RSS

Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Μανώλης Αλυγιζάκης, Mοναχική


Větrovský Josef7797

.

Μοναχική τρίχα χορεύει
στο ρυθμό πούπουλου
μεσαίο δάχτυλο ψάχνει
για μιαν κρυφή αντωνυμία
σε σπασμωδικές αναπνοές
νοτισμένου αέρα κάτω
απ’ το σεντόνι που ο πόθος
αποθεώνεται και το τριζόνι
επιμένει να μιμείται ήχους
δικούς συγκρίνοντάς τους
μ’ εκείνο το μουντό φως που
μαυλιστικά μένει παγιδευμένο
ανάμεσα στις γάμπες σου


και λες–


άγγιξέ με τώρα, ναι εδώ, που
το αίμα μου σύγκορμο τρέμει


Από τη δίγλωση συλλογή Νόστος και άλγος, 2012

Φωτό: Větrovský Josef

 

 

Μαρία Ρήγα-Πανουτσοπούλου, Γλυκόμηλο, ξινόμηλο

.

Γλυκόμηλο, ξινόμηλο
φέγγος της Αφροδίτης.
Κλέβει ματιά, γεννά λαλιά
γλαυκόματος αστρίτης.

Χείλη δαγκώνει λιόφεγγο
και στόμα ευλογημένο.
Λαβωματιά το σώμα της
σπέρμα χρυσό σπαρμένο.

Μύγδαλο, πικραμύγδαλο
και μαύρο κυπαρίσσι.
Κόκκινη ρόγα και ξανθή
βαθύσκιωτο μεθύσι.

Μαρία Ρήγα-Πανουτσοπούλου, Γλυκόμηλο, ξινόμηλο από τη συλλογή Μια μέντα και άλλα, Διάττων, Αθήνα 2007

Πίνακας: Yana Movchan

 

Μαρία Πετρίτση, Μια ερωτική ιστορία

[…] Θα συναντηθούμε ένα απόγευμα του Ιουνίου στο σταθμό του Βελεστίνου, στην αποβάθρα Β. Θα είμαι είκοσι τριών χρονών, με ξανθά μαλλιά, και θα με λένε Λένα. Θα φοράω καινούρια εσώρουχα κι ελαφρύ μαύρο φουστάνι με λευκά πουά, μικρά σαν φακές, πολύ σεμνό, που καθώς θα φυσάει θα αφήνει ίσα να μου φαίνονται τα γόνατα. Στα πόδια μαύρα παπούτσια εφηβικά, χωρίς τακούνι. Στο χέρι δαχτυλίδι κληρονομικό. Θα ψάχνω κάποιον που θα μοιάζει με μια παλιά φωτογραφία, που θα τον αγαπώ με πάθος και θα μυρίζει πάντα όμορφα, και θα αρνούμαι να ανοίξω συζήτηση με τους τραχείς συνεπιβάτες για την Αθήνα, που θα περιμένουν πιο κει και θα με ρωτάνε από πού έρχομαι και τι ώρα είναι. Μόλις έρθει ο άντρας της φωτογραφίας θα πιαστούμε αλά μπρατσέτα, πολύ αξιοπρεπώς, και θα καθίσουμε δίπλα δίπλα στο τρένο με τα φθαρμένα καφετιά πλαστικά καθίσματα που πάνω τους θα έχουν συμβεί ιστορίες παλιότερες από τη δική μας, καμιά τους όμως τόσο οριστική. […]

Photo: Martin Waldbauer

 

