Δημήτρης Βαρβαρήγος, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Τρεις Βάλτοι, θεατρικός μονόλογος
Θυμάμαι έβρεχε εκείνο το βράδυ
Τώρα
Νίκος Φωκάς, Πάνω απ’ τον άταφο νεκρό
.
[…] Το ίδιο εκείνο νεανικό κι έκθαμβο στη μορφή της
Το ίδιο στόμα της το υγρό πριν να μιλήσει ακόμα·
Αν και ντυμένη ήταν γυμνή σαν μόλις ν’ αναδυθή
Καθώς φαινόταν ψεύτικο το ρούχο της στο σώμα.
***
Φορώντας πάντως ένα απλό τριμμένο πανωφόρι.
Ίσως για την περίσταση ν’ άφησε κατά μέρος
Στολίσματα, κοσμήματα, φανφάρες κι ακολούθους
Αφού έλειπε απ’ το πλάγι της κι αυτός ακόμα ο Έρως.
***
Σίγουρα δεν το έπαιρνε στα πένθη κι ήταν ίσως
Ο λόγος τώρα που ένιωθα μπροστά στα θεία της μάτια
Τόσο έξαφνα αβοήθητος, αλήθεια αναφροδίσιος
Με δυνατή χωρίς Αυτόν την έφεση για εγκράτεια.
***
Λες κι είχα εμπρός μου μια θνητή, τη Φρόσω ή τη δουλίτσα,
Αυτές που ’χα αρνηθεί πιο πριν, έτσι ένιωθα μπροστά της·
Γιατί χωρίς τον Έρωτα θνητή κι αυτή δεν ήταν,
Όσο κι εγώ κατάμονος και γέρος και σακάτης; […]
Νίκος Φωκάς, Πάνω απ’ τον άταφο νεκρό, Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα
Φωτό: Rudolf Koppitz
Δώρα Κασκάλη, Ανατομικές λεπτομέρειες
.
Τά πόδια μου κουράστηκαν
νά κουβαλᾶνε τό μικρό μου σπίτι
δύο δωμάτια σαλοκουζίνα καί WC.
Γέμισαν σκοτωμένο αἷμα οἱ ϕλέβες
ὅσο ἐγώ κάνω ὑπερωρίες
στοῦ πόθου τά στιλέτα.
Ἀπ’ τά παράθυρά του βγαίνουν δέκα χέρια
κι αὐτά διακλαδίζονται σέ δάκτυλα διακόσια
μέ νύχια ἁρπακτικά πού κρύβουν τή γενιά τους
στό κόκκινο, τυρκουάζ καί κοραλλί μανό.
Ἡ μάνα ὅλη μέρα θυμιατίζει
σέ μία κόγχη τῆς ἀριστερῆς ἀμυγδαλῆς·
ἔχει στριμώξει εἰκόνες τῶν Ἁγίων
ἐπιχειρώντας πλιάτσικο στίς πιό λάγνες μου μνῆμες.
Ἐσύ κάνεις τραμπάλα στήν ἀρσενική δεξιά
νιώθεις ἀσϕάλεια μές στήν ὑπεροχή σου,
ὅσα σοῦ δίδαξαν οἱ κραταιοί προπάτορες θυμήσου!
Ἀπό τή μία θηλή κρέμονται δέκα νᾶνοι,
ἀπό τήν ἄλλη ρέει πρωτόγαλα ἀγριμιοῦ,
μιά τιάρα μοῦ ὑπόσχεται παλάτια
καί κοϕτερές, μεθυστικές βελόνες
μέ στέλνουν σέ ναρκωτικά ταξίδια τοῦ χαμοῦ.
Ἔχω μία πανάρχαια γιαγιά πού κάθε βράδυ
ποντάρει τήν τιμή μου στά χαρτιά
κι ἐγώ κρατάω τσίλιες στούς αἰῶνες
ἔξω ἀπ’ ἕναν οἶκο καθωσπρέπει
παραϕυλώντας τῆς ἀκολασίας τό βασιλιά.
