RSS

Αθηνά Τιτάκη, Αρχαία τραγωδία

.

Στην κούρνια επικρατεί συνωστισμός, φτερά και νύχια, μια φαντασία πως ξημερώνει. Ένα τίναγμα του κεφαλιού και πάλι μέσα. Όχι ακόμα, ας κοιμηθούμε. Έτσι κι αλλιώς θα μας ξυπνήσει το σκουλήκι. Στην τρύπα του κρύβεται η πείνα μας, ίδια με της κυράς που θα τροχίσει το μαχαίρι.
Ας περιμένουμε λοιπόν, κλειστά τα μάτια. Αργά ή γρήγορα θα έρθει κι η σειρά μας. Τιμητικά θα πουν πως χύλωσε η σούπα, κι ό,τι πληρώσαμε με σάρκα θα χαθεί, σ’ ένα νερό που μας διδάξαν αγιασμένο. Εμάς, που δεν μας χάιδεψε κανείς όπως τους σκύλους, όπως τη γάτα.
Θα ’ναι που η απαλότητα τσιμπά σαν μια δοκιμασία, γι’ αυτό την αποφεύγουνε οι άπληστοι. Ρουφούν, απολαμβάνουνε, σκοτώνουν. Κι αυτό δεν έχει τέλος –πέρα από κάθε επινόηση.

Ακόμα κι αν αναρωτηθείς
Πόση Απειλή βαστούν οι πετεινοί νωρίς πρωί όταν κρώζουν.

Αθηνά Τιτάκη, Αρχαία τραγωδία από τη συλλογή Ενενήντα εννιά σφυγμοί κι ένας κορέκτορας, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2019

Πίνακας:Daria Petrilli

.

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

.

Έννοια σου λέω, λέω εγώ, εσύ θα πεθάνεις από πλήξη στον Παράδεισο, όπου δεν θα μπορείς να χώνεις τη μύτη σου στις δουλειές του πλησίον σου, μόνο κοίτα μη σε πιάσω ποτέ επ’ αυτοφώρω, λέω, κάνω τα στραβά μάτια για χάρη της γιαγιάς σου, όμως φυλάξου μη σε κάνω τσακωτή και μέσα στο σπίτι μου, στο σπίτι όπου ζει η μάνα μου. Και τα κωλόπαιδα με το λιγδωμένο μαλλί που περνιούνται για βαρβάτοι τσαμπουκάδες, θα τους διδάξω εγώ τι εστί τσαμπουκάς, λέω εγώ, και σ’ εκείνους και σ’ εσένα. Και θα σου τον κρεμάσω εγώ από την κόκκινη γραβάτα του, αν του περνά ιδέα πως μπορεί να βολτάρει στα δάση παρέα με την ανιψιά τη δική μου. Με τον ήλιο να με στραβώνει και το αίμα να χτυπάει έτσι, έλεγα, πάει, το κεφάλι μου θ’ ανοίξει στα δύο και μακάρι, για να ξεμπερδεύουμε, με τα βάτα και όλα τα κέρατα να γραπώνονται απάνω μου, τελικά φτάνω στο αμμουδερό χαντάκι, εκεί που είχανε σταματήσεις και θυμήθηκα το δέντρο όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο, και μόλις βγαίνω από το χαντάκι και ξεκινάω τρεχάλα, ακούω το αμάξι να μαρσάρει. Είχαν πατήσει γκάζι και κορνάριζαν, και δώσ’ του κορνάρισμα, σαν να μου ’λεγαν να, ρε, να, να, να, να, νάαααααα!

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ. 258-259, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002 Artwork: George Braque

 

Γιώργος Ρούσκας, Πλημμυρίδα

.

