Το 1979 ο Robert Scholes στο έργο του “Fabulation and Metafiction” εισάγει τον όρο υπερμυθοπλασία (surfiction), για να μιλήσει για τα έργα που αποκλίνουν από τον ρεαλισμό και τονίζουν τον ρόλο του συγγραφέα και του αναγνώστη στην δημιουργία και την πρόσληψη της μυθοπλασίας. Για έργα που καταργούν κάθε σύμβαση της αφηγηματολογίας και αναζητούν μιαν ανεξάρτητη ύπαρξη.
Στο βιβλίο της η Ιφιγένειας Σιαφάκα, «Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες», ο ποιητικός λόγος και η σκόπιμη απόκλιση από την καθαρά αφηγηματική γραφή μας ταξιδεύουν στα μονοπάτια του μυστηριακού κόσμου της. .
Ο μαγικός ρεαλισμός με την εικονοποιΐα του και η χρήση πορφυρών χωρίων[1] (purple path) διαπλέκονται με την σταθερή και ιδιότυπη γραφή της, πλέκοντας το υφαντό των ιστοριών της. Η κοινωνική ζωή και δράση περιπλέκεται με το πάθος και την λαγνεία κι όλα αυτά μαζί μεταφέρουν τον υπαρξιακό- ψυχικό κόσμο στις πλεκτάνες του σαθρού και πεπερασμένου σύμπαντος[2].
Μια προσεχτική ανάλυση των δομικών επιλογών της συγγραφέως μπορεί να διευρύνει τον ορίζοντα πρόσληψης των αφηγημάτων, αναδεικνύοντας τα βαθύτερα νοήματα που με την πρώτη ματιά είναι αδύνατο ο αναγνώστης να αντιληφθεί.
Τα λογοπαίγνια και το παιχνίδι του αντικειμένου με τα σημαινόμενα (υπερβατικό σημαινόμενο)- όπως πχ στο απόσπασμα:
«…και τράβηξε ένα μανταλάκι που καλλιεργούσε στο χώμα
μια κουρτίνα με πολύχρωμα λουλούδια…»[3]
-ζωηρεύουν την ανάγνωση αποφεύγοντας τον κίνδυνο του ξερού και επιδεικτικού λόγου.
Εντυπωσιακοί είναι και οι εμβόλιμοι σαρκαστικοί και ειρωνικοί σχολιασμοί των αφηγητών των διαφόρων ιστοριών.
Στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να αναμετρηθεί με το αναρχικό πεδίο των λέξεων και με το πηγάδι των πιο μύχιων αναζητήσεών του. Άλλωστε αύτη είναι η ουσία της λογοτεχνίας… μια ατέρμονη αναζήτηση απαντήσεων στα έμμονα ερωτήματά μας…
[1] Με την έννοια της υφολογικής έξαρσης, που κάνει το κείμενο να ξεχωρίζει από τα συμφραζόμενα του.
[2] «Γυρνάς τα έξω μέσα για να κρυφτείς στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι ευρύχωρο για να χωράει το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ», σελ 94
[3] Σελ. 48
Ένα δαιδαλώδες, στρυφνό, έξοδο, βιβλίο-παραμιλητό, ακατάπαυστα υμνωδίες ποιήσεων, γλώσσας οργισμένης στους ορόφους της, στάθμες πυκνών ικανοποιήσεων, αγριεμένα υπέρβαρα ύψη, κάτω από στέγες διόλου πιθανές, γάμοι στις κηδείες, θάνατοι στη ζωή, οι διάλογοι άι στο διάολο, υπέροχα ερείπια ψυχολογίας ίχνη. Το αστράπτον, από δυτικά ανατέλλοντος βιβλίο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και Το τραγούδι του λύγκα (μυθιστόρημα, 2011), μας προτρέπει να καταθέσουμε – πείτε το μας υποχρεώνει– ότι η συγγραφέας κουβαλά ταλέντο ολκής μυθιστοριογράφου στην ελληνική γραμματεία και πέραν.
