Θα πενθώ πάντα μ’ ακούς; Για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
.
.
ΙΙΙ.
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα καί ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, αγάπη μου
ΝΑ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.
VII.
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΜΙΣΗ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ
ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΝΑ ΣΕ ΚΛΑΙΩ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ…
Εις το εύοσμον μπαλκόνιον η θεία η Αμερσούδα απλώνει μετά μουσικής τα λευκά της είδη τα οποία σπαρταρούν στο ευχάριστο εωθινό αεράκι. Γείτων τις διάβαζε απορροφημένος, εις τον απέναντι προμαχώνα, ώσπου χτύπησε την ακοή του το πλατάγιασμα των αεριζομένων ρούχων. Έστρεψε το βλέμμα, απόμεινε λίγο ενεός και κατόπιν έβαλε τις φωνές.
─ Τι κάνετε εκεί, αγαπητή ;
─ Τι κάνω εδώ, αγαπητέ; κελάηδησε η θεία με θαυμαστή αμεριμνησία.
─ Πώς αποτολμάτε να απλώνετε αυτά τα βρακιά σε κοινή θέα;
─ Δεν αντελήφθην, αγαπητέ. Τι έχουν αι κυλόται μου; Αι σφεντόναι που απλώνει η κυρία σας είναι καλύτεραι;
─ Μα ακριβώς! Τα βρακιά σας είναι σαν σημαίες που μπορούν να σκεπάσουν ένα ολόκληρο τάγμα νεοσυλλέκτων.
─ Και γιατί νεοσυλλέκτων παρακαλώ; απόρησε η θεία
─ Και Βετεράνων, ΜΑΖΙ, θα μπορούσαν, μα δεν είναι αυτό το θέμα μας! ─ Και ποιο είναι το θέμα μας, αγαπητέ ; Δεν σας εννοώ.
─ Μα είναι ένα ενοχλητικό θέαμα, κυρία μου, δεν το αντιλαμβάνεσθε; Να κάθομαι εδώ αμέριμνος , να πίνω τον καφέ μου διαβάζοντας και αίφνης να καλύπτεται το οπτικό μου πεδίο απ’ το πεδίο των καλυμμάτων των οπισθίων σας; Τα οποία , επιπλέον, όταν ανεμίζουν προς το μέρος μου, νομίζω πως έρχεται το τέλος μου!
─ Αγαπητέ μου, θρασομανάτε ανεπίτρεπτα και θα σας πω μόνον τούτο: Στις λευκές ωσάν περιστέρες κυλότες μου, εδρεύει η παλόμα μπλάνκα της τιμής μου, θρασύτατε! Ακούτε, το τονίζω, Μ-π-λ-ά-ν-κ-α!
─ Το ότι η τιμή σας παρέμεινε μπλάνκα ως τα τώρα δεν περιποιεί τιμή για σας, κυρία μου, ανέκραξε καγχάζοντας ο γείτονας. Αντιθέτως, σας απέκλεισε από τον κατάλογο των ευτυχισμένων γυναικών.
─ Το πεδίον της τιμής μου, αγαπητέ, ουδέποτε υπήρξε κυτίον παραπόνων να αφήνει ο πάσα εις το κοντό του ή το μακρύ του, κατά κυριολεξίαν! Στο πεδίον τούτο έπεσαν πολλοί ένδοξοι και αλήστου μνήμης άνδρες, προκειμένου να το κατακτήσουν, μα ουδείς το κατάφερε, ούτε καν ο Ερνέστος Δρολάπης, όστις υπήρξε τιμημένος με το μετάλλιον του Χελιού.
─ Το μετάλλιο του Χελιού; Τι μετάλλιο Χελιού είναι αυτό; Δεν το έχω ξανακούσει. Και επιπλέον, ποιος είναι αυτός ο Ερνέστος Δρολάπης, δηλαδή, που θα έπρεπε να συγκινηθώ;
─ Είστε αδαής, αγαπητέ, επί πολλών θεμάτων, αυτό δα το έχω παρατηρήσει προ πολλού, το πόσον αδαής είστε. Και ουχί μόνον αδαής, μα και κορνοφόρος, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης.
Ο Ερνέστος Δρολάπης, ανόητε, υπήρξε Ανώτατος Τελετάρχης της Αυλής και εμπνευστής της Καραλούμπας , του θρυλικού εκείνου χορού, που ξετρέλανε μέχρι και τη βασιλομήτορα… Ήτο σφόδρα ερωτευμένος μαζί μου επί μακρόν. Και δεν παρητήθη του σκοπού του να με κατακτήσει, έως ότου επαρέδωσε το πνεύμα. Ουδείς ευτύχησε να τον αντικαταστήσει!
─ Και δεν απορώ γιατί!!! γκάριξε ο γείτονας. Σηκώθηκε εκμανής και με μια ολωσδιόλου ακατανόητη κίνηση ─κάτι σαν άτεχνη πιρουέτα γύρω από το εαυτό του─ που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του, κατέληξε εντέλει σε μια φιγούρα τέτοια, που έμοιαζε να χαιρετά τρόπον τινά κάποια σημαία. Και μια που απέναντί του σημαία δεν ανέμιζε παρά μόνον αι κυλόται της θείας Αμερσούδας, η θεία θεώρησε πως για μια ακόμη φορά η αποστομωτική της ετοιμότητα έβαλε τα πάντα στη θέση τους .
Συνέχισε να απλώνει με ζηλευτή αυτοπεποίθηση τα ολόλευκα βρακιά της, ενώ το αεράκι με στροβιλισμούς και τσαχπινιές πολλαπλασίαζε το σχήμα τους επί το απειλητικότερον για τους περιοίκους.
Και ίσως -ίσως για μερικούς απορημένους γλάρους…
(Γαλάζια χάχανα στων Κυριακών τα δόντια/ Αμερσούδα μέρος Δ’)
Κι ύστερα απ’ όλα αυτά
Βρήκε τόπο για την οργή του
Την έπλυνε
Τη στόλισε
Έπραξε τα δέοντα
Ευχήθηκε μακάρια ανάπαυση
Άδραξε το κέρατο ενός ζωντανού
Χάθηκε προς άγνωστη κατεύθυνση
Καβαλάρης χωρίς νώτα
Διαπέρασε σύννεφα, ουρανούς, στρατόσφαιρες
Συνέτριψε φράγματα φωτός και ήχου
Αγκιστρώθηκε κάποτε στην έλλειψη του χρόνου
Έκτοτε νέα του δεν είχαμε
Παρ’ εκτός κάτι όνειρα βραδινά
Και φυσικά δυο τρεις αυταπάτες
Χαρτζιλίκι στη χούφτα για τις εκδρομές μας
Παρακαλώ, μετά την αναχώρησή μου
Ας αφεθεί το άνωθεν
Εις μνημείον πεσόντα αγέρωχα επί το έργον της ζωής του
Ως κατάθεση έναντι στεφάνου
Μαρία Κουλούρη, Θυσία, από το Μουσείο Άδειο, Εκδόσεις Μελάνι
Ακόμη και τ’ άστρα
υποκλίνονται
μπρος στο σκοτάδι
που ζωγραφίζει καθρέφτη
Ι. Σ.
Το βιβλίο Χαμηλές Οκτάβες της Στέλλας Δούμου-Γραφάκου απαρτίζεται από δύο ποιητικές συλλογές: την ομώνυμη συλλογή, η οποία απέσπασε ομόφωνα το πρώτο βραβείο του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός το 2012, και τη συλλογή Μέλισσες σφουγγαρίζουν τις κοιλάδες.
Μιλώντας γενικά, η Δούμου χαρακτηρίζεται από ένα ιδιαίτερο προσωπικό στυλ, που στιγματίζει την ποίησή της και την καθιστά αναγνωρίσιμη. Τα ποιήματά της ξεκινούν από το ρεαλισμό, για να επεκταθούν στη σφαίρα του υπερρεαλισμού και του μαγικού ρεαλισμού.
Η θεματική της, πλούσια, αντλείται από το χώρο του μύθου (Oδυσσέας, Κίρκη, Ανδρομέδα, Πασιφάη, Μανδραγόρες, Κοκκινοσκουφίτσα, Πινόκιο) και εμπνέεται από πρόσωπα υπαρκτά (Λάζαρος, Άννα Μπολέϋν, Λόρκα, Έιμι Τζέιντ Γουάινχαουζ, Ακεψιμά και Αειθαλά)∙ τέλος, άλλοτε είναι η ίδια που δημιουργεί χαρακτήρες με ευφάνταστα ονόματα, όπως αυτός της Ερμίνας ντ’ Επέστροφα. Κυρίαρχο ρόλο κατέχει η φύση και τα στοιχεία της επίσης∙ ωστόση η γραφή οδηγεί σε μία ιδιότυπη και έντεχνη πραγμάτωσή τους, η οποία απέχει από την κοινότοπη και νατουραλιστική επεξεργασία τους. Στην ουσία ο κόσμος της φύσης, διά μέσου της γλώσσας, ενδυναμώνεται για να δημιουργήσει ένα δεύτερο τοπίο μέσα στο ίδιο το τοπίο, αναδεικνύοντας και καταξιώνοντας το ένα μέσα στο όλον και αντίστροφα. Βρισκόμαστε ενώπιον της αισθητικής και φιλοσοφικής συνάμα αντίληψης του κόσμου, όπου η ενότητα και η ομορφιά αιχμαλωτίζονται αποκλειστικά και μόνον διά μέσου των αισθήσεων. Αυτή ακριβώς η ευαισθησία διαπνέει ολόκληρο το ποιητικό σύμπαν της Δούμου, δημιουργώντας υπερρεαλιστικούς πίνακες και σκηνές μαγικού ρεαλισμού με αξιοσημείωτα χρώματα και θεματική.
Η χρήση της μεταφοράς είναι έντονη, τολμηρή και ανατρεπτική. Η ποιήτρια μετουσιώνει τον χυδαίο και ανάξιο λόγου κόσμο σε κόσμιο κόσμημα, χωρίς ωστόσο αυτό το επίπεδο της γλωσσικής υπέρβασης να αποτελεί ένα απλό λεκτικό πυροτέχνημα στο χάος των ελεύθερων συνειρμών προς χάριν εντυπωσιασμού. Η Δούμου είναι ακριβής, οι στίχοι της έχουν σαφή αρχιτεκτονική δόμηση∙ κατασκευάζει, δεν εντυπωσιάζει με ανούσιες λεκτικές περικοκλάδες, για να εκτονώσει το ψυχικό πλεόνασμα, το οποίο, σε άλλες υπερρεαλιστικές αποφάνσεις και χωρίς να βρίσκει αποκούμπι, αναδεύεται ως έρμαιο στη γλώσσα. Οι δεύτεροι ήχοι, οι ήχοι που συγκρατούν τη λέξη τέμνοντάς την με τις βουλές του ασυνειδήτου βρίσκονται εδώ, για να μας δώσουν, με μαθηματική ακρίβεια, το νήμα της αποκρυπτογράφησης των ποιημάτων. Αρκεί να τους ακούσουμε. Δεν πρόκειται για αυτόματη γραφή αλλά για την ανάσυρση εκείνης της μοναδικής ασυνείδητης στιγμής, που εδραιώνει την ταυτότητα της Ποίησης, με μία μοναδική λάμψη, που ακυρώνει το θάνατο εγγεγραμμένη στο θάνατο.
Ο τρόπος γραφής άλλοτε είναι περισσότερο περιγραφικός, δημιουργώντας μικρά πεζοποίηματα (που παρουσιάζονται οριζόντια), ενώ άλλοτε αγκιστρώνεται στη φόρμα της σύντομης και μεστής ποιητικής απόφανσης, για να βρεθούμε ενώπιον ποιημάτων που γράφονται κάθετα.
Ο ρυθμός ποικίλλει, εναρμονιζόμενος με την εκάστοτε συναισθηματική κατάσταση.
Πιο συγκεκριμένα, στη συλλογή Χαμηλές Οκτάβες οι ποιητικοί τόνοι είναι χαμηλοί, ίσα που ακούγονται. Το ποίημα αναρριχάται σχεδόν ψιθυριστά, σαν να κάνει μία συνειδητή προσπάθεια να μην ενοχλήσει με την παρουσία του (άραγε ποιον;), αλλά να σταθεί διακριτικό σε ολόκληρο το ενδολεκτικό τοπίο που πλάθεται με αυστηρό σχεδιασμό έως το τέλος του ∙ τέλος όμως πάντα δυνατό, που ακινητοποιεί τον αναγνώστη, επισφραγίζοντας τη συνολική εντύπωση, και που τον αναγκάζει, ίσως και σοκαρισμένο, να το ξαναδιαβάσει. Ο λεκτικός στόμφος απουσιάζει, υπό την έννοια ότι οι λέξεις που επιλέγονται για να στηθούν οι φράσεις είναι απλές, καθημερινές και τα τοπία στην πλειονότητά τους ρεαλιστικά ή συμβολικά, χωρίς όμως να απουσιάζουν και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία. Το αποτέλεσμα όμως της σύνθεσης δεν είναι απλό, καθώς το ποίημα, σε αυτήν την περίπτωση, γράφεται στα ενδιάμεσα των λέξεων:
Καμιά φορά έπλεκε/ δαντέλες αρχαιότητας/ το καταλάβαινα από τον τρόπο/ που τα μάτια του γίνονταν/ δυο μωβ πεταλούδες (Μικρή φωλιά περιθωρίου)
Οι δαντέλες αρχαιότητας δίνουν νόημα στο ενδιάμεσό τους, στην παύση που ο νους οφείλει να κάνει για να συνδυάσει την τρυφερότητα, το ρομαντισμό και την ευελιξία του νήματος της δαντέλας, με το παγωμένο μάρμαρο, που υπαινίσσεται η λέξη αρχαιότητα. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι εδώ και μάλιστα, αν βλέπαμε τοπολογικά τη φράση, ακριβώς εκεί όπου του πρέπει. Στο κενό.
Ίσως η ποίηση της Στέλλας Δούμου να μας καλεί και σε πολλαπλές αναγνώσεις, για να αντιληφθούμε τον τόπο στον οποίο βουτά η λέξη, για να ανασύρει κάτι πολύ πιο βαθύ, στο οποίο κανείς έχει τελικά να αναγνωρίσει την προβληματική του υπαρξισμού και την αγωνία που τη συνοδεύει. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στην Προσευχή
Θεέ της γραφής, φύλαγέ με από τα μικρά ζαχαρωτά σπιτάκια/ που μέσα τους θάβομαι ζωντανή γιατί/δεν τολμώ να σπάσω την πόρτα σοκολάτα/ (ή προτιμώ να τη φάω, όπως άλλωστε και το τελευταίο ποίημα που ξέχασα πως έγραψα)
Εάν ο αναγνώστης προσπεράσει αφελώς της λέξη ζαχαρωτά (ζα:haro:τά), λέξη-κλειδί, όπως και τους συνδυασμούς που προκύπτουν εν συνεχεία, δεν θα αντιληφθεί τη σημειολογία των στίχων, στoυς οποίους δίνεται με εξαιρετικό τρόπο η ενόρμηση θανάτου που πραγματώνει την ποίηση και γεννά το ποίημα παρθένο και αθώο. Αυτήν ακριβώς την ιστορία, που εδώ η Δούμου μάς δηλώνει με την επιθετική στοματική πράξη, θα τη διαπιστώσουμε και στο πρώτο ποίημα της συλλογής, όπου ασχολείται με την καταστροφική λειτουργία του στόματος, του βλέμματος και τη μετουσίωσή τους σε Ποίηση που γαληνεύει το ομιλούν υποκείμενο και το εξανθρωπίζει – το καθιστά Άνθρωπο σε θέση να παλέψει με τα φαντάσματα και τις σκιές των όσων του έδωσαν μια πρώτη και ψευδεπίγραφη ταυτότητα:
Το δύστροπο βέλος του εαυτού /ησυχάζει τις νύχτες τούτες/ και δεν φορώ/ κανένα δαχτυλίδι προδοσίας/ στα δάχτυλα/ που άρμεξαν/ τους μικρούς θεούς/ των φυλλωμάτων./ Και /Το ποίημα το ξέρει./ Και γεννιέται ατάραχο. (Nύχτα στον Ελαιώνα)
Οι παραπάνω αναφορές συνιστούν μόνον ελάχιστα παραδείγματα, για να προσεγγίσουμε το τι ακριβώς συμβαίνει σ’ ένα τόσο πρωτότυπο και μαγικό ποιητικό σύμπαν, το οποίο επιτυγχάνει όχι μόνον να μην είναι παραληρηματικό, αλλά αντιθέτως ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στο αθέατο του τρομακτικού αλλά και υπαρκτού ταυτόχρονα, μετουσιώνοντας ποιητικά και αναβαθμίζοντας την τραγική ανθρώπινη μοίρα∙ φέρνοντάς την δηλαδή στο φως –αυτό είναι άλλωστε το χρέος κάθε δημιουργήματος–, μέσα από αποκαλυπτικές και ιδιαίτερες εικόνες που λειτουργούν διττά: τραβούν το πέπλο της φρίκης αλλά με λεπτότητα. Θα έλεγα ότι η ποίηση της Δούμου είναι τραγικά όμορφη, όπως άλλωστε και η ίδια η ανθρώπινη φύση.
~ /~/~
Ο υπαρξισμός και τα σημαίνοντα της πρώτης συλλογής επιστρέφουν με πολύ πιο έντονο τρόπο και καθαρά υπερρεαλιστικές δομές στη δεύτερη ποιητική συλλογή του βιβλίου. Οι Μέλισσες σφουγγαρίζουν τις κοιλάδες αποτελούνται από μία σειρά ποιημάτων που εστιάζουν στην περιπέτεια της ποίησης και στο εγώ του ποιητή∙ σ΄ έναν εσωτερικό μονόλογο πλήρους συνειδήσεως, που καθιστά τον αναγνώστη μέτοχο της ποιητικής πράξης. Σε ολιγόστιχα ποιήματα, όπως αυτά που ακολουθούν, και με τα οποία ανοίγει και κλείνει η συλλογή αντίστοιχα, έχουμε μία λιτή και άμεση εξομολόγηση
Μάθε με, Λέξη, /να μην σπαρταρώ όταν με κόβεις. / Δικός σου, ο ποιητής
Αν θέλω να μ’ αγαπήσετε για ό,τι γράφω/πρέπει να τραβήξω περόνη μέσα μου.
Ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με το ποίημα και τον εαυτό του. Η φύση είναι παρούσα ως μόνη μάρτυρας του μαρτυρίου, τα συναισθήματα έντονα: θυμός, ειρωνεία, αυτοσαρκασμός. Τα εξωτερικά τοπία μετατρέπονται σε εσωτερικά κι ο ποιητής ταυτίζεται με το σύμπαν, για να εκφράσει το ποιητικό του σύμπαν.
Δεν έχεις εκτίσει ποινές ουρανού/ σαν μελανόμορφη βαρυποινίτισσα/ ούτ’ έλιωσε στο στόμα σου/ κανένας κεραυνός της προκοπής. Μόνο φοβέρες. (Ενδόμυχη βροχή)
Ανήλικη νύχτα άλλου πλανήτη μάλλον /αφού τρώγοντας άστρα ωμά/ βουλιάζει το στόμα και / αποχτούν φτέρωμα/ οι ξεχασμένες κλειδώσεις. (Aurelia)
Ωστόσο μια μακρινή ραφή/ από τους αγγελότοπους ίσαμε / τα μοχθηρά πύρινα λιβάδια/ σπάει σε τόπους τόπους/ σύμμικτη τυραννία εκλύεται –/κλείνει σαν στρείδι και/ ανοίγει σαν λωτός (Σύμμικτη τυραννία)
Η πένα της Δούμου στη δεύτερη συλλογή καρφώνει τo στίχο με πολύ μεγαλύτερη ορμή απ’ ό,τι στην προηγούμενη. Άλλωστε και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής μαρτυρά ότι οι ήχοι και οι ρυθμοί ανέρχονται σε υψηλότερη κλίμακα. Τα ποιήματα ωστόσο δεν γίνονται σκληρά στην εκφορά τους, απλώς ο ποιητής σταυρώνεται, ευνουχίζεται και κατακερματίζεται για να υπάρξει αναγεννημένος:
Ανάδρομες λέξεις/ ψευδίζουν στο ημίφως. /Ο τελευταίος πυρετός/ μου ’φαγε τα πόδια/
στην οδοντωτή γραφή του ποιήματος./ Σε σκήτη νευρώνων εγκαταβιοί/ χλωροφύλλη ιλίγγου/ κι εκκρεμεί υπόγειο. (Αυτό που περπατούσε ε ί ν α ι)
Είπες: /«Κουμπί κι ασήμι/ σε μαύρη μπέρτα». / Τα είπες όλα εκτός/ φ ε γ γ ά ρ ι. / Κι αυτό ήταν ασυγχώρητο. /Ύστερα σε πήρε η νύχτα και/σε πέρασε στην αλυσίδα που κρεμάει τους ποιητές. / Και δεν τους ξαναβλέπεις πια παρά μόνον/ όταν στο στόμα έχει φυτρώσει ακέραιο το φεγγάρι/ όταν τα μάτια είναι θυμωμένες πλέον παπαρούνες/ κι έχουν στα πισινά τους την τρομερή του Κέρβερου τη δαγκωνιά. (Του σχήματος το ρίγος, Ι)
Συνοψίζοντας, οι Χαμηλές οκτάβες αποτελούν μαθητεία στην οντολογική ποιητική διάσταση, κοινό τόπο πολλών και σημαντικών ποιητών, που όμως κάθε φορά η ποίηση μας καλεί να τον επαναπροσδιορίσουμε και αναπόφευκτα να πάρουμε θέση. Η Δούμου χειρίζεται τη θεματική της με ιδιαίτερα εύστοχο και πρωτότυπο τρόπο, δημιουργεί το προσωπικό της σύμπαν, μας καλεί με αισθητική να το ανακαλύψουμε, ενώ ταυτόχρονα απαντά με «αγένεια» στο ασίγαστο αίτημα της ποίησης. Απροκάλυπτα και με προσταγή:
Αναβάτης ατίθασης πεταλούδας
εκδρομέας του αγρού
δρασκελίζω στα πέταλά σου
παπαρούνα.
Από σένα παίρνω τους χυμούς
και το κόκκινό σου ρούχο κλέβω
-όχι για να ντύσω την γύμνια μου-
από συνήθεια παρανομώντας
με εαρινή διάθεση
εγώ, αρχηγός των φτερωτών πλασμάτων του υποκόσμου.
Μην με κατηγορήσεις, ω Κάρμεν του Μαγιού.
