RSS

Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Ασημίνα Λαμπράκου, Γκρίζο/ βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 

γκρίζο

βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 
γατάκι μου ήρθες κι εγώ σε ήξερα σκύλο
που το καλοκαίρι ολόκληρο με δάγκωνε
και με πονούσε να μου δείξει πως με
αγαπούσε στο παιχνίδι να με τραβάει
και πως από σκηνή του Καραβάτζιο τον Νέστορα
έβλεπα μόνο κατάμονο να μένει ήθελα να σου πω
όταν εκείνο το σελοφάν χαμόγελου
στην άκρη της ζωής του περασμένο
παραμέριζε και το βλέμμα του στοίβαζε
στο δικό μου να δει τι δεν ήθελα να ξέρω
προχωρημένη η ώρα βλέπεις και βλέμμα
που η ίδια ήθελα να χειρουργώ όταν δεν
μου απευθυνόταν κι όταν με χαμόγελο το
κάλυπτε κι ας μ’ έβλεπε τότε μεσ’ απ’ αυτό
μα εσύ το νύχι έδειξες κι έφυγες στους
κόσμους σου γατάκι που σκύλο σε ήξερα
και τι θέλω εγώ εδώ στις αγορές των στίχων
και της εύνοιας που ασπρόμαλλη η ανάγκη
στο μπρος της βιτρίνας συνανάτροφους γυρεύει
και δεν είναι ο κόσμος μου αυτός δεν είναι που
μάτια κάρβουνο και φλόγα και ο πόλεμος
άνθρωπε είναι μια στιγμή μακριά και
“gimmie shelter or let me go back to the ones I belong to”
αλλά σάρκα χειλιών στο χέρι μου ο Νέστορας
που τόση η κόπωση τόση που μήτε την Ηλέκτρα
των τοξωτών φρυδιών και των χειλιών μήλα
δεν έβλεπε δίπλα του στο βαγόνι γερμένος
στη μέση των ονείρων του βαριά και τα σηκώνει
και τρέμισμα στη κίνηση και στο χαμόγελο
εκείνο που θα έγραφε σε χαρά μου και φίλοι
δίπλα μου κι έτσι ξεχασμένη στη χαρά έμεινα
μέχρι που αστραπές άναψαν τα μάτια μου
και μ’ έφεραν αχάραγα να σκέφτομαι
ασπρόμαλλη την ανάγκη στο μπρος της βιτρίνα
και πως την ανάσα της να πάρω δεν ήθελα δεν ._
&nbsp

[***]

Χλωμά πουλιά·
Πουλιά απουσία σωμάτων
Και φύλλα δίχως κλαδιά.
Παραπέφτουν από κλαδί σε κλαδί
Των αηδονιών οι λαρυγγισμοί του έρωτος·
Δροσίζεται έτσι κι ο δικός μας ο κήπος
Αφύλακτος· κι από κελαϊδισμούς ακλόνητος ._

μνήμη Ε. Χ. Γ.

Ασημίνα Λαμπράκου, από τη συλλογή Στην οδό Αλαμάνας ξημέρωνε επίσης, Εκδόσεις Καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, 2017 

Φωτό: Raymond Depardon

 

Ιωάννης Πανουτσόπουλος, Νυμφεύτηκα!

.

 

[…] Nυμφεύτηκα…

Με την Κασσάνδρα έτοιμη
Να δώσει στους νεόνυμφους τις πιο θερμές ευχές της
Με την Εκάβη
Ανάμεσα
Σε πλήθος Τρωαδίτισσες που μόλις κατασπάραξαν
Τους γιους του Πολυμήστορ
Και δίνουν τα στολίδια τους στην Πολυαγαπημένη
Που βλέπει τόσες αυλακιές
Το αίμα να σκάβει γύρω της
Που νιώθει ότι έρχεται μια νύχτα ματωμένη.

