Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ
Κατερίνα Κοσμά, Κουραμπιές σα χθες
Έφυγε χθες, πλήρης ημερών και κουραμπιέδων. Μύριζαν τα έπιπλα, τα ρούχα, τα μαλλιά της φρεσκοψημένο κουραμπιέ. Αυτή δεν έφτιαξε ποτέ. Δοκίμαζε όμως μανιωδώς. «Για να δω, είναι σαν της μάνας μου;» Έτρεμαν οι κουραμπιέδες. Και αναστέναζαν οι πιατέλες της γειτονιάς. Σπίτια, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία, κατά μέτωπο επίθεση! Τι κι αν το ζάχαρο ήταν στα ύψη. «Μα δεν τρώω», έλεγε, «δοκιμάζω μόνο», και η ματιά της ήταν συνταγή γιατρού. Με τα χρόνια έγινε κατάλευκη σαν άχνη και γλυκιά σαν το βλέμμα της μάνας, που δε γνώρισε ποτέ. «Αυτό το μωρό είναι άσπρο σαν κουραμπιές», είπε η μαμή. Η μάνα χαμογέλασε κι έφυγε, χθες…
Φωτό:Josef Sudek
Παπαδημητρίου Κατερίνα, Μυρωδιά κάννης
Κόκκινο, λουσάτο κι’ ό,τι περιείχε το διεκδικούσε μια ανάμνηση. Τελευταία όλα είχαν τη μυρωδιά κάννης. Δυο εκατοστά από τη μύτη του να σημαδεύει το ταβάνι. Εκείνος δυο στάλες άνθρωπος. Ίσα με μια καραμπίνα. «Θα με σκοτώσεις, μπαμπά;» Το πλησίασε. Τα Χριστούγεννα των άλλων. Και τα δικά της. Την έχασε. Και η συνταγή δική της. «Όχι εσένα, μωρό μου.» Τέντωσε τη μύτη του δειλά από πάνω του. Ένα καπάκι τον χώριζε απ’ το λευκό που μύριζε μπαρούτι. Λευκό. Πάντα φυλακισμένο στην παράνοια του πατρικού προτύπου. Άγγιξε δειλά έναν κουραμπιέ. Ενηλικίωση; Άχνη, πάχνη, τον δάγκωσε. Αργά πια. Την είχε καταπιεί.
Πίνακας: Αndrea Kowch
Κούλα Αδαλόγλου, Άχνη
«Σαν τους κουραμπιέδες της μαμάς σου δεν ξαναδοκίμασα», είπε η φίλη, κι εγώ άρχισα να ψάχνω το καταχωνιασμένο παλιό τετράδιο με τις συνταγές. Το υγρό που είχε χυθεί πάνω του εδώ και καιρό πότισε τις σελίδες, σβήστηκαν τα έτσι κι αλλιώς αχνά απ’ τον χρόνο γράμματα, η συνταγή γρίφος. Μόνον η τελευταία φράση ολοκάθαρη: αφού κρυώσουν, πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη. Πασπάλισα άχνη παντού, λαμπιόνια, κάδρα, βιβλία, πολύφωτο, απλίκες, το πόμολο της εξώθυρας, να γλυκάνουν οι μέρες, οι αποστάσεις, η απουσία, η ομίχλη του βορρά, η καταχνιά της Αριστοτέλους. Να γλυκάνουν οι μνήμες.
Έτοιμους κουραμπιέδες θα φάμε και φέτος.
Πίνακας:Vilhelm Hammershøi
Kατερίνα Λιάτζουρα, Η χρυσοχέρα
Το μόνο που βλέπω κολλημένη στο ταβάνι είναι ο δίσκος με τους κουραμπιέδες. Τους βλέπω να ανυψώνονται στα μισοφέγγαρα σχήματα τους, πασπαλισμένοι με αυτήν την άχνη την ολόλευκη. Σε αντίθεση με τα χέρια μου, που δεν μπορώ να κινήσω, οι σιελογόνοι μου λειτουργούν μια χαρά. Ο ουρανίσκος μου γεύεται ήδη την πυκνή σάρκα τους και η γλώσσα μου τους θρυμματίζει βασανιστικά αργά, αναζητώντας εκείνα τα ολόκληρα καβουρδισμένα αμύγδαλα. Από το στόμα μου στάζει σάλιο. Οι παρευρισκόμενοι σκουπίζουν τις στάλες του σάλιου μου από το μέτωπό τους και σερβίρονται άλλον έναν κουραμπιέ. «Στην υγειά της μακαρίτισσας, της χρυσοχέρας!» λένε.