πλημμυρίδα χρωμάτων στη σιωπή
πολύχρωμα δρώμενα εναλλαγές
αστέρια γαλαξίες
ταξίδια στη νυχτερινή καταχνιά
σ’ ηλεκτροφωτισμένες πολιτείες
ενέργειες αισθήσεων συμπαντικές
μίξεις φωταύγειες
μνήμες φωτοσύνθεση εμπειρίες
αυξομειούμενες εντάσεις φωτός
τυχηματικές μεταβάσεις στο παρελθόν
με γεύσεις καλοκαιρινές
και μυρωδιές διάχυτες ησυχίας

ονειρική αρμονία εν χορώ
χωρίς εισιτήριο
μόλις τα μάτια κλειστά για ένα λεπτό

Γιώργος Ρούσκας, από τη συλλογή Ως άλλος Τάλως, εκδόσεις Κοράλλι 2019

Αrtwork: Kristin Vestgard

 

Σταύρος Ζαφειρίου, De nova insula Utopia

.

Ὅμως κι ὁ Τόμας Μὼρ ταξίδευε μὲ τραῖνο.
Χιμαιρικὰ ταξίδια ἀναψυχῆς
ἀπ’ τὰ παράλια μέχρι τὴν ἐνδοχώρα.
Μὲς στὴ δερμάτινη βαλίτσα του μὲ τάξη
ὅλες του οἱ αὐταπάτες διπλωμένες·
πιὸ κάτω τὰ κοστούμια του
κι ἕνα ζευγάρι μαλακὰ παπούτσια περιπάτου.

Σκύβοντας στὸ παράθυρο μποροῦσε
νὰ δεῖ ὅλα τὰ θαύματα τοῦ τόπου ποὺ δὲν ἦταν·
τοῦ τόπου ποὺ σὲ σχῆμα φεγγαριοῦ μισοῦ
μόνο ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ τραίνου σου τὸν βλέπεις.

Ἔφτανε στὸν σταθμὸ πρὶν σκοτεινιάσει
–κανεὶς δὲν ἤτανε νὰ τὸν ὑποδεχτεῖ–
μὲ πάντα κάτι ξεχασμένο στὸ κουπέ του:
γάντια, καρφίτσες, ὥρα ἐπιστροφῆς,
καμιὰ φορὰ τὴ μαύρη του κλωστή,
ποὺ εἶχε γιὰ νὰ ράβει τὸν λαιμό του.

Ὥσπου μιὰ μέρα ὁ συρμὸς ξέφυγε ἀπὸ τὶς ράγες·
κύλησαν οἱ τροχοί του στὰ χωράφια,
κύλησαν καὶ συνέχισαν σὰν μακριὰ σκιὰ
μιὰ διαδρομὴ πλάι στὴ διαδρομή τους·
ἀπ’ τὰ παράλια μέχρι τὴν ἐνδοχώρα
χωρὶς νὰ σταματᾶνε πουθενά.

Σκύβοντας στὸ παράθυρο ὁ λόρδος Τόμας Μώρ
(Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, Σφραγιδοφύλακας
καὶ Ὑπουργὸς τῶν Θησαυρῶν τοῦ Βασιλείου),
μὲ τὸ κομμένο του κεφάλι στὸν ἀέρα,
μὲ βλέμμα σὰν ὀθόνη ἀπὸ γυαλί,
κοίταζε ὅλα τὰ θαύματα τοῦ νέου ταξιδιοῦ,
ὅλα τὰ πλάσματα τῆς χώρας ποὺ δὲν ἦταν
οὔτε ἀντανάκλαση οὔτε μάταιη δωρεά.

Δὲν τὸν συνάντησα ποτὲ
ἂν καὶ ἤμουν ἐλεγκτὴς στὸ ἴδιο τραῖνο.
Ὁ χρόνος βλέπετε· μὲ μπέρδευε ὁ χρόνος
ποὺ ὁλοένα ξέφευγε ἀπ’ τὶς ράγες,
ἀκολουθώντας τὴ φορὰ τῆς ἁμαξοστοιχίας,
τρέχοντας πίσω ἀπ’ τῆς φενάκης του τὴ σκιά.
Καὶ πῶς νὰ φτάσεις μιὰ σκιὰ
γιὰ ν’ ἀκυρώσεις τὸ εἰσιτήριό της.