Nυμφεύτηκα…

Με την Ηλέκτρα να θρηνεί ξανά τον Αγαμέμνονα
Με τον Ορέστη να χτυπά τον Αίγισθο κατάστηθα
Με τις κυρίες της τιμής πενθηφορούσες κι άκλαυτες
Με τη Μαιρούλα να αγρυπνά στα σκοτεινά ανάκτορα
Με τη γαμήλια πομπή
Να αποτελείται μοναχά
Από τους μελλοθάνατους και τους εκτελεστές τους
Και επιπλέον μάρτυρες
Δυο σπουδαγμένους της σιωπής
Δυο απογόνους γνήσιους του βλοσυρού Αισχύλου
Σχεδον υπομνηματιστές
Μιας τραγωδίας που άρχισε

Το δάγκωμα ενός σκύλου

Ιωάννης Πανουτσόπουλος, Νυμφεύτηκα! από τη συλλογή Η ωραία κοιμωμένη (δύο μονόλογοι σε ένα όνειρο), Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012

Πίνακας: Αndrei Remnev

 

Kωνσταντίνος Λουκόπουλος, Βόλγκογκραντ

Τον ουρανό αποδέχτηκα, όταν είπα θα σε κοιτώ μέσα από τον ύπνο των πουλιών, θα σε κοιτώ τις νύχτες κι οι φιλύρες θα είναι ένας σταθμός των διψασμένων γερανών, θα είναι ένα αιώνιο στασίδι της ψυχής μου, κι ένα εξαπτέρυγο. Κι ας μη σε πιστεύω. Κι όταν θα λειτουργείσαι, το ξέρω πως θα μαχαιρώνεις το ποίμνιό σου με μιαν αγάπη που θα σε ξεπερνά σε σύλληψη, ως ύπαρξη και ως ουσία, διότι η ουσία σου έφτιαξε τούτο το όνειρο από ψωμί, κι έπειτα σιώπησε για να το ακούσεις να φουσκώνει. Και το μαχαίρι που έφερα για να το κόψω, το εγκατέλειψα στο τέμπλο της Παναγίας του Καζάν κάτω από τη λέξη “Παντάνασσα”. Έπειτα ο Ρουμπλιόφ καλέστηκε και ζωγράφισε – αντί εσένα – εκείνον τον άφυλο άγγελο που το φύλο του εκκρεμεί. Συν μιαν εικόνα του ψωμιού όπου έσπαζε ο Υιός σου τις μερίδες με τα δάχτυλα, και μοίραζε εκ του Όρους. Μα εδώ, ο άνεμος ήταν πάντα ο αδερφός του ποταμού, ένας Ερμής που έπαιρνε τις ψυχές κι έφερνε τα όνειρα και την ατέλειωτη, παγωμένη στέπα στα μάτια των πουλιών. Γι’ αυτό σαν ξάπλωσα στο Στάλινγκραντ Χριστούγεννα στο χιόνι, άκουγα τούτο το ποτάμι που ανέβαινε από την Κριμαία, ανάποδα, σα να ήταν Υπερσιβηρικός, ενώ στο Δημαρχείο ένα γραμμόφωνο έπαιζε τη Διεθνή, όπως την τραγουδούσε η Χορωδία του Κόκκινου Στρατού πάνω στο τραγούδι “Βόλγα, Βόλγα”, πριν σκοτωθούν σε εκείνο το αεροπορικό. Κι όλοι οι Νέοι Πρωτοπόροι, που τρίβαν τα πηλίκια αμήχανα στη σκάλα, ανέβαιναν μια οκτάβα στο ρεφρέν, σαν αδέξιοι καστράτι. Ως τ’ Αη Γιαννιού, καβάλησε τα ρείθρα κι έπνιξε την πόλη στο λασπόχιονο. Μα σαν έφτασε εμπρός σου βροντοφώναξες “τας Θύρας, τας Θύρας” και με μιας, χωρίστηκε στα δυο, ενώ ακούγονταν χίλιοι ψαλτάδες που υμνούσαν τη Υπερμάχω. Έκτοτε κυλά εκατέρωθεν. Λες και χρωστούσε ο Θεός και στον Βόλγα μια Κροστάνδη.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ – 5. ΒΟΛΓΚΟΓΚΡΑΝΤ

Photo: Hugh Shurley

.

 

 

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Τα γυαλικά

 

 

Το τρέμουλο στα δάχτυλά της πάντα
μουτζούρωνε την στοίχιση των σερβίτσιων
κηλίδα μελάνης στο λινό τραπεζομάντηλο
ακριβώς πάνω στις ρώγες του κεντήματος
πριν το γεύμα πώς  ο λεκές από οίνο ερυθρό;
δεν είναι ακόμα οι μέρες του μήνα
ή πολύ νωρίς ή πολύ αργά ιστορούνται.

