Σπύρος Κιοσσές, Δυσλεξία
Στασίασαν οι λέξεις μου.
Τις λέξεις μου δεν τις ελέγχω πια.
Κι όλο ανορθόγραφες φράσεις αρθρώνω
Μάριος Μαρκίδης, Οι βαλίτσες του Οκτώβρη
.
Όταν έφευγες, ο Οκτώβρης κατέβαζε τις βαλίτσες στο πεζοδρόμιο.
Τα παπούτσια λασπώνονταν στα χαρακώματα των φυκιών
κι οι τελευταίοι, ανασφαλή γερόντια
ξαπλώνανε ακόμη στις θημωνιές της θάλασσας
κρατώντας επίμονα το νοίκι τους και μια μπουκάλα μεταλλικό νερό.
Θα ξαναρθεί βέβαια το καλοκαίρι κι οι ρομφαίες του τουρισμού
το νησί θα βγάλει βιαστικά τις αντίκες του απ’ το ντουλάπι
σαρακοφαγωμένες κασέλες, εικονίσματα, σκαλιστές ιδεολογίες
θα ξαναβγάλει τις αντίκες του απ’ το ντουλάπι
μασημένα τραγούδια, άδειες ταξιδιών και ξωκλήσια ιαματικά.
Θα ξανάρθει βέβαια το καλοκαίρι. Ο έρωτας
θα σκουπίζει τις νύχτες με ξανθά μαλλιά
κι απ’ τα μπαλκόνια που υποθέτουνε τη θάλασσα
ο καθένας θ’ ανοίγει τις πληγές του και τις μεγάλες γάζες της μοναξιάς.
Στο μεταξύ τα δάχτυλα της Κίρκης τρίβουνε τα τζάμια του νησιού
γνέφοντας αινιγματικά σε μια φωνή γιαπωνέζικου τρανζίστορ
και μόνο κάπου κάπου τα παιδιά ξεθάβουν στα βουνά κοχύλια και τροπάρια νεκρά
ή φτερούγες που κάποτε δρόσιζαν μια παμπάλαιη ελευθερία
Θα ξανάρθει βέβαια το καλοκαίρι.
Όταν έφευγες, το νησί μετοικούσε κιόλας στο συνάχι του
σε κλειστά καφενεία που κατέβαζαν δάκρυα
αυλακώνοντας τα μάγουλα με χειμερινές φαντασιώσεις
κι εσένα σου έμεναν οι αφροί των καρτ-ποστάλ
και οι πικρές λιθογραφίες του Αυγούστου
κι εσένα σου έμεναν οι Δέκα Εντολές
και οι γραβάτες ενός ασήκωτου χειμώνα.
Μάριος Μαρκίδης, Οι βαλίτσες του Οκτώβρη, από τη συλλογή Θάλασσα Σαρωνικού ήρεμος, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα
Αrtwork: Gary Bunt
.
Ευάγγελος Βαλσαμίδης, HELAS
μ΄
Κάθε νύχτα λουφάζει
πάνω απ’ τα κεφάλια αστροφεγγιά
και την πνίγουν τα λαμπιόνια.
Τα μάτια στα μάτριξ γαντζωμένα
σε εικονικές πραγματικότητες, ρεκλάμες.
Ρακορροούντες άνθρωποι αυτόβουλοι
φυλάνε στων κενών τα μετερίζια
τον θάνατο που έρχεται αθόρυβα,
σαν μυώδες ορθάνοιχτο σκοτάδι και
του Κέρβερου το στόμα να αλυχτά το τέλος.
Οιμωγές να ξεριζώσουν τα αδόκητα όνειρα
μέσα απ’ τα κεφάλια,
με μακριές τσιμπίδες ρίχνοντάς τα
σε πάγκους σαν συκωταριές για τα γατιά
που πεινασμένα οσμίζονται το αίμα.
Και σύντυχα πυρομανείς
με δαυλιά ρετσινωμένα
και πυρσούς από κατράμι,
εμπύρετα πυρπολικά,
να ζεσταθεί ο πλανήτης από τη βαθιά κατάψυξη.
Και αν λείψει θέρμη να καούν και τα βιβλία.
Οι βιβλιοθήκες ν’ αλαφρώσουν απ’ το βάρος
και τη φρίκη.
Ευάγγελος Βαλσαμίδης, από την ενότητα Helas, Υπογλώσσια, Γαβριηλίδης 2017
Artwork: Rozi Demant
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Nτοκουμέντα απτά
Όσο ακόμη ζούσε βάδιζε
Σαν ένσαρκο άρωμα που φεύγει στον αέρα
Τώρα η φωτογραφία τής χαρίζει
Παράστημα σε σφριγηλή ακινησία
Έπαρση ανακτορική στη θλίψη.
Συνεκτικά έχουν τυλιχτεί πνοή και ρούχο
Κι όλο το σώμα της κοιτάζει τον φακό
Μια στήλη από πετρωμένο αλάτι
Που ζωηρά θυμάται τα οστά
Που αναγνωρίζει κάθε πόρο του δέρματος
Κι είναι κορνίζα τοσοδούλα όρθια κλίνη
Απ’ όπου εγείρεται επιθυμώντας τον Θεό.
