RSS

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων

 

Δεν είχε γλιτωμό κι αποσταμό αληθινά ποτέ της, αφού οι πεθαμένοι της επέστρεφαν συχνά και την ταράζανε. Ακόμα κι ο ύπνος δεν ήταν καταφυγή για κείνην. Κι αν ένιωθε στο ξύπνιο τα άλλοτε τη μυρωδιά τους κι άλλοτε το βλέμμα τους κι αν στιγμές τρόμαζε από μιαν αίσθηση φευγαλέα κάποιου χαδιού, ενός αγγίγματος ανεπαίσθητου από το πουθενά κι αν άκουγε μέσα στην ησυχία να ψιθυρίζουν τ’ όνομά της κι αν ήταν έτσι οι μέρες της φοβισμένες μ’ αιφνίδια ενοχλήματα από τον κόσμο των πνευμάτων, όταν έκλεινε τα μάτια της έρχονταν τότε απροειδοποίητα σαν ζωντανοί οι νεκροί γονείς της κι άλλοτε ο αδερφός της σαν αληθινός κι όχι σαν πλάσμα ονείρου.

Τους έβλεπε ότι γύριζαν λες κι ήταν ο θάνατός τους μια δύσκολη αρρώστια που πέρασε πια και περπατούσαν πάλι όπως παλιά στο σπίτι, τριγύριζαν στα δωμάτιά τους, με σάρκα και οστά ξανά ενδεδυμένοι. Καθόταν ο πατέρας της αποστεωμένος στην κεφαλή του τραπεζιού, μάσαγε αργά αργά λίγο φαγάκι και κοίταγε την κόρη του με λυπημένα μάτια. Ο αδερφός της ένιβε από τα χώματα της ταφής το νιο του πρόσωπο κι απ’ το τρεχούμενο νερό έπινε κι έσβηνε τη δίψα που τον στέγνωνε για χρόνια. Κι η μάνα της συνήθως ερχόταν κι αναπαυόταν στη θέση που αγάπαγε κι έπιανε ν’ αποσώνει ένα εργόχειρο.

Κι απ’ όσα κληρονόμησε πολλά τα ξεπούλησε. Στην αρχή από τ’ αντικείμενα όσα της φορτώνονταν δεμένα με τις μνήμες τους κι έπειτα τα καμπίσια κτήματά τους. Τα ξεφορτώθηκε ασυλλόγιστα λες και της έφταιγαν αυτά, λες κι ήταν δικό τους βάρος κι όχι των θανάτων πάνω στο στήθος της και στη ζωή της. Κάποια πράγματα τα χάρισε, τα πιο πολλά όμως τα πούλησε όσο όσο σε πονηρούς παλαιοπώλες, ανθρώπους που μυρίζονται το θάνατο κι όμοια με όρνια μαζεύονται τριγύρω. Κειμήλια προγονικά, το αυτοκίνητο του αδερφού της πρώτα κι έπειτα τα ρούχα του, την ακριβή τους τραπεζαρία, από την προίκα της δυο σεντούκια γεμάτα υφάσματα και κεντίδια, όλα μεταξωτά και λινά, το μεγάλο μπρούντζινο φωτιστικό που δεν έλαμψε ποτέ σε γιορτή παρά μονάχα σε κηδείες. Κι έτσι από τη μια μέρα στην άλλη άδειασε σχεδόν το σπίτι από την ψυχή του και ντύθηκε το νοσηρό, το νοερό και το προσωρινό η καθημερινότητά τους.

.

Siafakas 4.

Απόσταζαν το λοιπόν οι μέρες τούτης της δύσκολης ζωής στο δοχείο της ψυχής της, μα ήτανε και το σώμα της, κι ας το ’χε αποτάξει. Όταν υπερτερούσε η όρεξη της σάρκας κι όταν τράβαγε από μόνο του κατά τη γυναικεία φύση του, εκείνη δεν είχε εξουσία πάνω του καμιά κι ούτε μπόραγε να τ’ αγνοήσει. Είναι ασύμβατος ο πυρετός της σάρκας με την αναπηρία της ψυχής. Κι είναι ανεξέλεγκτες οι ορμόνες που ορίζουν τις πράξεις του σώματος, όμοιες σε κάθε σώμα, όταν παραδέρνει ακυβέρνητο δίχως τη δύναμη της ψυχής του μες στην αντάρα, μες στην ασχήμια και την ομορφιά των ζωικών του ορμών. Κι η Ερημιά ποτέ της δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε τούτον τον κανόνα.

