RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Το παιχνίδι με τις λέξεις

Όταν η μητέρα μου, λόγω του αίματος που τρέχει ακόμα από τη μύτη μου κρατάει το πρόσωπό μου τόση ώρα κάτω απ’ το κρύο νερό μέχρι που πετρώνει, η παραμάνα μου εν τω μεταξύ φροντίζει το ροζ καρό φουστάνι, αλλά και άλλες φορές, όταν η μητέρα μου μού τραβάει με μια απότομη κίνηση ένα τραυμαπλάστ από το γόνατο ή μου χτενίζει τα μαλλιά με μια χτένα που σκαλώνει στο μαλλί μου, κι ύστερα λέει, πω, πω, τα μαλλιά σου, όταν μου δείχνει πώς τραβάμε ένα λεπτό καλτσόν προς τα πάνω, και το προς τα πάνω μού πιάνει μαζί με το καλτσόν και μου τσιμπάει και το πόδι, πάντα τότε εγώ θα ’θελα να τη δω να κουτρουβαλιάζεται στη σκάλα ή να πέφτει απ’ το παράθυρο και να τσακίζεται, να κόβεται κατά λάθος εκεί που κόβει το ψωμί. Πάντα, όταν λέει: Θα πονέσεις για λίγο μόνο, αλλά μετά θα ’ναι καλύτερα έτσι, ή: σε κόβει βέβαια λιγάκι, αλλά είσαι μεγάλη πια. Μπρος στα κάλλη τι ’ναι ο πόνος, λέει. Μπρος στα κάλλη, μπρος στα κάλλη, ποντικός στην κοιλιά, το κεφάλι μες στην κοπριά, μπρος στα κάλλη. Πάντα όταν ή μητέρα μου με πονάει, για λίγο, λιγάκι μόνο, δεν θα κρατήσει, να ’σαι γενναία, πάντα τότε εγώ θα ’θελα να τη δω, στην ηχώ της σφαλιάρας που θα της έδινα μες στα μούτρα, ν’ αποστρέφει το κεφάλι της από μένα προς τα πλάγια κι επιτέλους να ησυχάζει.

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Το παιχνίδι με τις λέξεις, μτρφ.: Αλέξανδρος Κυπριώτης, Σελ. 64, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2008.

Φωτό: Maquignon Laurence

 

Thomas Mann, Το μαγικό βουνό

«Αχ, ο έρωτας… Το σώμα, ο έρωτας, ο θάνατος, και τα τρία αυτά δεν είναι παρά ένα. Γιατί το σώμα είναι αρρώστια και ηδονή, και αυτό φέρνει το θάνατο, ναι, και τα δύο είναι σαρκικά, και ο έρωτας και ο θάνατος, να, αυτή είναι η φρίκη και η μεγάλη τους μαγεία. Μα ο θάνατος, καταλαβαίνεις, είναι από τη μια κάτι κακόφημο, αναίσχυντο, που σε κάνει να κοκκινίζεις από ντροπή, κι από την άλλη είναι μια δύναμη τόσο πανηγυρική, τόσο μεγαλειώδης – πολύ ανώτερος από τη ζωή που γελαστή βγάζει χρήμα και γεμίζει την κοιλιά της, πολύ πιο σεβάσμιος από την πρόοδο που φλυαρεί ασταμάτητα –, γιατί αυτός είναι η Ιστορία και η ευγένεια και η ευσέβεια και το αιώνιο και το ιερό, που μας κάνει να αποκαλυπτόμαστε και να βαδίζουμε ακροποδητί… Άρα ωσαύτως και το σώμα και ο έρωτας για το σώμα είναι μια υπόθεση ανήθικη και απεχθής, και το σώμα επιφανειακό κοκκινίζει και χλομιάζει από φρίκη και ντροπή για τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι, όμως, επίσης δόξα λαμπρή και αξιολάτρευτη, θαυμαστή εικόνα της οργανικής ζωής, ιερό θαύμα του σχήματος και του κάλλους, και ο έρωτας γι’ αυτό, για το ανθρώπινο σώμα, είναι ο ίδιος μια ανθρωπιστική ευχαρίστηση και δύναμη παιδευτική περισσότερο από ολόκληρη την παιδαγωγική του κόσμου…

Ω, γοητευτική οργανική ομορφιά, που δεν είσαι φτιαγμένη από λαδομπογιά ούτε από πέτρα αλλά από ύλη ζωντανή και φθαρτή, γεμάτη από το πυρετώδες μυστήριο της ζωής και της σήψης! Κοίταξε τη θαυμαστή συμμετρία του ανθρώπινου οικοδομήματος, τους ώμους και τους γοφούς και τις ρώγες των μαστών που ανθίζουν πάνω στο στήθος, και τα πλευρά τακτοποιημένα σε ζεύγη, και τον ομφαλό στο κέντρο της μαλθακής κοιλιάς και το φύλο κρυμμένο ανάμεσα στους μηρούς! Kοίταξε τις ωμοπλάτες που κινούνται κάτω από τη μεταξένια επιδερμίδα της πλάτης και τη ραχοκοκαλιά που κατηφορίζει προς τη διπλή και δροσερή πληθωρικότητα των γλουτών και τα μεγάλα κλαδιά των αγγείων και των νεύρων που περνούν από τον κορμό στα χέρια από τις μασχάλες και την κατασκευή των βραχιόνων, που αντιστοιχεί σε αυτήν των ποδιών. Ω, οι απαλές περιοχές του εσωτερικού των κλειδώσεων του αγκώνα και του γονάτου, με την πλούσια οργανική τους λεπτότητα κάτω από τα μαξιλάρια της σάρκας! Τι απόλαυση ανείπωτη να τα χαϊδεύεις, αυτά τα γλυκά μέρη του ανθρώπινου σώματος! Tι απόλαυση να πεθαίνεις μετά χωρίς παράπονα και θρήνους! Ναι, Θεέ μου, άφησέ με να νιώσω την οσμή της επιδερμίδας στην επιγονατίδα σου, κάτω από την οποία εκκρίνει το λιπαρό τον έλαιο ο μεγαλοφυής αρθρικός θύλακας! Άφησέ με ν’ αγγίξω ευλαβικά με το στόμα την αρτηρία που σφύζει στο μπροστινό μέρος του μηρού σου και που χωρίζεται πιο χαμηλά στις δυο αρτηρίες της κνήμης! Άσε με να αισθανθώ την εκπνοή από τους πόρους του δέρματός σου, να ψηλαφίσω το χνούδι του, εικόνα ανθρώπινη από νερό και λεύκωμα, προορισμένη για την ανατομία του τάφου, και άσε με να χαθώ με τα χείλη μου κολλημένα στα δικά σου.»


konstantin-kacev-35Τελειώνοντας δεν άνοιξε τα μάτια• έμεινε όπως ήταν, με το κεφάλι γερμένο στο σβέρκο, τα χέρια με το ασημένιο μολυβάκι απλωμένα μπρος, παραπαίοντας πάνω στα τρεμάμενα γόνατά του.
«Είσαι τελικά ένας ερωτιάρης που ξέρει να ικετεύει με έναν τρόπο πολύ ιδιαίτερο, πολύ γερμανικό.»
Kαι φόρεσε το χάρτινο καπέλο της.
«Αντίο, πρίγκιπά μου του καρναβαλιού! Προβλέπω ότι απόψε θα ψηθείτε στον πυρετό.»
Λέγοντας αυτά, γλίστρησε από την καρέκλα, γλίστρησε πάνω στο χαλί μέχρι την πόρτα, κοντοστάθηκε εκεί μισοστραμμένη πίσω, με σηκωμένο το ένα γυμνό της μπράτσο, κρατώντας με το ένα χέρι το πόμολο. Πάνω από τους ώμους είπε σιγανά:
«Μην ξεχάσετε να μου επιστρέψετε το μολύβι μου.»
Kαι βγήκε από το δωμάτιο

Thomas Mann, Το μαγικό βουνό, μτφρ.: Αλέξανδρος Πανούσης (για το γαλλικό κείμενο του πρωτοτύπου, που παρατίθεται εδώ) σελ. 585-587, 1ος τόμος, και μτφρ.: Θόδωρος Παρασκευόπουλος για το γερμανικό κείμενο της έκδοσης, Εξάντας 1995.

