RSS

Νίκος Βασιλειάδης, ΑΓΑΘΟΣ

Αυτή και πολλές παρόμοιες ιστορίες του Λάκη, ο οποίος εδοκίμασε κατά καιρούς όλα τα μέσα σωφρονισμού του θείου Ορέστη, μ’ έκαναν, βοηθούντος και του χαρακτήρος μου, να είμαι απολύτως ευπειθής στις εντολές του. Γι’ αυτό και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γινόταν εν τέλει εγώ να είμαι ο «αγαθός» κι ο Λάκης ο αγαπημένος του! Διότι αυτό συνέβαινε και ήταν ηλίου φαεινότερον. Κάθε αναφορά του θείου στον Λάκη ήταν κατά βάθος θαυμαστική και τα επίθετα με τα οποία τον εστόλιζε – «ο μπαγάσας», «ο διάολος», «ο κερατάς» – υπέκρυπταν έναν τόνο επιδοκιμαστικό μάλλον και, οπωσδήποτε, όχι καταδικαστικό. Ενώ το επίθετο «αγαθός», το μόνο που απηυθύνετο σ’ εμένα, περιέκλειε νόημα σαφώς υποτιμητικό. Με το ίδιο πνεύμα, άλλωστε, αντιμετώπιζε ο θείος και τις παρέες μου (δηλαδή τον ένα και μοναδικό φίλο που είχα στη γειτονιά, μαθητή αριστούχο, που μετά σπούδασε Νομικά κι έγινε εφοριακός) καθώς και τις ασχολίες μου, ιδίως δε τη μανία που είχα στο Δημοτικό να κεντάω και αργότερα να ζωγραφίζω.

Αυτό το επίθετο που μου απέδιδε και η ακριβής σημασία του με είχαν φέρει για πολλά χρόνια σε αμηχανία μέχρις απογνώσεως. Διότι συνέβαινε να έχουν στο σπίτι τους μια παλαιότατη ελαιογραφία που παρίστανε έναν άγγελο και γύρω από το φωτοστέφανό του έγραφε «ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΓΑΘΟΣ». Προσπαθούσα, λοιπόν, εναγωνίως να καταλάβω πώς μπορεί αυτή η γλυκύτατη θεϊκή μορφή να συνδέεται με το νόημα που έδινε στη λέξη ο θείος· χώρια, βέβαια, το φοβερό μπέρδεμα που γινόταν με το όνομα του Αγάθου!

Νίκος Βασιλειάδης, ΑΓΑΘΟΣ, σελ. 94, πέμπτη έκδοση, Εκδόσεις Νεφέλη, 1989  

Artwork: Marcos Guinoza

 

Ανδρέας Καρακόκκινος, Μεσονύχτι

.

Ένα βιβλίο ανοικτό
στα πόδια σου
κι εσύ ταξιδεύει
ο απόκρυφους πολιτισμούς
παίζοντας με τις λέξεις.
Μια πεταλούδα πολύχρωμη
κάθεται στα μαλλιά σου
νομίζοντας είσαι η άνοιξη.
Κάπου μακριά ένα ακορντεόν
στολίζει τις σελίδες
κι ένα φως αχνό
χορεύει μπρος στα μάτια σου
στη ράχη της βελόνας
που δείχνει μεσονύχτι.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Μεσονύχτι, από την ποιητική συλλογή Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό,  Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2017.

Πίνακας: Henri Matisse

 

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso

.

Ο μικρός Picasso λογομαχεί με τον μικρό Klee. Ο μικρός Picasso χάνει την ψυχραιμία του και με μια γροθιά μαυρίζει το μάτι του μικρού Klee. Την επόμενη μέρα,ο μικρός Klee με το μαυρισμένο μάτι εξαπολύει ένα σμήνος πολύχρωμων κουνουπιών εναντίον του μικρού Picasso. Σε λίγο, ένας νευρασθενικός κόκορας καταφθάνει τρέχοντας με κλειστές φτερούγες σαν κουλός δρομέας και συμμαχεί με τον μικρό Picasso εναντίον των κουνουπιών. Καταφέρνει και μερικές γερές τσιμπιές στον μικρό Klee, ο οποίος καλεί επειγόντως σε βοήθεια έναν φτερωτό τροχονόμο και ένα αιμοβόρο χρυσόψαρο. Δεχόμενος επίθεση από ουρανό και θάλασσα, ο μικρός Picasso επιστρατεύει έναν βαρβάτο μινώταυρο με καυτά ρουθούνια. Όταν το θηρίο μπαίνει στο πεδίο της μάχης, ο μικρός Klee σταματά απότομα και ο στρατός του τον μιμείται. «Εγώ τόση ώρα έπαιζα και εσύ θέλειςνα με σκοτώσεις;» λέει στον μικρό Picasso, ενώ απομακρύνεται πάνω σε έναν ιπτάμενο κήπο, αφήνοντας τον μικρό Picasso σαστισμένο ανάμεσα στα τέρατα.

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso, από τη συλλογή Αντανάκλαση, Εκδόσεις Σμίλη 2018

Πίνακας: Paul Klee

 

Άννα Δερέκα, Προϊόν αρπαγής

Έτσι είμαι
Κοντά σ’ αυτούς που αγαπώ.
Μένω ακίνητη.

Αυτοί βλέπουν
Και λένε
Δεν είναι αστέρι,

Είναι λάμπα σε έρημο δρόμο
Της Λίμνης,

Δεν βλέπει κανείς
Ας πετάξουμε πέτρες.

(Νέα Υόρκη, 1988)

Από τη συλλογή «Υδάτινες φλέβες», 2000

Πίνακας: Kristin Vestgard

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς

114. Με τα κατασκευάσματα που προσποιούνται τις λογοτεχνικές δημιουργίες θα νόμιζε κανείς ότι συμβαίνει ό,τι και με τις απομιμήσεις που προσποιούνται τα πρωτότυπα· διαβάζοντάς τα, ο αναγνώστης γλιτώνει κόπο, όπως κι ο καταναλωτής, αγοράζοντάς τα, γλιτώνει χρήματα. Ότι το χρήμα είναι το κατ’ εξοχήν τέχνημα αποφυγής του κόπου και του χρόνου που απαιτούν όλα τα δύσκολα εγχειρήματα –των καλλιτεχνών μη εξαιρουμένων– είναι κοινό μυστικό που μας αποκάλυψε ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του ’44. Γλιτώνοντας κόπο και χρόνο, γλιτώνουμε σωματική και ψυχική καταπόνηση. Μαζί, όμως, χάνουμε και όλα τα πολύτιμα που δύσκολα κτώνται, συμπεριλαμβανομένης της παιδείας, της αισθητικής απόλαυσης, της ευαισθησίας. Με αυτήν τη διάθεση, είτε εκδίδουμε πλοκές που βοηθούν τους αναγνώστες να σκοτώσουν την ώρα τους είτε τους λέμε παραμύθια που θωπεύουν τη νάρκη τους, και στις δύο περιπτώσεις τους οδηγούμε στην αποβλάκωση που προκαλεί ανασφάλεια. Μύρια όσα κακά έπονται. Γιατί θέλει πολύ χρόνο για να γίνεις νοήμων και ευαίσθητος. Και μόνο το ένα χιλιοστό αυτού του χρόνου αρκεί για να γίνεις απαθής και ανόητος.

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς, μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας, σελ. 146, Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας: Henri Matisse

 

 

George Le Nonce, μεγαλόχαρη

 

Πρηνὴς ἐνώπιον τῆς εἰκόνας
ἱκέτης, μὲ τάματα ὁλόχρυσα,
ποντάρει στὴν ταπεινότητα τοῦ προσκυνήματος
ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνταλλακτικὴ ἀξία τῶν κτερισμάτων.
Καθὼς πέφτει ἡ βαρύτιμη εἰκόνα καὶ τὸν πλακώνει
φορτωμένη μὲ δεκάδες ἀσήκωτα ἀφιερώματα
κι ἀκαριαῖα διαλύει τὸ κρανίο του
«θαῦμα, θαῦμα» ἀναφωνεῖ τὸ ἐκκλησίασμα
διότι εἶναι ἀήττητη ἡ ἐλπίδα τοῦ ἀπεγνωσμένου.

George Le Nonce, μεγαλόχαρη, από τη συλλογή Έλεος, Εκδόσεις Bibliothèque 2018

 

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη

.

Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι
τα παλιά πορτραίτα
ξαναγύρισαν στους τάφους
η θάλασσα με τα όνειρα
ρουφήχτηκε απ’ το θεριό της λίμνης
τα έπιπλα κάηκαν στην πυρά
μαζί με τις μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω απολιθωμένη μνήμη.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη, από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο, Θεσσαλονίκη 2013

 

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία 

I.

Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία :
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα,
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Kαι ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια στις καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Με τις απίθανες, τις πιο ετερόκλητες διακοσμήσεις
(Θα χρειαζόταν ένα ποίημα χωριστό μόνο για δαύτες)
Kαι –σπάνια πια– τ’ απολιθώματα: τζουκμπόξ και φλιπεράκια
Ένα μπιλιάρδο ξεχασμένο, ένα ποδοσφαιράκι χάρβαλο
«Στο βάθος κήπος πια», παρατημένα.

II.

Δε λέω «καφετέριες », προσοχή, λέω « καφενεία»
Eκείνες είναι χώροι αλλιώτικοι, με τις γελοίες μουσικές
Δε λέω «cafè» τα κομψεπίκοψα φλωράδικα,
Μα ούτε και «ρακάδικα» –μη χέσω– δεν αντέχω,
Κι ούτε βεβαίως –εσχάτη πτώση– τα «ρακομελάδικα».
Εγώ γουστάρω κρότο των ζαριών στο τάβλι.

 

.

IX

Αίφνης το «Πανελλήνιο», στέκι μου σταθερό –
(Δε σ’ το ’μαθα, ρε Διονύση, πήγες και πέθανες νωρίς).
Προέκταση του γραφεί μου,
Πολύ σωστά μου το ’λεγες, γαλαζομάτα,
–Α, ρε Νίκο, α ρε Γιάννη, γίγαντες της Μαυρομιχάλη–
Με το πεσοικό πατάρι του, απερίγραπτα μοναδικό
Είμαι ο μόνος που το εγκαινιάζει ολοένα
Παίρνοντας συνεντεύξεις (και δίνοντας για μια φορά:
Γεια σου, βρε Κατερίνα, γεια σου Πέννυ)
Και κάποτε το γέμισα με κόσμο εγώ, στα «Σινεμά» μου.

[…]

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία από τη συλλογή Εμένα μου λες, Ποιήματα 1997-2016,  Εκδόσεις Α Ω,  γ’ έκδοση, Μάρτιος 2019

Oι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της Ιφιγένειας Σιαφάκα, Πανελλήνιον, Ιούνιος 2019 σε συνάντηση με τον Δημήτρη Φύσσα.  Στην πρώτη φωτό ο κ. Νίκος, ιδιοκτήτης του καφενείου.

 

 

 

 

Κώστας Σιαφάκας, Σκαντζόχοιροι και κότες

.

Άνοιξα το κοτέτσι και άφησα τις κότες να φύγουν. Δραπέτευαν τρεχάτες κοιτώντας πού και πού η μία την άλλη, έκπληκτες και τρομαγμένες. Όταν χάθηκαν στον κοίλο ορίζοντα των χωραφιών, κάλεσα όλους τους σκαντζόχοιρους της περιοχής. «Ιδού το νέο σας καταφύγιο!» τους είπα, δείχνοντας την άδεια παράγκα που μέχρι πριν από λίγο φιλοξενούσε τις κότες μου. Οι σκαντζόχοιροι μπήκαν στη σειρά και με απόλυτη πειθαρχία και σιωπή κατέλαβαν τις θέσεις τους, περήφανοι κι ευγνώμονες για την ωραία τους κατοικία. Από αυτή την
αλλαγή φαίνεται πως όλοι έμειναν ευχαριστημένοι: οι σκαντζόχοιροι κούρνιασαν αμέσως, οι όρνιθες πετούσαν ελεύθερες στον κόκκινο ουρανό κι εγώ περίμενα καρτερικά τα υπέροχα αγκαθωτά αυγά.

Κώστας Σιαφάκας, Σκαντζόχοιροι και κότες, από τη συλλογή Αντανάκλαση, Εκδόσεις Σμίλη, 2018

Artwork: Ingrid dee Magidson

 

Xαρά Νικολακοπούλου, Το τελευταίο αστειάκι

Οι πιγκουίνοι είναι πλάσματα αξιοπερίεργα. Οπωσδήποτε είναι ανθρωπόμορφοι. Κι άλλα ζώα βέβαια έχουν ομοιότητες με τον άνθρωπο, αλλά ο πίθηκος, ας πούμε, ή ο ουρακοτάγκος δεν μας κάνουν να αισθανόμαστε περήφανοι για τα όποια κοινά χαρακτηριστικά μας. Το όνομά τους εμπλέκεται  μάλιστα σε υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς όπως: είσαι μια μαϊμού, α να χαθείς, πιθηκομούρη, κ.ο.κ. Όχι, οι πιγκουίνοι διαθέτουν μια συγκινητική ευγένεια. Θα μπορούσαν να είναι οι Σαρλό των πτηνών, κομψοί αριστοκράτες μέσα στο γιορτινό τους σμόκιν, ένα ευφάνταστο πείραμα της εξελικτικής αλυσίδας στην προσπάθειά της να δημιουργήσει το «αριστούργημα» που λέγεται άνθρωπος, μια αξιοσημείωτη απόκλιση από τη βαρβαρότητα που κατοικοεδρεύει στα γονίδια πολλών αντιπροσώπων τού ζωικού –και όχι μόνο– βασιλείου, μια υπενθύμιση ότι άσπρο και μαύρο συναπαρτίζουν το ίδιο νόμισμα, το γιν και το γιανγκ μιας μελαγχολικής ενδοσκόπησης, ένα ευφυέστατο παράδειγμα θερμικής ανεξαρτησίας, πάνω απ’ όλα σκληροί διαπραγματευτές στη μάχη για επιβίωση κάτω από φοβερά αντίξοες συνθήκες. Εκτός από τα παραπάνω, ίσως είναι η τελευταία ευτυχής έμπνευση, ένα αστειάκι τού δημιουργού πριν περιπέσει σε βαθιά μελαγχολία βλέποντας την οικτρή κατάληξη των πιο πρόσφατων δημιουργημάτων του. Μια παροιμία από την Παταγονία λέει ότι ένα παραμύθι που αρχίζει με έναν πιγκουίνο τελειώνει με έναν έρωτα. Ας το πιστέψουμε, δεν έχουμε εναλλακτική επιλογή. Ποιοι στην ευχή είμαστε εμείς που θα αμφισβητήσουμε τις παροιμίες από τη Παταγονία; «Κοίταξέ τους, δεν είναι αξιολάτρευτοι; Μοιάζουν τόσο συγκινητικά ανθρώπινοι», θα έλεγε η Όλγα. «Μήπως θέλουν να μας μεταφέρουν κάποιο μήνυμα;» «They are only birds, honey; they just obey their nature. It’s so simple»[1],  θα απαντούσε ο Ντάνιελ.Αλλά όλα αυτά, αρκετά αργότερα…

(Προδημοσίευση από την ανέκδοτη νουβέλα  Η ασπρόμαυρη γυναίκα)

[1] Δεν είναι παρά μόνο πουλιά, γλυκιά μου, απλώς υπακούνε τη φύση τους. Είναι τόσο απλό.

Πίνακας: Joan Mirό