RSS

Αριστείδης Αντονάς, Ο επίσκοπος

.

Η νύχτα με βρήκε ανάμεσα στα φυτά του κήπου, τυλιγμένον στις ανήσυχες αυτές σκέψεις. Είχα ήδη αποφασίσει να αφιερωθώ συστηματικά στην αναζήτηση δρόμου διαφυγής από την επόμενη κιόλας μέρα, ξέροντας πως κάθε βήμα, κάθε κίνησή μου, ήταν εκτεθειμένα στο βλέμμα του. Η ώρα που κοιμόμουν έφτασε και γύρισα στο σπίτι, αν και δεν νύσταζα ακόμη. Έσβησα τα φώτα του σαλονιού και ξάπλωσα στον καναπέ. Δεν ήθελα να δημιουργήσω υποψίες για όσα ήξερα. Το σκοτάδι του δωματίου διαγραφόταν για πρώτη φορά τόσο απειλητικό, κρατώντας με άυπνο και φοβισμένο. Από τα ανοικτά παράθυρα μαζί με το απαλό δροσερό αεράκι έμπαινε και το φως της σελήνης. Ήταν πρώτη φορά που έφτασαν στα αυτιά μου όλοι οι μικροί θόρυβοι της νύχτας. Σε λίγο άκουσα διακριτικά βήματα στη σκάλα. Είδα τη σκιά του να εμφανίζεται στο πλατύσκαλο και να πλησιάζει αργά προς το μέρος μου. Έφτασε κοντά και γονάτισε στο πάτωμα. Προσποιήθηκα ότι κοιμόμουν. Αισθάνθηκα το βλέμμα του να διατρέχει το πρόσωπό μου και, μέχρι το ξημέρωμα, άκουγα δίπλα μου την ελαφριά του αναπνοή.

Αριστείδης Αντονάς, Ο επίσκοπος [Ανησυχία], σελ. 33-34, Εκδόσεις Στιγμή, 2001

Artwork: Jan Sluijters

 

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά

Με τη ζέστη, όλα τα παράθυρα ήσαν ανοιχτά, ακόμη και οι πόρτες. Προχωρώντας στη μέση του δρόμου δεν χρειαζόταν να κοιτάξει δεξιά κι αριστερά για να βλέπει τι συνέβαινε στα πεζοδρόμια. Ήσαν οι ίδιοι. Κανέναν δεν γνώριζε, με κανέναν δεν είχε μιλήσει, τους είχε δει όμως τόσες φορές ώστε ήταν σαν να μπορεί να τους βλέπει χωρίς να τους κοιτάζει. Κάθονταν στα σκαλοπάτια των εισόδων, στα πόδια τους και στα κράσπεδα των πεζοδρομίων, ή πηγαινοέρχονταν αργά, νωχελικά, πάνω κάτω καπνίζοντας, χειρονομώντας, μιλώντας δυνατά ο ένας στον άλλον από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο ή σχηματίζοντας ομάδες από τρεις και τέσσερις που συζητούσαν κάτι χαμηλόφωνα, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν έπρεπε να το ακούσει κανείς άλλος, ή παρατεταγμένοι κατά μήκος των τοίχων σαν να περίμεναν κάποιον που θα τους έφερνε ή θα τους έλεγε κάτι, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στέκονταν όλοι εκεί, άλλοι περιποιημένα ντυμένοι, φρεσκοξυρισμένοι, με τα πυκνά μαλλιά τους καλοχτενισμένα, γυαλιστερά, σαν μόλις πριν από λίγο να είχαν βγει απ’ το μπάνιο και να είχαν φορέσει ό,τι καλύτερο είχαν για να υποδεχθούν κάποιο πράγμα που θα άλλαζε εκ βάθρων τη ζωή τους,

άλλοι με τα γυμνά τους πόδια άπλυτα από μέρες μέσα σε φθαρμένες πλαστικές παντόφλες, με μια φανέλα μόνο κι ένα σακουλιασμένο πανταλόνι, αξύριστοι, με πρόσωπα ανέκφραστα από την κούραση, την αναμονή και τη ματαίωση, μ’ έναν αέρα παραίτησης και βαρεμάρας στις κινήσεις τους, σαν να είχαν πάρει απόφαση πως αυτό που τους είχαν υποσχεθεί δεν θα γινόταν, πως άδικα στέκονταν εκεί, πως δεν θα έρχονταν να τους πάρουν και να τους οδηγήσουν εκεί όπου τους είχαν πει ποιο ήταν αυτό το εκεί, κι ωστόσο όλοι σε μία κατάσταση παρατεινόμενης, αδιάλειπτης εκκρεμότητας, που δεν έβρισκαν το θάρρος να την διακόψουν, παραμένοντας σ’ έναν ενδιάμεσο χώρο, μετά από κάτι και πριν από κάτι, το πρώτο τελειωμένο, το δεύτερο ατελεύτητο, σ’ ένα είδος συνωστισμού χωρίς νόημα, πυρετού χωρίς αίτιο, με μία ενεργητικότητα χωρίς διέξοδο και χωρίς δέκτη, μέσα σε μία ατμόσφαιρα συντελεσμένη αχρηστίας, η οποία έδειχνε ακόμη πιο πρόωρη, καθώς οι περισσότεροι ήσαν νέοι και εύρωστοι, γυμνασμένοι από μία επιβεβλημένη κακουχία, με έναν δυναμισμό που σε πολλούς έπαιρνε την μορφή αδιάκριτης σεξουαλικότητας, ενός αυθόρμητου και πεινασμένου αλλά αμετάδοτου και αδιέξοδου αισθησιασμού, ο οποίος εκδηλωνόταν μόνον με επίμονα, διεισδυτικά βλέμματα που έστελναν δυσδιάκριτα και δυσερμήνευτα μηνύματα και που τα είχε αισθανθεί να την αγγίζουν πολλές φορές χωρίς να μετατρέπονται σε κάποια κίνηση ή χειρονομία, χωρίς να γίνονται καν λόγια, εκείνες οι μονοσύλλαβες εκφράσεις που περιέχουν πολλές φράσεις, κάνοντας τα πρόσωπά τους να δίνουν τις στιγμές εκείνες την εντύπωση πως ήσαν μόνον μάτια, μάτια και τίποτε άλλο.

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά, σελ. 12-14, εκδόσεις Άγρα, 2007

Artwork: Jan Sluijters

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

.

Καθότι τόσο ντελικάτες, τόσο μυστηριακές οι γυναίκες, είπε ο Πατέρας. Μια λεπταίσθητη ισορροπία περιοδικού ρύπου ανάμεσα σε δυο φεγγάρια σ’ εκκρεμότητα. Σελήνη. Σελήνες, είπε, φεγγάρια στη γέμιση, κίτρινα όπως η σελήνη του θερισμού και του Αυγούστου οι γοφοί της οι γλουτοί της. Έξω έξω απ’ αυτούς πάντοτε πλην όμως. Κίτρινο. Σαν πατούσες ποδιών απ’ το περπάτημα κάπως. Ύστερα πληροφορείσαι πως όλα αυτά τα μυστηριακά και τα επιβλητικά κάποιον άντρα έκρυβαν. Πως όλα αυτά τα εσώτερα σχημάτιζαν μία εξωτερική τρυφερότητα που προσδοκά ένα άγγιγμα για να. Υδαρής σήψη σαν πνιγμένα αντικείμενα που επιπλέουν, σαν ξεπλυμένο ελαστικό μισογεμισμένο, και αρχίζει να κολλάει μυρωδιά από αγιόκλημα όλα μαζύ ανάκατα.

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ. 153, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Daria Petrilli

.

Σε αυτό το λινκ η πρόσφατη ταινία

 

Λουκία Πλυτά, Αχνάδα

.

Η αχνάδα του πρόσκαιρου

μοιάζει με πεινασμένο λύκο.

Αποδείχθηκε πως,

όταν σκουπίζεις

με το μανίκι σου το τζάμι,

δεν σημαίνει

πως μπορείς να δεις καλύτερα.

Σπάσ’ το!

Artwork: Philippe Koubareff

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

—Τι βλέπεις; Eίπε ψιθυριστά η Φρόνυ.

Κοίταξα και τους είδα. Ύστερα κοίταξα και έβλεπα την Κάντυ με άνθη στα μαλλιά και έναν πέπλο μακρύ σαν άνεμο αστραφτερό. Κάντυ Κάντυ

—Σουτ. Είπε ο Τ. Π. Θα σ’ ακούσουνε. Κατέβα κάτω σβέλτα. Και με τραβούσε. Κάντυ. Ο Τ.Π. με τραβούσε. Σουτ. Είπε. Σώπα. Έλα δω αμέσως. Και με τραβούσε. Κάντυ. Πάψε Μπέντζυ. Θέλεις να σ’ ακούσουν; Άντε, στάσου να πιούμε καμιά γουλιά ακόμη και μετά ξαναγυρίζουμε, αν το βουλώσεις. Πάμε καλύτερα να πάρουμε άλλο ένα μπουκάλι, ειδαλλιώς θ’ αρχίσουμε να σκούζουμε  και οι δυο μας. Θα πούμε το ήπιε ο Νταν. Ο Κύριος Κουέντιν πάντα του λέει είναι ξύπνιο σκυλί, εμείς μπορούμε να πούμε ξέρετε είναι μπεκρόσκυλο, πίνει.

Η φεγγαράδα κατέβαινε τα σκαλιά του υπογείου. Ήπιαμε κι άλλο. — Ξέρεις τι θα ήθελα τώρα; Θα ’θελα ξαφνικά να μπουκάρει εδώ στο κατώι μια αρκούδα. Και ξέρεις τι θα ’κανα; Θα πήγαινα ίσα καταπάνω της και θα την έφτυνα τσιφ στο μάτι. Για δώσε την μπουκάλα να ταπώσω το στόμα μου προτού βγάλει φωνή μεγάλη.

Ο Τ.Π. γκρεμίστηκε κατάχαμα. Έβαλε τα γέλια και η φεγγαράδα και η πόρτα του υπογείου άρχισαν να πηδάνε και έφυγαν και κάτι με χτύπησε εμένα. — Σώπαινε. Είπε ο Τ.Π. Και πάλευε να μη γελάσει. Χριστούλη μου, πάει, θα μας ακούσουνε. Σήκω πάνω. Ο Τ. Π. είπε. Σήκω Μπέντζυ, σβέλτα. Κυλιόταν κάτω και γελούσε. Κι εγώ δοκίμαζα να σηκωθώ. Τα σκαλιά του υπογείου ανέβαιναν τον λόφο μέσα σε φεγγαράδα και ο Τ.Π. σωριάστηκε απάνω στον λόφο μέσα στη φεγγαράδα, κι εγώ έτρεξα ίσα στον φράχτη και ο Τ.Π. έτρεχε πίσω μου και όλο έλεγε μην κλαις μην κλαις. Μετά έπεσε μέσα στα λουλούδια και να γελάει κι εγώ έτρεξα κατά το κασσόνι. Όμως όταν έκανα ν’ ανέβω εκείνο πήγε παραπέρα και με χτύπησε στο κεφάλι μου από πίσω και το λαρύγγι μου έβγαζε θορύβους και έκανε ξανά θορύβους κι εγώ δεν προσπαθούσα να σηκωθώ και το λαρύγγι μου έκανε ξανά θορύβους και εγώ άρχισα να κλαίω. Όμως το λαρύγγι μου έβγαλε ήχο ξανά και ο Τ.Π. με τραβούσε. Το λαρύγγι μου έβγαζε ήχους συνέχεια και εγώ δεν μπορούσαν να διακρίνω αν έκλαιγα ή όχι, και ο Τ.Π. σωριάστηκε απάνω μου και γελώντας. Και εκείνος ο ήχος συνεχιζόταν και ο Κουέντυ έδωσε κλωτσιά στον Τ.Π. και η Κάντυ με αγκάλιασε και ο πέπλος της έφεγγε και δεν ευωδίαζαν δέντρα πλέον και άρχισα να κλαίω.  

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, Απριλίου 7η, 1928, σελ. 69-70, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Yohann Fournier

.

 

Ευσταθία Ματζαρίδου, Φτερά στο τσιμέντο

Όταν πνίγομαι, λοιπόν, από την κατάσταση της ανελευθερίας μου, ονειρεύομαι ότι είμαι μια τσιγγάνα, μια απ’ αυτές τις τσιγγάνες που μου περιγράφει η Στάνκα ότι κατέκλυζαν το χωριό της κι όλα τα γύρω τους χωριά, αλλά και τα όνειρα της. Εμφανίζονταν, λέει, στο χωριό ένα τσούρμο τσιγγάνες κι έπαιρναν σβάρνα τις γειτονιές και τα σπίτια ένα ένα, μπούκαραν στις ορθάνοιχτες αυλές, χτυπούσαν πορτοπαράθυρα, κι αν ήταν ανοιχτά, έμπαιναν μέσα στο σπίτι, αθόρυβα σχεδόν, γίνονταν αισθητές μόνο από τα βραχιόλια τους και τα κολιέ τους κι από το σούρσιμο των φουστανιών τους, που σκάλωναν κάπου και σκιάζονταν τότε οι νοικοκυρές και τις έδιωχναν, όπως έδιωχναν καμιά απρόσκλητη γάτα που είχε ανακαλύψει κάποιον μεζέ και τον γευόταν, μα πιο πολύ αγριεύονταν τα παιδιά, λέει, γιατί οι μάνες τους τα τρομοκρατούσαν ότι θα τα πάρουν μαζί τους οι τσιγγάνες, κυρίως σε φάσεις αταξίας αυτή ήταν η μόνιμη απειλή.

Οι τσιγγάνες εμφανίζονταν κυρίως μετά το Πάσχα, για να μαζέψουν τα μπαγιάτικα τσουρέκια και τα εναπομείναντα πασχαλινά αυγά, που κατά κανόνα οι νοικοκυρές τα έριχναν στις κότες, ή επίσης και στα μεγάλα Ψυχοσάββατα έτρεχαν σαν τα κοράκια στα νεκροταφεία, ποντάροντας στη γενναιοδωρία των χαροκαμένων. Αυτές οι τσιγγάνες ήταν, λέει, όλες όμορφες κι έσφυζαν από υγεία και ακμαιότητα, με κορμιά λυγερά, μάτια αστραφτερά, μαλλιά κορακί, χυτά και πλούσια και στήθια ζουμερά, απ’ όπου κρέμονταν πάντα παιδιά, και φωνές και χαμόγελα που αντηχούσαν στις γειτονιές και τους δρόμους σαν καμπάνες γιορτινές. Αυτή όμως ζούσε από μικρή με τον φόβο ότι θα την πάρουν, ένας φόβος ανεξήγητος, σκέφτομαι, γιατί, αν ήταν, όπως μου τις περιγράφει, εγώ θα επιθυμούσα να με πάρουν, να με περιφέρουν από χωριό σε χωριό κι από χώρα σε χώρα και να με μπολιάσουν με την υγεία τους και την ομορφιά τους…

Ναι, αν ήμουν μια τσιγγάνα, αν είχα γεννηθεί από τσιγγάνους γονείς θα ήμουν ένα υγιές και όμορφο πλάσμα, μια λυγερόκορμη με μαλλιά που θα κάλυπταν τη μέση μου και τα οπίσθιά μου, που θα χόρευα και θα τραγουδούσα. Τους τσιγγάνους τους φαντάζομαι σταθερά χαρούμενους και σταθερά ερωτευμένους και γι’ αυτό πιστεύω ότι έχουν μόνο υγιή μέλη, ότι δεν υπάρχουν σακατεμένοι και άρρωστοι στους κόλπους αυτής της ελκυστικά αλλόκοτης κοινωνίας. Αλλά ακόμα κι αν ήμουν με καρότσι και με μπαστούνια ανάμεσα τους θα ήμουν μια ευτυχισμένη τσιγγάνα, και όχι μια ανάπηρη, δεν θα υπερτερούσε η αναπηρία μου της καταγωγής μου, θα με έβαφαν και θα με στόλιζαν με μαντίλες πολύχρωμες και δαχτυλίδια και σκουλαρίκια και θα είχα μπόλικο κοκκινάδι στα χείλη και στα μάγουλα και στα μάτια και στα νύχια, θα ήμουν μια πολύχρωμη στολισμένη τσιγγάνα κι όχι πια μια σακατεμένη, η ανημποριά μου και η αναπηρία μου θα είχαν αφανιστεί και θα με περιέφεραν τσούρμο παιδιά με το καρότσι, από σκηνή σε σκηνή κι από άμαξα σε άμαξα, θα έπαιρνα μέρος σε πανηγύρια και γιορτές κι από το πρωί ως το βράδυ θα τραγουδούσα και θα λικνιζόμουν, ναι, θα λικνιζόμουν ακόμα και στο καρότσι μου, ο ρυθμός των τραγουδιών τους θα είχε κάνει το καρότσι μου ένα ρυθμικό καρότσι και θα έπαιρνε μπρος σαν κουρδισμένο, θα ήμουν ανάμεσά τους βαμμένη και στολισμένη ένα γιορτινό κουρδισμένο χριστουγεννιάτικο στολίδι που όλοι θα το καμάρωναν. Έτσι, εύχομαι να χτυπήσει το κουδούνι και να είναι οι τσιγγάνες και να με απαγάγουν, από τότε που μου εκμυστηρεύτηκε τους φόβους της η Στάνκα αυτό έγινε το καινούργιο μου όνειρο, η απαγωγή από τσιγγάνες, κι όταν περνούν οι μέρες και δεν χτυπούν τα κουδούνια, όχι μόνο οι τσιγγάνες αλλά και κανένας άλλος, γιατί δεν υπάρχουν επισκέπτες, και οι γονείς μου που μπαινοβγαίνουν ή έχουν τα δικά τους κλειδιά ή επιστρέφουν ώρες συγκεκριμένες, τότε η καρδιά μου σφίγγεται, όταν πλησιάζει η ώρα της επιστροφής τους και έχει η προσδοκία μου για απαγωγή παντελώς διαψευστεί, τότε το κουδούνι γίνεται ο δικός μου εφιάλτης ότι θα παραμείνω για πάντα σακατεμένη κι ακινητοποιημένη σ’ αυτό το σπίτι, μια ζωντανή νεκρή.  Για παρηγοριά τότε συχνά ανοίγω τον υπολογιστή, πιάνω το ποντίκι κι αρχίζω και σχεδιάζω ένα τσιγγάνικο κάρο, ένα σύγχρονο τσιγγάνικο κάρο, ένα τροχόσπιτο αστραφτερό και ολοκαίνουργιο, βαμμένο σε χρώμα κίτρινο καναρινί, τονισμένο με πράσινο χρώμα και με κόκκινες ρόδες. Και χωρίς κουρτίνες, οπωσδήποτε χωρίς κουρτίνες. Ένα τροχόσπιτο-παπαγάλο που δεν θα θυμίζει σε τίποτε πια το δικό μου άχρωμο, σκοτεινό, αθόρυβο σπίτι, ένα τροχόσπιτο που θα με περιφέρει σε αγρούς και σε λιβάδια, σε κάμπους, σε χωριά, σε πόλεις και πολιτείες! Σήμερα εδώ, αύριο εκεί! Ένα τροχόσπιτο μαγικό! Όλος ο κόσμος μπρος στα πόδια μου, στα σακατεμένα πόδια μου, κι ένας ορίζοντας που διαρκώς θα αλλάζει!

Ευσταθία Ματζαρίδου, Φτερά στο τσιμέντο, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021

 

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Ακροβασία

.

Ασύμβατος έρωτας

Πόσο ασυγκράτητος

σαν λαχταράει να βιωθεί

Πόσο λιπόψυχος

σαν πολεμάει να επιβιώσει

.

Προσοχή!

Ελκυστική επένδυση

Εξίσου επισφαλής

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Ζωγραφική όπως ποίηση, 13 ποιήματα πάνω σε πίνακες του Κώστα Καμπουρόπουλου, Μανδραγόρας, 2020

Πίνακας: Κώστας Καμπουρόπουλος, Λυκόφως (ελαιογραφία σε καμβά, 50 εκ. Χ 45 εκ.)

 

Δημήτηρης Στατήρης, Σκελετός

Σουρούπωνε, σκούρα πέπλα σαβάνωναν τον ουρανό, μια ριπή ανέμου φορτωμένη με άρωμα αγριολούλουδων θέρισε τον οικισμό. Ο πατέρας βγήκε απ’ το σπίτι και έγνεψε στον γιο του να τον ακολουθήσει. Εκείνος πήρε και το τσεκούρι μαζί του. Όδευαν προς το δάσος. Αν μπορούσε να δακρύσει ο Τρύφωνας, θα δάκρυζε από χαρά, ένταση, δικαίωση. Έφτασαν. Τη νύχτα στο δάσος επικρατούσε βαθιά ηρεμία· όταν η σιγή έσπαγε απ’ τις κραυγές και τα αλυχτίσματα των αρπακτικών, καθηλωνόσουν, σαν να περπατούσες πάνω σε παγωμένη λίμνη και να το συνειδητοποιούσες στην πρώτη μεγάλη ρωγμή κάτω απ’ τα πόδια σου. Κατέληξαν σε ένα μικρό ξέφωτο. Ο πατέρας κοντοστάθηκε δείχνοντας κάμποσα έλατα παρακάτω. Του έκανε νόημα να βιαστεί.  «Για το πρωί», είπε. O σκελετός ίσα που πρόλαβε να τα δει κι εξαφανίστηκε. Είχε πέσει σε παγίδα, έναν λάκκο καλυμμένο με χόρτα. Αμέσως ο πατέρας έσυρε μια πέτρινη πλάκα πάνω από την παγίδα –την είχε σχεδιάσει και για παραπάνω από έναν, αν χρειαζόταν– και τη σφράγισε. Έπειτα έβγαλε έναν κουβά γεμάτο τσιμέντο πίσω από κάποιο δέντρο και τον άδειασε περιμετρικά της πέτρινης πλάκας. Στο τέλος τη σκέπασε με χόρτα. Η φωνή του Τρύφωνα βούιζε μέσα απ’ τον αναπάντεχο τάφο του, καθώς ο πατέρας του απομακρυνόταν. Ο γιος του δεν θα ανέβαινε ποτέ ξανά στην επιφάνεια του κόσμου – ή έτσι τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει. 

Δημήτηρης Στατήρης,  Σκελετός, από τη συλλογή διηγημάτων Προτομές, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 2020, σελ. 15-16.

Αrtwork: Jonathan Brown Kumintjarra

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

.

Ξέπλυνα πρόσωπο και χέρια, όμως η μυρουδιά δεν έλεγε να φύγει, και μαζύ με το σαπούνι μού ερέθιζε κάπως τα ρουθούνια. Ύστερα άνοιξα τον σάκκο, έβγαλα πουκάμισο και κολλάρο και γραβάτα, έβαλα μέσα τα ματωμένα, έκλεισα τον σάκκο, και μετά ντύθηκα. Την ώρα που βούρτσιζα τα μαλλιά μου το ρολόι χτύπησε τη μισή. Όμως είχα ακόμη περιθώριο μέχρι να πάει παρά τέταρτο, εκτός και αν, νομίζω βλέποντας το σκοτάδι που εφορμούσε μόνο το δικό του πρόσωπο και όχι τσακισμένο φτερό, εκτός κι αν ήταν δύο, όμως όχι δύο όπως τότε πηγαίνοντας για Βοστώνη το ίδιο βράδυ έπειτα το πρόσωπό μου το πρόσωπό του για μια στιγμή μέσα στον θόρυβο του σπασίματος όταν ξεπετάγεται μέσα από το σκοτάδι δύο φωτισμένα παράθυρα συνθλίβονται μέσα σε τραχύτατη φευγαλέα σύγκρουση εξαφανίστηκε το πρόσωπό του και το δικό μου το βλέπω είδα ίσως δεν είδα αντίο το στέγαστρο όπου κανείς δεν τρώει τώρα άδειο ο δρόμος άδειος μέσα στο σκοτάδι σε σιωπή το γεφύρι με τις καμάρες του μέσα στη σιωπή σκοτάδι σε σιωπή το γεφύρι με τις καμάρες του μέσα στη σιωπή σκοτάδι και ύπνο το νερό ειρηνικό και γοργό χωρίς αποχαιρετισμούς χωρίς έχετε γεια

.

Έσβησα το φως και γύρισα στο δωμάτιό μου, μακριά από τη βενζίνη αν και μου μύριζε ακόμη. Στάθηκα στο παράθυρο, οι κουρτίνες κινήθηκαν αργά, βγήκαν από τα σκοτάδια και άγγιζαν το πρόσωπό που σαν κάποιος που ανασαίνει στον ύπνο του, ύστερα επέστρεφαν στα σκοτάδια με αργή αναπνοή, δεν με άγγιζαν τώρα. Μόλις ανέβηκαν απάνω, η Μητέρα πεσμένη στην πολυθρόνα της, το μαντήλι με την κάμφορα στο στόμα της. Ο Πατέρας δεν είχε αλλάξει θέση. Καθισμένος πάντα στο πλάι της τής κρατούσε το χέρι το βέλασμα σαν σφυροκόπημα απομακρυνόμενο, σαν να μην έβρισκε θέση στη σιωπή Όταν ήμουνα μικρός είχε μια εικόνα κάπου σ’ ένα βιβλίο μας, ένα σκοτεινό μέρος όπου έμπαινε λοξά μία μοναχική αχτίδα φως και έπεφτε πάνω σε δύο πρόσωπα που υψώνονταν μέσα στο σκοτάδι. Ξέρεις τι θα ’κανα εγώ αν ήμουνα βασιλιάς; Ποτέ της δεν έλεγε είμαι βασίλισσα ή νεράιδα, πάντα της ήτανε βασιλιάς ή γίγαντας ή στρατηγός θα γκρέμιζα τοίχο στο δωμάτιο και θα τους έβγαζα έξω σέρνοντας και θα τους μαστίγωνα πολύ άγρια Και το δωμάτιο κατεδαφισμένο, ξεκοιλιασμένο. Κι εγώ χαρούμενος.

.

Και αδύνατο να το εγκαταλείψω επειδή το ρημαγμένο μπουντρούμι ήταν η ίδια η Μητέρα, εκείνη και ο Πατέρας υπερυψούμενοι σε χλωμό φως πιασμένοι χέρι-χέρι και μεις να έχουμε χαθεί σε τόπο πιο κάτω απ’ αυτούς, δίχως ούτε μια αχτίδα φως. Και ύστερα έκανε εισβολή το αγιόκλημα. Μόλις έκανα να σβήσω το φως και δοκίμαζα να κοιμηθώ, αυτό άρχιζε έφοδο στο δωμάτιο κατά κύματα, όλο και πιο πηχτό, ώσπου χρειαζόταν να λαχανιάσω και να εξασφαλίσω μία εισπνοή και τελικά αναγκαζόμουν να σηκωθώ και να βρω τον δρόμο μου ψαχουλευτά, όπως όταν ήμουνα μικρό παιδάκι τα χέρια μπορούν να βλέπουν ψηλαφώντας μέσα στη μνήμη σχηματίζοντας αόρατη πόρτα Πόρτα τώρα το κενό τα χέρια μπορούν να βλέπουν Η μύτη μου μπορούσε να δει τη βενζίνη, το γιλέκο στην καρέκλα, την πόρτα.

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ. 194-195, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Erik Johansson

.

https://www.youtube.com/watch?v=o1tiqVk63-A

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

Τα οστά περίσσευαν πάνω απ’ το χαντάκι με τις σκοτεινές πρασινάδες που κατοικούν στο σκοτεινό χαντάκι και μπήγονταν στο φεγγαρόφωτο σαν μερικά σχήματα να είχαν μαρμαρώσει εκεί που ορθώνονταν. Και μετά όλα μαρμάρωσαν και γύρω σκοτεινά και μόλις έκοψα βήμα κι εγώ για να ξαναρχίσω, μπόρεσα και άκουσα τη Μητέρα, και πόδια που ξεμακραίνουν βιαστικά και ένα σχήμα που μπόρεσα να το μυρίζω.. Και μετά ήρθε το δωμάτιο, όμως τα μάτια μου κλείστηκαν. Δεν σταμάτησα. Μπορούσα να οσμίζομαι. Και ο Τ.Π. ξεκαρφίτσωσε τις παραμάνες στα σκεπασματα του κρεβατιού. […] Κατεβήκαμε τη σκάλα. Τα σκαλοπάτια κατέβηκαν σ’ ένα σκοτάδι και ο Τ. Π. με πήρε απ’ το χέρι και βγήκαμε από την πόρτα και από το σκοτάδι. Ο Νταν στην πίσω αυλή και αλυχτούσε. — Τον πήρε μυρωδιά. Ο Τ.Π. είπε. Έτσι δεν το πήρες μυρουδιά και του λόγου σου; Κατεβήκαμε τα σκαλοπάτια, πήγαμε κοντά στις σκιές μας. — Ξέχασα το πανωφόρι σου. Ο Τ. Π. είπε. Σου χρειάζεται, αλλά δεν ξαναγυρίζω εκεί μέσα. Ο Νταν κλαψούρισε. — Σουτ. Είπε ο Τ.Π. Οι σκιές μας προχώρησαν. Του Νταν η σκιά δεν κουνιόταν, εξόν μονάχα όταν γάβγιζε. — Δεν μπορώ να σε μπάσω στο σπίτι μας άμα βελάζεις έτσι. Είπε ο Τ.Π. Ήσουνα που ήσουνα μπελάς προτού αποχτήσεις αυτήν τη βατραχοφωνάρα. Προχώρα. Απριλίου 7η, 1928 Σελ. 64-65

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, Απριλίου 7η, 1928, σελ. 64-65, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Yohann Fournier