Σταύρος Ζαφειρίου,  De nova insula Utopia, από την ποιητική συλλογή Χωρικά,  Εκδόσεις Νεφέλη, 2007

Πίνακας: Alex Colville

 

Nιόβη Ιωάννου, Για να σωθούμε

.

για να σωθούμε
κρυβόμαστε κάτω απ’ το μεγάλο τραπέζι
ο ορίζοντας πλεγμένος με ψιλό βελονάκι
επαναλάμβανε την ίδια εκρού ανεμώνη ξανά και ξανά
ώσπου κατέληγε στο πάτωμα
μέσα από μια οπτική σφαιρικής εχεμύθειας
να σέρνεται πάνω σε καλογυαλισμένα παπούτσια
–ήτανε σίγουρο πως ποτέ δε θα ’φταναν στο χείλος του γκρεμού–
η Μαρία δεν ήθελε να σωθεί
βάδιζε κάθε μέρα ξυπόλυτη ως εκεί που τελείωνε το δωμάτιο
ύστερα πάλι πίσω
στο ενδιάμεσο σταματούσε να χαϊδέψει τον σκύλο
ή μάλλον το ήρεμο πουλί που κρατούσε στα δόντια του
όποτε είχε κέφια γονάτιζε στα τέσσερα και γαύγιζε μαζί του
κάθε μέρα η ίδια διαδρομή
ούτε την έβλεπε κανείς
εμείς μετρούσαμε τις εκρού ανεμώνες
που σκαρφάλωναν με τη βία στις ανάσες μας

Nιόβη Ιωάννου, Για να σωθούμε από την ποιητική συλλογή Εις άτοπον, Μανδραγόρας 2017

Artwork: Isabelle Cochereau

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Συνέντευξη στην εκπομπή “Μέσα από σένα”

SWR

Symban World Radio

Εκπομπή Μέσα από σένα με τον Δημήτρη Βαρβαρήγο και τη Νιόβη Ιωάννου

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

Πατήστε εδώ για να ακούσετε

 

Αθηνά Τιτάκη, Σχάση

.

Αυτό το πριόνι θέλω να το νιώσετε καθώς μπαίνει στους μικρούς, στους κλειστούς χώρους. Δεν δηλώνει πως υπάρχει· δεν ξέρουμε καν αν υπάρχει μέσα σ’ αυτό το ιδιότυπο ξυλουργείο, ή πώς με ελάχιστη πίεση ξεχωρίζει τον στύλο από τον κορμό.

Τόσο που είναι ανάγκη ν’ αναληφθεί σ’ ένα παράλληλο ξωκλήσι  ο άγγελος με τα κόκκινα φτερά, κι άλλο τόσο να μας ενώσει ο δαίμονας με τη λευκή τρίαινα.

Χωρίς ερωτηματικό.
Τι μας σήκωσε από το πάτωμα,
Τι μας πέταξε προς τη στέγη,
Πόσο πολύ αγνοήσαμε το αδιάφορο,
Τα στεγανά μιας πολύμορφης φύσης.

Τόσο που μας εντόπισε, και μας έβαλε να καθίσουμε στην καρέκλα με χαμηλό φωτισμό Ανάκρισης.

Αθηνά Τιτάκη, Σχάση από την ποιητική συλλογή Ενενήντα εννέα σφυγμοί κι ένας κορέκτορας, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2019

 

 

Νίκος Καρούζος, Ότι ανέβη θάνατος διά των θυρίδων



.

[…] Ξάφνου η αστραπή τινάχτηκε κραδαίνοντας
το μπλάβο σταφύλι τ’ ουρανού.

Δεν λυγίζει τίποτα.
Κι ας είπα το στήθος ηλιογέννητο.
Δεν λυγίζουν τα δέντρα κι ο αέρας αλύγιστος
ούτε βρύση να γίνω ούτε φλάουτο
το νερό δεν λυγίζει και ο ήχος.
Κάθε μέρα ευθεία
κάθε νύχτα τεντωμένη
ο καημός ένα τόξο πανάρχαιο
κι ο θεός ακαμψία.

Με το μαύρο η πλατειά σου ανθοφορία
κόσμε που ντύθηκες αητός
τα φυλλώματα και τ’ άστρα.
Με το μαύρο η αίγα και το πρόβατο
η ρίζα με το μαύρο
καθώς ανοίγω τους καρπούς και χύνεται μελάνι
Μ’ ένα πόδι τα οράματα
Μέρα και νύχτα ο αέρας είναι αθέατος.

Περιμένω τ’ αστέρια σε γαλάζια λεπτότητα.
Πώς θα ’θελα ν’ αχτιδοβολήσουν τ’ άντερά μου!
Η ερημιά που ξέρουμε δεν είναι του θανάτου.
Χαράματα και χάθηκαν τ’ αστέρια.
Στο δέντρο χύθηκαν αιφνίδια πουλιά
την σιωπή του για να λαμποκόψουν.

Ενάρετος που είναι ο πορτοκαλιώνας.
Τα δέντρα χαίρονται μέσα τους απ’ τη ζωή της τσιμουδιάς.
Ελευθερία· στερέωμα της σιωπής.
Ομοιόμορφο νεκροταφείο των προβλημάτων.
Αναρρίχηση στο Αθώο Γεγονός.

Φωνή χαράς ανάερη ωσάν μεταξοχάρτι.
Κάποιος θα μηρυκάζει αόρατη χλόη
στ’ αγγελοχώραφα.
Γιατί τους φοβηθήκαμε τους μύθους; […]

Νίκος Καρούζος, Ότι ανέβη θάνατος διά των θυρίδων, απόσπασμα, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977

Αrtwork: Gary Bunt

 

Nιόβη Ιωάννου, Μνήμες από λέπια

.

με ξένες μνήμες
ονειρεύτηκα
κόκκινα ψάρια
από άλλων τρικυμίες
πηδούσαν
απ’ το παράθυρο
όταν έσβηνε το φως
δεν είχαν δει καμιά θάλασσα
εκείνα τα ψάρια χτυπούσαν την ουρά τους
στο φεγγάρι του τοίχου
και τα μάτια μου
γέμιζαν λέπια
και σκέπαζαν τα πράγματα γύρω
σα να μην έμοιαζαν
σα να μην ήταν
δικά μου
ποτέ

Nιόβη Ιωάννου, Μνήμες από λέπια από την ποιητική συλλογή Εις άτοπον, Μανδραγόρας 2017

Πίνακας: Henri Matisse

 

Συνέντευξη Ιφιγένεια Σιαφάκα, Εφημερίδα Πελοπόννησος, Γραφείον ποιήσεως, 27.10.2019

Δεν μιμούμαι κάποιον, τουλάχιστον συνειδητά, για να με ονοματίσω επίγονο. Ασφαλώς παρθενογένεση δεν υφίσταται: είμαστε όλα όσα ζήσαμε, ακούσαμε, διαβάσαμε. Είναι ο τρόπος που εξελιχθήκαμε. Ήδη και μόνον με την όποια γλώσσα πορευόμαστε σε ένα πριν από εμάς εφευρεθέν συμβατικό σύστημα σημείων.

Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε;  Άλλαξε κάτι από τότε;

Σαφώς και άλλαξαν. Το αντίθετο θα ήταν από ανησυχητικό έως άκρως προβληματικό για να πορευτείς στην ενήλικη ζωή. Η οπτική του κόσμου έχει διαφοροποιηθεί, τόσο λόγω της πνευματικής εξέλιξης όσο και της ψυχικής ωρίμανσης. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια ζω την εποχή της απομυθοποίησης. Ωστόσο, παραμένουν σταθερές αξίες το κουλούρι Θεσσαλονίκης,  η σπανακόπιτα, η σοκολάτα αμυγδάλου, οι στρογγυλές καραμέλες τριαντάφυλλο με ζάχαρη, η μυρωδιά του ξυσμένου μολυβιού και του κουφέτου, τα cult καφενεία και τα παλιά παντοπωλεία, τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή, τα βιβλία και κυρίως η διάθεση για επικοινωνία και δοτικότητα, που σημαίνει ότι και σήμερα ακόμη μοιράζομαι τις καραμέλες μου με κάποιον άγνωστο σ’ ένα παγκάκι.

Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;

Όταν διαβάζω δυνατά, με φοβάμαι! Eίναι σαν όλα αυτά να έχουν έρθει από κάποιον άλλον με τον οποίο είμαι τώρα αντιμέτωπη, παρά το γεγονός ότι η επεξεργασία των ποιημάτων γίνεται σε πολλά και διαφορετικά στάδια. Τον σκόπελο του ελέγχου του ρυθμού, του μέτρου και άλλων τεχνικών θεμάτων στην ποίηση τον προσπερνώ διαβάζοντας απλώς γρήγορα και κρατώντας τον ρυθμό με το πόδι, για να τελειώνει το «μαρτύριο». Για τον λόγο αυτό νιώθω εξαιρετικά άβολα όταν διαβάζω σε κοινό. Ντρέπομαι να εκθέτω ως «κατόρθωμα προς παρουσίαση» το προϊόν μιας εξαιρετικά ιδιαίτερης εσωτερικής διεργασίας και κάποτε αρκετά επώδυνης, που περισσότερο επιζητεί να ξαναβρεί την αρχή των πραγμάτων παρά τον εξωτερικό κόσμο, αν και μιλά γι’ αυτόν, σε σχέση μ’ αυτόν και εξαιτίας αυτού. Από την άλλη μεριά, όταν εποπτεύω το έργο δουλεύοντάς το, γίνομαι υπερβολικά απαιτητική. Υπάρχουν ποιήματα που έχουν δουλευτεί και ξαναδουλευτεί για να καταλήξουν στα σκουπίδια. Είμαι δύσκολη αναγνώστρια και  σπανίως απόλυτα ικανοποιημένη. Κι αυτό, πέραν της όποιας ματαίωσης, έχει και τη θετική του πλευρά, γιατί μου επιτρέπει να μην επαναπαύομαι και να πειραματίζομαι.

 

Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;

Θα σας απαντήσω πολύ γενικά, λέγοντας ότι η παραδοσιακή ποίηση είναι παντελώς αντίθετη με την ιδιοσυγκρασία μου. Αν και πέρασα από κει, αν και γνώρισα τους μεγάλους μάστορές της, αν και διδάχθηκα πολλά απ’ αυτούς (ειδικά σε θέματα τεχνικής του στίχου) ακολουθώ πολύ συνειδητά τον δρόμο του μοντερνισμού. Ένα απλό παράδειγμα: τον Παλαμά τον διάβαζα με δυνατή φωνή στα δεκαπέντε μου, κάνοντας βόλτες πάνω κάτω στο εφηβικό μου δωμάτιο, και μετρώντας, ασυναίσθητα προφανώς, τα σφυροκοπήματα στον λόγο του. Μεγάλος ο ενθουσιασμός, μεγάλη η συγκίνηση την εποχή εκείνη! Αυτό ωστόσο δεν με καθιστά επίγονο. Εν συνεχεία, πέραν των σύγχρονων ποιητών, πέρασα λόγω σπουδών από όλη την αρχαία ελληνική ποίηση και το θέατρο, που μου επέτρεψαν να γνωρίσω σε βάθος την ελληνική. Για να σας το συνοψίσω, όπου grosso modo βρείτε ισχυρή εικονοποιητική διάθεση, έμφαση στο φαντασιακό και στις αισθήσεις, πολυσημία, βιωματικό στοιχείο συνδυασμένο με φιλοσοφική διάθεση, ανοίκειο στη γλωσσική πραγμάτωση του υλικού και στην ιδέα … ε, εκεί θα συναντήσετε τους ποιητές με τους οποίους συγγενεύω λιγότερο ή περισσότερο. Έλληνες και ξένους. Δεν μιμούμαι κάποιον, τουλάχιστον συνειδητά, για να με ονοματίσω επίγονο. Ασφαλώς παρθενογένεση δεν υφίσταται: είμαστε όλα όσα ζήσαμε, ακούσαμε, διαβάσαμε. Είναι ο τρόπος που εξελιχθήκαμε. Ήδη και μόνον με την όποια γλώσσα πορευόμαστε σε ένα πριν από εμάς εφευρεθέν συμβατικό σύστημα σημείων.

Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι’ αυτές;

Δύο ειδών ιστορίες γράφω, με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Αλλιώς αντιμετωπίζεται η ιστορία στην πεζογραφία, αλλιώς στην ποίηση. Στην πεζογραφία, θα γράψεις κάποια στιγμή για ένα θέμα που σε απασχολεί. Έχεις μια ιδέα που θα την αναπτύξεις σε βάθος χρόνου, με σταθερή και πολύωρη εργασία, με τις σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος και τη χρονική τους σχέση στο προσκήνιο.  Στη δεύτερη περίπτωση, εκείνο που είναι αναγκαίο είναι το στιγμιαίο και απόλυτο ξάφνιασμα που θα αιχμαλωτίσει τον χρόνο σε μια δίνη κυκλική. Η πρωτοκαθεδρία των αισθήσεων είναι η μαγιά της ποίησης, και η επιτακτική ανάγκη τους για εκτόνωση είναι αυτή που ερεθίζει το φαντασιακό ώστε να παραχθεί η εικόνα που θα γίνει λόγος.

Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;

Επειδή ο αγώνας είναι εσωτερικός και έρχεται από τόπους που προσπαθώ να αγγίξω, τα σχέδια είναι απαγορευμένα διά ροπάλου. Ελπίζω απλώς να είμαι υγιής και να γράφω εξελισσόμενη.

Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που η ίδια φιλοτεχνείτε;

Tι να σας πω… στον πλανήτη μαίνονται πυρκαγιές, πλημμύρες, συμφορές κι ο ποιητής απαγχοnίζεται/ στο τελευταία γrάμμα/ ατενίζοντας το μέλλον της τελείας, για να παραφράσω κάποιους στίχους από την ποιητική μου σύνθεση Μετάlipsi.

Πώς ορίζετε το ποίημα που “αντέχει τον χρόνο”;

Kραταιό ως προς την πανανθρώπινη εμβέλειά του και ανοίκειο ως προς τα επιβλητικά εκφραστικά μέσα του ευφυούς δημιουργού του.

H EΠΙΣΚΕΨΗ

Ένα πλήκτρο αστερία δεν μπόρεσε ν’ αρμέξει
με τη σπιρτάδα από άλμη ούτε μια ρώγα σταφυλιού
που αναφλεγόταν ερήμην μας σε οιωνούς κληματαριάς
ραντίζοντας μ’ άγριο θέρος τις σκιές μας όταν
η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε
το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι
όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας
τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη
αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας
για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει ασχοληθεί με το θέατρο και τη γραφιστική. Από τις εκδόσεις «Γρηγόρη» κυκλοφορούν βιβλία απευθυνόμενα σε σπουδαστές και εκπαιδευτικούς. Έχει εκδώσει επίσης: Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Γρηγόρης, 2000, δοκίμια), Το τραγούδι του λύγκα (Γρηγόρης, 2011, μυθιστόρημα), Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, αφηΓηματα αναΔρομων πΛεξεων (Αrs Poetica, 2013), Μετάlipsi (Γρηγόρης, 2015, ποίηση σε πρόζα), Λευκό από χθες (Σμίλη, 2017, μυθιστόρημα), Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν (Σμίλη, 2019, ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία). Από το 2016 επιμελείται την περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου diP generation (Θράκα, 2016, Μανδραγόρας, 2017/18/19). Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ζει στις Βρυξέλλες

 

Επιμέλεια σελίδας: Αντώνης Δ. Σκιαθάς.
Γραφείον Ποιήσεως
Ενότητα: “Ποιητικά Πορτρέτα”

.