Πόσοι και πόσοι εγείρονται από την άπνοια
Όταν φυσάει δυνατά στην πόλη
Και κλαίνε τα παραθυρόφυλλα δαρμένα
Και δραπετεύουνε ξεμαλλιασμένες κουρτίνες
Κι οι αρρωστημένες νεραντζιές στη λεωφόρο
Σκορπάνε αζήτητους καρπούς στο οδόστρωμα.
Σαν σκύλους ξαμολάν τα περιπολικά τους
Η αστυνομία και η θεία πρόνοια.
Παντού τα ίχνη, πουθενά τα σώματα.
Μόνο που τρέχουν από τάφους και τράπεζες
Εργάτες, πελάτες, φαντάσματα
Κι ο φωτογράφος στρέφει σ’ όλους τον φακό.
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Nτοκουμέντα απτά, Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή, Μελάνι 2019
Photo: Gerhard Richter
Φλάν ο’ Μπράιαν, Ο τρίτος αστυφύλακας
.
«O τελευταίος απαγχονισμός που είχαμε σε τούτη την περιοχή ήταν εδώ και τριάντα χρόνια», είπε. «Ήταν ένας περιβόητος άντρας ονόματι Μακντάντης. Κατείχε το ρεκόρ στα εκατό μίλια με συμπαγές ελαστικό. Δεν χρειάζεται να σου πω τι του έκανε το συμπαγές ελαστικό. Αναγκαστήκαμε να κρεμάσουμε το ποδήλατο». «Να κρεμάσετε το ποδήλατο;» « Ο Μακντάντης είχε προηγούμενα με κάποιον ονόματι Φίγκερσο, αλλά κρατιόταν μακριά. Ήξερε πώς έχουν τα πράγματα, κι έκανε το ποδήλατο του Φίγκερσου λιώμα μ’ έναν λοστό. Ύστερα απ’ αυτό ο Μακντάντης και ο Φίγκερσος ήρθαν στα χέρια, και ο Φίγκερσος –ένας μαυριδερός με γυαλιά– δεν έμαθε ποτέ ποιος νίκησε. Έγινε ολονυχτία και τον έθαψαν με το ποδήλατό του. Έχεις δει ποτέ φέρετρο σε σχήμα ποδήλατου;» «Όχι». «Είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο είδος ξυλουργικής, πρέπει να είσαι καλλιτέχνης λίαν δυνατός για να το καταφέρεις με το τιμόνι, άσε τα πετάλια και τη σέλα. Αλλά ο φόνος ήταν άσχημο κρούσμα εγκληματικότητας και πολύν καιρό δεν μπορούσαμε να βρούμε τον Μακντάντη, ούτε να εξακριβώσουμε πού ήταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του. Στο τέλος, αναγκαστήκαμε να συλλάβουμε το ποδήλατό του όπως και τον ίδιο, και τους παρακολουθούσαμε και τους δυο με μυστικότητα επί μία εβδομάδα, για να διαπιστώσουμε πού βρισκόταν η πλειονότητα του Μακντάντη και αν το ποδήλατο ήταν ως επί το πλείστον στο παντελόνι του Μακντάντη pari passu, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». «Και μετά τι έγινε;» «O Υπαρχιφύλακας αποφάνθηκε στο τέλος της εβδομάδος. Η θέση του ήταν εξαιρετικά δύσκολη δεδομένου ότι ήταν κολλητός με τον Μακντάντη εκτός υπηρεσίας. Καταδίκασε το ποδήλατο και κρεμάστηκε το ποδήλατο. Γράψαμε nolle prosequi στο ημερολόγιο συμβάντων ως προς το έτερο των εναγομένων. Δεν παρευρέθηκα στο κρέμασμα, γιατί είμαι άνθρωπος ευαίσθητος και το στομάχι μου αντιδρά βίαια»
Φλάν ο’ Μπράιαν, Ο τρίτος αστυφύλακας, μτφρ. Άρης Μπερλής, σ. 163-164, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2008
Artwork: Maggie Taylor
Βικτορία Γεροντάσιου, Καταιγίδα 48
.
Μαύρος νους
Μια ψεύτικη βόλτα
Με βάρκα ουτοπίας
Σε λιγοστούς μήνες
Οι δίψες μας κουρασμένες
Περιπλανήσεις αρπακτικών
Ένα βλέμμα βραχνό
Αναπολούσε
Τη φωτεινή αλλαγή
Επιθυμούσε στα μάτια σου
Να υπάρξει
Σ’ ένα καλύτερο παραμύθι.
Βικτορία Γεροντάσιου, Καταιγίδα 48,
από τη συλλογή Μικρές καταιγίδες, Εκδόσεις Θράκα, Αθήνα 2018
Πίνακας: George Braque
Μάριος Μαρκίδης, Προς τι η πικρία;
.


.