Αλέξανδρος Κορδάς, Του Σισύφου

Δεν είχαμε ψωμί στο σπίτι και τα δόντια μας πέφτανε. Αναγκαζόμασταν να βρίσκουμε έξυπνες λύσεις, πότε κάναμε ότι κλωσάγαμε ένα αυγό, πότε ότι γεμίζουμε τον ουρανίσκο μας αγκάθια και μιμούμασταν τον ουρανό με τα χαλινά του. Ο πατέρας ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι, είχε βγάλει κάτι αράχνες μεγάλες που τον πόναγαν. Έπρεπε κάθε τόσο να τον κουβαλάμε στην ερημιά, γιατί σταμνί δεν ξέραμε κι όποτε χρειαζότανε νερό, τον πηγαίναμε στο πηγάδι. Το μόνο μας παιχνίδι ήτανε το πηγάδι, που το ρωτάγαμε τι θα συμβεί άμα μεγαλώσουμε κι εκείνο απάνταγε με τρεις οργιές νερό και αλάτι. Και μεγαλώσαμε και κάναμε απ’ τη δυσκολία κοφτερό μυαλό. Ο πρώτος άνοιξε μεσιτικό γραφείο στην Παλλήνη, ο τρίτος μαστόρευε λαγήνια και βεγγαλικά κι εγώ έγινα βασιλιάς στη Θήβα.


Ό,τι κι αν κάναμε πάντοτε κουβαλούσαμε στην πλάτη τον πατέρα. Κάποτε ήθελε νερό, άλλοτε ζητούσε τουαλέτα. Γκρίνιαζε στην υγρασία και φώναζε στη ζέστη. Γέμιζε μύγες και έπρεπε να τον καθαρίζουμε. Η μητέρα παραπονιόταν μ’ ένα τασάκι στο κεφάλι της: Να περάσετε τον πατέρα σας ένα χέρι μπογιά, άσπρισε πολύ. Αυτός πόνεσε για να σας μεγαλώσει, γι’ αυτό έχετε πάνω σας φυλαχτό και ξόρκι. Μην πετάτε τα μέλη σας, σας δόθηκαν με κόπο, να τα κουβαλάτε πάνω σας. Και εμείς υπακούαμε, βάφαμε τον πατέρα μας κόκκινη μπογιά και τον στεριώναμε στον φράχτη. Έτσι δεν μαζεύονταν σφίγγες και οι μύγες ψόφαγαν στ’ ανοιχτά των εργοστασίων, ανάμεσα στα άντερα των εργατών και στις κοπριές των ζώων. Μπορούσαμε λοιπόν να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας! Ο αδελφός μου ο μεγάλος να εμπορεύεται χώμα και νερό, ο αδερφός μου ο μικρός να χαλκεύει τα λαγήνια του κι εγώ ν’ αλλάζω τα καλοριφέρ απ’ τα παλάτια μου, που ήταν χωρίς γόμωση και ίδρωναν.


Όμως πέρασε ο καιρός και πέθανα κι οι αδερφοί μου, μού φόρεσαν ένα στενό κουστούμι και κλαίγανε, γιατί δεν είχαν να μου αγοράσουν φέρετρο. Κι εγώ τους έλεγα: Μην κλαίτε, θα ζητήσουμε απ’ τον πατέρα την αναπηρική του σύνταξη, που κρύβει στα κορδόνια των παπουτσιών του. Μα ο πατέρας είπε: Θα στο φτιάξω εγώ με κέδρους απ’ τα ορεινά κι αγριοκάλαμα. Και μαστόρευε τα χέρια του να μου το φτιάξει. Μα το κουστούμι με στένευε και το σώμα μου άρχισε να μυρίζει και να αφοδεύει χωρίς να το θέλω. Και είπα: Πατέρα βιάσου, γιατί νομίζω ότι θα γεννήσω. Κι η πλάτη μου φούσκωσε και έβγαλα μία άσχημη καμπούρα. Ο αδερφός μου ο μικρός άρπαξε το τσεκούρι του – που το ’χε να χαλκεύει τα λαγήνια – και μου το κοπάνησε στην πλάτη. Από την πληγή βγήκε ο γιος μου, που ήταν ίδιος με μένα, αλλά πιο μικρός. Η μάνα μου είδε το παιδί κι είπε: Δεν θα το κουβαλάς μια ζωή στην πλάτη σου! Θα το μεγαλώσω μονάχη μου και θα φροντίσω να γίνει βασιλιάς, όπως εσύ. Κι ύστερα έκλεισε την πληγή μου με το χέρι του πατέρα και τη σταύρωσε.

Τώρα ν’ ανέβεις στο βουνό! Είπε ο πατέρας και μου έδωσε το φέρετρο που είχε μαστορέψει. Εγώ το πήρα και καθώς έφευγα χαιρέτισα τον γιο μου, που ήξερα ότι ήμουν εγώ και τον φοβόμουν. Στον δρόμο όμως πείνασα και είχα αγωνία, γιατί δεν ήξερα αν θα έβρισκα φαγητό. Όταν έφτασα στην κορφή, άνοιξα ένα λάκκο και έβαλα το φέρετρο μέσα, έπειτα σκούπισα τον ιδρώτα που έσταζε από τα ορεινά του μετώπου μου και ξεφύσησα μ’ ανακούφιση: Αυτό ήταν, πέθανα! Κι ο δρόμος συνέχισε μονάχος του, δίχως να νοιάζεται για μένανε που κοίταζα εκστατικός απ’ την κορφή του λόφου.

Πρώτη δημοσίευση στο τεύχος 44 του περιοδικού Μανδραγόρας.

Φωτό: Gilbert Garcin

.

.

 

Μανώλης Αλιγιζάκης, Νεκροθάφτης

.

Ήταν ακόμα νωρίς όταν μας υποδέχτηκε ο νεκροθάφτης
κι επειδή ήμασταν πολλοί υποσχέθηκε να μας βαλσαμώσει
έναν-έναν έστω κι αν αυτό έπαιρνε χρόνια και ξέραμε πως
έπρεπε να ξεκινήσει απ’ την αρχή: απ’ τον Αδάμ και την Εύα
και φυσικά το φίδι δίχως τα φαρμακερά του δόντια.
Ήταν η ώρα που η ζωή αποκτούσε σπουδαιότητα λίγο
πριν παρουσιαστεί η ζήλεια και το αλάτι του κορμιού που
έδενε κόμπους στο νήμα της αλληλεγγύης κι ο Υπεράνθρωπος
συμβούλεψε ν’ αρχίσουμε μ’ ένα τραγούδι προς τιμήν των νεκρών
του Τρωϊκού πολέμου, αλλά το φως στο δρόμο ήταν τόσο έντονο
που οι φωνές μας παράξενα ακούγονταν όταν άνοιξε
την αγκαλιά Του κι αφού φίλησε το μέτωπο του πρώτου νεκρού,
είπε: “Αυτό το κουφάρι είναι ο Υπεράνθρωπος του μέλλοντος”.

.

.

Undertaker

It was still early in the day when the undertaker
received us yet since we were a large crowd he promised
to embalm us one by one even if this would take years
and we knew he had to start from the very beginning,
with Adam and Eve and of course the serpent without
its poison fangs.
It was the time just before jealousy appeared when life
regained its importance and the body’s salt
tied knots on the thread of compassion when
Ubermensch advised us to start with a song to honour
the dead of the Trojan war but the light in the street
was so bright our voices sounded strange. Then
He opened his arms and after kissing the forehead
of our first dead He said: “this corpse will be
the future Ubermensch.”

~Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

Πίνακας: Anneke Van Brussel 

Η ιστοσελίδα του Μανώλη Αλιγιζάκη

.

.

.

.

 

Kωνσταντίνος Λουκόπουλος, Κάμιρος

Μπήκε Απρίλης• έτσι, μάζεψα τα ρούχα, που δεν ήταν πολλά, σ’ ένα σάκο, έτριψα το φρέσκο μάγουλο, μέσα παλάμη και ανέβηκα στο «Κάμιρος» προς την Πάτμο. Ενώ έπεφτε αργά η νύχτα, όσες νησίδες συναντούσαμε στ’ αριστερά, τις έσβηνα μια μια με τα βλέφαρα, ηχηρά σαν κροτίδες. Αστέρια δεν ανάβανε, μόνο βάρκες και τούρκικα καΐκια, δεμένα αρόδο. Ένας σκύλος στο κατάστρωμα, μαύρος κι αβρός σαν καταιγίδα, δεν ξεχώριζε τη θάλασσα από τη στεριά μες στο σκοτάδι και γρύλιζε. Του είπα από μακριά για την εαρινή σοροκάδα. Σίγουρα με κατάλαβε, γιατί γύρισε τη μουσούδα στο πλάι κλαίγοντας, πισωπάτησε και χάθηκε για τα καλά, πίσω από τα καθίσματα. Έπειτα ψώνισα μια σοκολάτα να σε ταΐσω, περνούσε και η ώρα κι έμπηγες τα νύχια βαθιά. Ως την Κάλυμνο, μου είχες ανοίξει μια ουλή φρέσκια ίσαμε δυo παλάμες. Αλλά η νύχτα μύριζε τόσο δυνατά που δεν σκεφτόμουν τον πόνο ούτε τη θάλασσα ούτε το σκύλο, μόνο πως έκανα μια βόλτα από αυλή σε αυλή στην παλιά μου γειτονιά, κάθε αυλή κι ένα λιμάνι. Κι όπου και να την έψαχνα να μπορούσα να τη βρω• αρκούσε να τη σκεφτώ ν’ ανοίγει αυτή την πόρτα ή να σερβίρει αυτή το παγωτό με τον καφέ, και τα χείλη της ας είναι μωβ σαν της νεκρής, τα μάτια της κλειστά στον πάγο και τα πουλιά ακούνητα και αλάλητα σαν μέσα θρήνος. Μόνο να την ένιωθα, για λίγο, ζεστή με κορμί. Στην Πάτμο σαν φτάσαμε, ούτε το πέλαγο δεν έβλεπα πια, μόνον ένα ατέλειωτο λιβάδι μαύρες πόες και χιόνι αμόλυντο, σαν ένα ποτάμι μελάσα και ζαχαρωτά, που χυνόταν προς τη Χώρα και το μοναστήρι. Αλλού βουτούσε, αλλού σκαρφάλωνε. Σε χάιδεψα κι ήρθε κι ο σκύλος και τρίφτηκε στα πόδια μου, και για λίγο ήταν σχεδόν καλά, σα να μ’ αγαπούσαν δυό πλάσματα, ένα γήινο κι ένα ξωτικό. Μετά άναψες, σε είδε ο σκύλος και φοβήθηκε, κι ας είχε γλυκαθεί, κι έγλειφε το αίμα απ’ την πληγή• χάθηκε πάλι κλαίγοντας.

– Δεν είμαι ξωτικό, είπες. Η ψυχή της είμαι, πάνω σου για πάντα…

Πίνακας: Stephen Mackey

(Προδημοσίευση)

.

.

.

.

 

Θανάσης Πάνου, Προνομιούχες υπάρξεις

Edward Cucuel1280

.

Όταν τα όνειρα προσφέρουν ένα καλάθι σύννεφα
θροΐζουν στρατιές από μελαμψές πριγκίπισσες
προνομιούχοι άγγελοι –κι όμως διόλου απονήρευτοι–
με χέρια γεμάτα από ψωμί και εδέσματα
προνομιούχες υπάρξεις που ραμφίζουν τη ζωή
κι αναγεννούν απ’ την αρχή τον κόσμο
γυναίκες-πάνθηρες
φύλακες της ηδονής
όλων των ανδρών μεθύσι
γυναίκες-τελετές
των τρυφερών πελμάτων του έρωτα.

Πίνακας: Edward Cucuel

(Προδημοσίευση)

.

.

 

Αλέξανδρος Αραμπατζής, Περιμένοντας τον Γκοντό

.

Ο Γκοντό ξυρίσθηκε, πλύθηκε, χτενίσθηκε
Για πού το ’βαλες πάλι; ρώτησε η γυναίκα του
Με περιμένουν –είπε– κάτι παλιόφιλοι
Φαντάζομαι τι κουμάσια είναι κι αυτοί
σαν κι ελόγου σου – είπε με περιφρόνηση η γυναίκα του
Πάνω που πήγε ο Γκοντό ν’ ανοίξει την πόρτα
τη βρήκε κλειδωμένη
Τι συμβαίνει; ρώτησε απορημένος τη γυναίκα του
Τι βιάζεσαι, είπε αυτή, άσε κι εσύ επιτέλους
κάποιον να σε περιμένει
Μα, αγάπη μου, πιο μπροστά έχω κι ένα ραντεβού
με τον Μπέκετ – είπε απελπισμένα ο Γκοντό
Σιγά τα μούτρο
Άσ’ τον κι αυτόν, τον γεροπαράξενο μπεκρή, να περιμένει!

Artwork: Jane Long

.

.

 

Σοφία Περδίκη, Η κυρία Στόουν

 

.

Η κυρία Στόουν έκλεισε το βιβλίο της
κι ακούμπησε τα δάχτυλα πάνω στο στήθος.
Σ’ αυτήν τη στάση τη βρίσκαμε όποτε επιστρέφαμε.
Τα μάτια της δυο γαλακτεροί φακοί
φώτιζαν τον τοίχο πίσω μας.
Τότε εισβάλλαμε κάτω από το φουστάνι της
να δούμε ακόμα μια φορά
τον ξυλοκόπο να βγάζει τις μπότες
το τσεκούρι να πέφτει από τα χέρια με κρότο
–ένας μολοσσός χασμουριέται στη γωνία–
τον καιρό που άλλαζε απότομα.

Μα η κυρία πάντα ταραζόταν
μεταβαλλόταν
στάζαμε στα χείλη λάδι
καιγόμασταν την ώρα που
το ρούχο ανασηκωνόταν
καμιά χαραμάδα για αέρα
και το φως κι αυτό λιγόστευε
μύριζε το δέρμα αλόη βέρα
ίδρωνε η παλάμη
το σώμα μας γδερνόταν
σε στρώμα τρίχινο
μας έπνιγαν μοτίβα αγκαθωτά
μας μάτωναν τα σχίνα.

Αχ! Κυρία Στόουν εσύ, με τα μάτια σου κρίνα
στο σπίτι του δάσους έλατα
ράβεις στο στόμα
έστω, μια φορά για λίγο, τράβηξε την αόρατη κουρτίνα.

Πίνακας: Edward Killingworth Johnson

 

Αλέξανδρος Κορδάς, Οι Διάπυροι

.

                                                               Μνήμη Θανάση Τζούλη

Αναρριχάται το σώμα σ’ ευλογημένα σπίτια,
όπου παιδιά την ντροπή προσφέρουν μ’ αγάπη
και γυναίκες ζυμώνουν μαζί το ψωμί και τον Έρωτα.


Χρόνο το χρόνο
η μέριμνα αντικατέστησε την πίστη
κι η ευλογία χάθηκε.


Τότε μέσα από απειράριθμες ακτίνες φωτός είδα
ελικοειδείς ανθρώπους να διασπούν τα νεύρα των μυκηθμών τους
σε ορυχεία τερμιτών,


είδα γυναίκες λειχήνες, σε σκοτεινά υφαντουργεία
ν’ αναγεννούν το δέρμα τους και πελώρια μεταλλικά κτήνη,
είδα πελώρια μεταλλικά κτήνη
να διαρρηγνύουν τις μήτρες τους με δόρατα-φαλλούς.


Όμως σε κόσμους που μέλλονται,
Διάπυροι άντρες διασώζουν το μέταλλο και την πίστη
σε πλωτές πολιτείες και ποταμούς λάβας.


Εκεί τα παιδιά ψιθυρίζουν ονόματα σε δάση κωνοφόρων!
Εκεί ο κόρφος της γυναίκας δεν εξαντλείται, δεν διαπραγματεύεται
και δεν είναι ντροπή λιθοξόος να είσαι.


Έτσι αναρριχάται το σώμα σε ευλογημένα σπίτια
κι οι λιθοξόοι, Διάπυροι,
σκαλίζουν τις λέξεις τους!

Φωτό: František Drtikol

Πηγή: Τεφλόν

.

.