Άφηνε συχνά στην άκρη την άρνηση της ψυχής της, δίχως δύναμη ν’ αντιταχθεί και δίχως καθόλου αιδώ, για χάρη του κορμιού της, Ξάπλωνε γυμνή, άνοιγε τα πόδια της και χαϊδευόταν. Άναβε, κοντανάσαινε και στέναζε μόνη της με τα δικά της χάδια μέχρι που σπάραζε σύγκορμη κι ύστερα, όταν χανόταν τούτη η σύντομη χαρά, αντί να γαληνέψει, γέμιζε τύψεις, ντροπή και αηδία και γύριζε γρήγορα στην άγρια πραγματικότητά της. Κι όταν κάποτε βαριόταν τον εαυτό της και για καιρό ο κορεσμός την κράταγε σε αποχή ακόμα κι αυτό το λίγο, τότε έρχονταν στον ύπνο της φανταστικοί άντρες, τη βίαζαν, έπεφτε εκείνη πάνω τους και τους απομυζούσε. Άλλοτε πάλι η έλλειψη ζάλιζε το μυαλό της, χαλούσε το στομάχι της, μα λάβδανο δεν τη γιάτρευε. Έκλαιγε πολλές φορές κι αλάφρωμα δεν είχε. Πλενόταν αδιάλειπτα μήπως καταλαγιάσει το καύμα του κόλπου της κι όχι σπάνια λιποθυμούσε μες στο άδειο σπίτι. Πιο κοντά στους πεθαμένους απ’ ό,τι στους ανθρώπους, συζούσε φιλιωμένη με τα φαντάσματα και τις σκιές κι ούτε να το διανοηθεί πως θα μπορούσε να βρεθεί με αληθινό άντρα. Είχε σφηνωθεί μες στο μυαλό της πως μόλις τολμούσε να βάλει κάποιον άλλο εκτός από το θάνατο στο πλευρό της, ο θάνατος θα τη ζήλευε και θα της τον έπαιρνε από κοντά της. Με τέτοια ζωή έφτασε στα σαράντα, τα πάτησε και την πάτησαν βαριά κι εκείνα. Ώσπου μια μέρα σκίρτησε μέσα της απρόσμενα το ακίνητο, ορθώθηκε ανήμερο θηρίο ο έρωτας κι έφεξε στη μεγάλη της νύχτα το φως του άντρα που, σαν να ήτανε γραφτό, βρέθηκε εμπρός της. Ήρθε την ίδια ώρα που εκείνη ήταν πια έρμαιο των παθών της και δεν είχε άλλη επιλογή εκτός από το να παραδώσει δίχως όρους τη δύσθυμη ψυχή της στην εξουσία του έρωτα και στη δύναμη του κορμιού της. 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων, σελ. 26-30, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007

Πίνακες: Kώστας Σιαφάκας

http://www.kostassiafakas.com/

.

.

 

Χρύσα Κεχαγιά, Η Γεννημένη

Daria Petrilli 4Γεννημένη σε μήνα λειψό, δίσεκτου χρόνου, με ανολοκλήρωτο ακόμη το τετραγωνισμένο σχήμα της, με τις γωνιές γερμένες προς τα μέσα, όμοιες ράμφη ορνέων, να μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στη σάρκα της την απαλή.

Έμαθε στα δύσβατα του νου τα μονοπάτια να γυρνά, κι άλλες όρθια φορές, κι άλλες στα τέσσερα, καθώς δεν ήξερε να περπατά ακόμη, το δέρμα γδέρνοντας από τα γόνατα της τα μαλακά, σα να συρθεί ανάμεσα στα βάτα του, που προσπαθούσε να φτάσει θέλοντας σε μιαν αρχή ή σ’ ένα τέλος εκεί, τέλος πάντων, που το σκοτάδι αρχινούσε να τελειώνει.

Κόβει τότε σε μικρά κομμάτια ασύμμετρα του χρόνου την αδράνεια, και τα πετά στις Μοίρες, να τους προσφέρει θέλοντας σα σε θυσία κάτι, να τις γητεύσει να σταματήσουν κείνο που αιώνες τώρα γνέθαν, των ανθρώπων και το δικό της, να καθορίζουν τα ριζιά να μην αδέσποτα σκυλιά την εδαγκώνουν.

Τώρα της γλείφουν τα χέρια, η μια σε κουβάρι το κατακόκκινο θ’ αρχίσει να μαζεύει νήμα με τη μήτρα που εκατέρωθεν ενώνει, φόρεμα πανώριο θα το φτιάξει να το φορά τη γύμνια της να ντύσει, η άλλη τους κόμπους θα μαζεύει, και τα μικρά κλωστής κομμάτια, που όλο περισσεύουν, στης γης τα μήκη και τα πλάτη θα σκορπίσει, σπόρους, κρινάκια να βγουν και μη με λησμόνει, και η τρίτη, η πιο τρομερή απ’ όλες, αυτή που κόβει, αυτή που απαλλαγμένη τώρα απ’ το ρόλο της χορτάτη πια, αυτή θα την ορκίσει να συνεχίσει ως τα πέρα το ταξίδι μοναχική, παντοτινών απουσιών η ερωμένη.

Craftbook 2013, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013

Πίνακες: Daria Petrilli

 

Κ.Π. Καβάφης, Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου∙ ποιητού εν Κομμαγηνή∙595 μ.Χ.

Τό γήρασμα τοῦ σώματος καί τῆς μορφῆς μου
εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι.
Δέν ἔχω ἐγκαρτέρησι καμιά.
Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα·
νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καί Λόγῳ.

Εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι. ⎯
Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάμνουνε ⎯ για λίγο ⎯ νά μή νοιώθεται ἡ πληγή.

Πίνακας: Claudio Bravo

(1921)

 

.

 

Tags:

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Γραφή και Ράμμα

Oι βασιλοπούλες έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στα ραφτόπουλα, έλεγε ο παππούς του Γιωργή, ο αρχιμάστορας των αφηγήσεων, εκείνος που γύρισε όλον τον κόσμο μέσα σε ένα και μοναδικό ταξίδι, τις διηγήσεις της μάμμης του. Του αφηγούνταν όταν του μάθαινε να πλέκει. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις έγινε.

Leigh KitchingΣτις βασιλοπούλες λοιπόν αρέσει να τ’ ακούν να τραγουδούν την ώρα που τους ράβουν τα φορέματα. Τα κάλλη, η ομορφιά της κοπέλας τρυπώνουν την ώρα που το πανί διπλώνει, στις βελονιές, στα κεντίδια και στις πτυχές του φορέματος, όταν κόβεται και ράβεται για να πάρει το σχήμα του σώματος. Το χρυσάφι και το μαργαριτάρι, το πλούμισμα φωτίζουν ακόμα περισσότερο τα θέλγητρά της, όταν το ρούχο είναι τραγουδισμένο.

