RSS

Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος: Mια αφορμή θέωσης/τρυγητής

Στο χωράφι με τις γκορτσιές, το σπίτι φούσκωνε, κι έσπρωχνε ως την αυλή μια τάβλα χαλαρή, την ακριανή απ’ το χαγιάτι. Έτριζε εκείνη στο καρφί της και σειότανε με παράπονο, ενώ η γριά κατάπινε ένα σύκο ακαθάριστο και τα μάτια της γουρλωμένα, κατάπιναν το κρεμασμένο. Τα μαλλιά κολλημένα στο κούτελο με παγωμένο ιδρό, μια ρυτίδα στο μεσόφρυδο, που την έκανε το Μάρτη, σαν τον σήκωσε ο δάσκαλος να πει για τον Διάκο και δεν ήξερε, πιο κάτω το πουλί του που είχε χύσει μες στο σώβρακο, την ώρα που έσπαγε ο σβέρκος και φράζαν τα λαιμά. Γριά μεν, πως να μην τον κοιτάξει εκεί, τέτοιο αγόρι. Τόνε βρήκαν οι ρουφιάνοι.

Απάνω του είδε που ’σερναν το χορό οι νεροφίδες του Κάμπου, μερικά όρνεα λευκά σαν περιστέρια, με νύχια διπλάσια απ’ τα ράμφη, η μικρή τρυγόνα της Ζηνοβίας, που ξεράθηκε στο ύπνο της πριν κλείσει δύο μηνών, αγγελούδι. Κι η συγχωρεμένη η μάνα του με νυφικό χιονάτο, μόνο που δάκρυζε αίμα από τα βλέφαρα. Το μουλάρι πιο κει, δεμένο, ήσυχο, κοίταγε μια το σύκο, μια την κρεμάλα.

Και πώς τα βλέπε όλα τούτα; ήταν που ήταν άσπρα, παρότι η νύχτα βάθαινε.

Πίνακας: Eduardo Naranjo

Πηγή: Kωνσταντίνος Λουκόπουλος

.

.


 

Aσημίνα Λαμπράκου, appeal

.

ω πρωινό του ουρανού στρουθί
πώς γοερά φωνάζει –άκουσε
ω του τελευταίου σκότους άστρο– εσύ
φώναξέ με παράσυρέ με σκοτώσου με
ω πώς η λεύκα στον άνεμο χαρίζεται
γέρνοντας λαιμό κορμό κλαδιά – κοίταξε
λυπήσου με και στράγγιξέ με
ανάερη ανύδατη άπνοη κι άστοχη
να σου παραδοθώ αφύλαχτη να με
εκπνεύσεις
όπως οι καλαμιές που στην άκρη
της λίμνης στάθηκαν κι από φόβο
πως θα τις καταπιεί δεμάτι τις έπνιξαν
τα βρύα ._

Κολάζ: Ασημίνα Λαμπράκου

.

.

 

Γεσθημανή Σιδερίδη, Μη με λησμόνει

.

Κι είναι γνώριμο το βλέμμα αυτό
όπως το αργόσυρτο ξεκίνημα του τρένου
στις ράγιες τις μεταλλικές που σκούζουν
«Μη με λησμόνει »
που το φευγιό θυμίζει το ακατάστατο
μ’ ένα στριφτό τσιγάρο
κι ένα κουλούρι πασπαλισμένο με σουσάμι.

Φωτό: Sonya Stanyard

.

.

 

Aλέξανδρος Αραμπατζής, Αναρτώμεν μετά παρρησίας…

Αχ, τα πιο ωραία τρυφηλά όνειρα της κρίσης τα έζησα παρέα με γλάρους στις δαντελωτές παραλίες του Παληού. Δέχθηκα τη θαλασσινή αύρα καταπρόσωπο γράφοντας πάνω της στίχους από την παντέρημη μοναξιά των ναυαγισμένων μου ερώτων. Και έγδαρα τα σώψυχά μου στους φαγωμένους βράχους που μου ψιθύριζαν με περισσή αιδημοσύνη τα μυστικά της αιώνιας παρακαταθήκης των μυστικών της ύλης. Ξεκίνησα να τραγουδώ την ομορφιά του αλατιού που έσκαγε αμήχανα στην πριγκιπική ψυχή μου και κατευόδωσα το αυγουστιάτικο φεγγάρι μ’ έναν στρόβιλο από σιβυλλικές φωταψίες. Όρισα με δέος τα όρια της μοναξιάς μου στο υπέδαφος της λυπημένης άμμου, που οι ραγισμένοι κόκκοι της αντανακλούν μέσα μου το μυστήριο της τριβής της μοίρας με τον χρόνο. Κι όταν θέλησα να ταξιδέψω μακριά δεν πήρα τραίνο ούτε καράβι αλλά ταξίδεψα στην πανδαισία του Παντός με τη σκέψη μου μόνο, αγκυροβολώντας τελικά στο τελευταίο λιμάνι του κόσμου, που δεν είναι άλλο από τη γωνιά που αυτοκτόνησαν όλα τα όνειρά μου. Σ΄αυτήν τη γωνιά θα υποδεχθώ μόνον εκείνους που θα θελήσουν να μοιραστούμε μαζί τις μυστικές διαθήκες του Χώρου και του Χρόνου.