Πες πως σε πλάνεψε
ο ταυρομάχος αγέρας
σε κάποια βεγγέρα αθώων λουλουδιών
με τις σκάρτες υποσχέσεις του για πρόωρο καλοκαίρι.
Λυπήσου τον βιαστή σου, ανθισμένη Ερινύα
κι αυτός ο τρισκατάρατος
–καρπός μοναδικής ένωσης Χειμώνα και Αβύσσου–
θα σε αφήσει να τον μισήσεις
με αίσθημα
συμβατό
με την ηθική
παπαρούνας.
Yπάρχει μια γη με την κοιλιά φουσκωμένη.
Εγκυμονεί τους νεκρούς.
Παίρνουν σιγά σιγά τη στάση του εμβρύου.
Τέλος, τη στάση του βολβού.
Μια άλλη γη που γυρίζει σαν σβούρα
Στα πατώματα των ετών του φωτός.
Μια τρίτη, φθονερός πλανήτης,
Που φέρνει βόλτες μέσα στο κεφάλι σου.
Κι άλλες πολλές που στριφογυρίζουν
Κρεμασμένες στο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
.
Μόνο εσύ παραμένεις ακίνητος.
Σε δυο σανίδες καρφωμένος.
Μιλούν για σένα συνεχώς στις οθόνες.
Μα ποιος πατέρας να σε λυπηθεί και ποια μάνα…
Εκεί, εκεί, σε τρώει η έγνοια,
Να περιμένεις ή να δώσεις μια
Και να πηδήσεις από τις σανίδες στο χάος…
Δήμητρα Χριστοδούλου, Ο ανώνυμος, σελ. 89, από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, Εκδόσεις Πατάκη, 2012
Ακολουθώ ασθμαίνοντας
τους διαδρόμους του ύπνου:
το ουροβόρο ψ στρίβει ολοένα
τις κυψέλες της λευκής κερήθρας
μακριά από τον πυρετό της μέρας.
Χείμαρροι εικόνων ρέουν
στους μαιάνδρους του σεντονιού.
Και να, ξανά και ξανά ένα ψ,
να ξαπλώνει ανάσκελα,
να ξεκλειδώνει τις κόγχες του,
να ξεριζώνει τις ώρες μου.
Ιωάννα Μουσελιμίδου, Μυστική διαδρομή, σελ. 41, από τη συλλογή Ανοίκειος νόστος, Εκδόσεις Ιωλκός 2011
κοίτα.
μη χτυπάς
τη νύχτα
πόρτες
άγνωστες
σ’ άγνωστους
δρόμους.
ψυχή
δε θα βρεθεί
για ν’ ανοίξει.
μόνος
μια ζωή
μόνος
θα περιδιαβαίνεις
στο τυχαίο.
μόνος
θα βρίσκεις
διέξοδο
της στιγμής
μόνος
θα τρως τα μούτρα σου
θα καταριέσαι
την μοίρα σου
θα σπαταλιέσαι
στο άδοξο.
μόνος
θα πεθάνεις
θα ξεχαστείς
έχει κι η λήθη
τη δική της
τρέλα.
μονάχα
μη παραμυθιαστείς
κι εσύ
όπως τόσοι και τόσοι
ποιητάδες
πως θα βρεις
μιαν αθανασία
να σε προσμένει.
αυτά είναι
για τα στιχάκια
και για κάτι
ξεχασμένα στους αιώνες
ποιήματα
που δε ξέραν
τέλος
τι θα πει.
Πλέχει στον κόσμο η ψυχή μου
όρτσα πρίμα η απαντοχή μου
δέκα φουρτούνες και μία κάλμα
πλέχει πανί κουρέλι
πάει ένα κύμα ένα άλμα
κι ούτε κάβους ούτε καβοδέτες θέλει
μόνο ελεύθερη να πλέχει
για την αγάπη του απέραντου
μ’ όψη παιδιού αμάραντου.