Πάνω στήν ἄσπρη μου κοιλιά
θά σχεδιάσω ἕνα σπουδαῖο δέντρο γενεαλογικό
καί τό αἰδοῖο μου θά ὑποθηκεύσω
μ’ ἀντάλλαγμα τό σπέρμα βίαια ρομαντικῶν ἐραστῶν.
Δώρα Κασκάλη, Ανατομικές λεπτομέρειες, από τη συλλογή Ανταλλακτήριο ηδονώς, Σαιξπηρικόν 2014
Πίνακας: Jules Pascin
Πέτρος Σκυθιώτης, Συνθήκη ισορροπίας
8.
Μετά από δεκαεφτά πλύσεις εγκεφάλου
κρεμάστηκε στα σύρματα του τρίτου ορόφου
δίπλα στην μπουγάδα της γυναίκας του
μόλις στέγνωσε
καθαρός πια απ’ όλα τα μικρόβια
επέστρεψε στο μπαλκόνι να διαβάσει την
ατσαλάκωτη εφημερίδα
η γυναίκα και χωρίς πολλά πολλά
σιδέρωσε κι ετοίμασε τα δύο σκοτωμένα
παιδιά
για το δείπνο
Πέτρος Σκυθιώτης, Συνθήκη ισορροπίας, Θράκα 2014
Πίνακας: Daria Petrilli
Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία
.
Άκουσε τα βήματα στην τραπεζαρία, μετά την πόρτα ν’ ανοίγεται, και μπήκε ο Λάστερ, με ξοπίσω του έναν μεγαλόσωμο άντρα. Ήταν σαν πλασμένος από άλλη ύλη· που τα μόριά της δεν ήθελαν ή δεν μπόρεσαν να έχουν συνοχή το ένα με το άλλο ή με τον σκελετό που τα κουβαλούσε. Το δέρμα του έμοιαζε πεθαμένο και ήταν άτριχο. Και, σαν να έπασχε από υδρωπικία, προχωρούσε με παραπατήματα, σαν αρκούδα εξημερωμένη. Τα μαλλιά του αποχρωματισμένα και αδύνατη τρίχα. Του τα είχαν βουρτσίσει έτσι που να πέφτουν μπροστά σαν τα παιδάκια σε παλαιές λιθογραφίες. Το μάτια του διάφανα, με το απαλό γλυκύ γαλάζιο της γαλάζιας παπαρούνας. Το στόμα του παχύ, κρεμόταν μισάνοιχτο, και του ξέφευγε ένα στενό αυλάκι σάλιο. […]
Ο Μπεν έκοψε το κλαψούρισμα. Η ματιά του ακολουθούσε το κουτάλι καθώς υψωνόταν προς το στόμα του. Σαν ακόμη και η βουλιμία να είχε ως και αυτή παραλύσει μέσα του και η πείνα του δεν εγνώριζε τ’ όνομά της, δεν ήξερε η ίδια πως είναι πείνα. Ο Λάστερ τον ετάιζε επιδέξια και με το μυαλό του αλλού. Μία τόσο η προσοχή του επανερχόταν, όσο χρειαζόταν για να κάνει ζαβολιές: έκανε πως έφερνε το κουτάλι στο στόμα του Μπεν, κι αυτός έκλεινε το στόμα καταπίνοντας αέρα φρέσκο. Ολοφάνερο πως ο νους του Λάστερ κάπου ταξίδευε. Το άλλο του χέρι ήταν αφημένο στη ράχη της καρέκλας και πάνω σ’ αυτήν τη νεκρή επιφάνεια μετατοπιζόταν διστακτικά, ανεπαίσθητα, σαν να ξεδιάλεγε μία άηχη μελωδία μέσα από το νεκρό κενό και, για μια φορά, λησμόνησε να λαχταρήσει τον Μπεν με το άδειο κουτάλι, καθώς τα δάχτυλά του προσπαθούσαν να ξεγελάσουν το βουβό ξύλο μήπως και βγάλει κανέναν αρπισμό, ώσπου ο Μπεν τον ανακαλούσε στην τάξη με κλαψούρισμα.
Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ σελ. 288-289 και σελ. 290-291, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002
Πίνακας: Stanley Spencer
Ζωρζ Περέκ, Ζωή – Οδηγίες Χρήσεως
,
.
Ο Σμωτφ κοντεύει τα ογδόντα. Πάει καιρός που ο Μπάρτελμπουθ του πρότεινε να πάρει σύνταξη, αλλά εκείνος ούτε που να τ’ ακούσει. Εδώ που τα λέμε όμως, δεν έχει και πολλή δουλειά. Το πρωί, ετοιμάζει τα ρούχα του Μπάρτελμπουθ και τον βοηθάει να ντυθεί. Μέχρι πριν από πέντε χρόνια τον ξύριζε κιόλας –με μια σακαράκα που ανήκε στον προ-προπάπο του Μπάρτελμπουθ– αλλά, επειδή η όρασή του είχε εξασθενήσει και το χέρι του έτρεμε, ο Μπάρτελμπουθ τον αντικατέστησε μ’ έναν νεαρό που του ’στελνε κάθε πρωί ο κύριος Πουά, ο κουρέας της οδού Προνύ.
Ο Μπάρτελμπουθ δεν βγαίνει πια καθόλου απ’ το σπίτι του, είναι δε ζήτημα αν όλη μέρα βγαίνει έστω και μία φορά απ’ το γραφείο του. Ο Σμωτφ κάθεται καραούλι στο διπλανό δωμάτιο, μαζί με τους άλλους υπηρέτες, που ούτε κι αυτοί έχουν πολλή δουλειά και, για να περάσει η ώρα τους, παίζουν χαρτιά και κουβεντιάζουν για τα περασμένα.
Ο Σμωτφ μένει αρκετές ώρες την ημέρα στο δωμάτιό του. Προσπαθεί να προοδεύσει λίγο στους πολλαπλασιασμούς του· όταν θέλει να χαλαρώσει, λύνει σταυρόλεξα, διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα που του δανείζει η κυρία Ορλόφσκα ή χαϊδεύει με τις ώρες τον άσπρο γάτο, που ρονρονίζει ξύνοντας τα νύχια του στα γόνατα του γέρου.
Ο άσπρος γάτος δεν ανήκει στον Σμωτφ, μα σ’ ολόκληρο τον ορόφο. Κάθε τόσο, πάει και μένει στης Τζέιν Σάττον ή στης Κυρίας Ορλόφσκα, ή ακόμα, κατεβαίνει μέχρι την Ιζαμπέλ Γκρατιολέ ή τη Δεσποινίδα Κρεσπί. Είναι ένας κεραμιδόγατος που, όταν εμφανίστηκε πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια, είχε μια ανοιχτή πληγή στο σβέρκο. Η Κυρία Ορλόφσκα τον περιμάζεψε και τον φρόντισε. Όλοι πρόσεξαν αμέσως πως ήταν δίκορος: το ’να μάτι του ήταν γαλανό σαν κινέζικη πορσελάνη και τ’ άλλο χρυσαφί. Χρειάστηκε να περάσει λίγος καιρός για να πάρουν είδηση πως ήταν και θεόκουφος.
Zωρζ Περέκ, Ζωή – Οδηγίες χρήσεως, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 74-75, Εκδόσεις ύψιλον 1991.
Πίνακας: Sven Hoekstra
Αρτέμης Μαυρομάτης, Μεσολαβεί χειρολαβή
Δυο μαύρα χέρια ο ήλιος και το τζάμι καθρεφτίζουν. Δυο μαύρα χέρια που κοιτούν μιαν αγκαλιά. Μιαν αγκαλιά που δίπλα τους τελείται. Η ανασήμανση της επαφής διαπράττεται συνήθως εκεί που άνθρωποι και χέρια γειτνιάζουν. Εκεί που άνθρωποι και φως στη θέα του αγγίγματος καλούνται να αντέξουν. Μεσολαβεί χειρολαβή ανάμεσα σ’ εμένα και τον Ήλιο. Ένα σωτήριο κράτημα, μια απεύθυνση ευθεία – παραδοχή του μαύρου των χεριών μου.
Αρτέμης Μαυρομάτης, Μεσολαβεί χειρολαβή, από τη συλλογή Χασέπ, Θράκα 2017
Πίνακας: Gerhard Richter
Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός
[…] Τὸ τρένο φθάνει στὴν ὥρα του. Οἱ πόρτες ἀνοίγουν. Κάθεται κοντὰ στὸ παράθυρο. Τὴν προτιμᾶ αὐτὴ τὴ θέση. Μὲ τὸ κεφάλι ἐλαφρὰ ἀκουμπισμένο στὸ παράθυρο τοῦ βαγονιοῦ, μπορεῖ νὰ ξεχνᾶ τὸ στοιβαγμένο πλῆθος ποὺ κρέμεται ἀπὸ τὶς χειρολαβές, παραδομένο στὴν κούραση τοῦ ἀπομεσήμερου. Στὸ πρόσωπό της διακρίνεις μιὰ σύσπαση πόνου. Τὸ βλέμμα της ἄδειο πλανιέται ἔξω ἀπ’ τὸ βαγόνι. Ὁ ἕνας σταθμὸς διαδέχεται τὸν ἄλλο χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει. Οἱ πολυκατοικίες, τὰ δέντρα, τὰ καταστήματα, οἱ δρόμοι τρέχουν μπροστά της χωρὶς νὰ τὰ βλέπει. Κλείνει τὰ μάτια σφιχτὰ καὶ προσπαθεῖ ν’ ἀδειάσει τὴ σκέψη της προσηλώνοντας τὴν προσοχή της στὸν ἦχο τοῦ τρένου.Ὅταν τὰ ξανανοίγει, τὸ βλέμμα της συναντᾶ τὸ χαμόγελο ἑνὸς νεαροῦ ποὺ στέκεται στὴν ἀπέναντι ἄκρη τοῦ βαγονιοῦ. Κοιτάζει ἀμέσως ἀλλοῦ προσπαθώντας νὰ τὸν ἀποφύγει. Βυθίζεται ξανὰ σὲ σκέψεις χαζεύοντας ἔξω ἀπ’ τὸ παράθυρο.«Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;» Μιὰ φωνὴ σταθερὴ καὶ θερμὴ ἔρχεται ἀπὸ τ’ ἀριστερά της. Ἀνοίγει τὰ μάτια ξαφνιασμένη. Ὁ νεαρὸς ἀπὸ ἀπέναντι κάθεται τώρα δίπλα της, διατρέχει μὲ τὸ βλέμμα του τὸ πρόσωπό της καὶ ἐπαναλαμβάνει: «Γνωριζόμαστε;» «Σ’ ἐμένα μιλᾶτε;» τοῦ ἀπαντᾶ ἐνοχλημένη. «Ναί, σᾶς κοιτάζω ἐδῶ καὶ ὥρα καὶ προσπαθῶ νὰ θυμηθῶ ἀπὸ ποῦ σᾶς ξέρω». Βρίσκει τὸ κλισέ του συμπαθητικό, γιατὶ συνοδεύεται ἀπὸ τὸ ἴδιο ἐκεῖνο φιλικὸ χαμόγελο. Τὸ πρόσωπό της ἀρχίζει νὰ ξεμουδιάζει. Τὰ φρύδια της βρίσκουν ξανὰ τὴν ἤρεμη θέση τους. Διατηρεῖ τὴ σοβαρότητά της. «Δὲ νομίζω», ἀπαντᾶ κοφτὰ καὶ κοιτάζει μπροστά. Μιὰ κυρία στὸ ἀπέναντι κάθισμα παρακολουθεῖ ἀδιάκριτα τὴ σκηνή. Περνοῦν ἕνα- δυὸ λεπτὰ ἀμηχανίας. Καιρὸ εἶχαν νὰ τὴν κοιτάξουν ἔτσι στὰ μάτια.Τό ‘χει σχεδὸν ξεχάσει. Πρέπει νά ‘ναι καμιὰ εἰκοσαριὰ χρόνια νεότερός της. Ἔχει τὴν ἄνεση καὶ τὴν αὐτοπεποίθηση τῆς νεότητας.
Θάρρος, θράσος ἢ καὶ τὰ δυὸ μαζί. «Λοιπόν;» «Λοιπὸν τί;» Φτιάχνει ἀσυναίσθητα τὰ ἀτημέλητα μαλλιά της. «Φαίνεστε λυπημένη». «Ναί, μιὰ δυσάρεστη εἴδηση», τοῦ ἀπαντὰ μὲ μιὰ ἀπρόσμενα γιὰ ἐκείνη ἐξομολογητικὴ διάθεση. «Ἴσως αὐτὸ νὰ σᾶς ἔκανε νὰ νιώσετε καλύτερα». Ἀνοίγει τὴν τσάντα του καὶ τῆς προσφέρει ἕνα λουλούδι στὸ σχῆμα τῆς καμέλιας, φτιαγμένο ἀπὸ κόκκινο γκοφρὲ χαρτί. «Τὰ φτιάχνω ὁ ἴδιος». Δεύτερη ἔκπληξη. Μοιάζει μὲ ταχυδακτυλουργικὸ κόλπο. Τολμᾶ νὰ τὸν κοιτάξει κατάματα. Βλέμμα ἤρεμο στὸ χρῶμα τοῦ μελιοῦ. «Πολὺ ὄμορφο! Εὐχαριστῶ» τοῦ χαμογελά. Δὲν ξέρει γιατί, ἀλλὰ θέλει νὰ τολμήσει. «Ὡραῖο χαμόγελο! Πρέπει νὰ χαμογελᾶτε συχνότερα». Κι ἄλλο κλισέ. Ἀκόμα κι ἂν εἶναι φάρσα ἀρχίζει νὰ τὸ διασκεδάζει. «Ποῦ κατεβαίνετε;» «Καλλιθέα». «Μὰ μόλις περάσαμε τὸ Παλαιὸ Φάληρο». Κάνει νὰ σηκωθεῖ πανικόβλητη μαζεύοντας τὴ τσάντα της. Τὴν σταματᾶ πιάνοντάς της τὸ χέρι. «Τί θὰ ‘λεγες γιὰ ἕνα καφὲ στὸν Πειραιά; Πλησιάζουμε…» Ξαφνιάζεται. Ρίχνει μιὰ ἀμήχανη ματιὰ γύρω της, μήπως τοὺς κοιτάζουν. Εὐτυχῶς τὸ βαγόνι ἔχει μισοαδειάσει. Ξανακάθεται. Κοιτάζει τὸ χάρτινο λουλούδι ποὺ κρατάει ἀκόμα στὸ χέρι της. Ἡ μοναξιά της τὴν περιμένει σπίτι εἴκοσι χρόνια τώρα. Ἄς περιμένει λίγο ἀκόμα. Στὸ κάτω-κάτω δὲ σοῦ χαρίζουν κάθε μέρα… χάρτινα λουλούδια. «Ναί, γιατί ὄχι;» Ἐξάλλου, ἔχουν ἤδη φτάσει στὸν τερματικὸ σταθμό.[…]
Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός, διήγημα, Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, 2019
Πίνακας: Sally Storch
Ευάγγελος Βαλσαμίδης, Καλοκαίρια κομμένα απ’ τη γλάστρα
.