Γι’ αυτό όλες οι βασιλοπούλες είναι όμορφες.

Ο μικρός Γιωργής σκεφτόταν πότε θά ’ρθει η σειρά του να πει το κόκκινη κλωστή δεμένη, και να γράψει κι αυτός την ιστορία της βασιλοπούλας που θα τον καλούσε δίχως ραφή και ράμμα.

Πίνακες: Leigh Kitching

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Γραφή και Ράμμα, σελ. 50, από τη συλλογή Το Αλφαβητάρι των Πουλιών, Εκδόσεις Εύμαρος 2014

,

,

 

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, H κλεψιά

Στη βρύση ήταν μαζεμένα τα παλληκάρια του χωριού. Ξεχώριζαν ο Αρμένης, γεροδεμένος επιστάτης, στο εργοστάσιο δούλευε. Ήταν και ο Αλέκος ο Σπάργιας, δυο μέτρα άντρας.
«Μπαξίσι, μπαξίσι!» φώναξαν όλα τα παλληκάρια.
Ο γαμπρός αιφνιδιάστηκε. Δεν ήταν δυνατόν να φύγει νύφη από το χωριό χωρίς μπαξίσι. Έπεσαν όμως σε σφιχτό γαμπρό και σέρτικο. Αρβανίτης, όνομα και πράμα. Όσο ήταν νοικοκυραίοι άλλο τόσο σφιχτοί ήταν.
«Δεν έχει μπαξίσι», είπε ο γαμπρός, και τράβηξε το γκέμι για να φύγει.
Οι νέοι μπήκαν μπροστά στο άλογο. Είχε μαζευτεί κόσμος. Οι ντόπιοι, γνωρίζοντας το έθιμο, πήγαν για τις διαπραγματεύσεις. Ο γαμπρός κρατούσε απάντηση το καμουτσίκι. Σφύριξε το καμουτσίκι, και έπεσε στη πλάτη του αλόγου. Χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δύο πόδια. Τα παλληκάρια το κρατούσαν γερά. Το καμουτσίκι ξανασηκώθηκε και αυλάκωσε το πρόσωπο του Αλέκου. Κατά λάθος, επίτηδες, δεν ξέρω, αλλά ο Αλέκος σκούπιζε το αίμα που ανάβλυζε από το πρόσωπο. Με ένα σάλτο ανέβηκε στο κάρο και κατέβασε τον γαμπρό. (Γάμος)

Το γλέντι και το κέφι αμείωτο. Ο Χατζής ήθελε να κάνει πρόποση. Έκανε να σηκωθεί, μα παραπάτησε. Το κρασί χύθηκε όλο στο γαμπριάτικο κουστούμι.
«Πρόσεχε, ρε μπατζανάκ, το γαμπριάτικο κουστούμι… αν δε μπορείς, να μη πίνεις». Ο Χατζής σηκώθηκε αμίλητος και προχώρησε προς το καφενείο.
«Έλα, βρε Χατζή, μη θυμώνεις!»
«Άσ’ τον να ξεθυμάνει, θα ξανάρθει!», φώναξε ο γαμπρός.
Σε λίγο η Αναστασία φώναξε «φωτιά, φωτιά!». Μπροστά από το καφενείο έβγαινε καπνός και ακουγόταν φασαρία. Έτρεξαν όλοι και βρέθηκαν σε ένα περίεργο θέαμα. Ο Χατζής είχε φύγει σιωπηλός, άνοιξε το καφενείο του, πήρε ένα πετόνι πετρέλαιο και βγήκε. Άνοιξε το γραμμόφωνο και έβαλε το τραγούδι «νε ολούρ». Το άνοιξε, τέρμα στο καλντερίμι στη παλιά βρύση, έβγαλε το καινούργιο του σακάκι, έβγαλε το παντελόνι του, έμεινε με το κοντοβράκι, έριξε απάνω πετρέλαιο και τα’ βαλε φωτιά. Οι φλόγες ξεπήδησαν και καπνός γέμισε τη γειτονιά. Κι αυτός μερακλωμένος, πειραγμένος, με το κοντοβράκι, έβαλε το «νε ολούρ» και χόρευε γύρω γύρω από το καμένο του κοστούμι. (Μετά τον γάμο)

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, «H κλεψιά», Διηγήματα, σελ. 19, σελ. 24, αποσπάσματα από τα διηγήματα Γάμος και Μετά τον γάμο,  Εκδόσεις Θερμαϊκός, 2014

.

GAMOS 5

.

.

 