Πίνακες: Κonstantin Κacev

.

 

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

X cmΉ ήρωας ή βούρκος, μέσος όρος δεν υπήρχε. Αυτό ήταν που με κατάστρεψε, γιατί στο βούρκο παρηγοριόμουν με το να ονειρεύομαι τον εαυτό μου ήρωα σ’ άλλες στιγμές κι ο ήρωας σκέπαζε όλο το βούρκο. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος, σκεφτόμουνα, ντρέπεται να βουτηχτεί στο βούρκο, μα ο ήρωας είναι πολύ ψηλός για να λασπωθεί ολόκληρος, επομένως μπορεί κανείς να μπαίνει στο βούρκο. Είναι αξιοσημείωτο πως αυτές οι πλημμύρες κάθε ωραίου και υψηλού μ’ έβρισκαν και την ώρα της μικροπαρεκτροπής και κυρίως τη στιγμή που βρισκόμουν στο βυθό, μ’ έβρισκαν τμηματικά σε χωριστές μικρές αναλαμπές σα να ’θελαν να μου θυμίσουν τον εαυτό τους, δεν εξαφάνιζαν όμως την μικροπαρεκτροπή με την εμφάνισή τους. Απεναντίας, σα να την ενθάρρυναν με την αντίθεση και μ’ έβρισκαν ακριβώς σε τόσο βάθος όσος έφτανε για μια καλή σάλτσα. Η σάλτσα εδώ αποτελείτο από την αντίθεση και τη δοκιμασία, τη βασανιστική αυτή εσωτερική ανάλυση, κι όλα αυτά τα μαρτύρια, μικρά και μεγάλα, έδιναν κάποιο γούστο, σχεδόν σκοπό, στην μικροπαρεκτροπή μου, μ’ άλλα λόγια, εκτελούσαν στην εντέλεια την υπηρεσία της καλής σάλτσας. Όλ’ αυτά, μάλιστα, ήταν όχι δίχως κάποιο βάθος. Μα και θα μπορούσα τάχα να δεχτώ μια απλή, άθλια, άμεση γραφειάδικη μικροπαρεκτροπή και να φορτωθώ όλη κείνη τη λάσπη; Τι θα μπορούσα τάχα τότε να με προσελκύσει και να με τραβήξει νύχτα στο δρόμο; Α, όχι, εγώ έχω ευγενικιά αντίληψη για όλα…

X cmΜα πόση αγάπη, Θεέ μου, πόση αγάπη δοκίμαζα σ’ αυτά τα όνειρά μου, σ’ αυτά τα ταξίδια μέσα στο κάθε «ωραίο και υψηλό». Κι ας ήταν αγάπη φανταστική που σε τίποτε ανθρώπινο στην πραγματικότητα δεν προσαρμοζόταν, ήταν όμως τόσο πολλή, που ύστερα στην πραγματικότητα μήτε καν αισθανόμουν την ανάγκη να την προσαρμόσω κάπου – αυτό πια θα ’ταν μια περιττή πολυτέλεια. Όλα, άλλωστε, ωραιότατα τέλειωναν με την οκνηρή και απολαυστική μεταπήδηση στην τέχνη, δηλαδή στις ομορφότερες φόρμες της ζωής, εντελώς έτοιμες, κατακλεμμένες απ’ τους ποιητές και τους μυθιστοριογράφους και προσαρμοσμένες σε κάθε λογής παραποιήσεις κι απαιτήσεις. Εγώ, π.χ., θριαμβεύω πάνω σ’ όλους. Όλοι, εννοείται, πέφτουν μπρούμυτα κι αναγκάζονται θεληματικά ν’ αναγνωρίσουν όλες τις τελειότητές μου, κι εγώ πάλι τους συγχωρώ. Ερωτεύομαι καθώς είμαι ένας διάσημος ποιητής και βαθμούχος. Παίρνω αμέτρητα εκατομμύρια κι αμέσως τα θυσιάζω για τους ανθρώπους και ταυτόχρονα ξομολογιέμαι μπροστά σ’ όλον τον κόσμο τα αίσχη μου, που, εννοείται, δεν είναι απλώς αίσχη, μα περικλείουν πάρα πολύ από κάθε «ωραίο και υψηλό», κάτι το Μαμφρεδικό. Όλοι κλαίνε και με φιλούν, (αλλιώς τι είδους βλάκες θα ’ταν;) κι εγώ προχωρώ ξυπόλητος και πεινασμένος να διδάξω τις νέες ιδέες (…)

