.
Είπε το φύλλο
στο χαμένο ποιητή:
Γιατί με σκίζεις;
Δήμητρα Καραφύλλη, Τελευταία χάρη, Μανδραγόρας 2014
Πίνακας: Jean-Claude Dresse
Στη μνήμη των γενεθλίων της Δήμητρας Καραφύλλη
.
.
.
Da te. Η αφαιρετική. Ablativo.
Πτώση τόσο πολύτιμη
όσο κι η μοναξιά που απλόχερα μου χάρισες
κι αφουγκράζομαι κιόλας τον δισταγμό
ανάμικτο με την απόφαση
στα βήματά σου που όλο ξεμακραίνουν
την τρικυμία στο χρώμα της φωνής σου
που κάθε λίγο ξεθωριάζει
και μόνο το άρωμά σου επιμένει έσχατο
σε κάποιο ξέφτι μιας παλιάς μου ρόμπας.
Η αφαιρετική μια πτώση απούσα
στη γραμματική Τζαρτζάνου
ίσως για να ξορκίσει ολότελα
αυτήν τη μοναξιά
που δεν θ’ αντάλλαζα με τίποτα
ούτε μ’ εκείνη την παρουσία σου ακόμα
που η απουσία σου, την εξιδανικεύει.
Μείνε λοιπόν μακριά μου.
Θέλω πάντα να σε περιμένω.
* Vorrei.
Πίνακας: Anna Ådén
Αγγελική Σιδηρά, Da…te*, από τη συλλογή Αναπάντεχα κοντά, Εκδόσεις Ευθύνη 2013
.
.
Έβαλε στο χώμα το ανάλογο νερό.
Έφτιαξε λάσπη.
Με κινήσεις επιδέξιες έφτιαξε έναν κούρο.
Του φόρεσε ένα χαμόγελο.
Τον άφησε στον αέρα να ξεραθεί.
Όταν τον ξαναβρήκε είχε ραγάδες πάνω του.
Τις κάλυψε φορώντας του ρούχα.
Τον πήρε μαζί του και τον έκανε βόλτα στο μουσείο.
Τον εναπόθεσε μυστικά πάνω σ’ ένα μισοάδειο εκθετήριο.
Και έφυγε. Με βήματα γρήγορα.
Ο κούρος κοιτούσε μόνο τα έκπληκτα μάτια των παιδιών.
Και ερωτεύτηκε την καθαρίστρια.
Την κυρία Πηνελόπη.
Που διορίστηκε με μέσον και
καθόλου δεν περίμενε να βρει
τέτοιον έρωτα στη ζωή της.
Η κυρία Πηνελόπη έκτοτε
ερχόταν με βαμμένα τα μάτια της στη δουλειά.
Μια μέρα ήρθε αμακιγιάριστη.
Ντρεπόταν να τον κοιτάξει.
Και ο κούρος σκέπασε την ντροπή της
με το πουκάμισο που φορούσε. Και τη φίλησε.
Αργότερα βρέθηκε γυμνός.
Οι φύλακες το παρατήρησαν.
Το ανέφερα. Τον απέσυραν.
Ως «κατά λάθος ευρισκόμενο
εν εκθέσει αντικείμενο».
H κυρία Πηνελόπη
δεν ήρθε στη δουλειά.
Περίμενε από τότε τους χειμώνες.
Για να φτιάχνει χιονάνθρωπους.
Γιώργος Βλαχάκης, Η κυρία Πηνελόπη, (Μάρτης), από τη συλλογή Γράμματα στην Αάβησαρ, Εκδόσεις Ζάθεον πυρ, Κύθηρα 2014
Πίνακας: John William Waterhouse
.
.
.
Φόρεσες πάλι το προσωπείο
του λαβωμένου κενού.
Βγήκες σεργιάνι
τοξεύοντας νέες ανάσες.
Η ίδια πάντα ιστορία.
Ο ίδιος πάντα πόνος.
Πόσο σε λυπάμαι.
Πόσο πονάω για σένα.
Κάθε που βραδιάζει
ξεσκίζοντας τις σάρκες σου
αντικρίζεις το τίποτα
που διψά για τα πάντα.
Γητευτής ξένης ψυχής.
Κυνηγός ξένης ανάσας.
Πόσο ακόμα θα αντέξεις;
Πόσους ακόμα θα ξεπουλήσεις
για να σε αγοράσεις
Πωλείται εραστής
σε τιμή ευκαιρίας
.
.
.
Τη μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα
πλάι στη ραπτομηχανή της
που άρχισε να λειτουργεί αυτόματα
χωρίς τηλεχειριστήριο
Χρόνια νεκρή στρίφωνε και ξεστρίφωνε τα σάβανα του αιώνα
μέχρι που το σώμα της
άρχισε να ταράζεται σύγκορμο
Παραλίγο να πέσει και να χτυπήσει το κάδρο
Σηκώθηκα την έσπρωξα προσεκτικά λίγο πιο μέσα
της χάιδεψα το παραμορφωμένο χέρι
ένα φιλί στο μάγουλο πίσω από τα σπασμένα τζάμια
και βάλθηκα να συναρμολογώ τα οστά της
που κατρακύλησαν πέρα
απ’ το σκελετωμένο της σώμα
στο πάτωμα
Τη μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα
την επισκέπτομαι σπανίως έκτοτε
τη μετακινώ να μην πιαστεί της μιλάω να μαθαίνει τα νέα
Άλλοτε πάλι ξαπλώνω πλάι της
με φυλαχτό
ένα γυαλί
στο στόμα
Κώστας Κρεμμύδας, Τη μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα, Σαντιγκάρ, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013
Πίνακας: Luiz de Souza
.
Στα χρόνια της μεγάλης παραλυσίας
περάσαμε εκατοντάδες ώρες
πάνω στο μεγάλο σκανδιναβικό τραπέζι.
Ατελείωτες οι μέρες της πνευματικής εξάσκησης και της ψυχαγωγίας.
Ψάχνοντας διακαώς
με τη φωτιά και τον σίδηρο παραμάσχαλα
να βρούμε τον χρυσό κανόνα που διέπει όλα τα παιχνίδια
ανακινήσαμε δυνατά το πρασινωπό πουγκί
ακούστηκαν κροταλισμοί
τα πιόνια πετάξαμε, ατάκτως ερριμμένα.
Οι πιο τυχεροί από εμάς σχημάτισαν εφτάστερες προτάσεις,
οι οποίες με τη σειρά τους
καταγράφηκαν στο τεφτέρι των αναμνήσεων.
Πολλοί πόντοι, συμφυείς του ιλίγγου
που δημιουργεί η συνουσία με τη νίκη
εξαργυρώθηκαν
και οι αναμετρήσεις τυπώθηκαν
αποσαφηνισμένες
πάνω στο σταυρό, ανάμεσα στις λέξεις.
Το τι επακολούθησε μετά δεν θα το πούμε εμείς.
Η κρίση μας είναι θολή
εφάμιλλη ενός σπασμού που από μόνος του
δεν λέει απολύτως τίποτα.
Το ατύχημα συνέβη.
Υπήρξε σύγχυση των λειτουργιών και απώλεια των αισθήσεων.
Ένα ρουά ματ θυμάμαι είχες πει εσύ
την ώρα που ξετύλιγα το κόκκινο πανί.
Τώρα μιλούν οι συνοδοί
στη μοναδική γλώσσα που ξέρουν. Ας πουν.
Αυτόκλητοι ήρθαν
ως νοσοκόμοι εθελοντές
κι ανέλαβαν την απογευματινή βόλτα μας στο πάρκο.
Η φύση γύρω πάντως
ακόμα κι από τη θέση της καθήλωσης
παραμένει συγκλονιστική.
Πίνακας: David Eustase
http://www.vakxikon.gr/content/view/2000/11302/lang,el/
Από πληροφορίες διαπερασμένοι.
Από φενάκες πεπειραμένοι.
Άπαντες, φευ, εξ ορισμού και αμετάκλητα,
πεπερασμένοι.
* εικόνα : έργο του Πολωνού εικονογράφου Rafal Olbinsky, γεν. 1945
http://irinivergopoulou.wordpress.com/