Βγήκε στο μπαλκόνι. Στα πόδια της η θάλασσα.
Ποθούσε το φέτος το καλοκαίρι το δάσος να είναι γυάλινο
αλλά εκείνο το αλλού δεν χώραγε στο κάδρο
είχε αναληφθεί μαζί με τον αμνό του Πάσχα
στο οικογενειακό συμπόσιο στο χωριό
πατέρας σύζυγος αδερφός γιός
φερ φορζέ πόδια να βιδώνουν τα μωσαϊκά
με το τρανζίστορ να παίζει τα ωραία λαϊκά
τσιγκέλια στη σειρά στη φωτογραφία της αποθήκης
ράφια μαρμελάδες και κουζινικά παστά

Προσπάθησε να κραυγάσει το unsex me here
στη θεά για να εξαγοράσει το φόνο
αλλά περισσότερο ως μηδείαμα ακούστηκε
ανορθόγραφα η φωνή της μέσα στους διαδρόμους.

Χτύπησε το κουδούνι.
– Ανοίξτε τα βιβλία στη σελίδα 39,
πρόσταξε η κυρία.
Ίσιωσε το πιρούνι στα δεξιά του πιάτου.
-Να μην ξεχάσω να μαζέψω τα
γυαλικά κάτω από το τραπέζι,
σημείωσε στο τετράδιο
κι έτρεξε να ανοίξει την πόρτα.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Τα γυαλικά από τη συλλογή «μεταπλάσματα», Σαιξπηρικόν, 2017

Πίνακας: Pierre Bonnard

—————–

*Σημειώσεις:
– «φέτος το καλοκαίρι το δάσος να είναι γυάλινο»  αναφορά στο «Μανιφέστο του σουρεαλισμού»,  André Breton
– «unsex me here»  από Macbeth, William Shakespeare, Πράξη 1, σκηνή 5, 41

——————————–

 

Αναστασία Λιλή, Ανάμνηση

Μας κάλεσε στη γιορτή της η καινούργια συμμαθήτρια στην Α΄ Γυμνασίου. Της Παναγίας της Πορτοκαλούσας. Νεοκλασικό σπίτι, ψηλοτάβανο με πολλά φωτιστικά, ευρύχωρο με αέρα άλλης εποχής. Καθίσαμε γύρω, δεν θυμάμαι τίποτα σαφώς από τον χώρο, μόνο το τεράστιο χαλί. Ξαπλωμένο νωχελικά στη μέση της σάλας, μάλλον φλέρταρε τους κουραμπιέδες που μας κέρασαν, κι ο δικός μου υπέκυψε και διέσχισε λάγνα και με χάρη, αφήνοντας όλη την εξωτερική λευκή του γλύκα πάνω στην πολύχρωμη διαγώνια ραχοκοκαλιά του… Όσο ντράπηκα, άλλο τόσο γελάσαμε παρέα με τα άλλα κορίτσια. Προεόρτιος και φευγάτος ο κουραμπιές της Μαρίας, ακόμα με κάνει και χαμογελώ σαν περνώ από το πατρικό της.

Πίνακας: Daria Petrilli

 

Tags:

Ασημίνα Λαμπράκου, Όποτε

«Ο Δεκέμβρης είναι μήνας των επιστροφών»,  έλεγε. « Ποιος μπαίνει σ’ αυτόν δίχως μνήμες;» ρωτούσε αμέσως. Γι αυτό δεν μπορούσε ποτέ να φτιάξει κουραμπιέδες. Γιατί, μόλις  που τέλειωνε η ερώτηση, υψώνοντας το χέρι να μετρήσει αν ήταν έτοιμη η ζύμη να ξεκινήσει το πλάσιμο, τα υλικά όλα έπαιρναν πίσω το δρόμο των δαχτύλων κι έπιαναν μυαλό, καρδιά, χολή, όλα, γεμίζοντάς την. Ζύμη αφράτη γινόταν η ίδια έτσι, κι έτσι την έβρισκαν οι άνθρωποι και την έπλαθαν στα σχήματά τους. Μονάχα τα νύχια των χεριών άφηναν άθικτα. Ίδια αμύγδαλα. Με μια μικρή κάμπια από ροδόνερο χλωμή να την βρίσκει άνοιξη, όποτε.

Artwork:Jamie Baldridge

 

 

Tags:

Έλσα Χώνια (9 ετών), Το μικρό ξωτικό

Λάμπουν τ’ άστρα μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Ο Άγιος Βασίλης φορτώνει τα τελευταία δώρα στο έλκηθρό του. 3,2,1 έφυγε, πάει να παραδώσει τα δώρα! Φυσικά, έχει προετοιμαστεί να γεμίσει και το στομάχι του με γάλα και κουραμπιέδες μοσχομύριστους, που θα αφήσουν οι μικροί φίλοι του για να τον ευχαριστήσουν. Πρώτη στάση, στο σπίτι του μικρού Μάριου. Οι λιχουδιές τον περιμένουν δίπλα στο τζάκι. Μα ποιος έφαγε τον κουραμπιέ μου;; Το μικρό ξωτικό, ο βοηθός του, ίσα που πρόλαβε να σκουπίσει την άχνη από τα χείλη του. Αχ, σκέτη γλύκα αυτή η σκανταλιά !

 Πίνακας: Romualdas Petrauskas

 

Tags:

Bάνια Σύρμου, Διλήμματα άχνης

Με αμύγδαλα ή χωρίς; Στρογγυλοί ή μισοφέγγαρο; Διλήμματα του ουρανίσκου που με κρατούσαν ξύπνιο το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων. Έπρεπε οπωσδήποτε να απαντηθούν τη νύχτα, πριν με ξυπνήσουν αξημέρωτα για τη λειτουργία των Χριστουγέννων. Εκείνο ωστόσο που με παρηγορούσε ήταν ότι, μετά τη Θεία Κοινωνία, ο μπουφές στο σαλόνι θα ξεκλείδωνε και θα αποκάλυπτε επιτέλους μπροστά μου τις δυο πιατέλες με τους βασανιστικά μυρωδάτους κουραμπιέδες της μάνας μου, που την τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής την έβλεπα ξεροσταλιάζοντας να τους ξεφουρνίζει, να τους ραντίζει με ανθόνερο και να τους πασπαλίζει με άχνη, δίχως κανένα οίκτο για τους νηστευτές του σπιτιού.

Πίνακας:Sebastian Picker

 

Tags:

Μαρία Ρήγα-Πανουτσοπούλου, Απομεσήμερο

.

Απομεσήμερο ζεστό στον καφενέ.
Στέρνο περήφανο, μηνίγγι φουσκωμένο
με το μουστάκι βουτηγμένο στη ρακή
μια ομορφοκάπουλη τον φέρνει μεθυσμένο.

Ζεστά αχαμνά, υγρά αχαμνά
μέλι και ζάχαρη σταλάζουνε στην ψάθα…
Με την παλάμη στα λαγόνια μουλωχτά
μια ρουφηξιά
μια μπαταριά μέσα στην κάψα.

Μαρία Ρήγα-Πανουτσοπούλου, Απομεσήμερο από τη συλλογή Μια μέντα και άλλα, Διάττων, Αθήνα 2007

Πίνακας: Jeffrey Ripple

 

 

Σοφία Περδίκη, Κουραμπιέεε…

Προτού να γλείψει την άχνη και φουσκώσουν τα μάγουλα απ’ τα τριφτά μπισκότα, υπήρξε καλή καγαθή γυναίκα. Όμως τα δάκρυα που έσταξαν στην πιατέλα  –έπασχε από καταρρακτώδη δακρύρροια–, από ένα σε κάθε γλυκό, για να γιάνει έκαστο τραύμα της παιδικό, δημιούργησαν κρυστάλλους μαγικούς πάνω στην πουδραρισμένη επιφάνεια και, αντί να μελώσουνε τα φρέσκα βούτυρα, έγιναν παστά. Σκέτη λύσσα. Για τιμωρία, η γρια-μαγείρισσα την άρπαξε απ’ το τσουλούφι και πάραυτα τη μεταμόρφωσε σε αρνί του Πάσχα. Μα τι μαγγανεία να ψάχνεις ίαση στον κουραμπιέ!

Από τότε, κάθε  Χριστούγεννα ανασταίνεται. Βελάζοντας μάς ψέλνει τα κάλαντα της αμφισημίας, μετά μανίας.

Πίνακας: Afarin Sajedi

 

Tags: