρύνων, της ανεμώνης, των τρελλών πουλιών.

Ώδε η σοφία εστίν:

Να κοιμηθούμε απλά και ήρεμα
Μέσα σε ανθισμένο στίχο

Και να ξυπνήσουμε στο φως.

Αrtwork: Catrin Arno

 

Ted Joans, Στην οδό Jacques Callot

 

.

Στην οδό Jacques Callot στο Παρίσι
Μια κοπελιά βλέπει να πέφτουν τα βρακιά ενός άντρα
ο ήλιος πετιέται σαν στριμμένο νόμισμα
κι η κοπελιά γλείφει τα χείλια της αργά
στην οδό Jacques Callot στη Γαλλία

στον ηλιόλουστο αυτό δρόμο στο Παρίσι
ένα μαύρο άνθος πρωτοείδε έναν Man Ray
και στερνοείδε Le Verre d’ Eau dans la Tempête
το γυμνό γένι βγάνει ήχους γαβγισμάτων
στην οδό Jacques Callot στο Παρίσι

στην οδό Jacques Callot στην Ευρώπη
όπου εξαίσια πτώματα δεν πίνουνε κρασιά
κυοφορεί η σελήνη ηχηρά ποιήματα
και νιες πουτάνες σφίγγουνε τα γόνατα κόντρα στον πυρετό
στην οδό Jacques Callot στη Γαλλία

στην οδό Jacques Callot στην Αριστερή Όχθη
ένα φλογοβόλο βγάνει μαξιλάρι του ταξί
ο καρπουζοφάγος ρουφάει μια ψιψίνα
και τέσσαρες βελούδινες κιλότες βλαστημάν
στην οδό Jacques Callot στα Παρίσια

Ted Joans, Στην οδό Jacques Callot, μτφρ. Νίκος Σταμπάκης, δημοσιευμένο στο περιοδικό Κλήδονας

Φωτό: Sarah Moon

.

 

Tags:

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του κλέφτη

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.
Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα μιας πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.

Artwork: Michele Durazzi

 

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του κλέφτη, από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα, Κέδρος, 2016

 

 

 

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Η σκιά

 

 

Με ακολουθεί αυτή η σκιά, προπέτασμα καπνού απ’ τις αναμνήσεις.
Ξεφύτρωσε απ’ το τίποτα. Ξαφνικά. Δεν υπήρχε φως να την εμποδί-
σει. Πολλές φορές αποποιείται το σχήμα της για να πετύχει τον σκο-
πό της. Παίρνει διάφορα σχήματα, να με παραπλανήσει, λουλούδι,
καρέκλα, ακόμα και φεγγάρι. Το κατάλαβα όταν σκόνταψα στο μαύ-
ρο της φουστάνι. Δεν μπορώ να αντιληφθώ το παιχνίδι της. Τρέμω
και μόνο στην ιδέα του σκοπού της. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος του
φωτός, γι’ αυτό βαδίζω στο σκοτάδι, μην με βρει η σκιά και με κατα-
πιεί.

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Η σκιά, από τη συλλογή Λαξευτής τοπίων, Δίφρος, 2017

 

Ελένη Νανοπούλου, Με Μπλουζ της Νέας Ορλεάνης και τους παλιούς ρεμπέτες

Έλα να κολυμπήσουμε, να πιούμε ρούμι, να τραγουδήσουμε παλιούς ρεμπέτες και Μπλουζ της Νέας Ορλεάνης. Θα σε κερνάω άφιλτρο πρωινό καφέ και λεμονίτα σπιτική, γιατί γεννήθηκα από λεμόνι και πορτοκάλι, τα άλλα δεν τα θυμάμαι, μόνο ότι μεγάλη μου ’φυγε η παρθενιά δίπλα σε μυλόπετρα, τη τσάκισε και μετά πετούσαν πυγολαμπίδες. Ζεστάθηκαν τα χείλη και τα σκέλια, γραπώναμε ο ένας τον άλλον κι όλος ο Νείλος μαζεμένος εκεί. Ποτέ μου λες, δεν μεγαλώνουμε, ο χρόνος μας αντέχει και μας ανέχεται κι είπες να με κεράσεις τσίπουρα στα Εξάρχεια εκεί που δεν σκοτώνεται ο έρωτας κι έχει ένα σαντούρι μέσα του λουκούμια καφενέδες και μπαλκόνια με καρδιογραφήματα, ανήσυχες ψυχές με ένα γκογκ στα στήθη, πειρατικές. Φίλα με να γελάω και να τρίζει το σπίτι συθέμελα, να ρέει κίτρινο  ξανθό από τις σχισμές μου, να ‘ρχονται μέσα άγγελοι προσφυγικοί. Σήκωνε με, όπως εσύ  σηκώνεις θάλασσα σ’ ένα λακκάκι. Καημό μεγάλο το ‘χω λούλουδο μου, ούτε μια στιγμή δεν χώρεσα στη λακκούβα του λαιμού σου.

Φωτό: Pierre Boucher

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, κριτική (Mανόλης Πολέντας, Στο Κόκκινο)

Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η επιτυχία ενός μυθιστορήματος στη χώρα μας (για να μιλήσουμε μόνο για τα δικά μας) κρίνεται από τους κανόνες της φιλελεύθερης αγοράς και όχι από την πραγματική λογοτεχνική του αξία. Η επινόηση μιας «έξυπνης» ιστορίας που καταπίνεται στα γρήγορα όπως και το φαστ φουντ συχνά αρκεί για να δει ο συγγραφέας της το όνομά του στην λίστα των ευπώλητων. Υπάρχουν όμως και οι λαμπρές εξαιρέσεις  μυθιστορημάτων που διαιωνίζουν τον ορισμό της λέξης λογοτεχνία.

Θυμάται κανείς ένα λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασε πριν από χρόνια πολλά επειδή όταν το διάβασε του είχε προκαλέσει δέος και θαυμασμό για το επίπεδο της γραφής του συγγραφέα του. Μπορεί να ξεχάσει κανείς την πλοκή του, όμως το στυλ δεν ξεχνιέται. Πώς να ξεχάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ανοίγει ο Καμύ τον «Ξένο»; Η Βιρτζίνια Γουλφ την «Κυρία Ντάλογουέι»; ‘Η, οτιδήποτε έχει γράψει ο Μπέκετ. Συμβαίνει να διαβάσεις την πρώτη, απλή πρόταση ενός μυθιστορήματος και να μείνεις άφωνος από έκπληξη και η έκπληξη αυτή να γίνει εκπλήξεις πολλές μέχρι να φτάσεις στην τελευταία πρόταση του βιβλίου. Εκπλήξεις σε κάθε μία σελίδα που σε απορροφούν γιατί σου δείχνουν τη μαεστρία στη χρήση του λόγου από τον συγγραφέα. Αυτό είναι το ύψιστο καθήκον του συγγραφέα που επιδιώκει να περάσει στο επίπεδο του λογοτέχνη.

Από το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το Τραγούδι του Λύγκα»,  (Εκδόσεις Γρηγόρη, 2011), η Ιφιγένεια Σιαφάκα προκάλεσε την έκπληξη αυτή, σε μένα τουλάχιστον. Τώρα, με το νέο της βιβλίο «Λευκό από Χθες» (Σμίλη 2017) οι εκπλήξεις συνεχίζονται. Βιβλίο που διαβάζεις τις λέξεις του μία μία, έτσι ακριβώς όπως αξιώνουν τα καλά βιβλία. Να σταματάς σε κάθε παράγραφο και να αναρωτιέσαι για όλες τις πτυχές ενός, ας πούμε, συναισθήματος που στο παρελθόν νόμιζες ότι είχες πολύ καλά ανατομίσει αλλά που τώρα εκπλήσεσσαι με νέα δεδομένα.

Αυτό συμβαίνει, πιστεύω, όταν ο συγγραφέας εγκύπτει στην λευκή σελίδα με φόντα ακαδημαϊκά τα οποία  έρχονται να συμπληρώσουν το ταλέντο του. Και η Σιαφάκα τα απολαμβάνει και αυτά τα φόντα αν ψάξει κανείς και τις άλλες εκδόσεις της, είτε σε άλλα είδη λογοτεχνίας είτε σε κείμενα κριτικής της λογοτεχνίας. «Λευκό από Χθες», λοιπόν. Μία εξαφάνιση σε κάποια επαρχιακή πόλη του βορρά και ένα συνταρρακτικό νέο, δύο χρόνια αργότερα, μία επιστολή που θα ολοκληρωθεί σε δέκα μέρες, εν μέσω μιας ακατάπαυστης χιονοθύελλας, αποκαλύπτουν ένα βίαιο ενδοοικογενειακό τοπίο αλλά και μία απρόσκοπτη συνδιαλλαγή του μ’ ένα αντίστοιχο κοινωνικό περιβάλλον, όπου η θρησκοληψία, η υποκρισία, η επιδειξιμανία και η άγνοια συντηρούν και ενδυναμώνουν.

Δείγμα γραφής από τις πρώτες σελίδες προς τεκμηρίωση των παραπάνω λεχθέντων:  «Η γραμμή Μάιστον-Λαβίλ είναι κλειστή πάνω από δύο βδομάδες τώρα, κι ένας θεός γνωρίζει πότε αυτοί οι νόστιμοι αγροίκοι με τα ξανθά μουστάκια και τα ζωώδη αχαμνά θα βάλουν τον συρμό ξανά σε λειτουργία• τα μεροκάματα, βλέπετε, που πιάνουν βάρδια στα άγρια χαράματα, τυφλά από τη νύστα, σκάβουν ρωγμές μόνο στις τύχες της παλάμης μας, αντί να καθαρίζουνε τις ράγιες, που γλιστρούν μετακινήσεις.»  Το μυθιστόρημα  χαρακτηρίζεται από την αμεσότητα και το θεατρικό στοιχείο της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, το τραγικό σε συνδυασμό με το μπουρλέσκ και το παράλογο, την υπόγεια ειρωνεία και το παίγνιο, την εναλλαγή της γλώσσας και των ρυθμών της. Αποτελείται από δεκαοκτώ κεφάλαια, των οποίων η γραμμική σχέση με τον χρόνο περιορίζεται στο δεκαήμερο της συγγραφής της επιστολής. Οι χαρακτήρες, οι σχέσεις και οι συγκρούσεις ανάμεσα στα πρόσωπα αποκαλύπτονται σπονδυλωτά μέσα από συμβάντα που λειτουργούν όπως η μνήμη και οι απωθήσεις και έχουν ως κύριο μέλημα τη δημιουργία ενός συμπαγούς μυθιστορηματικού χώρου, ο οποίος στη συνέχεια ανατρέπεται.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, «Λευκό απο χθες», Εκδόσεις Σμίλη 2017

Αrtwork: Vladimir Kush, Michele-Durazzi

 

Μανόλης Πολέντας, Στο Κόκκινο

 

,