Artwork: Hugh Shurley

.

.

 

Μανώλης Μεσσήνης, Κωμωδία

.

Στις μέρες μας δεν μπορεί παρά
να είσαι τυπικών προσόντων
Έτσι σε θέλει, πεπερασμένο, η πλήθυς
Κατάφυτο και νουνεχή σε πολυακόρεστα
Ηδύφωνο κι επιρρεπή στ’ ανέφελα
Είπα και πήρα δρόμο, αυτάρκης
ακολουθώντας την κηδεία ενός αγνώστου, έτσι,
για τη συμμετοχή μου στα κοινά, σαν καθωσπρέπει•


ωστόσο οι αντινομίες μου καραδοκούν
κάτι δευτερογενείς προθέσεις μου


Καμιά ζωγραφική φιγούρα δεν έχει αυτοδιάθεση
Κανένα άγαλμα δεν υπήρξε χειραφετημένο
Και οι θεοί είναι πρόσωπα τραγικά
σαν την Μονρόε, τον Τζέιμς Ντίν και τη Μαρία Κάλλας
Η ύπαρξή τους εξαρτάται απ’ το κοινό τους

Φωτό: Bischof  Werner

.

.

 

Ηλίας Μάρκος, Ερωτικό

.

Φωταγωγός που βλέπει στον παράδεισο η μέρα
κι ένα γραμμόφωνο με κόκκινο βελούδο η καρδιά
να την χαράζει με τραγούδια αγαπημένα η βελόνα
κι ο πόθος της να λάμπει ματωμένος στα σκαλιά.

Πίνακας: Jeremy Mann

.

.

 

Eλένη Αλεξίου, Οι επιθυμίες

.

.

Ξέμαθαν να περπατούν
Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές
Σέρνονται σαν χελώνες
Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι
Στο ξέφωτο ελπίζουν το Θαύμα


Πριν τη χειμερία νάρκη
Να ξαναγίνουνε λαγοί.

Ελένη Αλεξίου, Από τη συλλογή Ποιήματα που γράψαμε μαζί, Εκδόσεις Μελάνι 2015

Πίνακας: Francis Giacco

.

.

 

Χρήστος Υφαντής, Σιωπές

.

.

Γλαφυρές συμπυκνώσεις λόγου στο επέκεινα των λέξεων.
Εκεί στα ριζά του συνειδότος, κάτω απ’ του νου τον ορυμαγδό,
όπου χωρίς αναγωγές αφουγκράζεσαι της καρδιάς τον βαθύτερο χτύπο!
Εκεί που αντικρίζεις τον εαυτό σου στον άλλον!

(…)

Πίνακας: Nicolas de Stael

.

.

 

Μαρία Τσολιά, Kάθαρση

.

.

Άδει δυσνόητα
η Κορυφαία του Χορού
τον τραγικό,
που κάποιοι ονόμασαν χειμώνα,
να γητεύσει
γητεμένη.


Ό,τι με πρόδωσε
είχε πάντα
το όνομά μου.


Αγάπη
από μηχανής
στο πρόσωπό σου
-ύστατη πεθυμιά-
αφήνω φευγαλέο χάδι.


Κι αν είμαι εδώ
δεν θα ξανάρθω.


Κάθαρση.

Πίνακας: Dana Levin

.

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Δημόσιος κατήγορος

.

εισβολή Δημόσιου Κατήγορου
επεχείρησε ο ήλιος στο δωμάτιο
13:34 μεσημέρι
την ώρα ακριβώς
που οι ένορκοι
απέδιδαν την ποινή στις σκέψεις:
ύπνος όπως θάνατος


η δίκη άρχιζε εκ νέου

Ασημίνα Λαμπράκου, από τη συλλογή Οι απέναντι, Αθήνα 2012

Πίνακας: Joe Bradney

Πίνακας: Andre Martins de Barros