Βαδίζω μέσα σε στοές ήχων, σε παρουσίες πλέω ηχηρές, σαν τον τυφλό περνώ απ’ τις διαφάνειες ένας κατοπτρισμός με σβήνει, γεννιέμαι σ’ έναν άλλον ω δάσος από μαγικές κολόνες, κάτω απ’ τα τόξα του φωτός εισβάλλω στους διαδρόμους του διάφανου φθινόπωρου,
μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα τα παράλληλα μυστήριά του, σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν, Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα, μια ντάπια που το φως έχει χωρίσει σε δυο μισά, ροδακινιά στο χρώμα, μιαν αλυκή, πουλιά και βράχια το μεσημέρι εκστατικά τα πάντα διέπει,
.
.
ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου, ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό, οι τίγρεις πίνουν όνειρο μέσα σ’ αυτά τα μάτια το κολιμπρί καίγεται μέσα σ’ αυτές τις φλόγες, στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι, όπως το σύννεφο στο λογισμό σου, πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου,
η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο, η φούστα σου η νερένια τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου, όλη τη νύχτα βρέχεις, όλη τη μέρα μου ανοίγεις το στήθος με τα νερένια σου δάχτυλα, κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα, βρέχεις στα κοκαλά μου, ρίχνει στο στήθος μου ρίζες νερού ένα δέντρο υγρό,
.
.
ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι, πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος, όπως σε μονοπάτι του βουνού που απολήγει σ’ απόκρημνο χάσμα, περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο η γκρεμισμένη σκιά μου κομματιάζεται μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας
(…)
Οκτάβιο Παζ, Η πέτρα του ήλιου και άλλα ποιήματα, Πέτρα του ήλιου, σελ. 54-55, μτφρ.: Τάσος Δενέγρης, Εκδόσεις Ίκαρος, 1993
Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’ το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.
Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών
που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα.
Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα
την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.
Το χαμόγελο αυτό σού ανήκει. Θα σε πολιορκώ με τη στάχτη του. Κάποτε θα το ανταποδώσεις κατεβάζοντας τα μάτια ντροπαλά. Τότε θα γείρω στον ίδιο μου τον ώμο, όπου βρίσκω ανάπαυση όλον αυτόν τον παρατεταμένο χειμώνα. Πίσω μου θα σταθεί αμήχανο το τελευταίο δέντρο του κόσμου: Ένα λιγνό, αφτιασίδωτο κορίτσι, με τα δάχτυλα γεμάτα χαρακιές και τα φουντωτά μαλλιά του σκονισμένα. Τολμάς να σηκώσεις τα βλέφαρα; Η μικρή Δέντρο θα ενηλικιωθεί μ’ ένα στεναγμό μελαγχολίας, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Όλοι αποκτούν την ηλικία τους μ’ ένα αιφνίδιο φούσκωμα του στήθους πριν ή μετά την πλήρωση του χρόνου.
Δεν τολμάς πάλι; Γνωρίζω την περιπλάνησή σου στη δόξα, την υστερία που σε καταπονεί. Τα ευτελέστερα των αιτημάτων σου μου είναι εντελώς οικεία σαν πείσματα μοναχογιού, σαν αταξίες θείου βρέφους. Χαμογελώ μ’ ένα δύο δάκρυα που δεν μπορούν να εξευμενίσουν τη Μοίρα αλλά μπορούν να δώσουν στην κοκεταρία μου τα στρας ενός μικρού μυστηρίου. Ύστερα σου γυρίζω την πλάτη και περπατώ προς την άκρη της γης με την ουρά τής ντεμοντέ τουαλέτας μου να σέρνει πίσω της φύλλα και κλαριά. Είμαι καλύτερη από τους πόθους σου και αγριότερη του πνεύματός σου. Δεν υπάρχει μέρα εργάσιμη που θα μπορούσες να μου φιλήσεις το χέρι.
Δήμητρα Χριστοδούλου, από τη συλλογή Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Δέντρο ως περίπλοκη ανάμνηση, σελ. 57, Εκδόσεις Πατάκη, 2010
Έρπει παντού, τινάζεται κρύβεται
πίσω από βιβλία. Πίνει το γάλα που του βάζω
στην κουζίνα. Συνήθως κουλουριάζεται πάνω
στην τηλεόραση και κοιμάται. Δεν είναι ένα
απλό παχύ φίδι –των παραμυθιών του παλιού
καιρού–, είναι ένας κροταλίας. Στην αρχή,
όπως ήμουν ασυνήθιστος από ερπετά,
φοβόμουνα. Ήμουνα και μικρός, και όταν το βάλανε
στην πρίζα και άρχισε να χτυπάει, είχα εφιάλτες.
.
Άλλαζε και χρώματα, και με τρόμαζε.
Ύστερα όμως αγαπηθήκαμε. Έμαθε τις φωνές,
τις αναπνοές, τους ανθρώπους. Έμαθε να πηγαίνει
μέχρι τον κήπο. Έκοβε ένα μήλο και το έδινε
στη γυναίκα μου. Επαναλαμβάνοντας, χαμογελώντας,
την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης. Τα πρώτα χρόνια
ήταν άγριο. Μάλιστα, πήγε να πνίξει
το μικρό μου αδελφό. Τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό του
και έσφιγγε. Το παιδί το γλιτώσαμε στο «τσακ».
Μετά, ημέρεψε. Με μένα έπαιζε κιόλας.
Αλλάξαμε σπίτια, αλλάξαμε διαθέσεις,
πέθαναν άνθρωποι, πέθαναν έρωτες, ήρθαν άλλοι.
Αυτό, νεανικό, στιλπνό, και με ήχο δυνατό,
παραμένει ένα τηλέφωνο που επωάζει την ηρεμία
και τα απρόοπτα της ζωής μας.
.
Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα, από τη συλλογή Ο αθλητής του τίποτα, Το φίδι του σπιτιού, σελ. 306, Εκδόσεις Τόπος, 2013
Τηλεφωνάμε για ένα νεκρό πού να τον βρούμε; —Το όνομά του; μας απαντάνε —Δεν έχει όνομα είναι νεκρός ψάχνουμε τα συρτάρια —Τον έχουν κρύψει —Τον έχουν διώξει —Τον έχουν σώσει δεν τόνε βρίσκουμε είναι νεκρός μας λένε τρέξετε μες στη βροχή να τόνε βρείτε τρέχουμε και δεν τον βρίσκουμε τηλεφωνάω μου λένε —Έφυγε θα είναι ψέματα εγώ ΤΗ βλέπω με το μεγάλο μάτι μου το πορφυρό Να πάμε αλλού να τριγυρίσουμε και να ρωτήσουμε —Δεν τήνε ξέρουν —Δεν ξέρουν τ’ όνομά του —Τον ξέχασαν Τηλεφωνάω μου λένε: Όχι — Δεν ξέρουν ποιός είμαι —Δεν ξέρουν τ’ όνομά μου Μ’ έχουν ξεχάσει Είμαι νεκρός
Μίλτος Σαχτούρης, από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο, Το τηλέφωνο, 1952
Με ηρεμεί αυτή η ακουαρέλα της φωνής.
Ψύχραιμα μου υπαγορεύει το σύντομο πρέπει
να είναι αυτό που χρειάζομαι.
Με χαϊδεύει η μελωμένη διαβεβαίωση
πως μόλις επιστρέψει η πολυάσχολη φωνή
θα επικοινωνήσει ευθύς με την αργόσχολη δική μου.
Αφήνω ένα σύντομο μήνυμα της αναμονής μου
όνομα διεύθυνση θρήσκευμα ύψος επάγγελμα
χρώμα αντοχής έτος γεννήσεώς της.
Όσο περιμένω η σκέψη ότι εμπιστεύτηκα
σ’ ένα ευπαθές μηχάνημα την περιγραφή μου
ανακουφίζει κάπως
έχουν κι οι συσκευές τα απρόοπτά τους
λες μπορεί ν’ αρρώστησε
από κατάχρηση ίδιου τόνου να πήγε
στην κηδεία κάποιας μακρινής της αλήθειας
ίσως να εκφωνήθηκε ανάποδα το μήνυμα
διαβάζεται και η αναμονή από το τέλος μη μόναν όψιν
ή από πάθος ανίας να τυλίχτηκε η κορδέλα
στο λαιμό της φωνής μου.
Το πιθανότερο
να μ’ έπνιξε το ίδιο μου το μήνυμα.
Κική Δημουλά, Ποιήματα, από τη συλλογή, Χαίρε ποτέ, Nα κλείνεις το σφυγμό σου όταν συνδιαλέγεσαι, σελ. 380, Εκδόσεις Ίκαρος, 1998
No preguntarme nada. He visto que las cosas
cuando buscan su curso encuentran su vacío.
«Μη με ρωτάτε τίποτα. Είδα τα πράγματα
όταν ζητάνε πλησμονή να βρίσκουν το κενό τους».
Πίνακας: Jiro Yoshihara
Federico Garcia Lorca, Ποιητής στη Νέα Υόρκη, Ποιήματα της μοναξιάς στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια, 1910, Ιντερμέδιο μτφρ.: Bασίλης Λαλιώτης, Εκδόσεις Σμίλη, 1993
Mπαρκάραμε μέρα μεσημέρι σε χιονοθύελλα που επιπόλαια ορίσαμε για πεπρωμένο και για θέσφατο Χαμένοι στα εκμαγεία των προσώπων που αντανακλούσε το νερό στάζαμε ηδονή μόνον με τα μαλλιά μας να μακραίνουν την πυγμή όσο η αρά της πλησμονής γιγάντωνε περίτεχνα γύρω απ’ τους λαιμούς μας Που έπαιζαν με φάλαινες καρχαρίες θαλάσσιους ελέφαντες ηλεκτροφόρα φίδια Εξημερώναμε με τρίχες τους βυθούς Γελοίοι και περήφανοι πλέαμε δυναμίτες στο μυαλό πως με το βλέμμα τάχα του αστρίτη θ’ ανατινάζαμε μια μέρα το Δούρειο Ίππο που αλλοίωνε αιώνες τη μορφή μας
H σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την ηθική είναι εξαιρετικά απλή, γιατί τόσο αυτοί που υποστηρίζουν πως τέτοια σχέση δεν υφίσταται όσο και οι αντίπαλοί τους έχουν δίκιο. Αντικειμενικά, δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την ηθική, για τον απλό λόγο ότι η τέχνη είναι τέχνη και η ηθική είναι ηθική, όπως δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στην αλήθεια και την ηθική. Η ηθική ωστόσο σχετίζεται με όλη την ανθρώπινη ζωή, αφού δεν είναι παρά η προσπάθεια να εξυψωθεί, να αποκτήσει αξία, αυτή η ζωή. Και η ανθρώπινη ζωή περιέχει την τέχνη και την αλήθεια. Η ίδια σχέση παρατηρείται κι ανάμεσα στην ομορφιά και την αλήθεια. Θα μπορούσα, αν είχα ταλέντο, να στηρίξω ένα υπέροχο ποίημα στην υπόθεση ότι ο Ήλιος κινείται γύρω από τη Γη∙ η απόρριψη εκ μέρους μου των θεωριών του Κοπέρνικου δεν θα επηρέαζε σε τίποτε το ρυθμό του ποιήματος. Παρ’ όλα αυτό, στον βαθμό που χρησιμοποιώ μία εμφανώς λανθασμένη υπόθεση, το ποίημά μου δεν θα είχε σχέση με τη ζωή – δηλαδή θα έχει σχέση με την τέχνη, αλλά όχι μ’ αυτό του οποίου η τέχνη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος. Το ψέμα μου δεν θα ακυρώσει την καλλιτεχνική αξία του ποιήματός μου, αλλά θα ακυρώσει την εξυψωτική του δύναμη, της οποίας η καλλιτεχνική δύναμη δεν είναι παρά μέρος. Γιατί –για να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές– σκοπός της υψηλής τέχνης είναι να εξυψώνει, άρα είναι κοινός με αυτόν της ηθικής. Το ποίημά μου μπορεί να εξυψώνει ως ποίημα∙ δεν θα μπορεί να εξυψώνει ως κάτι ζωντανό.
Όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες προσπαθούν, υποτάσσοντας τον εαυτό τους σε μία ενστικτώδη επιταγή, να δημιουργήσουν αυτό που, μέσω του στοχασμού, θα τους επιτρέψει να συλλάβουν το ιδεώδες αφ’ εαυτό ή την ιδεώδη μορφή ενός αληθινού πράγματος. Αυτό γίνεται αντιληπτό στον στίχο, ο οποίος αποτελεί το μέσο της υψηλότερης των τεχνών ή στον ρυθμό, ο οποίοςαποτελεί το μέσο της ισχυρότερης των τεχνών, της μουσικής. Ο στίχος είναι η ιδεώδης –η τεχνητά ανώτερη– μορφή λόγου∙ ο ρυθμός είναι η ιδεώδης μορφή ήχου – το ιδεώδες τεχνητό του σχήμα. Συνεπώς, όποια κι αν είναι τα μέσα εξύψωσης του νου, η νοθεία δεν είναι ένα από αυτά. Όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες αποφεύγουν να υμνήσουν την πραγματική ανηθικότητα – δηλαδή ό,τι θεωρούν ανήθικο, γιατί αυτό δεν εναρμονίζεται με τις καλλιτεχνικές τους προσπάθειες και τους καλλιτεχνικούς τους στόχους∙ έρχεται σε άμεση αντίθεση με τους ίδιους και όχι μόνο μειώνει αντικειμενικά την αξία του προϊόντος (όχι απλώς της τέχνης, αλλά της ανθρώπινης τέχνης), αλλά και υποκειμενικά, διασπώντας την προσοχή του καλλιτέχνη. Το αποτέλεσμα είναι παρόμοιο με την εισαγωγή της θεολογίας ή της αμετροεπούς ηθικολογίας σ’ ένα ποίημα. Ανάμεσα στους κορυφαίους ποιητές του κόσμου –δηλαδή ανάμεσα στους κορυφαίους καλλιτέχνες της κορυφαίας τέχνης– υπάρχουν μόνο δύο που θα μπορούσαν να θεωρηθούν έως έναν βαθμό ανήθικοι: o Σαίξπηρ και ο Γκαίτε – ο Σαίξπηρ στην ομοφυλοφιλία των σονέτων του και την ενοχλητική παραφυάδα της, το «Venus and Adonis» (ωστόσο όχι στο σύνολο του δραματικού του έργου)∙ o Γκαίτε εξαιτίας της καθαρά αισθητιστικής του κλίσης και του κριτικού του πνεύματος. Οι δύο αυτοί ποιητές είναι εκείνοι οι οποίοι, μεταξύ των επιφανέστερων ποιητών του κόσμου, είναι οι λιγότερο καλλιτέχνες. Και οι δύο δημιουργούν αδύναμα σύνολα, μολονότι η περίπτωση του Γκαίτε είναι πιο σκανδαλώδης, γιατί στον Σαίξπηρ υπάρχει τουλάχιστον ηθική θέρμη.
(σελ. 88-90)
Μια παρόμοια επίδειξη ακροβατικών ικανοτήτων επιχείρησε και ο άμοιρος αισθητιστής του διεστραμμένου πατριωτισμού, ο οποίος χάρισε στο Κορκ εφήμερη αθανασία. Το πιο πικρό σχόλιο σχετικά με τη ματαιότητα των καιρών μας ενσαρκώνεται στο πρόσωπο αυτού του τιποτένιου μάρτυρα, ο οποίος προσπάθησε να μετατρέψει ένα τόσο ιδιωτικό όργανο όπως το στομάχι σε αρνητικό υποκατάστατο του απρόσωπου μαρτυρίου. Για αρκετές ημέρες συγκέντρωσε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, όπως οι κινηματογραφικοί αστέρες, επιλέγοντας να αυτοκτονήσει με τον πλέον χρονοβόρο από τους προφανείς τρόπους. Κι αυτός ανήκει στην Άγρια Δύση της μοχθηρίας μας. Είναι ο κατάλληλος σύντροφος –σε όποιο λίμπο και αν διατάζει ο Άλλος Κόσμος τους ματαιοπονούντες θηρευτές του σοβαρού σκοπού– όσων κατεβαίνουν ως την αμμουδιά με αυτοκίνητα, όσων ακροβατούν πάνω στα τελευταία πορίσματα της επιστήμης. Ανακάλυψε πως η λιμοκτονία θα μπορούσε να αποτελέσει πνευματικό ναρκωτικό και συνέδεσε την απρόσωπη δημοσιότητά του με την ιερή περιφρόνηση για τις αποχρώσεις του αποκλειστικού ρεπορτάζ. Ωστόσο και άλλες, πιο παράξενες μορφές δημοσιότητας, προσωπικής ή απρόσωπης, θα ανακαλυφθούν. Ο άνθρωπος θα τολμήσει τα πάντα προκειμένου να ευτελίσει έναν σκοπό, όσο υψηλός και αν είναι αυτός. Εκείνη η υγεία της καθαρής διάνοιας που, αν και γνωρίζει πως η σωτηρία βρίσκεται πέρα από αυτήν, δεν θα εναγκαλιστεί το παράλογο∙ εκείνη η έλλογη πληρότητα ψυχής που δεν θα αποδεχθεί ότι η αλήθεια είναι προνόμιο της αμοιβάδας∙ εκείνη η διαυγής αυστηρότητα του προσθίου τμήματος του εγκεφάλου – καμία από αυτές τις ιδιότητες δεν θα ενδώσει στη μεγαλορρημοσύνη των μελλοντικών προσωπικοτήτων που θα επιβάλει ο τύπος. Παίρνει την ακριβή του θέση στον παράδεισο των Ηλιθίων πάνω στο ελαφρύ στρώμα της περιφρόνησής μας. Είναι κι αυτός μολυσμένος από τον ιό του μαρτυρίου. Ένας Στυλίτης των εντέρων, που έκανε τον πατριωτισμό υπόθεση ασιτίας. Τέτοιους ανθρώπους είχε κατά νου ο Προυντόν, αυτούς που μολύνουν με τον ιό του μαρτυρίου τον σκοπό που υπερασπίζονται, όταν είπε εκείνη την περίφημη φράση που θα πρέπει να χαραχτεί σε μάρμαρο προς χρήση των […] «Δεν γνωρίζω τίποτα απεχθέστερο από τους ήρωες – με μόνη εξαίρεση τους τυράννους». (σελ. 46-47)
εφήμερη αθανασία: Αναφορά στον Terence MacSwiney, ήρωα του αγώνα για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας, ο οποίος συνελήφθη από τις βρετανικές αρχές στις 12 Αυγούστου 1920, λίγους μήνες αφότου κατέλαβε τη δημαρχία της πόλης. Ο MacSwiney πέθανε στις φυλακές του Λονδίνου στις 24 Οκτωβρίου του ίδιου έτους μετά από απεργία πείνας που κράτησε 74 ημέρες
Φερνάντο Πεσσόα, Ηρόστρατος, Η αναζήτηση της αθανασίας, μτφρ.: Xάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Εξάντας, 2001