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μτφρ.:Kοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη 2014, σ. 60-61

Πίνακας: Xρήστος Παλλαντζάς

.

 

 

Pascal Quignard, Ταράτσα στη Ρώμη

Κεφάλαιο εικοστό πέμπτο

Πάνω στο θυμό της η Μαρί έλεγε: «Όλοι οι δυστυχισμένοι είναι παιδιά ενός θυμού των γονέων τους, που η απόλαυση που ακολούθησε δεν μπόρεσε να τον χορτάσει».
Στο θυμό τ’ αυτιά μας παύουν ν’ ακούν.
Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης: «Δεν είναι πιο μπορετό στον άνθρωπο που είναι θυμωμένος να σταματήσει την οργή του απ’ ό,τι στο δύτη που πήδηξε από το βράχο να σταματήσει τη βουτιά του και να μη φράσει στο νερό».
Ο Αβάς του Σαν-Συράν: «Oργή σημαίνει αποκλεισμός του χρώματος. Ο Μώμους ο Ρωμαίος υπήρξε ο ζωγράφος της άρνησης του χρώματος. Μαύρο και οργή είναι ένα πράγμα, όπως Θεός και εκδίκηση συνιστούν τη μόνη αιώνια πράξη. Και είπεν ο Αιώνιος “Εμή η εκδίκησις”. Παλιά, χολή δεν σήμαινε οργή αλλά μαυρίλα. Στα μάτια των Αρχαίων η οργή που υπάρχει στη μελαγχολία είναι το μέλαν που υπάρχει στη νύχτα. Δεν υπάρχει ποτέ αρκετό μαύρο για να εκφράσει κανείς τη βίαιη αντίθεση που διαιρεί τον κόσμο σε γέννηση και θάνατο. Αλλά δεν είναι πρέπον να κλείνουμε τα μάτια μας, να κάνουμε δυο γύρες το πανί και να το δένουμε πίσω στο κεφάλι μας. Δεν είναι σωστό να λέμε: ανάμεσα σε γέννηση και σε θάνατο. Το σωστό είναι να λέμε με απόλυτη βεβαιότητα, σαν να ήμασταν ο Θεός: ανάμεσα σε σεξουαλικότητα και σε κόλαση».
Ο Μωμ είπε: «Tα ανθρώπινα αισθήματα είναι η βροχή που πέφτει και εξαφανίζει τα χρώματα».
Η οργή είναι εξίσου διεγερτική και ιλιγγιώδης με την ηδονή.
Οι ψαραετοί και οι γλάροι λένε πως η θάλασσα που κομματιάζει επιτέλους τον κυματοθραύστη πάνω στον οποίο σκάει και επιτέλους ξεχύνεται στους δρόμους είναι ευτυχισμένη.

Pascal Quignard, Ταράτσα στη Ρώμη, σελ. 76, μτφρ.: Θοδωρής Τσαπακίδης, Εκδόσεις Άγρα, 2002 

Πίνακας: Alex Colville

.

.