Φωτό:Steven Graber
Αγγελική Λάλου, Μεθυσμένες μπουκίτσες
Το μυστικό της απόλαυσης βρισκόταν στο καβούρδισμα των αμυγδάλων. Τα έκοβε αποβραδίς με το χέρι. Προσεχτικά και σχεδόν ομοιόμορφα. Τα έβαζε στο προθερμασμένο φούρνο. Φρόντιζε να τα γυρίζει από όλες τις πλευρές. Σιγοψήνονταν σε χαμηλή φωτιά. Και μόλις ρόδιζαν τα έβγαζε. Ύστερα κι ενώ ακόμα άχνιζαν τα έσβηνε στο ρούμι. Έμεναν όλο το βράδυ και κοιμόντουσαν μέσα στο αλκοόλ. Το πρωί τα έβαζε στη ζύμη. Μπλέκονταν με το βούτυρο, τη ζάχαρη, κι ύστερα οι κουραμπιέδες έμπαιναν στην άχνη. Μικρές μεθυσμένες μπουκίτσες. Στο πρώτο δάγκωμα, γεύση ευφορίας πλημμύριζε το στόμα. Η επίγευση κρατούσε λίγο παραπάνω στη γλώσσα, που μούδιαζε από ευχαρίστηση.
Artwork: Adrienne Stein
Ερίνα Εσπιρίτου, Αντίο!
Περίμενα τρεις ολόκληρες ημέρες να με πιάσει το χεράκι της, άσπρος και αφράτος. Μα εκείνη φόρεσε γάντι πλαστικό. Ανάμεσά μας έβαλε μια ολόκληρη απάτη και έπειτα με έκλεισε σε χάρτινο κουτί, με άλλους παρέα να περιμένουμε ποιο στόμα θα μας απολαύσει. Κρίμα, γιατί πίστεψα πως ήμουν μοναδικός για εκείνη, ούτε που με πρόσεξε, και οφείλω να ομολογήσω πως κάποιοι ήταν πιο αφράτοι, με ολόκληρο αμύγδαλο και περισσότερη άχνη. Αφέθηκα στο ταξίδι μου χωρίς επιστροφή και το μόνο που ήλπιζα πια ήταν να με αγγίξουν χείλη κατακόκκινα, να αφήσω τα ίχνη μου, να μην τελειώσει έτσι άδοξα τούτη η ζωή.
Πίνακας: David Hockney
Δώρα Μαργέλη, Η φαγωμένη παραλήγουσα
Η άχνη ήταν γλυκιά, λευκή και αθώα. Το στόμα της «Μητέρας» πικρό. Μπουκωμένο εντολές για τις νύφες: «Κάνε τούτο, τ’ άλλο. Όχι έτσι, αλλιώς». Η παραμονή των Χριστουγέννων, η «μέρα κουραμπιέ», ρουτίνα γλυκόπικρη. Η «Μητέρα» έλεγχε τους κουραμπιέδες. Τους «κακοφτιαγμένους» τους βούταγε με τα χοντρά της δάχτυλα και πίσω στη λεκάνη. Ο Θωμάκος, το στερνό εγγόνι με το όνομα του μακαρίτη αναγραμμάτιζε το γλυκό γελώντας: Ρακουμπιές, μπιεδεσκούρα, μπιεσκουρά, κουραδέμπιες. Ώσπου έφαγε την παραλήγουσα του γλυκού σε ονομαστική πληθυντικού. Η «Μητέρα» φούσκωσε σαν παγόνι κατηγορώντας τη νύφη της για την ανατροφή του. Εκείνη, πικραμένη, σκέφτονταν «Μέρα κουραμπιέ είναι. Θα περάσει».
Artwork: Sarah Ogren
Έλλη Κακούρη, Η άχνη και τα μήλα
.
Ένα χρόνο παραπάνω γεράσανε, ένα χρόνο παραπάνω κρεμάσανε οι τρεις Μοίρες και τώρα βαρυγκωμάμε όρθιες πάνω από το τραπέζι, αχνίζοντας τους κουραμπιέδες. Κάθε χρόνο ίδια συζήτηση, να προσέξουν μην πνιγούν –φταίει η φτιαξιά τους με τα προγούλια, όσο πάνε χαλαρώνουν, ακόμα και τα λαιμά–, και, μόλις τον βάλεις τον κουραμπιέ στο στόμα, μην ανασάνεις, και δεν σώνεσαι με τίποτα. Πες πες, το ξόρκισαν και φέτος το θανατικό. Λένε, φτύσ’ τον κόρφο σου, και, τελικά, πνιγμός δεν επέρχεται. Μόνο αχνίζουν, ξεφυσάνε, κι έχει πάλι χιονίσει. Η ζάχαρη άχνη είναι πιο επικίνδυνη, αλλά ο κόσμος πνίγεται συνήθως απ’ τα μήλα.
Artwork: Hollie Chastain