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Η Γκέρτυ ήταν ντυμένη απλά, αλλά με τις ενστικτώδεις επιλογές μιας πιστής υπηκόου της Αυτής Μεγαλειότητας της Μόδας, επειδή είχε τη διαίσθηση ότι υπήρχε κάποια πιθανότητα να τον συναντήσει. Μια κομψή γαλάζια ελεκτρίκ μπλούζα με χρωματιστές βούλες (επειδή το περιοδικό Εικόνα της Γυναίκας προέβλεπε ότι φέτος θα φοριόταν αυτό το γαλάζιο ελεκτρίκ), μ’ ένα κοκέτικο άνοιγμα σε σχήμα V μέχρι το χώρισμα του στήθους και μια μικρή τσέπη για μαντιλάκι (όπου αυτή όμως, επειδή το μαντιλάκι χαλούσε τη γραμμή, έβαζε πάντα ένα κομμάτι βαμπάκι διαποτισμένο με το αγαπημένο της άρωμα) και μια φούστα, σκούρα γαλάζια, πολύ φαρδιά, άνετη στο περπάτημα, ανεδείκνυε τέλεια τη λεπτή κορμοστασιά της. Φορούσε ένα κοκέτικο καπελάκι από φαρδύ μαύρο ψαθί, στολισμένο μ’ ένα χτυπητό βελούδινο κορδόνι γαλάζιο, μ’ ένα φιόγκο στο πλάι στην ίδια απόχρωση. Όλη την περασμένη Τρίτη έψαχνε να βρει αυτό το ασορτί κορδόνι και τελικά το πέτυχε στου Κλέρυ, στις θερινές εκπτώσεις, ακριβώς όπως το ήθελε, λιγάκι ξεβαμμένο στο χρώμα, μα αυτό δεν φαινόταν διόλου εφτά δάκτυλα για δυο σελίνια και μία πέννα. Το είχε ταιριάξει μόνη της και τι χαρά ένιωσε όταν το δοκίμασε ύστερα, στο χαριτωμένο είδωλο που της παρουσίασε ο καθρέφτης! Kαι όταν το έβαλε στην κανάτα του λαβαμπό, για να εξαλείψει κάθε κίνδυνο να χάσει τη φόρμα του, σκέφτηκε ότι αυτό θα εξαφάνιζε το χαμόγελο από κάποιες φίλες της. Τα παπούτσια της ήταν η τελευταία λέξη της μόδας (η Ήντυ Μπόουρντμαν καυχιόταν ότι τα δικά της ήταν πάρα πολύ petite, όμως αυτή δεν είχε ένα πόδι σαν της Γκέρτυ ΜακΝτάουελλ, τριάντα πέντε νούμερο, ασ’ την να κοκορεύεται), καλογυαλισμένα, και με μιαν αγκράφα πάνω από την ψηλή καμάρα του ποδιού. Οι τορνευτοί αστράγαλοί της έδειχναν τις τέλειες αναλογίες τους κάτω από τη φούστα της και από τις καλοσχηματισμένες γάμπες της, που ήταν ντυμένες με ωραίες κάλτσες μ’ ενισχυμένες φτέρνα και δάχτυλα, δεν έβλεπες παρά μόνον όσο έπρεπε να δεις, τίποτα περισσότερο.

Όσο για τα εσώρουχα, αυτά ήταν η μεγαλύτερη έγνοια της Γκέρτυ και, για όσους γνωρίζουν τις διακυμαινόμενες ελπίδες και τους γλυκούς φόβους των δεκαεφτά ετών (αν και η Γκέρτυ είχε περάσει πια τα δεκαεφτά), ποιος μπορούσε να την κατηγορήσει γι’ αυτό; Eίχε τέσσερις κομψές αλλαξιές, με ωραιότατα γαζιά, τρεις ρόμπες και νυχτικιές έξτρα, και η κάθε αλλαξιά με κορδέλες διαφορετικού χρώματος, ροζ παλ, μπλε σιελ, μωβ, φιστικί, και τις στέγνωνε μόνη της και τις λουλάκιαζε, όταν τις έπαιρνε από το πλυντήριο, και τις σιδέρωνε και είχε ένα τούβλο για ν’ ακουμπάει το σίδερο, επειδή δεν μπορούσε να εμπιστευτεί εκείνες τις πλύστρες, έτσι που της είχε δει να σακατεύουν τα ασπρόρουχα. Σήμερα είχε βάλει τη γαλάζια αλλαξιά, για γούρι, με την ελπίδα ότι, παρ’ όλους τους κακούς οιωνούς, το δικό της το χρώμα είναι και το χρώμα που φέρνει τύχη στη νύφη, που πρέπει οπωσδήποτε να φοράει κάτι γαλάζιο πάνω της, επειδή η πράσινη αλλαξιά που φορούσε πριν από μία εβδομάδα τής έφερε λύπη, γιατί ο πατέρας του τον είχε κλείσει στο δωμάτιό του για να διαβάσει για την υποτροφία, και αυτή σκέφτηκε ότι εκείνος ίσως θα έβγαινε σήμερα, γιατί καθώς ντυνόταν το πρωί παρά λίγο να βάλει τη φορεμένη κυλότα της ανάποδα, κι αυτό σημαίνει καλοτυχία και συνάντηση με τον αγαπημένο σου, αν τη φορούσες ανάποδα και εφόσον, βέβαια, δεν είναι Παρασκευή.

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας, μτφρ.: Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 408-409, (13. Ναυσικά) Eκδόσεις Κέδρος 14η έκδοση, 1990

Πίνακες: Juan Miro, Henri Matisse

www.online-literature.com/james_joyce/ulysses/13/.

 

Tags:

Henry James, H εικόνα στο χαλί

ANTONIO SANTIN _Macarena_2013 

«Δεν διαβάζω τις βιβλιοκρισίες των εφημερίδων, παρά μόνον όταν κάποιος μου τις βάλει κάτω από τη μύτη, όπως συνέβη και με το περί ου ο λόγος άρθρο – κάτι που αναλαμβάνει πάντοτε να κάνει ένας καλός φίλος. Ωστόσο συνήθιζα να τα διαβάζω κάπου κάπου – πριν από δέκα χρόνια. Τολμώ να πω ότι στο σύνολό τους τότε ήταν πιο ανόητα∙ εν πάση περιπτώσει, μου δημιουργούσαν διαρκώς την εντύπωση ότι τους ξέφευγε το μικροτέχνασμά μου, ενώ περνούσαν δίπλα μου με την ίδια θαυμαστή δεξιοσύνη που έδειχναν είτε όταν με χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη είτε όταν με κλωτσούσαν. Έκτοτε, όποτε τύχαινε να τους ρίξω καμιά ματιά, εξακολουθούσαν να πυροβολούν στην τύχη απανωτά – σαν να λέμε, δηλαδή, εξακολουθούσαν να ξαστοχούν μ’ έναν τρόπο υπέροχο. antonio-santin--10Εσείς, επίσης, αστοχήσατε, αγαπητέ, μ’ όλη την ασυναγώνιστη εμπιστοσύνη που έχετε στον εαυτό σας∙ το ότι είστε υπερβολικά έξυπνος και το άρθρο σας υπερβολικά επιμελές, ουδόλως αλλάζει το αποτέλεσμα. Προπάντων μ’ εσάς τους ανερχόμενους νέους ανθρώπους», γέλασε ο Βέρκερ, «διαπιστώνω πόσο έχω αποτύχει!»

Toν άκουγα με ζωηρό ενδιαφέρον∙ έγινε ζωηρότερο, καθώς συνέχιζε την κουβέντα. «Eσείς να αποτύχετε, Θεέ και Κύριε! Ποιο λοιπόν θα μπορούσε να ’ναι το μικρό σας τέχνασμα;»

«Πρέπει στ’ αλήθεια να σας πω εγώ, ύστερα από τόσα χρόνια κοπιαστικής εργασίας;» Yπήρχε κάτι σ’ αυτή την –κωμικά μεγαλοποιημένη– φιλική μομφή, που εμένα, τον νεαρό ένθερμο αναζητητή της αλήθειας, με έκανε να κοκκινίσω ως τις ρίζες των μαλλιών. Ακόμα και σήμερα παραμένω στο ίδιο σκοτάδι, ωστόσο έχω πια, ως ένα σημείο, εξοικειωθεί με το περιορισμένο της αντίληψής μου∙ εκείνη τη στιγμή όμως, ο εύθυμος τόνος του Βέρκερ έδωσε σ’ εμένα, και ασφαλώς σ’ αυτόν, την εντύπωση πως ήμουν ξύλο απελέκητο. Ετοιμαζόμουν να αναφωνήσω «Α, όχι μη μου πείτε τίποτα∙ για χάρη της τιμής μου και αυτής του επαγγέλματός μου, μην πείτε λέξη!» όταν εκείνος συνέχισε μ’ έναν τρόπο που έδειχνε ότι είχε διαβάσει τη σκέψη μου και ότι είχε δικές του απόψεις σχετικά με τη δυνατότητα να καλύψουμε κάποτε τις ελλείψεις μας. «Με το μικρό μου τέχνασμα εννοώ –πώς να το πω;– τον συγκεκριμένο λόγο που με παρότρυνε κυρίως να γράψω τα βιβλία μου. ANTONIO SANTIN 2Μήπως δεν υπάρχει για κάθε συγγραφέα μια τέτοιας λογής ιδέα που τον στρώνει περισσότερο από καθετί άλλο στη δουλειά, η ιδέα που, αν του έλειπε η διάθεση να την πραγματοποιήσει, δεν θα καθόταν να γράψει καθόλου, το ίδιο το πάθος του πάθους του, η φάση της δημιουργίας κατά την οποία φουντώνει μέσα του η άσβεστη φλόγα της τέχνης; E, λοιπόν, αυτό είναι!»

Έμεινα συλλογισμένος προς στιγμήν – για την ακρίβεια παρακολουθούσα με δέος τη σκέψη του, ξεροκαταπίνοντας. Ήμουν συνεπαρμένος – εύκολα θα μου πείτε∙ παρ’ όλ’ αυτά δεν σκόπευα να ξεφύγω από το θέμα που με ενδιέφερε. «Η περιγραφή σας είναι βεβαίως ωραία, αλλά δεν κάνει πολύ ευδιάκριτη την εικόνα αυτού που θέλετε να προβάλετε».

«Σας διαβεβαιώ, θα φαινόταν ευδιάκριτη εάν μπορούσε να σας περάσει από το νου». Παρατήρησα πως η γοητεία του θέματός μας πλημμύρισε τον σύντροφό μου με την ίδια ζωηρή συγκίνηση που με κατείχε. ANTONIO SANTIN 02«Oπωσδήποτε», συνέχισε, «μπορώ να πω τι συμβαίνει από τη δική μου πλευρά: υπάρχει στο έργο μου μία ιδέα που δίχως αυτή δεν θα μου καιγόταν καρφί για την όλη υπόθεση. Είναι η ωραιότερη, η πληρέστερη προοπτική όλων, και η υλοποίησή της αποτέλεσε, πιστεύω, θρίαμβο υπομονής, θρίαμβο εφευρετικότητας. Θα έπρεπε να αφήσω να το πει κάποιος άλλος∙ αλλά αυτό που συζητάμε τώρα είναι ότι κανείς δεν το λέει. Αυτό το μικρό μου τερτίπι εκτείνεται από βιβλίο σε βιβλίο, και όλα τα υπόλοιπα, συγκριτικά, κινούνται απλώς στην επιφάνεια του έργου. Η διάταξη, η μορφή, η υφή των βιβλίων μου ενδεχομένως κάποτε να αποτελέσουν για τους μυημένους μια ολοκληρωμένη παρουσίαση. Επομένως πρόκειται ασφαλώς γι’ αυτό που θα πρέπει να αναζητήσει ο κριτικός. Είμαι της γνώμης μάλιστα», συμπλήρωσε ο επισκέπτης μου χαμογελώντας, «ότι είναι αυτό που θα πρέπει να βρει ο κριτικός». Τούτο έμοιαζε πράγματι να θέτει ευθύνες. «Eσείς το χαρακτηρίζετε μικρό τερτίπι;»

«Από σεμνότητα και μόνον. Στην ουσία πρόκειται για ένα θαυμάσιο σχέδιο».

Henry James, H εικόνα στο χαλί, μτφρ.: Παλμύρα Ισμυρίδου, σελ. 40-44, εκδόσεις Άγρα, 1992

҉҉҉҉҉

Η απουσία της αιτίας ή της αλήθειας είναι παρούσα μέσα στο κείμενο ή, μάλλον αποτελεί τη λογική του αφετηρία και το λόγο της ύπαρξής του∙ είναι η αιτία εκείνη, που, λόγω της απουσίας της, κάνει το κείμενο να αναδυθεί στην επιφάνεια. Η ουσία είναι απούσα, η απουσία είναι ουσιαστική.

Tzvetan Todorov, μτφρ.: Kώστας Παπαδόπουλος, σελ. 165 (Από το επίμετρο του βιβλίου)

Πίνακες: Αntonio Santin

.

.

 

 

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Όμορφοι και καταραμένοι

Scott Prior 927

Artwork: Scott Prior

 O  Άντονυ γύρισε στο διαμέρισμα και στρώθηκε στη δουλειά. Ανακάλυψε ότι η υπόθεση της αισιοδοξίας δεν ήταν εύκολη. Έπειτα από μισή ντουζίνα άδοξα ξεκινήματα πήγε στη δημόσια βιβλιοθήκη και για μια ολόκληρη βδομάδα έψαχνε τα αρχεία ενός δημοφιλούς περιοδικού. Έπειτα, καλύτερα εξοπλισμένος, έγραφε το πρώτο του διήγημα: To μοιραίο μαγνητόφωνο.Scott Prior 927 Βασιζόταν σε μια από τις λίγες εντυπώσεις που του έμεναν από τις έξι εβδομάδες του στη Γουώλ Στρητ την περασμένη χρονιά. Υποτίθεται ότι ήταν η χαρούμενη ιστορία ενός κλητήρα που, εντελώς τυχαία, σιγοτραγούδησε μια θαυμάσια μελωδία που γράφτηκε στο ντικταφόν. Ο αδελφός του αφεντικού, γνωστός παραγωγός μουσικών κωμωδιών, ανακάλυψε τυχαία τον κύλινδρο – που έπειτα χάθηκε αμέσως. Το κύριο μέρος της ιστορίας ασχολιόταν με την έρευνα για τον χαμένο κύλινδρο και το γάμο του ευγενικού κλητήρα (που ήταν πια πετυχημένος συνθέτης) με τη μις Ρούνυ, την ενάρετη στενογράφο, που ήταν μισή Ζαν ντ’ Αρκ και μισή Φλόρενς Νάιτινγκέηλ. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τέτοια ήθελαν τα περιοδικά. Οι πρωταγωνιστές του ήταν οι συνηθισμένοι κάτοικοι ενός γαλαζορόδινου λογοτεχνικού κόσμου, βουτηγμένοι σε μια γλυκανάλατη πλοκή, που δεν θα αναστάτωνε ούτε ένα στομάχι στη Μαριέτα.

Το είχε δακτυλογραφήσει σε διπλό διάστιχο – αυτό κατόπιν της συμβουλής του εγχειριδίου Πώς να γίνετε εύκολα ένας πετυχημένος συγγραφέας, του Ρ. Μεγκς Γουίντλστιν, που διαβεβαίωνε τους φιλόδοξους υδραυλικούς ότι ήταν ανώφελο να ιδρώσουν, αφού ύστερα από έξι μαθήματα γραφής θα μπορούσαν να βγάζουν τουλάχιστον χίλια δολάρια το μήνα. Αφού το διάβασε σε μια βαριεστημένη Γκλόρια, και απέσπασε απ’ αυτήν την αθάνατη παρατήρηση ότι ήταν καλύτερο από ένα σωρό άλλα πράγματα που δημοσιεύονται, υπέγραψε, με σατιρική διάθεση, με το ψευδώνυμο Ζιλ ντε Σαντ, εσώκλεισε τον κατάλληλο φάκελο για την απάντηση και το έστειλε. Ύστερα από τον γιγάντιο άθλο της σύλληψης αποφάσισε να περιμένει μέχρι να δει τι θα γίνει με το πρώτο διήγημα πριν αρχίσει άλλο. Ο Ντικ του είχε πει ότι θα μπορούσε να βγάλει μέχρι και διακόσια δολάρια. Αν, κατά τύχη, δεν άρεσε, το γράμμα του αρχισυντάκτη θα του έδινε, δίχως αμφιβολία, κάποια ιδέα για τις αλλαγές που έπρεπε να κάνει. «Κόβω το κεφάλι μου πως είναι το πιο ελεεινό κομμάτι που υπάρχει στον κόσμο», παρατήρησε μελαγχολικά ο Άντονυ. Ο αρχισυντάκτης προφανώς συμφώνησε μαζί του. Επέστρεψε το χειρόγραφο μ’ ένα απορριπτικό σημείωμα. Ο Άντονυ το έστειλε αλλού και άρχισε άλλο διήγημα. Το δεύτερο λεγόταν Οι ανοιχτές πορτούλες∙ γράφηκε σε τρεις μέρες. Αφορούσε στον πνευματισμό: Ένα τσακωμένο ζευγάρι συμφιλιωνόταν από ένα μέντιουμ σε παράσταση βαριετέ. Όλα μαζί έφτασαν τα έξι, έξι άθλιες και αξιολύπητες απόπειρες να «γράψει» ένας άνθρωπος που ποτέ πριν δεν είχε κάνει καμιά σοβαρή προσπάθεια να γράψει οτιδήποτε. Κανένα τους δεν περιείχε ούτε μια σπίθα ζωντάνιας και όλα μαζί απέπνεαν λιγότερη γοητεία και κομψότητα από μια μέτρια στήλη εφημερίδας. Στη διάρκεια της περιφοράς τους, συγκέντρωσαν τριάντα ένα απορριπτικά σημειώματα, που φάνταζαν σαν μνήματα για τα πακέτα που έβρισκε σωριασμένα σαν πτώματα στο κατώφλι του.

