RSS

Στράτος Φουντούλης, Σημειωματάριο βαρύτητας

 

 

Από την ενότητα  «Sepia»

ΙΙ

Εκείνο ΠΟΥ ΠΛΑΝΙΕΤΑΙ  πάνω από την παλιά γειτονιά και το άλλο που ντύνει κουβέντες μέσα στη σιωπή. Γνωστών ιστορίες. Εν μέσω ελαχίστως διακριτών φράσεων. Η σκέψη που τυλίγει δύο καλλωπισμένες επιστολές αφημένες έξω από την πόρτα γνωστού διπλανού, φίλου πονεμένου. Ποιος να τις έγραψε; Και εκείνος που διηγείται τα ελάχιστα που ξέρει, ραντίζει ευωδία στο κάθε του βήμα. Στην παλιά γειτονιά. Ο έγκλειστος νέος του υπογείου. Η όμορφη απέναντι με τα σορτς που γνέφει συνωμοτικά: ραντεβού τα μεσάνυχτα. Ο αλλόκοτος αλλοτινός μικρόκοσμός μας, η μυρωδιά του φρεσκοσιδερωμένου ρούχου, το ηλιόλουστο διάτρητο απόγευμα. Τώρα η σιωπή βλέπεται πια με τα γυμνά σου μάτια. Να. Εκεί. Στέκει δίπλα στη φιάλη με τα όνειρα που δραπετεύουν λίγο-λίγο προς μια ανέφικτη επιλογή, μακριά. Πολύ μακριά. Κανένα, υπαινικτικό έστω, ίχνος διεξόδου. Μόνο ένα βάρος πάντα· στους

ώμους βαραίνει.

*

II

Τι κι αν οι πόρτες παρέμεναν κλειστές, σημασία είχαν τα διαδοχικά χτυπήματα που ακούγονταν σ’ αυτές, περασμένα μεσάνυχτα, από τη μοναχική, διστακτική, ηλικιωμένη γυναικεία φιγούρα· όμως κανέναν δεν αφορά ο αριθμός των ανθρώπινων σκιών που ένιωσε γύρω της χτες προχτές ή ακόμη παλαιότερα. Το γεγονός ότι χτυπούσε πόρτες αγνώστων, περασμένα μεσάνυχτα, δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως ανάρμοστο, κάθε ήχος έχει τη σημασία του, όπως οι φωνές που πάντα κάτι

αναζητούν.

Στράτος Φουντούλης, Σημειωματάριο βαρύτητας, πεζά και άλλα.

Προλόγισμα: Δημήτρης Φύσσας ― ΑΩ Εκδόσεις, 2021

Πίνακας: Nicolas Martin

 

 

«Είναι το βιβλίο ενός εικαστικού: χρώματα, σχήματα, σκιές, όγκοι, σχέδια, ανάγλυφα, αποχρώσεις, φωτισμοί, αρχιτεκτονικές, οπτικοποιήσεις της γραφής και γενικά όλα τα εικαστικά εργαλεία έχουν εδώ την τιμητική τους. Κορυφαίο δείγμα, «Η κουρτίνα» (βρέστε την ξεφυλλίζοντας, θα σας κάνει ν’ αγοράσετε το βιβλίο)· ταυτόχρονα, είναι το βιβλίο ενός συγγραφέα. Ενός καλού συγγραφέα.[…]

Ο άνθρωπος γράφει ελληνικά, μα είναι διεθνής και κοσμοπολίτης, δεν ομφαλοσκοπεί εθνιστί, ούτε ελληνιστί. Διαβάζεις πολλούς ξένους τόπους και μόνο μια οδό Πραξιτέλους,Υμηττού, Χιμάρας από Αθήνα/ Ελλάδα. Όπως άλλωστε διεθνείς και κοσμοπολίτες είναι κι οι δάσκαλοί του στη Γραφή, τα Εικαστικά, τη Μουσική – κι όχι μόνο.

«Ζήλεψα» τα διαλογικά μέρη: κοφτά, άμεσα, μάγκικα- καλογραμμένο θέατρο/ το σολιψιστικότατο XVIII/ τα παραληρηματικά σημεία/ τη χαμένη νότα του Λιστ/ τις μετασουρεαλιστικές και σχεδόν λετριστικές «μακέτες» του / τον εξαιρετικό τίτλο του όλου/ το συγγραφικά δυσκατάτακτο του εγχειρήματος/ τη γλωσσική – τυπολογική  άντληση από ιζήματα ποικίλων εποχών[…]

Οι επιστήμες, είτε ονομαστικά, είτε περιγραφικά, είτε μέσω των εργαλείων τους, είναι επίσης παρούσες. Τέχνες, επιστήμες κι όνειρο πάνε δω χέρι χέρι. ΄Ενα μόνο παράδειγμα: «Εμφανίζεσαι φορώντας φόρεμα με τετράγωνα σχήματα και άνθη, πάντρεμα Γεωμετρίας, Βοτανικής και Βιολογίας. Μου λες η ντουλάπα σου είναι ένας κύκλος, το πόδι σου ένα τετράγωνο, το οποίο είναι λουλούδι, το οποίο είναι βλέφαρο· που πρόκειται να ανθίσει.

[Απόσπασμα από το προλόγισμα του Δ. Φύσσα]

 

Σύντομο βιογραφικό

O Στράτος Φουντούλης είναι εικαστικός. Γεννήθηκε το 1954 στην Κάλυμνο και μεγάλωσε στη Νότιο Αφρική και στην Αθήνα. Αν και σπούδασε γραφικές και μερικώς καλές τέχνες, θεωρεί τον εαυτό του αυτοδίδακτο.  Έχει πραγματοποιήσει πάνω από 100 ομαδικές κι ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Έργα του βρίσκονται σε πολλές ιδιωτικές συλλογές. Κείμενά του πεζά, ποιητικά και δοκίμια έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα αγγλόφωνα και ελληνόφωνα έντυπα, καθώς και στο διαδίκτυο. Από το 1991 ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες. Το 2003 ιδρύει το περιοδικό λόγου Στάχτες (staxtes2003.com), το οποίο και διατηρεί έως σήμερα.

Ιστοσελίδα: Αγριμολόγος – https://agrimologos.com/

 

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες

[…] Προσωπικά, αδημονούσα να με ενημερώσετε επιπλέον για τις δύο φορές που ο Πατρίκ μας έφθασε στο σπίτι χωρίς εσώρουχο και με το παντελόνι του αιμόφυρτο. Πονάς, Πατρίκ, τον ρώτησα; Kόλπα! μου είπε, και δεν με άφησε να τον πλησιάσω. Αγκάθια! Eίδες τον κύριο Φρανκ σήμερα; Πατρίκ, Πορδή, Πατέρας! μου απάντησε, μ’ έκφραση αλλοιωμένη, σαν καρικατούρας, έτσι όπως πρόφερε με πρωτάκουστη ωμότητα τις φράσεις με τα Π του. Τι κάνατε σήμερα με τον κύριο Φρανκ, βάλατε πολλά γράμματα στον σάκο; Πατρίκ, Πορδή, Πατέρας! ανασήκωσε λίγο το πιγούνι κι έπειτα βρέθηκε, ανοιγοκλείνοντας τις βλεφαρίδες, σ’ ένα τοπίο δίχως σύνορα, προορισμό, αρχή, μέση και τέλος, ενώ τα χέρια του έφτιαχναν χέλια και νήματα αράχνης στον αέρα. Τη δεύτερη φορά που έφθασε με αίματα στο σπίτι, αναζήτησε ένα παρατημένο και φτηνό κασκόλ από μαλλί, που το ξετρύπωσε στην αποθήκη. Κουρελιασμένο πλέον, σε χρώμα φούξια με λίγο πορτοκαλί στα κρόσσια και με κομπάκια,ήταν σαν τούτο το κουρέλι να βρισκόταν σε πλήρη αρμονία μ’ ένα μυαλό που έβρισκα πως σβόλιαζε όλο και πιο πολύ μέρα με τη μέρα. Κουνούσε ρυθμικά και το κεφάλι, όσο τα δάχτυλά του παλεύανε να ξεκολλήσουν εκείνα τα κομπάκια, κάτι στρατιώτες κουλουριασμένους σε αποσύνθεση, παλεύντας με ζέση να αιχμαλωτίσει την ενέργεια των έντονων χρωμάτων. Το δέρμα στα χέρια του ξεφλούδιζε και ο Πατρίκ μας άρχισε να παίζει πάλι με το μαχαίρι της πουτίγκας. Όταν έκοβε την πουτίγκα, έκοβε κι ένα δάχτυλο μαζί, αλλά […]

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, μυθιστόρημα, Σμίλη, 2017

Πίνακας: Βασίλης Πέρρος

.

.

 

Αντώνης Δ. Σκιαθάς, Η αυθεντία του ναρκισσισμού

.

της Χ. Φ

Ένα κόκκινο μαντήλι,
στο πέτο του Κωνσταντίνου
με μία ρίγα γαρδένιες,
μεταξύ δύο κόσμων και του άπειρου,
στα υπόλοιπα της ανακωχής του θανάτου.
Επιβίωση στον φόβο της εξορίας,
τα ψίχουλα των αναχωρήσεων λίγωσαν
το κορμί του.

Στους χρησμούς της Ποίησης
λαθραίο και πάλι το χαμόγελό του.

Αναμονή σε προθαλάμους γυναικών
με αναγνώσεις συμβάντων
για τις στάχτες της ιδεολογίας του τέλους.

Μεσαίωνας βιωμένος
στη σπασμένη βουνοκορφή της Μαρίας
κούρνιασε παντοτινά ισάγγελος, στο στέρνο της,
με αόριστες ελπίδες για τα κυπαρίσσια
στα κοιμητήρια μίας άγονης πατρίδας.

Αντώνης Δ. Σκιαθάς, από τη συλλογή “Σπασμένα Δόντια”
Αδημοσίευτη Ποιητική Κατοχυρωμένη Σύνθεση

Πίνακας: Juan Martinez Bengoechea

 

Nenad Milošević, Τα κουνέλια

Για δεύτερη μέρα, όταν όλα γύρω μου
ησυχάζουν, και το να φέρνεις στο στόμα ένα τσιγάρο
κρατάει όσο κι ένας στεναγμός στον ύπνο σου
θυμάμαι τα κουνέλια που είχες βρει
το βράδυ εκείνο μες στο φλιτζάνι του καφέ μου

Ήταν κωμικό ν’ ανακαλύψεις πως ένιωσα εντελώς
διαφορετικά
όταν η φίλη σου (τελευταία και δική μου) είπε:
Το φλιτζάνι σου γέμισε κουνέλια.
Ντράπηκα σαν μικρό παιδί
που δεν καταλαβαίνει τ’ αστεία των μεγάλων.
Έσκυψα το κεφάλι πάνω από το φλιτζάνι
ψάχνοντας κάτι που να μοιάζει με κουνέλι.
Βρήκα κουνελιού αυτιά, γούνα, ουρά,
αλλά το ίδιο το κουνέλι πουθενά.

Τη μέρα εκείνη, τίποτε δεν μου έδειξε πως η
εικόνα ετούτη θα χαρασσόταν στο μυαλό μου πιο
καθαρά
απ’ όλες όσες πίστευα πως θα κράταγαν για πάντα:
μια νύχτα, δυο γυναίκες, πνιχτή ανάσα κάτω από
τα σεντόνια,
κι εγώ να ψάχνω, να ψηλαφίζω, πύρινους φλογερούς
ναούς

Από την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών, Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020

Artwork; Jamie Baldridge

 

Μaja Vidmar, Πολεμικόν καταφύγιον


Με φέρνουν σε δύσκολη θέση
τα πράγματα
που μάζεψα για να φέρω
στο καταφύγιο.
Ένας παχύς ευτυχισμένος
βούδας
που διαρκώς γελούσε
με ό,τι έκανα,
βρήκα όμως
ένα ράφι για εκείνον
και την αδηφάγα σκόνη των ενθυμίων.
Ήταν πιο δύσκολο
με τους βόλους
που σαν γατάκια σκόρπισαν
κάτω απ’ τον καναπέ.
Το πιο δύσκολο είναι με τα παιδιά,
πρέπει να καταψυχθούν
στον πάγο,
αγάπη
σε στερεά μορφή.

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Artwork: Jane Long

 

Αντώνης Δ. Σκιαθάς, Σχισμένο δέρμα

.

