RSS

Xάρης Μεγαλυνός, Ξανά κιθάρες

.

Άκουσε αυτό το βραχνό κύτταγμα

του τραγουδιστή.

Δεν τραγουδάει την αγάπη

αλλά το μακελειό

μιας ράφτρας που δεν ήθελε πληρωμή,

τους κάλους απ’ τη βελόνα και το σίδερο,

το βελούδο και τις τραγικές καρφίτσες.

Δεν τραγουδάμε την αγάπη

σ’ αυτήν τη σκοτεινιά

αλλά κάτι πολύπλοκο

από θλίψη κι ανιαρές μέρες,

τις καρφίτσες, τα ψεύτικα λουλούδια,

την τύχη μας.

Άκουσε αυτήν τη μυρωδιά του αίματος

κάτω από το σαπούνι και την οδοντόπαστα.

Μες στην ταχυπαλμία μας

για την αγάπη και λήθη

τη σαρκοβόρα καρφίτσα άκουσε

τις λουσμένες στα δάκρυα σάρκες μας.

Άκουσε αυτόν τον τραγουδιστή

των βραδυνών τσιγάρων το βρέξιμο

στα στόματα, τον πυρετό.

Δεν τραγουδάει την αγάπη.

Ενός άλλου κορμιού

δεν λαχταράει την προσοχή

αλλά μιας ράφτρας που δεν ζητούσε πληρωμή

μόνο τους κάλους απ’ το σίδερο και τις καρφίτσες.

.

Χάρης Μεγαλυνός, Ξανά κιθάρες, από τη συλλογή Το μήλον της έριδος, Εκδόσεις Οδός Πανός, 1983

Πίνακας: Anne Magill

.

 

Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου

.

Tα χυμώδη πόδια της στηρίζουν την αστραποβολούσα κοιλιά που καταλήγει σε ολοστρόγγυλα στήθη. Τα καστανά της μάτια τον κοιτάζουν μ’ ένα βελούδινο χάδι μέχρι που τα βλέμματά τους περιπλέκονται, αμαρτάνουν εν αγνοία των άλλων, καθαρά κι αλώβητα από τις μελανιές των σωμάτων. Η γυναίκα ανοίγει τα χέρια, τώρα η κοιλιά είναι επίπεδη, το σώμα της πάλλεται. Και το δικό του ενήλικο πάλλεται, καθώς η γυναίκα πλησιάζει, το σώμα του ταλαντώνεται, καθώς το σώμα της μπαίνει στη νεκρή γύρω από το σώμα του ζώνη. Η συνάντηση με τον άλλον μπορεί να πραγματοποιηθεί σε αυτόν τον αρνητικό χώρο που ορίζεται από κενό, σιωπή, ανάσα. Ο ώμος της, ο μισός δεξής ώμος, η άκρη των μαλλιών της, η παλάμη του πάνω στον αριστερό της ώμο. Αναζητάει το σώμα που είναι εκεί, γυμνό, παλλόμενο και στίλβον, το σώμα της, το σώμα του, το σώμα του το σώμα της αδιαχώριστα πάλλετι, συστρέφεται, ταλαντώνεται, τρίζει, το σώμα πάλλεται, ταλαντώνεται αρμονικά ως μεταλλικό, κυματοειδές, λαμπερό έλασμα. Ακούγεται ο τριγμός της ταλάντωσης, η δόνηση, η ηδονή της ταλάντωσης, το στίλβον έλασμα πάλλεται ακανόνιστα κι αντανακλά λαγόνες, ώμους, διεσταλμένα μάτια, χαμόγελα. Το μεταλλικό σώμα τραντάζεται, κοντεύει να σπάσει, εμφανίζονται ρωγμές. Τελευταία στιγμή, βρίσκει τη δύσκολη εξίσωση της απομάκρυνσης και το ελατήριο σώμα μαζεύεται με κρότο. Όλα μένουν στη θέση της. Χέρια, πόδια, κορμός, μένουν κολλημένα μέχρι την επόμενη ταλάντωση.

Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου, Δεν θα είσαι εκεί, σελ. 78-79, Εκδόσεις Τόπος, 2019

Αrtwork: Frank Rodick

 

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη

.

Πρώτα πρώτα είχε χάσει ό,τι καλό είχε κερδίσει κάποτε από τα μαθήματα. Η αδιάκοπη και σκληρή καθημερινή εργασία, από το πρωί ως το βράδυ, τού είχε σβήσει κάθε έφεση για γνώση και κάθε ενδιαφέρον για τα βιβλία και τη μάθηση. Το αίσθημα ανωτερότητας που είχα σαν παιδί, αποτέλεσμα της εύνοιας που του έδειχνε ο γερο-Έρνσω, είχε χαθεί. Πάλεψε για πολύν καιρό να διατηρήσει την ισοτιμία με την Κάθυ στη μελέτη, ωσότου τελικά παραιτήθηκε με πικρό και βουβό παράπονο. Αλλά παραιτήθηκε εντελώς, και τίποτε δεν τον ώθησε να κάνει ένα βήμα να ανορθωθεί όταν κατάλαβε ότι, κατ’ ανάγκην, θα έπεφτε ακόμη πιο χαμηλά. Και τότε η εμφάνισή του άρχισε να συμφωνεί με την πνευματική του εξαχρείωση. Έσερνε το βήμα του, καμπούριαζε, και γενικά το παρουσιαστικό του ήταν άθλιο. Η φυσική επιφυλακτικότητά του εξελίχθηκε σε υποχονδριακή ακοινωνησία και κατήφεια, μέχρι του σημείου να αντλεί ευχαρίστηση προκαλώντας την αντιπάθεια μάλλον παρά κερδίζοντας την εκτίμηση των λίγων ανθρώπων που τον γνώριζαν. Με την Κάθριν έκανε ακόμη παρέα τις ώρες της σχόλης, αλλά είχε πάψει να εκφράζει την αγάπη του με λόγια, και απωθούσε με θυμό και καχυποψία τα κοριτσίστικα χάδια της, σαν να πίστευε ότι αυτές οι θερμές εκδηλώσεις δεν μπορεί να ήταν γνήσιες. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, ενώ βοηθούσα τη δεσποινίδα να ντυθεί, ο Χήθκλιφ γύρισε στο σπίτι για να αναγγείλει την πρόθεσή του να τεμπελιάσει. Η Κάθυ δεν το είχε υπολογίσει και, με τη σκέψη ότι θα είχε όλο το σπίτι στη διάθεσή της, είχε καταφέρει να μηνύσει στον κύριο Έντγκαρ ότι ο αδελφός της θα έλειπε και ετοιμαζόταν να τον υποδεχθεί.

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη, μτφρ.: Άρης Μπερλής,σελ. 134-135 εκδόσεις Άγρα, 2011

Πίνακας: Edvard Munch

 

Νίκος Φρατζέτης, Η πέτρα

.

Είναι η πέτρα που ξεριζώθηκε από το βουνό.

Κατρακυλώντας στη φιλόξενη ράχη του γενιές μετά.

Ισορροπεί σε έναν δρόμο κακοτράχαλο πριν έρθουν τα θεριά

και την κυλήσουν πάλι.

Είναι η πέτρα τόσο γεμάτη από χτυπήματα, που ψάχνεις

βαθιά μες στον πυρήνα της

να ανακαλύψεις την πρότερη μορφή της.

Σμιλεμένη στο βουνό,

Ανεμοδαρμένη και παρίας σε δρόμους σκοτεινούς.

Είναι η πέτρα που με κάνει να ελπίζω.

Παρ’ όλη τη μοίρα που τόσο τη χάραξε,

Αυτή, σκληρή, κράτησε την πρώτη ορμή της.

Πεισματικά ανέπαφη.

Σαν το τραγούδι που γράφτηκε για μιαν αγάπη,

μα φώλιασε στα λόγια ερωτευμένων μες στους χρόνους.

.

Νίκος Φρατζέτης, Η πέτρα, από τη συλλογή Η χαρτοπετσέτα, Εκδόσεις Κίχλη, 2020

Πίνακας: James Wilson Morrice

 

Αργύρης Χιόνης, Τέρατα

.

ιδ´

Έχετε ένα σπίτι που περιέχει το σώμα σας

Έχετε ένα σώμα που περιέχει την ανάγκη για σπίτι

Έχετε μιαν ανάγκη για σώμα

.

Έχετε έναν κώλο στο σχήμα της πολυθρόνας σας

Έχετε μια ψυχή στο σχήμα του κώλου σας

Καθόσαστε αναπαυτικά στην ψυχή σας

.

Έχετε ένα κεφάλι που χωράει το καπέλο σας

Έχετε σκέψεις που χωρούν στο κεφάλι σας

Έχετε μόνον τέτοιες σκέψεις

.

Είσαστε ανυποψίαστοι κι ωραίοι σαν παιδιά

Γνήσια παιδιά ενός Θεού που πλάσατε κάποτε

Κι από τότε σας πλάθει

Κατ’ εικόνα και ομοίωσιν σας

.

Κι είσαστε δίκαιοι:

Αγαπάτε μόνον όταν πρέπει

Σκοτώνετε μόνον όταν πρέπει

Εγώ ένας του είδους σας αλλά εκφυλισμένος

Ένας ανεπίδεκτος δικαιοσύνης

Πάντα σας αγαπώ

Και πάντα σας σκοτώνω

Αργύρης Χιόνης, Τέρατα [απόσπασμα], Ανθολογία Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα

Πίνακας: Garric Simonsen

 

Τάσος Δενέγρης, Συνοπτικά για ένα καλοκαίρι

.

Κρατούσα στους ώμους το δόγμα,

ο Ιούλιος ήταν οικογενειακός,

Και το μυαλό εκεινής είχε χαλάσει

Από τον καύσωνα, τις σκευωρίες

Κι απ’ τη μικρή την αμοιβή.

.

Οι πυρκαγιές ρημάξανε τα δάση

Οι Έλληνες στη σύγχυση και στην ταλαιπωρία

Ο Παρθενώνας σκέτη καχεξία

Κι οι νέοι σταυροφόροι

Λυμαίνονται τη χώρα του καλού καιρού.

.

Ήρθε το τέλος του καλοκαιριού

Στον ουρανό μεγάλη ποικιλία

Και σαν τον άνεμο μέσα στην άπνοια

Της Ιπποκράτους, ο Χουαντορένα

Να τρέχει στις μικρές οθόνες

.

VENCEREMOS

.

Τάσος Δενέγρης, Συνοπτικά για ένα καλοκαίρι, από τη συλλογή Ακαριαία, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα

Πίνακας: Μαρία Φιλοπούλου

.

 

Δ. Π. Παπαδίτσας, Σπουδή νησιού

.

Νησί ολομόναχο νησί της λήθης άγαλμα

Νησί μες στου νοτιά τ’ αλάτια

Αγριοπερίστερα κι αφροί μέλι δροσάτο

Από πού θα ’ρθεις; οι βυθοί σε σφάζουν από κάτω

Και στήνουν το καρτέρι τους στα μάτια

.

Νησί ολομόναχο νησί να ’ναι από πέτρα ο νους

Να ’ναι από αλάτι όλα μας τα μέλη;

Τι να γυρεύει ο έρωτας στους ουρανούς

Και τι γυρεύει η νιότη μας και θέλει

Από νησιά κι από ερημιές το μέλι;

.

Δ. Π. Παπαδίτσας,  Σπουδή νησιού, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977

Πίνακας: Μιχάλης Οικονόμου

.

 

Αντώνης Σαπουντζάκης, Εδώ, στην άκρια της θάλασσας

.

Εδώ, στην άκρια της θάλασσας

που οι δυτικές επαρχίες τελειώνουν μ’ έναν βάσανο

καταλαβαίνω πως υπήρξα ένα λάθος της πέτρας.

.

Η γης που χορεύει

περνάει κύματα μέσ’ απ’ τα χέρια μου

ρωτάει τη φτιάξη μου

πώς τώρα με πείσμα ρωτάει ο ρυθμός

τι έμεινε απ’ τη νιότη αζύμωτο

ποιος είναι ο ναυαγός.

.

Είπες το σώμα είναι η γλώσσα του χώρου

πως είναι το σπίτι του νερού

κ’ εγώ μ’ αυτό σε κατοίκησα.

.

(Πως με τυράννησες στη γλώσσΑ).

.

Θα με γρικάει η ομίχλη και ο κρύος χειμώνας

θα με νομίζουν οι γκρεμοί στον ύπνο τους

όταν σκοντάφτουν πάνω σ’ όνειρα ερπετών

και της πνοής το ξάφνιασμα σα με λογίζεται

θα συνεχίζει ν’ αγκαλιάζει νικημένους.

.

Πως τα πουλιά είναι η βουή

που μέσα της σ’ ονόμασα.

.

(Πως στα πουλιά με γκρέμισεΣ).

.

Κι ώσπου να φύγω

θα με γλύφει το νόημα ώσπου

να γίνω βότσαλο μέσα σε χίλια βότσαλα

λείο μες στη φτηνή αλληγορία των εραστών

λευκό στη μεγάλη αναιμία του κόσμου.

.

Πίνακας: Νικόλαος Λύτρας

 

Δ. Π. Παπαδίτσας, Ερμηνεία πρώτη

.

ΙΙ.

Γιατί το άλογο το καθρεφτίζεις σε κρύσταλλα οράσεως;

Γιατί του ορμέμφυτου το ξίφος το σπάζουν αστραπές;

.

Τα κρύα βράδια γύρεψαν το πρόσωπό σου

Η σκοτεινιά της πέτρας έγινε σκοτεινιά σου

Κι όταν δε βλέπεις ούτε και το χέρι σου

Δε βλέπεις του ματιού σου το καθρέφτισμα

Ακούς το χέρι και το μάτι σου κελαηδιστή βροχή

Πάνω σε δέντρο που μετράει πυθμένες αέρος

.

Σε θαύμασα ώρα που χωρίζεις τα δυο πρόσωπα

Και τους μοιράζεις κρίνα αθώας θάλασσας

Να γίνουν ένα

.

Ποιος κεραυνός θα σε γεννοβολήσει για να πεις

Μέσα από χίλια τραύματα: υπάρχεις

Ναι υπάρχεις φαρμακερό ξίφος πίσω απ’ τη μήνιγγα

Υπάρχεις ναι υπάρχεις νύχτα δολοφονίας στο μάτι

Που κλαίει που κερδίζει που κλέβει

Που ανεβοκατεβαίνει αψίδες ναών

Θόλους αγάπης

.

Μα τα χειμέρια κρύσταλλα του φεγγαριού

Ω τα χειμέρια κρύσταλλα του φεγγαριού στη γη

Που ξυπνούν το ανοιξιάτικο φίδι στο σκίνο

Που μας οπλίζουν με καθάριο μάτι

Και θερισμοί μέσα στων ήλιων τις καταπακτές

Μας διαμορφώνουν

.

Δυνατέ άνεμε μια φορά να ταπεινωθείς και τότε

Θα δει το φίδι την απελπισία του

Ο δίκαιος την παντοδυναμία του

Το μάτι θα μεθύσει από ιώδες σύμπαν

Το σάπιο χέρι θα χαθεί στο λάκκο του

.

Δ. Π. Παπαδίτσας, Ερμηνεία πρώτη, από τη συλλογή Εν Πάτμω και δύο ερμηνείες, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα.  

Αrtwork: Ernest Ludwig Kirchner

 

Μάρκος Μέσκος, Συνηγορία ποιήσεως

.

Κάθε ποίημα ξεκινάει από τον τίτλο εάν έχει. Το αυθεντικό Ποίημα έχει το πριν και το μετά σίγουρα. Το σήμερα διεκδικείται από ένα σωρό μνηστήρες.

****

Τελικά η ποίηση μπορεί να εκτιμηθεί και ωσάν ανιδιοτελής εργασία εκτός των άλλων κανονικών-φυσιολογικών συμπεριφορών, προσήλωση «ανισόρροπη» μέχρι το τέλος.

****

Kάθε λέξη σημαίνει κάτι· ενίοτε περισσότερα, ανάλογα με τη θέση της στον στίχο. Αναντικατάστατη. Λίγο να μετακινηθεί γκρεμίστηκε το οικοδόμημα, το Ποίημα θέλω να πω.

****

Ο ρυθμός, το ρίγος κρατάει όρθιο το Ποίημα· δεν καταρρέει. Ο κάθετος άξονας του Ποιήματος, ανάλογα με το τέμπο που ο Δημιουργός προσδίδει στο κεντρικό του θέμα, χαρακτηρίζει και το αποτέλεσμά του.

Μάρκος Μέσκος, Συνηγορία ποιήσεως, Εκδόσεις Κίχλη, 2015

Πίνακας: Jan Sluijters