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Όμορφοι και καταραμένοι, μτφρ.: Ρένα Χάτχουτ, σελ. 452-454, Εκδόσεις Ερατώ, 1998

..

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Mεταlipsi

 
Andrew Wyeth -
.

 

Yπέρ των ριγηλών σιωπών που επιστρέφουν
το επικρεμάμενο της λέξης
στη γλώσσα του Ιούδα ακόμα πιο απόκοσμο
την ώρα που καρφώνουν αυταπάτες ατσάλινους σταυρούς
Στο χάσμα που παφλάζει μες στο σώμα

.

.

Μεταlipsi (απόσπασμα)/ Προδημοσίευση
Πίνακας: Andrew Wyeth

.

.

 

 

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Εκατό χρόνια μοναξιά

Michael ParkesΗ Ούρσουλα όρισε μια περίοδο αυστηρού πένθους, με κλειστά πορτοπαράθυρα, οπότε δεν θα μπαινόβγαινε κανείς, εκτός κι αν ήταν εντελώς απαραίτητο. Απαγόρεψε να μιλούν δυνατά για ένα χρόνο κι έβαλε τη δαγκεροτυπία της Ρεμέδιος εκεί που είχαν ξενυχτήσει τη σορό της, με μια μαύρη κορδέλα στη μέση κι ένα καντήλι που ήταν αναμμένο μέρα νύχτα. Οι επόμενες γενιές, που ποτέ δεν άφησαν το καντήλι να σβήσει, παραξενεύονταν μ’ αυτό το κορίτσι με την πλισέ φούστα, τ’ άσπρα μποτάκια και την κορδέλα από οργάντζα στα μαλλιά, που δεν κατάφεραν να το ταυτίσουν με τη συνηθισμένη εικόνα της προγιαγιάς. Η Αμαράντα ανέλαβε τον Αουρελιάνο Χοσέ. Τον υιοθέτησε σαν γιο που θα μοιραζόταν τη μοναξιά της και θα τη λύτρωνε απ’ το ανεπιθύμητο λάβδανο, που τα απελπισμένα παρακάλια της είχαν ρίξει στον καφέ της Ρεμέδιος. Ο Πιέτρο Κρέσπι έμπαινε νυχτοπατώντας το σούρουπο, με μια μαύρη κορδέλα στο καπέλο, κι επισκεπτόταν τη Ρεβέκκα, που έμοιαζε να αιμμοραγεί με στο μαύρο φουστάνι της με τα μακριά μανίκια. Ακόμα και η σκέψη για τον καθορισμό μιας ημερομηνίας για το γάμο θα έδειχνε έλλειψη σεβασμού κι έτσι ο αρραβώνας μεταβλήθηκε σε μια αιώνια σχέση, ένα βαρετό έρωτα, που κανείς δεν τον επιτηρούσε πια, λες και οι ερωτευμένοι, που παλιά χαλούσαν τις λάμπες για να φιληθούν, είχαν τώρα εγκαταλειφθεί στο έλεος του θανάτου. Χωρίς να ξέρει πια τι να κάνει, ολότελα απογοητευμένη, η Ρεβέκκα ξανάρχισε να τρώει χώμα.

Ξαφνικά –όταν πια το πένθος είχε κρατήσει τόσο ώστε είχαν ξαναρχίσει οι συγκεντρώσεις για τη σταυροβελονιά – κάποιος έσπρωξε την ξώπορτα, στις δύο το μεσημέρι, στη θανάσιμη σιωπή της ζέστης, και οι κολόνες στα θεμέλια ρίγησαν από τόση δύναμη στα τσιμέντα, ώστε η Αμαράντα και οι φίλες της, που κεντούσαν στη βεράντα, η Ρεβέκκα, που πιπίλαγε το δάχτυλό της στην κρεβατοκάμαρα, η Ούρσουλα στην κουζίνα, ο Αουρελιάνο στο εργαστήρι, μέχρι και ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, κάτω από τη μοναχική καστανιά, όλοι έμειναν με την εντύπωση πως ένας σεισμός τράνταζε το σπίτι. Ένας τεράστιος άντρας είχε έρθει. Οι τετράγωνες πλάτες του με δυσκολία χωρούσαν στην πόρτα. Φορούσε ένα μικρό φυλαχτό της Παναγιάς της Γρηγορούσας στο βουβαλίσιο λαιμό κι είχε τα μπράτσα και το στήθος του κεντημένα με απόκρυφα τατουάζ, ενώ στο δεξή καρπό του φορούσε το σφιχτό χάλκινο βραχιόλι των Σταυρωμένων Παιδιών. Το δέρμα του ήταν σκασμένο απ’ τ’ αλάτι της υπαίθρου, τα μαλλιά του κοντά κι όρθια σαν χαίτη μουλαριού, σιδερένιες μασέλες και θλιμμένο χαμόγελο. Φορούσε μια ζώνη δύο φορές πιο φαρδιά από αλογίσιο σαμάρι, μπότες με γκέτες και σπιρούνια και σιδερένια τακούνια, κι η παρουσία του έδινε τη συγκλονιστική εντύπωση μιας σεισμικής δόνησης.

Michael parkes _the_last_lionΠέρασε το σαλόνι και το καθημερινό δωμάτιο, κρατώντας στο χέρι κάτι μισοχαλασμένα σακίδια, κι εμφανίστηκε σαν κεραυνός στη βεράντα με τις μπιγκόνιες, όπου η Αμαράντα με τις φίλες της είχαν μείνει ξερές με τις βελόνες στον αέρα. «’σπέρα» , τους είπε με κουρασμένη φωνή, πέταξε το σακίδιο πάνω στο τραπέζι με τα εργόχειρα και προχώρησε προς το πίσω μέρος του σπιτιού. «’σπέρα», είπε στην τρομαγμένη Ρεβέκκα, που τον είδε να περνάει από την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της. «’σπέρα», είπε στον Αουρελιάνο, που βρισκόταν στον πάγκο της αργυροχοΐας με όλες τις αισθήσεις του σε εγρήγορση. Δεν σταμάτησε για κανέναν.  Πήγε κατευθείαν στην κουζίνα κι εκεί σταμάτησε πρώτη φορά, στο τέλος ενός ταξιδιού που είχε αρχίσει απ’ την άλλη άκρη του κόσμου. «’σπέρα», είπε. Η Ούρσουλα έμεινε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου μ’ ανοιχτό το στόμα, τον κοίταξε στα μάτια, έβγαλε μια κραυγή και κρεμάστηκε στο λαιμό του φωνάζοντας και κλαίγοντας απ’ τη χαρά της. Ήταν ο Χοσέ Αρκάδιο. Είχε γυρίσει τόσο φτωχός όσο είχε φύγει, μέχρι που χρειάστηκε να δώσει η Ούρσουλα δύο πέσος για να πληρώσει το νοίκι του αλόγου του. Μιλούσε ισπανικά ανακατεμένα με τη μάγκικη διάλεκτο των ναυτικών. Τον ρώτησαν που είχε πάει κι εκείνος αποκρίθηκε «εδώ κι εκεί». Κρέμασε την αιώρα του στο δωμάτιο που του έδωσαν και κοιμήθηκε τρεις μέρες.

Michael Parkes -art Όταν ξύπνησε, και αφού ρούφηξε δεκαέξι ωμά αυγά, πήγε κατευθείαν στο μαγαζί του Καταρίνο, όπου ο τεράστιος όγκος του προκάλεσε πανικό και περιέργεια στις γυναίκες. Παράγγειλε να παίξει η μουσική και κέρασε τους πάντες αγουαρδιέντε. Έβαλε στοιχήματα για τη δύναμη των μπράτσων με πέντε άντρες ταυτόχρονα. «Είναι αδύνατο» έλεγαν εκείνοι σίγουροι πως δεν μπορούσαν να κουνήσουν το μπράτσο του. «Έχει τα Σταυρωμένα Παιδιά». Ο Καταρίνο, που δεν πίστευε σε μαγικές δυνάμεις, έβαλε στοίχημα δώδεκα πέσος πως δεν θα μπορούσε να κουνήσει τον πάγκο του μπαρ. Ο Χοσέ Αρκάδιο τον τράβηξε απ’ τη θέση του, τον σήκωσε στον αέρα, πάνω απ’ το κεφάλι του, και τον άφησε στο δρόμο. Χρειάστηκαν έντεκα άντρες για να τον ξαναβάλουν στη θέση του. Μες στην έξαψη και το γλέντι, έκανε επίδειξη του απίθανου αντρισμού του, που ήταν ολότελα σκεπασμένος από ένα ανακάτεμα από γαλάζιες και κόκκινες λέξεις σε διάφορες γλώσσες. Τις γυναίκες που τον πολιορκούσαν με τις ορέξεις τους τις ρώτησε ποια πλήρωνε τα περισσότερα. Michael Parkes 9Η πιο πλούσια πρόσφερε είκοσι πέσος. Τότε εκείνος πρότεινε να μπει σε κλήρο, με δέκα πέσος το λαχνό. Ήταν μια απίθανη τιμή, γιατί η πιο επιθυμητή γυναίκα έβγαζε οχτώ πέσος σε μια βραδιά, αλλά όλες δέχτηκαν. Έγραψαν τα ονόματά τους σε δεκατέσσερα χαρτάκια, τα έβαλαν σ’ ένα καπέλο και κάθε γυναίκα τράβήξε ένα. Όταν έμειναν μόνο δυο χαρτάκια, είδαν σε ποιες ανήκαν.
— Πέντε πέσος ακόμα η καθεμιά, πρότεινε ο Χοσέ Αρκάδιο, και θα με μοιραστείτε.

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Εκατό χρόνια μοναξιά, σελ. 89-91, μτφρ.: Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας, εκδόσεις Λιβάνη, 1983.

Πίνακες: Michael Parkes

..

Πέθανε ένας γίγαντας της λογοτεχνίας

http://www.aixmi.gr/index.php/pethanegigantaslogotexnmarkes/

http://parade.condenast.com/281220/ashleighschmitz/author-gabriel-garcia-marquez-dies-at-87-his-10-most-poignant-quotes/.

Να μας θυμάσαι, Γκάμπο!

.