Αρκέσου, μου έλεγε, στη σιωπή.
Συχνά,
με σπασμένη τη λεκάνη
έσπερνε λόγια στον καθρέπτη,
ενενήντα χρόνων η Ραχήλ.

Πρώτη φορά
μετά το αγκαθωτό συρματόπλεγμα
και το σχισμένο δέρμα στο παλούκι της μάντρας
δραπέτευσε,
αρπακτικό με τη γλώσσα πυρακτωμένη.

Πώς φιλάς, με ρώταγε συχνά,
πώς αλλιώς, με τα χέρια
ακούγοντας το κορμί να λιώνει χιόνι.

Δεν πρόλαβα να τη φιλήσω παντού,
χτικιό έγινε το φιλί.

Ψύχραιμους μήνες με κομμένα τα στήθη,
την εξορία του θανάτου,
με τον πρώτο τυχόντα εραστή,ιατρό,
έμελλε να ζήσει.

Αντώνης Δ. Σκιαθάς, από τη συλλογή “Σπασμένα Δόντια”
Αδημοσίευτη Κατοχυρωμένη Ποιητική Σύνθεση.

Πίνακας: Anne Magill

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

 

XVIII

O Αριστοτέλης παρατηρεί ότι οι λέξεις είναι σημάδια παραστάσεων που ανακαλούνται στην ψυχή. Δεν φαίνεται ότι κάθε γλώσσα το επιτυγχάνει αυτό με τον ίδιο τρόπο. Στην περίπτωση αυτού του λαού κάθε λέξη εννοεί κάτι άλλο από αυτό που ονομάζει, και είναι μοίρα της γλώσσας, μονίμως, να μη βρίσκει τον στόχο της. Ένας ποιητής της χώρας την συγκρίνει ως προς αυτό με τη βελόνη της πυξίδας, που δεν δείχνει ποτέ ακριβώς τον βορρά. Το παρατηρεί κανείς ήδη στην ομιλία των παιδιών. Έτσι, εκφράζουν τη μία ή την άλλη ευχή· αν κάποιος, ωστόσο, τους φέρει ό,τι ζήτησαν, τον αποδιώχνουν κι εκλιπαρούν για κάτι καινούργιο, μέχρι που ξεσπούν τέλος σε κλάματα. Ένας μικρός έκλαιγε μέχρις εξαντλήσεως και φώναζε τη μαμά του· όταν ήρθε η μάνα του και πήρε το παιδί στην αγκαλιά, εκείνο μουρμούριζε ήδη μισοκοιμισμένο: «Όχι αυτήν τη μαμά· την άλλη μαμά»

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019

Πίνακας: Anne Siems

 

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός

.

Kι ο Χούγκενάου που στα παλιά του ταξίδια είχε επισκεφτεί πολλές όμορφες παλιές πόλεις, χώρις όμως να προσέξει ιδιαιτέρως καμιά, ένιωσε να τον συνεπαίρνει ένα παράξενο συναίσθημα, ένα πραγματικά άγνωστο ως τώρα συναίσθημα, που ούτε να το κατονομάσει μπορούσε, ούτε και να πει τι το είχε δημιουργήσει και το οποίο ωστόσο τον έκανε να νιώθει μ’ έναν αλλόκοτο τρόπο σαν το στο σπίτι του: εάν κάποιος του έλεγε ότι αυτή ήταν μια αισθητική συγκίνηση ή ότι επρόκειτο για ένα συναίσθημα που πήγαζε από την ελευθερία, θα γελούσε δύσπιστος, θα γελούσε σαν κάποιος που δεν τον είχε αγγίξει καν η ιδέα της ομορφιάς του κόσμου, και θα είχε δίκιο να γελάει στο μέτρο που είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις αν είναι η ελευθερία που αποκαλύτπει την ομορφιά στην ψυχή ή η ομορφιά που μεταδίδει στην ψυχή την ιδέα της ελευθερίας, όμως κατά βάθος θα είχε άδικο, γιατί ακόμα και για έναν άνθρωπο σαν τον Χούγκενάου δεν είναι δυνατόν παρά να υπάρχει εκείνη η βαθύτερη ανθρώπινη γνώση, ο ανθρώπινος πόθος για την ελευθερία από την οποία εκπηγάζει όλο το φως του κόσμου και μέσω της οποίας βλαστάνει ο κυριακάτικος καθαγιασμός κάθε ζωής – κι επειδή έτσι έχει το πράγμα και δεν είναι δυνατόν να έχει αλλιώς, μια αχτίδα αυτού του ανώτερου φωτός ίσως να έπεσε πάνω στον Χούγκενάου τη στιγμή που σύρθηκε έξω από το χαράκωμα και αποδεσμεύτηκε από τις υποχρεώσεις που τον έδεναν με τους άλλους ανθρώπους, μια αχτίδα του φωτός που είναι η ελευθερία που παραχωρηθηκε ακόμα και σ’ αυτόν, έτσι που για πρώτη φορά ν’ αφοσιωθεί στην κυριακάτικη σχόλη.

  Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμόςσελ. 17-18, Μέδουσα, 1993.

Πίνακας: József Rippl-Rónai

 

Δήμητρα Κουβάτα, Μέδομαι λένε αλλιώς το σκέφτομαι

.

Με σφίγγει απόψε το βραχιόλι που μ’ αγόρασε
όταν απ΄ την Κολχίδα δραπετεύαμε
και το Αιγαίο φαινότανε μικρό να μας χωρέσει.
Ερχόμουν κι ήθελα μονάχα
τα πόδια να του πλένω,  να του γεννώ παιδιά,
πάντα θερμή, πάντα ζεστή και αρωματισμένη.
Πάχυνα λίγο, το βραχιόλι με πονά,
το μπράτσο σημαδεύει.
Του γέννησα δύο παιδιά και έκτοτε
ρίχνω στη μήτρα μου δύο σταξιές λεμόνι,
για να μπορώ απίκραντη και άκαρπη
προς χάριν του να λύνω τα μαλλιά μου.
Μέδομαι λέγεται αλλιώς το σκέφτομαι.
Τα βράδια που εκείνος δε γυρνά
με λίγη άψινθο το πίνω το κρασί  μου
και σκέφτομαι στης Αμπχαζίας τα βουνά
άραγε θυμούνται το όνομά μου;
Μέγγενη απόψε το βραχιόλι μου.
Σαν να ‘μουνα πουλί, το τύλιξε στο πόδι μου,
μ’ έσυρε σαν δαμάλα, σα να ‘μουν σκλάβα του,
με μάρκαρε.
Και μέδομαι: πουλί, σκλαβί, δαμάλι από τη μια
το δέρας, το καράβι, ένα βραχιόλι από την άλλη.
Δε βγάζουνε σωστό λογαριασμό.

Λείπεις πολύ, Ιάσονα, στα ξένα τα κρεβάτια.
Και δεν ευθύνομαι  εγώ, γι’ αυτό που θα προκύψει.

Δήμητρα Κουβάτα, Μέδομαι λένε αλλιώς το σκέφτομαι, από τη συλλογή Καθαρό οινόπνευμα, Μανδραγόρας, 2020.

 

Νιόβη Ιωάννου, Στις οκτώ

.

όταν ερχόταν η ώρα
η αδερφή μου
με τοποθετούσε στο μεγάλο τραπέζι
κρύβοντας τα μάτια μου στις τσέπες της
ίσως και να μην ήμουν εγώ
που χόρευα και γελούσα στον κήπο
ντυμένη στα λευκά
ίσως και να μην ήταν εκείνη
το κορίτσι με το ραγισμένο φόρεμα
που έσφιγγε στους αγκώνες τη φωνή του
ώσπου να πάψουν τα δάχτυλα
ώσπου να πάψουν
μοναχοκόρες ήμαστε
πεινούσαμε πάντα αντικριστά
και κλείναμε τ’ αυτιά μας
ακούγοντας
τους κόκκους του ρυζιού
να πέφτουν με θόρυβο στο πάτωμα
ακούγοντας
το σκοινί να μεγαλώνει
ν’ απλώνεται γύρω απ’ τον πήλινο λαιμό του αλόγου
που έστεκε όρθιο
για χρόνια έστεκε όρθιο
στην άκρη της παλιάς σκονισμένης ροτόντας

Νιόβη Ιωάννου, Στις οκτώ από την ποιητική συλλογή Στην πυρά, Μανδραγόρας, 2020

Πίνακας: Pablo Picasso