RSS

Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Λουκία Πλυτά, Kurabiye

Σπρωγμένος από την ανάγκη της, βρέθηκε στην άκρη της νύχτας αιθέριος παρατηρητής κάποιας γαστρονομικής περιπέτειας. Ήθελε να εντρυφήσει, όμως κρεμάστηκε στην άρνηση και αποκοιμήθηκε. Εκείνη ανέβασε την θερμοκρασία στους 180 βαθμούς. Ανίδεη για την πάλη που επικρατούσε στην ενδοχώρα του καναπέ του, μιλούσε για το καυτό βούτυρο, για τον τρόπο που θρυμματίζονται τα αμύγδαλα, γαργαλώντας σε τέτοιο βαθμό την ζύμη, κάνοντάς τον να αλλάξει πλευρό. Με την ανατριχίλα να τον κυριεύει σύγκορμο, αναστέναξε, αγγίζοντας το στόμα του. Την έψαχνε. Την ήθελε. Εκείνη που, κρυμμένη πίσω από βουνά άχνης ζάχαρης, τον μυούσε με έντεχνα γυρίσματα της σπάτουλας στον δέκατο τρίτο ουρανό.

Πίνακας: James Abbott McNeil Whistler

 

Tags:

Ρένα Πετροπούλου- Κουντούρη, Πορσελάνινες κούκλες

Κομψές πορσελάνινες κούκλες. Χρόνια έκρυβα ανάμεσα στα μεταξωτά τους φορέματα, μικρά κουτάκια με κουραμπιέδες. Τραγανούς, λαχταριστούς, με καβουρντισμένο αμύγδαλο και βούτυρο γάλακτος. Εκείνη η άχνη ζάχαρη με στοίχειωνε… Όποτε ήμουν θλιμμένη, έτρεχα εκεί… Όμως τις κούκλες μου αναγκάστηκα να τις αποχωριστώ. Δεν τις αγάπησε ποτέ ο άντρας μου. Μια κουμπάρα μου τώρα τις προσέχει. Όποτε πάω σπίτι της, πάντα τής κρατώ ένα κουτί κουραμπιέδες. Ενώ εκείνη φτιάχνει τους καφέδες, παίρνω έναν κουραμπιέ και μπαίνω στο δωμάτιο. Τις έχει στολίσει σ’ έναν παλιό καναπέ, με τριμμένο κάλυμμα. Μοσχοβολά βανίλια. Κανείς δεν ξέρει πως μ’ ένα ζαχαρωμένο χάδι, οι κούκλες μου ανασαίνουν…

 

 

Tags:

Κατερίνα Σημηντήρα, Όλο γλύκα

Παραμονές Χριστουγέννων. Δεν μιλούσαν. Μιλούσε πάντα η τηλεόραση. Ξερόβηχαν πότε πότε. Αυτό σήμαινε «είμαι εδώ». Ξαφνικά αυτή αισθάνθηκε άσχημα. Είχε άσθμα. Ένιωσε εξάτμιση χλωρίνης στη γεύση της, αναθυμιάσεις στις εισπνοές της. «Έριξες χλωρίνη!», φώναξε. «Δεν θα το ανεχτώ!». Μόλις το ξεστόμισε, όλων των ειδών οι περιορισμοί της ζωής του ξεχύθηκαν μονομιάς. Αντικείμενα έσπαγαν με θόρυβο. Μετά η ίδια σιγή. Αυτή βγήκε από το δωμάτιο, μα μετάνιωσε. Γύρισε πίσω. Το τηλεκοντρόλ ανέγγιχτο, στη θέση του. Το πήρε και το πέταξε με μανία στο μωσαϊκό. Ύστερα πήγε για ύπνο. Αύριο θα έφτιαχνε τους κουραμπιέδες να τελειώνει με τα γλυκά.

Πίνακας: David Hockney

 

Tags:

Νάνσυ Δανέλη, Κουραμπιέδες στις τσέπες

Αχάραγα ξεκινούσαμε για τα κάλαντα. Το λαχταρούσαμε το χαρτζιλίκι. Συχνά μας φίλευαν με γλυκά. Φτώχεια θα πεις. Αλλά και μια, μ’ ένα μέγαρο, κουραμπιέδες μάς έδωσε. Πέταξα τους κουραμπιέδες στις τσέπες και τους έτριβα με τα χέρια. Στο γυρισμό πέτυχα μια γειτονοπούλα. Ο πατέρας της την έδερνε με τη λουρίδα. Ύστερα μπήκε στο σπίτι. Η μικρή δεν έμπαινε. Έπιασε και βροχή. Δεν ήξερα τι να κάνω. Έβαλα τα χέρια στην τσέπη, βρήκα τα θρύψαλα απ’ τους κουραμπιέδες και τα μοιραστήκαμε ένα προς ένα. Ξεπλύναμε τα χείλη μας στη βροχή από την άχνη και τα μάτια μας από το δάκρυ.

Αrtwork: Antonello Silverini

 

 

 

Tags:

Ασημίνα Λαμπράκου, Έλα να παίξουμε τους κλέφτες

 

Κάποτε
η Μαριάνθη είχε πιάσει την ντουλάπα ψηλά και χόρευε
στιγμές στιγμές σταματούσε, πιες, έλεγε και έδινε στο μικρό κορίτσι κάτι που γλύκαινε στο φάρυγγα σα νέκταρ από αγιόκλημα
μέσα η θερμοκρασία έπιανε κορυφή, ακίνητη
με βλέφαρα μισά κατεβασμένα, σαν κουρτίνες στο παράθυρο, γινόταν κάτι που το έξω να μένει δροσερό
πιο έξω, οι κήποι ανθισμένοι
έξω από τους κήπους κάποια Πασχαλιά κι οι άνθρωποι στα χωράφια
φάε, είπε η Μαριάνθη προς το μεσημέρι και στον ουρανίσκο μπερδεύτηκαν όλοι οι νεκταροφόροι στήμονες που έγλειψε στη ζωή της να τους πιει το ανθόμελο τα λευκά νερόβραστα μακαρόνια
έξω, οι άνθρωποι στα χωράφια μια Πασχαλιά, οι χαρές κι οι μυρωδιές τους

αργά το απόγευμα εκεί που οι χαρές αποσύρονται ιδρωμένες κι οι μυρωδιές σκορπίζουν σύννεφο αραιό, οι άνθρωποι θυμούνται τα μέσα και τα συναντούν με όποιο τρόπαιο απόδειξη της ευφρόσυνης συνύπαρξης τους
κοίτα! χαμογελάει! είπε ένας κι έδειχνε με βλέμμα το κεφάλι του αρνιού κι από το κεφάλι τα δόντια
στάθηκε λίγο η Μαριάνθη απ’ το χορό, γύρισε, κοίταξε κι αυτή
μαύρα μεγάλα δόντια σφιγμένα πάνω σε μια γλώσσα μισοβγαλμένη να κοροϊδεύει, χείλη τραβηγμένα προς τα πάνω, καμένα
τι λύκος αρνί, έστυψε τα μάτια της η Μαριάνθη στα μάτια του παιδιού
κι εκείνο: έτσι θάν’ ο θάνατος, είπε μέσα της
και έτσι πρωτόμαθε το κορίτσι πως ο θάνατος είναι χαρά ή πως θάνατος είναι η χαρά ή πώς οι άνθρωποι χαίρονται τον θάνατο ή πώς τον περιμένουν για να χαρούν ή πώς η χαρά δεν πρέπει να δείχνεται πριν να είναι η ώρα να συμβεί ο θάνατος και πάντως ο θάνατος έχει μεγάλα καμένα δόντια και χείλη ένα τραβηγμένο χαμόγελο αρνιού

1973
αγία σκοτεινιά
η παρουσία του πρωταγωνιστή(1) στην πρώτη σκηνή κι η απουσία του στην τελευταία: όλο το δέος του ανθρώπου που αμφισβητεί για το αόριστο ή το ποθούμενο που εξασφαλίζει τη συνέχεια της ροής ή το ανείδωτο ή το ανεξήγητο ή το

το; το στόμα του αρνιού μιαν Πασχαλιά με χείλη τραβηγμένο χαμόγελο καμένο και δόντια όσες οι προσδοκίες από τις επενδύσεις σε μιαν ανάσταση

2017
όλα γίνονται για την έξοδο, είπε ο ηθοποιός(2) κι ήταν στραμμένος προς τη μεριά μου
ο ηθοποιός ήταν στραμμένος προς τη μεριά μου
έπαιζε με την πλάτη στο πλήθος
η σκηνή πιο κάτω από εμάς ή στην ευθεία μας
εκείνος έπαιζε στη σκηνή με την πλάτη στο πλήθος
ένας καθρέφτης τον παρέδιδε πρόσωπο σε αυτούς που είχε πίσω του
εμείς τον βλέπαμε στο πλάι
είχα καθίσει στη σωστή πλευρά ή εκείνος με έψαξε για να μου πει:
όλα γίνονται για την έξοδο(2)
χτυπώντας το μπαστούνι στο πάτωμα, κατέβασε το γενειοφόρο πρόσωπό του βαραίνοντας τον λόγο
έπειτα γύρισε το κεφάλι ίσια για να βλέπει τους πίσω από μπροστά
είχα καθίσει στη σωστή πλευρά για να του επιτρέψω να μου απευθυνθεί
έτσι κι εγώ ένευσα: πάμε ξανά από την αρχή, και σιγουρεύτηκα πώς με αισθάνθηκε από μια κίνηση του ώμου κάτω από το παλτό που καλούσε: έλα να παίξουμε τους κλέφτες(3)

η Μαριάνθη είχε πιάσει την ντουλάπα και χόρευε
στιγμές στιγμές σταματούσε
το αγιόκλημα στο λαρύγγι
έξω οι κήποι
πιο έξω μια Πασχαλιά
ο θάνατος έχει τα δόντια του αρνιού που δείχνεται ως τρόπαιο ευφρόσυνης συνύπαρξης
το δέος του ανθρώπου: η καμένη σπηλιά που ανοίγεται το στόμα του αρνιού μιαν Πασχαλιά
τα δόντια του αρνιού: οι προσδοκίες από τις επενδύσεις σε μιαν ανάσταση

(1) αναφορά στην ροκ όπερα: Jesus Christ Superstar
(2) αναφορά στη θεατρική παράσταση του θεάτρου της οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής: Πλατεία Ηρώων του αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ
(3) αναφορά στο άνθος « κλέφτης»

Φωτό: Romina Ressia

.

 

 

Tags:

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Το αρνί, το νήπιο και το στάδιο του καθρέφτη

.

Το πλήθος των τουριστών παρακολουθεί
μέσα σε κατανυκτική σιωπή το πείραμα
Ο χώρος των θεατών στο σκοτάδι
Ο χώρος των δοκιμών μια δεξαμενή
με καθρέφτες στους τέσσερις τοίχους
Στα πρόσωπα αντανακλώνται ταχυδαχτυλουργικά
θαύματα από φως και σκιές
Το ζητούμενο του πειράματος είναι αν
το αρνί με το σημάδι στο κυρτό μέτωπο
αναγνωρίζει ή όχι το είδωλό του σε καθρέφτη
Αν ναι, τότε γνωρίζει ότι υπάρχει
Αν όχι, τότε δε νοεί όπως ο άνθρωπος,
εξήγησαν οι ερευνητές την πολιτική τους.
Εντέλει, αποφάνθηκαν με στόμφο ότι, σύμφωνα με
τα δεδομένα όλων των πειραμάτων,
τα αρνιά, όπως άλλωστε και τα άλλα ζώα,
δεν σκέφτονται, δεν νοούν
δεν μετράνε τις προθέσεις των άλλων ατόμων
δεν είναι σε θέση να αναπτύξουν συμπόνια
δεν έχουν επίγνωση της ύπαρξής τους
Άρα, ο στόχος επετεύχθη
Ο άνθρωπος ως εικόνα-πρότυπο
δεν επροβλήθη στα αρνιά
Ω, τι αθωότητα, αναφώνησαν οι θεατές,
θαυμάστε και εξυμνήστε τον αμνό!
Ω, τι ευδαιμονία, αναφώνησαν οι τουρίστες,
βασανίστε και σκοτώστε τον αμνό!
Καμία ενοχή δεν μπορεί να μας αποδοθεί

.

.

Και έτσι, αποδόθηκαν στα αρνιά ονόματα ανάλογα –
«Ο αμνός γάλακτος», το σφάγιο μέχρι 4 μηνών
«Τα αμνοερίφια», τα σφάγια αρνιών, αρνάδων και προβάτων
«Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει»
Όμως δε χορεύει, δε γελάει, δεν ερωτεύεται, δε θρηνεί
Η ύπαρξή του έχει αλλιώς προγραμματιστεί

Ο άνθρωπος αναγνωρίζει στον καθρέφτη
το είδωλό του μέχρι τα δυο του χρόνια˙
από εκεί και πέρα πλησιάζοντας
αποστρέφει συχνά το πρόσωπό του,
παρατηρούν ερευνητές και ψυχοθεραπευτές
«εις πείραν ερχόμενοι και μετερχόμενοι»

Πίνακας: Odilon Redon 

.

 

Tags:

Ιωάννα-Ροδάνθη Σκουνάκη, Αθανάσιος-αρνί

Και τον Αθανάσιο τον σουβλίσανε με τη μανία τους οι Τούρκοι.
Την εποχή εκείνη, για μένα, τιμωρία, που το καντηλάκι του έκαιγε σ’ ένα στενό της Λαμίας. και ψήνανε εκεί, δεν νήστευαν. «Τα ’χουν για τη Λαμπρή!» με κοροϊδεύανε, μα οι μέρες ακόμα πολλές ως τότε, άκουγα που σκεφτόμουν –και δώσ’ του πάνω κάτω το στενό– «πώς είναι να σουβλίζουν έναν άνθρωπο;» Ποιο επίθετο να κάτσει, ποιος προσδιορισμός από την Αλαμάνα και τη γέφυρα• σαν περνάγαμε να σου! πεταγόταν ο σουβλισμένος, με τη φουστανέλα στη στήλη τη θυμητική – ξεβράκωτος ίσως, που μαρτυρούσε.

Κρακ έκανε το κρανίο του αρνιού της αγοράς, και τα αίματα ποτάμια στ’ αυλάκι των σφαγείων, πόσα κρακ η κεφαλή του Αθανάσιου; πόσα ν’ αντέξει το στομάχι ενός παιδιού που φρόντιζε κάθε Πάσχα να παθαίνει διάρροια και να τρώει μόνο ρύζι;

 

Πίνακας: Holly Farrell

.

 

 

Kατερίνα Παπαδημητρίου, Αριστερό κλίτος

Στο αριστερό κλίτος στεκόταν η δύναμή της. Μεγάλη Παρασκευή. Πλήθος το εκκλησίασμα. Πάσχα ήταν και τότε, κι αυτή δεν ζήτησε τίποτα. Όπως τώρα, όπως τόσα χρόνια, που δεν χαλάλισε κανενός ούτε ένα χαμόγελο. Όλα τα κράτησε για κείνον· για κάθε λεπτό που εκείνος επέστρεφε, για κάθε απουσία, για κάθε συναίνεση. Όμορφη δεν την έλεγες. Ψηλή, γουρλομάτα με μαλλί που δεν ευδόκησε ποτέ να μακρύνει. Λεπτό κι αρύ σαν την αμφισβητούμενη θηλυκότητά της. Μια ρυτίδα. Να ’ταν το αρνί που την ανησυχούσε αν θα ’ταν έτοιμο στην ώρα του μεθαύριο, που ήταν Λαμπρή;

Του το ’χε πει: «Κυριακές και γιορτές σε θέλω σπίτι, και στα παιδιά ποτέ σου να μην λείψεις, μα στο σεργιάνι σου συμμέτοχος δεν γίνομαι». Άλλο δεν ήθελε κι αυτός. Σήκωσε το φρύδι, δήλωσε έμπορος, κι άρχισε τα «κολώνα μού στέκεται». Της πήρε κι ένα μηχανάκι, και τα πρωινά εκείνη στα κτήματα, και η μηχανή έπαιρνε μπρος στα τριακόσια μέτρα απ’ το κατώφλι, μην τον ανησυχήσει. Έτσι ακριβά την πούλησε την κορμοστασιά της, έτσι την έδωσε τη ζωή της, και το «έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν», για κείνην, μια υποχρέωση, που από το πουθενά έγινε μάνα, για κείνον αντίκρισμα – ποια θα την άντεχε την τόση του ελευθερία; εκείνη ήταν ευγνώμων. Μουστάκι να είχε, κι οι μυρωδιές από τ’ αρνί της να ταξιδεύουν στη γειτονιά από κατώφλι σε κατώφλι. Κάθε Πάσχα.

Μέχρι απόψε, Μ. Παρασκευή, που ξημερώματα, πολύ πριν ανατείλει, λίγο πριν ακούσει στην πόρτα το κλειδί, βρέθηκε τ’ ανάσκελα· ζαλάδα ήτανε, λιγοθυμιά ή το χαμένο θάρρος της, που μπαγιάτεψε και πήρε να ζέχνει, ώσπου η βρώμα τής έκαψε τα σωθικά και σωριάστηκε ανήμπορη; Η πεθερά φευγάτη από χρόνια, κανείς πια δεν τον έλεγχε, κι εκείνη δεν το λογάριασε σωστά, πως έρχονται και νύχτες που ένα κορμί τι να σου κάνει· δυο χέρια αντρίκια της χρειάστηκαν κι ένα φιλί ζεστό δικό της. Και η μηχανή δεν χαϊδεύει, μόνον κουβαλά. Κορμιά παγωμένα, μόνα. Μ. Παρασκευή, και το αρνί στο τσίγκινο ταψί κομμένο σε μερίδες, κι εκείνη δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ποτέ δεν του είπε: «Αρνί δεν έφαγα ποτέ, κατσίκι εμείς τρώγαμε, κατσίκι του γάλακτος, μανάρι, κι εκείνης που τις νύχτες με συμπληρώνει άρωμα να βάζει να της πεις, γιατί χωρίς… τη σιχαίνομαι την παρουσία της.»

Πήρε να χαράζει κι ο ήχος απ’ τα κλειδιά, βήματα βαριά, και η ικανοποίηση βαριά να στάζει απ’ το μουστάκι. Στάθηκε καταμεσής στην κουζίνα. Αρνί καμένο πάνω στο τραπέζι, τα παιδιά στην εφηβεία, τα κλειδιά της μηχανής κρεμασμένα μ’ έναν σπάγκο από τον γλόμπο της κουζίνας, το σαμουά σακάκι του πασαλειμμένο με λίπος, κι ένα σημείωμα που έλεγε: «Το δικό μου το αρνί μοσχοβολούσε παράπονο. Κάθε Πάσχα. “Είμαι η Λένα”, ανέμιζε, “κι αν δεν κρεμούσα την ψυχή μου στο τσιγκέλι, αντί για αρνί, λεπίδα· κι όλο το αίμα μου χαράμι, θυσία στο τίποτα, στο πουθενά θα το χαλάλιζα”. Να το σέβεστε!»

Artwork: Daria Petrilli

.

 

Tags:

Σοφία Περδίκη, Αναστάσιμη σφαγή

.

Η Μπιάνκα σαν ήτανε παιδί
και οι γύρω της πολύ μεγάλοι
τους κοίταζε πάντα σοβαρή
καθώς αρμόζει σ’ ένα παιδί

Δεν βλέπανε στο πρόσωπό της
εύκολα γκριμάτσα
είχε την ψυχή της
αρυτίδιαστη η μικρή
έπαιζε στα δάχτυλα
του ενός χεριού τ’ ακόρντα
και σας κοιτούσε θυμωμένα
έτσι και γινόσασταν φαιδροί

Πώς φυσούσε κάθε της τσουλούφι
πώς τσίριζε μαζί με το αρνί.
Το βοήθαγε πάντα να ξεφύγει
απ’ τη φριχτή σφαγή
της Ανάστασης τη μέρα.
Γελοίοι, που τα βάζατε με ποια;
Με μια tabula rasa, την Μπιάνκα;

Σας κατέγραψε όλους
με άνω-κάτω ρίμα
στα μαύρα της κατάστιχα.

Πίνακας: Yana Movchan
.

 

 

Tags:

Αγγελίνα Ρωμανού, Τρίζει το ξυλάκι

Τρίζει το ξυλάκι. Σαν το ποδάρι που κουράστηκε να περπατά. Σαν το χορό εκείνον που δεν τέλειωσε. Σαν το φιλί που έμεινε μισό. Δεν μπάζει το τζάκι τις σελίδες μου να το γιατρέψει. Λάδι. Καρφί. Και σανταλόξυλο. Τρεις κόσμους παρακεί γελάει το παραπαίδι μου.
~ Σύρε, μάνα, το αλεύρι να γλυκάνουμε ~
Βελάζει το αρνί που κρέμεται. Τσιγκελωτό και μπάνικο. Στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Ούτε την προβιά λαχτάρησα ούτε και το κεφάλι. Το μάτι του μονάχα να βάλω στο λαιμό μη με πλησιάζουν. Τα νύχια έγιναν γαμψά, καραβοκύρη μου, κι απόψε κλαίει ο ουρανός. Φοβήθηκε κι αυτός τα άστρα του.
Ξέρεις τι είναι να σου γελούν κατάματα οι οργασμοί;
Θέλεις να πας και να κρυφτείς. Μη σώσεις και μερέψεις. Να δώσεις μια να γίνει γάλα το τυρί. Να το χωνέψεις. Περνάει το γιορτάσι χωρίς ένα φιλί. Μισή μπογιά που ξέβαψε, κρύφτηκε στο πατάρι. Κι ένα στρωσίδι, απ’ τα προικιά, γέμισε ποντικοκούραδα. Έτσι δεν γίνεται παντοτινά;
Να δεις που θα γυρίσει σε νοτιά και θα γεράσουμε.
Βάζω τη λεμονιά να στύψει. Σφηνάκια για ξεπέταγμα κι ένας σουγιάς στο μπούτι. Αμέ! Όσα κι αν γίνουν φονικά, θα είμαι ο ληστής. Αυτός που κλέβει παπαρούνες απ’ τον κήπο. Δίνει μία στην κοπελιά, τις άλλες στα λυκόσκυλα. Κι ύστερα τρώει, απ’ το τραπέζι, το πιο πικρό ψωμί.
Έτσι περνούν οι μέρες μου χωρίς σκοινί. Αετωμένες. Χάρτινες. Σα δεκατέσσερις ζωές. Δυο γάτες οιστρογόνες, δηλαδή. Μαζί με τα μουστάκια.
Εσύ, μωρό μου, μην κιοτάς.
Βάλε καφέ, και ξέχνα με.

Πίνακας: Giuseppe Piovesan

.

 

 

Tags: