RSS

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός

 

.

Όσο πιο μόνος είναι ο άνθρωπος, όσο περισσότερο το σύστημα αξιών στο οποίο είναι εντεταγμένος χαλαρώνει, με τόσο μεγαλύτερη σαφήνεια προσδιορίζονται οι πράξεις του από το παράλογο. Ο ρομαντικός άνθρωπος γαντζώνεται από τα σχήματα ενός ξένου και δογματικού πλέον συστήματος αξιών, είναι –όσο και να μοιάζει απίστευτο– πέρα ως πέρα λογικός και τελείως απαλλαγμένος από καθετί παιδικό.

Η λογική του παραλογισμού: ένας φαινομενικά απόλυτα λογικός άνθωπος όπως ο Χούγκενάου δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Σε έναν απόλυτα λογικό κόσμο, δεν υπάρχει κανένα απόλυτο σύστημα αξιών, δεν υπάρχουν αμαρτωλοί, απλώς επιβλαβείς άνθρωποι.

Και ο αισθητής επίσης δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό, εξ ου και η γοητεία του. Όμως γνωρίζει πολύ καλά ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, απλώς δεν θέλει να τα ξεχωρίσει. Και αυτό τον κάνει διεφθαρμένο.

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός, σελ. 293, Μέδουσα, 1993.

Πίνακας: Αnne Μagill

 

Στάθης Κουτσούνης, Στο σχοινί

.

Νερά του ποταμού θολά
κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος
όρνια μονάχα κρώζουνε
τροχίζοντας τα ράμφη τους
κι ο αέρας τούς χτενίζει τα μαλλιά
και τον μαλώνει μουρμουρίζοντας
απ’ τη δική του όμως τη μεριά
τίποτα δεν σκιρτά

στου κανενός τη χώρα
ήδη τρεις μέρες ανεμίζει το σκοινί

Στάθης Κουτσούνης, Στο σχοινί, από την ποιητική συλλογή Στου κανενός τη χώρα, Μεταίχμιο, 2020

Πίνακας: Martin Johnson

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

XV

Στον μελωδικό ήχο αυτής της γλώσσας πλειοδοτεί το βενετσιάνικο στοιχείο, και δικαίως θεωρείται η ωραιότερη επί γης. Και όμως, οι λέξεις της, των οποίων ο κυματισμός προοικονομεί μια τέτοια μαγεία, υποφέρουν από έλλειψη που φαντάζει απίστευτη: στερούνται σημασίας. Ένας γραμματολόγος της χώρας, κάτοχος των ταταρικών, με διαβεβαίωσε ότι η ομιλία τους μπορεί να συγκριθεί με τα τραγούδια μας που τα κατέχουμε βεβαίως χωρίς να σκεφτόμαστε το κείμενο· και πρόσθεσε (όχι χωρίς ένα χαμόγελο αυταρέσκειας), ότι σου επιτρέπει εντούτοις να διακρίνεις αν έχεις μπροστά σου την προπετή επιπολαιότητα ενός ανόητου ή τον βαθύ στοχασμό ενός καλλιεργημένου. Η γλώσσα μας, επεσήμανε, φορτώνεται μ’ ένα πλεονάζον βάρος, επειδή στερείται μιας πραγματικότητας στην οποία παραπέμπει· εξ αιτίας, άλλωστε, της ανακρίβειάς της, δεν είναι εν χρήσει, επειδή αναπόφευκτα ο καθένας φαντάζεται για μια λέξη κάτι διαφορετικό.

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019

Artwork: Daphne Rocou

 

Δήμητρα Κουβάτα, Μακρά οδός απανδόκευτος

                         

.                          

 του παιδιού μου

Στα σιτοχώραφα με δυο σπρωξιές
κεραυνό ή απήγανο γέννησε.
Στη λοχεία επάνω
εννόησε
την ασήκωτη πέτρα. Σιτάρι
θέρισε αγίνωτο.

Με τα πρώτα της ξανά έμμηνα
λοξά τον μίσχο της τον σουγιάδισε
και ρίχτηκε στους αγέρηδες
μυτερό άγανο, καημός
στο ατελείωτο γλέντισμα,
στης αγάπης
βαθιά την αιώρηση, μιας αγάπης
πάντοτε που οδεύει

έστω και απανδόκευτος.

Απανδόκευτος: Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος (δίχως πανδοχείο). Δημόκριτος

Δήμητρα Κουβάτα, Μακρά οδός απανδόκευτος, από τη συλλογή Καθαρό οινόπνευμα, Μανδραγόρας 2020

Πίνακας: Μιχάλης Οικονόμου

 

Στάθης Κουτσούνης, Το μήλο

 

.

Ν., για το παιχνίδι

Όταν σε σκέφτομαι
τα χέρια μου πουλιά που δραπετεύουν
φτιάχνουν φωλιές στο σώμα σου
κι αρχίζει το παιχνίδι

έλα μού λες
βάλε φωτιά να καούν τα όρια
και γίνε ποτάμι να πέσω μέσα
πνίξε με στα νερά σου να γίνω νερό
και στις όχθες της ενοχής σου
αθώα μετά γέννησέ με

σε πεινώ και λοξά σε κοιτάζω
που πασχίζεις να βγεις απ’ το κάδρο
ψιθυρίζω τ’ όνομά σου και γυρίζεις
αλλά δεν έχεις πρόσωπο
ένα μήλο προβάλλει στον λαιμό σου

έλα μού φωνάζεις
δάγκωσέ το να γίνω συνένοχη

 Στάθης Κουτσούνης, Το μήλο, από την ποιητική συλλογή Στου κανενός τη χώρα, Μεταίχμιο, 2020

Πίνακας: József Rippl-Rónai

 

 

 

Stéphane Mallarmé, Ίγκιτουρ ή η τρέλα του Ελμπενόν

.

Και από το Μεσονύκτιο παραμένει η παρουσία του σε μια νοητή κάμαρα του χρόνου όπου η μυστηριώδης επίπλωση αναχαιτίζει ένα ανεπαίσθητο θρόισμα σκέψης, φωτεινή ρωγμή που την προκαλεί η επάνοδος των ηχητικών κυμάτων της και η πρωταρχική τους διάχυση, ενώ (με μια οριακή κίνηση) ακινητοποιείται η προηγούμενη από την πτώση της ώρας θέση σε μια χαυνωτική ηρεμία ενός καθαρού εγώ, που για καιρό το ονειρευόμουν· όμως ο χρόνος του μεσονυκτίου, στερημένος από κάθε σημασία πέρα από την παρουσία του, έχει απορροφηθεί από τις βαριές πτυχώσεις που πάνω τους στάθηκε, λαμπρύνοντάς τες, το θρόισμα που έσβησε μες στη λήθη, σαν κώμη ασθενική, γύρω από το πρόσωπο του οικοδεσπότη, το φωτισμένο με μυστήριο, και με το βλέμμα άδειο όμοιο με τον καθρέφτη.

Είναι το καθαρό όνειρο του Μεσονυκτίου, που έχει αυτοαφανιστεί, και το αντιληπτό φέγγος του, που εξακολουθεί να υπάρχει μόνο στο κέντρο της πραγμάτωσής του της βυθισμένης στη σκιά, αντανακλά τη στειρότητά του στο ξεθωριασμένο χρώμα ενός ανοιχτού κειμένου πάνω στο τραπέζι· κοινότατη σελίδα και διάκοσμος της Νύχτας, με τη μόνη διαφορά ότι διασώζεται η σιωπή μίας αρχαίας ρήσης που το ίδιο την είχε εκστομίσει και στην οποία επανερχόμενο, αυτό το Μεσονύκτιο επικαλείται την πεπερασμένη και ανύπαρκτη σκιά του με αυτά τα λόγια:  Ήμουν η ώρα που θα μου προσφέρει την κάθαρση.

Stéphane Mallarmé, Ίγκιτουρ ή η τρέλα του Ελμπενόν, μτφρ-επίμετρο: Mαρία Ευσταθιάδη, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010

Artwork: Daphne Rocou

.

 

Σοφία Περδίκη, Συντέλεια

Ονειρεύτηκα
τα μελαγχολικά δευτερόλεπτα
τ’ αμήχανα δάχτυλα
σαν ψάρια που σπαρταρούν
μες στον κουβά
από ρόγχο ή διαδοχική χαρά
κάτω από φεγγάρια πανσέληνα.
Κι ύστερα θυμήθηκα
την υπαναχώρηση
χλωμή, ψελλίζοντας πάνω στο στήθος
εξισώσεις πυρετών
ανασκαλεύοντας την κοιλιά
της εποχής των καθαρών ερώτων.
Τους πόθους να υπερασπίζονται
ουρλιάζοντας
νώτα ανυπεράσπιστα
από στόματα εκστατικά
με ήχο βογκητό
μακρινό πολύ
αιώνες πριν απ’ τη Συντέλεια
αφουγκράστηκα.

Σοφία Περδίκη, από τη συλλογή Το αιώνιο αίνιγμα, εκδόσεις Κίχλη 2020

Πίνακας: Georges Braque

 

Θανάσης Χατζόπουλος, από το Φιλί της ζωής

.

Εκεί όπου οι αναπνοές μας συντονίστηκαν
Στον βρυχηθμό των εκβολών

Εκεί οι αναπνοές ασθμαίνοντας
Τα σώματα που έτρεχαν μπροστά τους
Τρέξανε
Για να προλάβουν

Ξέπνοοι συναντηθήκαμε εκεί
Για μια στιγμή ολότελα άδειοι

Θανάσης Χατζόπουλος, από τη συλλογή Φιλί της ζωής, εκδόσεις Κίχλη 2016

Αrtwork: Konstantin Kacev

 

 

Νιόβη Ιωάννου, Απόπειρα

.

εκείνη την άνοιξη
η μητέρα έκανε την πρώτη της απόπειρα
η παλιά φωτογραφία ήταν ελαφρώς κουνημένη
αλλά εμείς εξακολουθούσαμε να βλέπουμε καθαρά
ανέβηκε στον καναπέ εισχώρησε απαλά στο κάδρο
και ψαλίδισε αριστοτεχνικά τον εαυτό της
τον έκρυψε μέσα σ’ ένα βιβλίο
με συνταγές μαγειρικής
μισούσε εκείνο το φόρεμα που την έκανε να σωπαίνει
τώρα θα μείνετε στην ίδια τάξη μάς φώναξε
η μητέρα λίγο πριν κλείσει τα δώδεκα
παιδί ξυπόλυτο ορφανό
μας κοίταζε
να βρέχουμε τα πόδια μας στο κύμα
από καρδιά σε καρδιά ν’ αφουγκραζόμαστε
την πόρτα που άνοιγε κι έκλεινε

Νιόβη Ιωάννου, Απόπειρα από την ποιητική συλλογή Στην πυρά, Μανδραγόρας, 2020

Πίνακας: Toby Wiggin

 

Πασχάλης Κατσίκας, Θηλασμός

.

Τις λέξεις διάβαζα στους ανθρώπους
αυτές που ίπτανται
μετά από ένα ανεπαίσθητο τίναγμα των μαλλιών
Έπινα το κώνειο για γάλα
ώσπου αντίκρισα τις χαμογελαστές
που φύτρωναν σαν μίσχοι
στους καστανούς βοστρύχους

Το φαρμάκι γλύκανε
βυζαίνω το αντίδοτο
Το μόνο που αντεύχομαι πια
είναι να φύγω πρώτος.

Πασχάλης Κατσίκας, από τη συλλογή Ρετάλια, εκδόσεις Γράφημα 2020

Πίνακας: Tom Alberts