Η «γλώσσα» της Ιφιγένειας Σιαφάκα, να! τρία μέτρα… ξετυλίγεται πυρρίχιος χορός, άπτερη ανάγκη, αίολο σώμα ψυχής, και κατορθώνει κάτι αξιοθαύμαστο, απίθανο: μας διαβάζει, δεν τη διαβάζουμε! Είμαστε αγράμματοι; Όχι! – αν και οι «απέναντι» εκεί μας οδηγούν. Η γλώσσα λοιπόν! Ανελλιπώς οργανωτική, παράτολμα των γεύσεων, πρωταθλητισμός στα ραφεία, τα πλεκτήρια, τα ξηλώματα, τα βέβαια δηλωμένα αβέβαια∙ ρόλοι αμφιθεατρικά ενδιαφέροντες της γλώσσας σαν θησαυροφυλάκιά της, η γλώσσα και μόνο στη γλώσσα το ενδιαφέρον. Έτσι, διαβάζουμε τη συγγραφέα. Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, με ωραίον στηρικτή υπότιτλο: αφηΓΗματα ανάΔρομων πΛέξεων, αφήνοντας οικόπεδα, πλατείας σημάδια, Στη Γη, των Δρόμων, των Λέξεων.
Πολλοί οι ήρωες. Μπορούσαν να συμπιεστούν σαν ελιές τα ονόματά τους, καταλήγοντας σε ένα και μόνον όνομα ελληνικής καταγωγής, οι άνδρες ως ο Πλεκτός και οι γυναίκες –πληθυντικά– ως οι Πλεκτάνες. Έτσι θα αφανίζονταν οι: Λούκας Στέισον, Φιλς, Χέρμπερτ, Λόλυ, Ποπ, Νάιν, Μπεντ Σόουλ, Φερδινάρδος, Μπιφ, Φρέντυ, Τζίμυ, Γιαν, Τζέρυ, Ερτάν, Ανατόλιο, Ράινε, Νικολάι, Λεό, Αλβέρτος, Μεγάλος Μπουκ, Ρα, Αναστάσιος Τσαμπαρκάκης, κύριος Ο, Οράτιος, Αριστόδημος. Και μετά οι γυναίκες: Μάινς, Τίγκυ, Υβόννη, Βυλά, Χάνα Πέρτον, Έμα, Σύλβια, Νταγιό, Τζέρυ, Μπελ, Έλσα Μάουλντυ, Σάρα, Νόρα, Εύα, Ευτέρπη, Βέρα, Μαριάννα, γρια-Λοχ, Σαζ, κυρία Φρουστ. Και τα σκυλιά: Ποπ, δόκτωρ Ράινε και Φούλιξ – όλες και όλοι εύκολα μπαινοβγαίνοντας στα ποιήματα, διηγήματα, αφηγήματα του βιβλίου, παντού εξομολογητικά, ψιθυριστοί, λέγοντάς μας εδώ, εκεί, μέσα, παράμεσα:
To τρένο οφείλει να είναι ευτυχισμένο/ Oι γυναίκες είναι σπίτια /αμφισβητώ όλους τους διαρρήκτες των βλεμμάτων/Θέλω να παραπλανήσω όλους όσους παρακολουθούσαν τη ζωή μου, έστω και μέσα στο μυαλό τους/Πρώτα τον τρόμο και κατ’ επέκτασιν τη μνήμη/Θεέ των αραχνών!/ «Nαι… Επιμένατε, μητέρα, να πλέκετε ακόμη και μέσα στην μπανιέρα. (…) Ρίχνατε μία καλή, μία ανάποδη και, όταν στη συνέχεια γυρνάγατε τον τοίχο, για να τον πλέξετε κι από την άλλη (…) Αλήθεια, πού έχετε βάλει αυτό το θαυμάσιο Πλεκτό Σας;»
Θερμές ευχαριστίες για τη φιλοξενία και την επιτυχή, παρά τις δύσκολες συνθήκες, διοργάνωση σε όσους εργάστηκαν για την 11η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, στον Θωμά Παπαστεργίου των εκδόσεων
Αrs Poetica, στους ομοτέχνους Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ιωάννα Μουσελιμίδου,
Ηλία Τσέχο και Σωτήρη Γάκο για την εξαιρετική παρουσία τους στο πάνελ, στις φίλες και στους φίλους που
μας τίμησαν με την παρουσία τους, στου συντονιστές του ραδιοφώνου της Έκθεσης, στον Στέλιο Λουκά για τη συνέντευξη, την «τηλεοπτική ψυχή του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη», και σε όλους όσους είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά και να μοιραστώ όμορφες και ανθρώπινες στιγμές.
Απόμακρος
Με την αμεσότητα που τη χαρακτήριζε μου είπε:
«Μετά τον έρωτα με κέρασε καφέ.
Δεν ήταν τρυφερός μαζί μου, απόμακρος μου φάνηκε.
Περισσότερο ψυχράνθηκα όταν κάποια στιγμή
μου μιλούσε για τη γυναίκα του,
για προβλήματα υγείας και τα επαγγελματικά της.
Δεν παρέλειψε και τις φιλόδοξες εξελίξεις της καριέρας του
που τον απασχολούσαν.
Φοβόταν πως θα ήμουν απειλή
στην τακτοποιημένη του ζωή,
θα του χαλούσα τη σειρά και την ηρεμία του.
Δεν κατάλαβε πως περιστασιακά,
κι επειδή με φλέρταρε, λίγες φορές πήγα μαζί του,
και δεν είχα σκοπό ή ανάγκη να τον ξαναδώ».
Ήχοι και σχήματα
κολυμπούν στα σπλάχνα:
το άνυδρο γιώτα της χίμαιρας,
ο θρυμματισμένος αντίλαλος της ηδονής,
ο χλωμός κάλυκας της αυγής.
Με το συριστικό σίγμα
μοιρογνωμόνιο
της αλλόκοτης γεωμετρίας.
Ιωάννα Μουσελιμίδου, Ανοίκειος νόστος, Εκ των ένδον, σελ. 18, Εκδόσεις Ιωλκός, 2011
Θέματα αγαλμάτων
Χαμηλώνουν νεφέλες Χαμηλώνω τον
Μπαχ Μουσικό σώμα κερδίζω Σήμε-
ρα δεν απαντώ Δεν εκτίθεμαι Ρού-
χο βροχή Μέχρι το γόνατο Μ άλμα-
τα ωραία δε βρέχεσαι
Πώς με κοιτά η Σελήνη; Έτσι που
ξημεροβραδιάζομαι σε λόχους ανα-
γνώσεις Τάγματα γραφών Συντά-
γματα Στο πρώτο σώμαμου! Στέρνες
νησιώτικες γινήκαμε Πάμε για Μάη
Μην αρνηθείς αυτόν το ρόλο.
Είναι μια ευκαιρία να ξεφύγεις όταν οι άλλοι ψάχνουνε
τη μονιμότητα.
Η ετοιμόρροπη ψυχή τους έχει ξαπλώσει στον καναπέ
και μασουλάει τα συντρίμμια της.
Εσύ μην αρνηθείς αυτόν το ρόλο.
Θα δεις πως όλα θα αλλάξουν όταν σταθείς όρθιος γυ-
μνός μπροστά τους χωρίς ανταλλάγματα.
Η δύναμη των λέξεων σε βγάζει νικητή.
Μην αρνηθείς τον εκφρασμένο εαυτό σου.
Σωτήρης Γάκος, Επί σκηνής, Μην αρνηθείς αυτόν το ρόλο, σελ. 15, Εκδόσεις Ars Poetica, 2013
Καλησπέρα, κυρία οστεοπόρωση.
Πάρε καρέκλα και κάθισε.
Έτσι κι αλλιώς κρατάς κομμάτι από το σκελετό μου.
Θα επικοινωνούμε, αναγκαστικά, συχνά, κατά πώς φαίνεται.
Δεν ανάβω το φως. Δεν μου είναι ευχάριστη η όψη σου.
Μόνο την άλλη φορά, μην ξεχάσεις να φέρεις μαζί σου τη Λίζα.
Της άρεσε πολύ αυτή η βελούδινη πολυθρόνα με φωτισμό ηλιοβασιλέματος.
Δε σε ξέχασα, Λίζα, θα πω.
Το ξέρω, θα μου πει χαμογελώντας και κοιτάζοντας τη θάλασσα.
Θα με μαλώσει που δεν έβαλα φέτος φυτά.
Θα έχω ετοιμάσει ένα γεύμα με λαχανικά –
μ’ όλο που δα δεν μας ωφέλησε σπουδαία η υγιεινή διατροφή.
Σαν αεράκι θα φύγει, το πιάτο της ανέγγιχτο.
Ήτο αναμενόμενο και νά που τώρα ανθίσαν
Κάποια κλαδιά κρατούν γερά
άλλα κλαδάκια τρέμουν
Όμως στην άκρη καθενός ελπίδος άνθη ρέουν
Κι όπως δεν στέκει έντυπο
συλλογικό άνευ γκρίνιας
μην πείτε πως προσμένετε να τ’ αγαπήσω όλα
τα πλάσματα της εποχής που μού ’παν ότι γράϕουν
Ούτε ποσώς τε κι ακραιϕνώς
κάπως να τα μισήσω
Αγαπητό μου αίσθημα Ω της αδιαϕορίας
πόσον καιρό σπατάλησα
για να σε κατακτήσω
Και νά που τώρα χρήσιμο μου γίνεσαι και πάλι
Κι ούτε που χαίρω ούτε πονώ
αν είμ’ ανθός που ϕέγγει
από τον ποιον λιγότερο
εις τας μικράς επάλξεις
Έτσι κι αλλιώς αχνό είν’ το ϕως
στο δένδρο της γενιάς μου
Οχού και μη με πρήξετε
αν είν’ σωστός ο όρος
γενιά
ϕουρνιά
μοντερνιτέ
ή
καραόκε πάρτυ
Θέλω να πω πώς να την πω
την ως τα τώρα δράση
των ζωντανών που ζήσαμε
γράϕοντας να ευτυχούμε
Μήπως και τ’ άγριο το θεριό
που κατοικεί εντός μας
σε μια στιγμή ξημερωθεί
προς τέρψιν των εχθρών μας
Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Ελπίδος το απάνθισμα (Σατιρικά), Από τη συλλογή Υπογείως, Εκδόσεις Τυπωθήτω-Λάλον ύδωρ, 2012
Καταλύομαι, λοιπόν,
στο δόγμα
της μίας
και μοναδικής
υπό –
θαλάσσας/
ασπροσέντονης
ή
πρασινομπλέ,
αποφασίστε. Αναλύομαι, λοιπόν,
στα εξ ων συνετέθημεν
κι έπειτα; Αναφύομαι, λοιπόν,
σε κρύπτες
ενοχών,
αβρόχοις ποσί
παιδιόθεν/
αβρόχοις ποσί/
ως ύπαρξη
αμορφοχθόνων
κυττάρων
belli? what?
σε επίπεδα σχήματα
συμμετέχοντας
ή
μη
απέχοντας
ή
μη
σε πολύπλαχθες όχθες Πνίγομαι
ή
μη
σε νουφαρώδεις αναλαμπές
σε πρασινοφαιά ύψη
επιπλέοντας
ή
μη
σε σκοτωμένη μνήμη/
στραγγαλισμένη σε υπερπέραν.
Καταλύομαι, λοιπόν,
και δεν ξέρω
αν φταίνε
τα νερά,
οι νάρκισσοι
ή
οι αταβισμοί-. Κατα ~ πνίγομαι, λοιπόν,
σε σεντούκια
αναμνηστικά Ανοίγω, λοιπόν,
τα σεντούκια
της ανοχής,
σφραγίζω,
λοιπόν
τα σεντούκια της απαντοχής
τι χρώμα θέλετε
είπαμε
τη σφραγίδα;
σκουροκκόκινη
πεθαμένων/
ε,
πάρτε
μια χρυσαφί
σαν στο Παλάτσο των Δόγηδων
να θυμηθείτε
το macchiato
στην
Piazza San Marco
γαστρίτιδα/
επιτρέπει μόνο
σάλιο
και νερό
ίσαμε
τα γόνατα
/γι’ αυτό
οι μήνες
του μέλητος (μέλισμα, μέλιτος, σκατά)
γιορτάζονται
κατακαλόκαιρο/
μετά
έχει επιπτώσεις
\στους αστραγάλους
μετά/
δεν αρκούν
συγγνώμες
\ούτε γαλάζια μάτια
ούτε
Guidecca
ούτε χρόνο έχουμε πια
να χαζεύουμε
γραφικούς τουρίστες
στο Μουράνο
κάτοικοι της οδού
viale
della eternità no 755419
Από θέση σιντέφια,
κατακρήμνιση.
Αποφασίζω, λοιπόν,
το τίποτα, ομνύω, λοιπόν,
σε υποθαλάσσιους πειρασμούς
διαχρονικώς διασκορπισμένους/
κι ας μην έχουν
χρώμα του χιονιού
Καταλελειμμένοι
στον τόπο
ειλημμένοι στον χρόνο
απολελειμμένοι στον χώρο
καταλελειμμένοι/
Και λοιπόν;
Και λοιπόν,
εδώ.
τίποτα
Και λοιπόν;
ένα κενοτάφιο
ουρλιάζει
σαν τον Νανάκο
«στη ζωή μπήκα ουρλιάζοντας»
Θυμηθείτε
το
ουρλιαχτό
της Μακάσυ
πάνω
από
τρίχρονο μωρό
πάνε χρόνια\
λέμε
να πηγαίνουμε
κατά
τις πικροδάφνες
για
να δω;
υπάρχουν ακόμα;
There is no Frigate like a Book
To take us Lands away
Nor any Coursers like a Page
Of prancing Poetry –
This Travel may the poorest take
Without oppress of Toll –
How frugal is the Chariot
That bears the Human Soul –
Φρεγάτα όπως το Βιβλίο δεν υπάρχει
Για να μας πάει σε Μέρη μακρινά
Ούτε άλογο Δρομέας σαν τη γεμάτη
Σελίδα Ποίησης που όλο αναπηδά –
Τέτοιο Ταξίδι κι ο φτωχότερος θα κάνει
Άλλα Διόδια δεν θα περάσει στα κρυφά –
Πόσο λιτό είν’ αυτό το Άρμα – κουβαλάει
Του Ανθρώπου την ψυχή – με σιγουριά –
Η άρνησή μου να δεχθώ ένα κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής (ενδογλωσσικής) Μετάφρασης, για «λόγους προσωπικού γούστου και αυτοσεβασμού», όπως τόνισα, δημιούργησε αντιδράσεις πολλές και ποικίλες. Από τη μια η άρνησή μου επιδοκιμάστηκε από εκατοντάδες ανώνυμους αναγνώστες και επώνυμα σχόλια σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από την άλλη ψευδώνυμοι σχολιαστές με κατηγόρησαν ως «ψώνιο», «καβαλιμένο καλάμι» κλπ. Δημοκρατία έχουμε και όλοι μας μπορούμε (και μάλιστα επιβάλλεται) να έχουμε άποψη για όλους και για όλα. Επειδή, όμως, εκ των πραγμάτων επανήλθε στην επικαιρότητα (άκομψα, ίσως) η παμπάλαια και πολυσυζημένη ιστορία των δικών μας κρατικών βραβείων (αφήνω το Νόμπελ για τους ενδιαφερόμενους), ας μου επιτραπούν κάποιες διευκρινίσεις.
1ον. Η άρνησή μου να δεχθώ το βραβείο δεν σχετίζεται με την αξία όσων βραβεύθηκαν και συν-βραβεύτηκαν. Συγχαίρω όλους και όλες από καρδιάς και ειδικότερα τον κ. Λίνο Μπενάκη.
2ον. Ούτε εύκολο είναι, ούτε και ευχάριστο να αποποιείται κάποιος μια βράβευση. Ας το δοκιμάσουν οι επικριτές μου, όταν έρθει η ώρα τους, και θα καταλάβουν.
3ον. Η άρνησή μου δείχνει αντιπάθεια («προσωπικό γούστο») στη δημοσιοϋπαλληλική ευθυνοφοβία ανθρώπων που έχουν επιλεγεί (από ποιους άραγε;) να κρίνουν έργα για τα οποία είναι ολωσδιόλου αναρμόδιοι. Να εξηγηθώ: ενώ το σκεπτικό για τις βραβεύσεις των διαγλωσσικών μεταφράσεων είναι επαρκές, σαφές και αρκετά αιτιολογημένο, το αντίστοιχο σκεπτικό για τις ενδογλωσσικές μεταφράσεις απλώς ψελλίζει κάποιες γενικότητες, δείγμα αμηχανίας και άγνοιας. Γράφουν, λ.χ., οι μεταφράσεις «αποδίδουν το ύφος και τα νοήματα των πρωτοτύπων σε γλώσσα φιλολογική – λογοτεχνική και με τρόπο εύληπτο» (sic). Πολύ θα χαιρόμουν να μας έδινε κάποιος/α ένα – δυο παραδείγματα να εννοήσουμε και εμείς πώς το ύφος (!) και τα νοήματα του πρωτοτύπου αποδίδονται τόσο ωραία σε γλώσσα «φιλολογική – λογοτεχνική»! Το χειρότερο: αυτή η φράση προσβάλλει και τους τέσσερεις συνυποψήφιους, επειδή προβάλλει ένα αναξιόπιστο εφεύρημα. Γιατί ο κ. Μπενάκης και εγώ έχουμε αυτή τη χάρη και δεν την έχει η κυρία Κούκη ή ο κ. Στεφανόπουλος; Αρνούμενος λοιπόν να βραβευτώ από καλοπροαίρετους, πλην άσχετους ανθρώπους, όσον αφορά την αρχαία ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, κάνω το αυτονόητο: καταγγέλλω αυτά που περιέγραψα και μαζί την παντελή ασχετοσύνη του (λεγόμενου) Υπουργείου Πολιτισμού.
Σχόλιο:Μην την «πέφτετε» στον Γιώργη, που αρνήθηκε το βραβείο. Εμείς τον ξέρουμε από κοντά και ως Δάσκαλο και ως Άνθρωπο. Όχι μόνον «ψώνιο» δεν είναι, για όσους τον γνωρίζουμε, αλλά έχει την απλότητα, την αμεσότητα και την ευαισθησία του ανθρώπου που έργω και λόγω έχει αφιερώσει τη ζωή του στα Γράμματα. O Γιώργης έχει μια σπάνια και ζηλευτή αυθεντικότητα, σημείο αναφοράς! Δεν είναι τυχαίο ότι οι φοιτητές του τον θαυμάζουν, τον αγαπούν και τον θυμούνται ως μία ιδιαίτερη περίπτωση Δασκάλου! Μόνον και μόνον το ότι ασχολήθηκε με τον Εμπειρίκο, ενασχόληση που αντίκειται στα συμβατικά, άνοστα και συντηρητικά ακαδημαϊκά, είναι δηλωτικό της κουλτούρας και της επιθυμίας του. Ξέρει τι λέει, λοιπόν, ο άνθρωπος.
Είδαμε, επίσης, εμείς οι μη διαπλεκόμενοι και πτωχοί τω πνεύματι, τα φετινά κρατικά και ιδίως το σκεπτικό βράβευσης στην πεζογραφία και στην ποίηση (τύφλα να ’χει o Bιτγκενστάιν και η Αισθητική!) και φτιάξαμε, εκεί που πίναμε καφεδάκια, και ανέκδοτα. Ούτε ταραχτήκαμε ούτε θυμώσαμε δηλαδή καθόλου! Μετά πήγαμε και για clubing… Συνεπώς, αποφαινόμεθα μετά χιουμοριστικής και ελαφράς διαθέσεως, διότι έχομε τα χαράτσια και δεν δυνάμεθα άλλα βάρη εις τους ώμους μας.
Τι λέγαμε; Α… O Γιώργης έχει πάρει κι άλλα βραβεία, που λέτε για να λέτε, προσωπικά θα μείνω στο πρώτο: 1962: Β’ Βραβείο Πανσπουδαστικής Ποίησης με κριτές τον Ο. Ελύτη, τον Γ. Ρίτσο και τον Ν. Βρεττάκο. Αείμνηστοι! Συμφωνούμε ή διαφωνούμε; Μην μπλέξουμε τα κομματικά μόνον, δεν θα βγάλουμε άκρη… Θα τσακωθούμε, κι έρχονται κι εκλογές!
Πώς να το κάνουμε τώρα; Αφού δεν έχεις καταλάβει, όσο καλοπροαίρετος κι αν είσαι, τι κάνει ο άνθρωπος επακριβώς και δεν μπορείς να το ορίσεις «επισήμως» και με όρους που να ανάγονται στον τομέα τον οποίο σχολιάζεις, διότι δεν έχεις τα ανάλογα εργαλεία, το «δωράκι» είναι σαν να μην του απευθύνεται, οπότε δεν το παίρνει, διότι δεν τον αφορά. Είναι θέμα αισθητικής, και ειδικά όταν αναφερόμαστε στη γλώσσα. Πάρα πολύ απλό! Δεν είναι δυνατόν να προσεγγίζουμε την Αισθητική άνευ αισθητικής!
Δύσκολο, ε;
Καθείς και η δική του οπτική στα της Αισθητικής, φίλοι και εχθροί μου (κυρίως, εχθροί μου), αλλά οι έννοιες αυτές είναι λεπτές και δύσβατες, και διόλου «εύληπτες» (από ποιον;)! Εξαιρετικό κριτήριο Αισθητικής αυτό! Αν δεν το καταλάβει ο Τούλης, το έργο χάνει, είναι «κακό»… Μπρε, πάτε στον Κάφκα, χωρίς να έχετε εξαντλήσει στο Γυμνάσιο τον Μυριβήλη; Μπρε, ίσα κι όμοια όλα… έχει ανηφόρα η ζωή! Πάντως, εγώ τα λέω απλά τώρα, νια νια… κρέμα για άμεση κατάποση. Να πάρω βραβείο χρονογραφήματος, γιατί όχι;
Πάντως, δοθείσης ευκαιρίας, προτείνω να καταργηθούν τα κρατικά, είναι ψυχοφθόρα κι εφαλτήριο δηλητηριασμένων αποφάνσεων. Δες τι σάλος έγινε, πόσοι άνθρωποι θύμωσαν, πόσοι πικράθηκαν, πόσοι λογομάχησαν, τι κατάρες πέσανε… Δραματικά πράγματα! Έτσι κι αλλιώς διαλυμένο είναι το Ελλαδιστάν… το κρατικό ανήκει σε κράτος… οι ενδιαφερόμενοι είναι πιο συνετό να κατευθυνθούν στο Νόμπελ. Άλλη αύρα, άλλο κύρος! Ψέματα; Βάζεις και σμόκιν, βάζεις τουαλέτα, έχει έναν άλλον αέρα η εμφάνιση. Στα κρατικά πώς πας και εν μέσω κρίσης; Μπορεί να μην έχεις ν’ αγοράσεις παντελόνι, και να είσαι με το τριμμένο… πώς θα πας; Είναι θέμα στοιχειώδους αξιοπρέπειας. Δεν είναι;
Oι εχθροί του Γιώργη μπορεί να πουν, επιπλέον, ότι αρνήθηκε το βραβείο, επειδή έχει φωτό στο Βήμα με ναυτικό τι σερτ και μπουκλωτά μαλλιά και αρνείται να «μεγαλώσει»: δεν είναι αστείο, κάποιος σχολιαστής σε ποστ στο Βήμα, το είχε πει. Έτσι τον έκρινε και τον απέρριψε σε άλλη κατάσταση διαφωνίας! O Γιώργης έχει και μηχανάκι επίσης… που πας με αυτά στο κρατικό; Αυτό απορώ πώς παρελείφθη ως σοβαρό επιχείρημα!
Πας, λοιπόν, με τα χίλια και με Φεράρι στο Νόμπελ, όχι με μηχανάκι, και αναμετριέσαι με έναν Μάρκες, μια Γιέλινεκ, έναν Έλιοτ… και θα σου πει μπράβο και η γειτόνισσα, όπως τότε που είχε πάρει ο Ελύτης το Νόμπελ, και μια κυρία χάρηκε, διότι βραβεύτηκαν οι φρυγανιές Elite! Ονειρεμένο το σενάριο! Δεν θυμάμαι και ποιος έχει πει, σπουδαίος πάντως, ότι αυτό το βιβλίο είναι πάρα πολύ καλό, παρά το γεγονός ότι έχει πάρει βραβείο! H αλήθεια είναι ότι έχουν πάρει και κάποιοι άνθρωποι που πράγματι το αξίζουν κρατικό βραβείο, προφανώς κατά λάθος! Έτσι είναι, ζουζουνάκια μου!