 

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός

To φορτηγό προχωράει αγκομαχώντας βαθιά μες στην καρδιά του Μεξικού, μετά τη Ματεχουάα και το Σαν Λούις Ποτόσι, όπου πιο πράσινα τοπία συγχωνεύονται με τον πονοκέφαλό μου από τα ξίδια για να υφάνουν παγωμένα όνειρα, με τη χώρα μου και την Τέιλορ. Προσπαθώ να παραμερίσω τα μεταξωτά νήματα, τις σάρκες των πλοκαμιών που σφαδάζουν, που πετάνε μοβ και κόκκινες λάμψεις, που ξεφυσάνε έντονες μυρωδιές και μέλι, για να μπορέσω να αερίσω τις μουχλιασμένες σκέψεις, τις σκέψεις με τη μυρωδιά της λεβάντας που μου ’ρχονται κάθε μέρα για νεκρούς. Σκέψεις τόσο συνταρακτικές που δεν ανατριχιάζεις καν, σκέψεις που απλώς κάθονται ήσυχα εκεί, που έρχονται για να μείνουν παντοτινά, σαν φραμπαλάδες στο σατέν του φέρετρού σου. Οι σκέψεις συνδυάζονται με την ανάβασή μας στο Μέξικο Σίτι και φέρνουν ηχητικά αποσπάσματα από όλους όσους ξέρω, να κλαίνε πίσω από τις σήτες τους, «Συντετριμμένοι, συντετριμμένοι, συντετριμμένοι, οι βραδινές ειδήσεις, οι θλιβερές ειδήηησεις, η θηλιά σφίιιιιγγει…», ώσπου μες στο μυαλό μου με κυνηγάει με ουρανούς ανταριασμένης χολής μια μαύρη και σαπισμένη δίνη που διατρέχει ολόκληρες πολιτείες, ολόκληρες γαμοχώρες, μόνο και μόνο για να με σκίσει, να με ξεκοιλιάσει και να ποδοπατήσει τα παλλόμενα άντερά μου με μπότες και σπιρούνια, λες κι είναι τίποτα μικροί κροταλίες,  «Θα σας λιώσω! Γκνταπ! Σκισ’ τον αυτόν τον καριόλη, ακόμα σαλεύει!»

Bέρνον Γκοντζίλα Λιτλ.

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός, σελ. 234, μτφρ.: Bίκυ Τόμπρου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2004

Αrtwork: Jeane Myers

 

Άντον Τσέχοφ, Το βιολί του Ρότσιλντ

Η κωμόπολη ήταν μικρή, χειρότερη και από χωριό. Ζούσαν σε αυτήν σχεδόν αποκλειστικά γέροι, οι οποίοι πέθαιναν τόσο σπάνια, ώστε καταντούσε ενοχλητικό. Το νοσοκομείο και οι φυλακές χρειάζονταν ελάχιστα φέρετρα. Με άλλα λόγια, οι δουλειές πήγαιναν χάλια. Αν ο Γιακόβ Ιβάνοφ ήταν φερετροποιός σε κάποια μεγάλη πόλη του κυβερνείου, τότε ίσως και να είχε δικό του σπίτι και να τον φώναζαν Γιακόβ Ματβέιτς. Εδώ όμως, σε αυτή την πολιτειούλα, τον φώναζαν απλώς Γιακόβ, ενώ το παρατσούκλι του για κάποιο λόγο ήταν «Μπρούντζος». Ζούσε πάντως φτωχά, σαν απλός μουζίκος, σε μια μικρή, παλιά ίζμπα με ένα και μόνο δωμάτιο, όπου στριμώχνονταν αυτός, η Μάρφα, η σόμπα, ένα διπλό κρεβάτι, τα φέρετρα, ο πάγκος της δουλειάς του και όλο το νοικοκυριό.

Ο Γιακόβ έφτιαχνε ωραία φέρετρα, ανθεκτικά. Για τους μουζίκους και τους μικροαστούς τα έφτιαχνε στα δικά του μέτρα και δεν έπεφτε ποτέ έξω, μια και ψηλότερο και δυνατότερο άνθρωπο από αυτόν δεν θα έβρισκες πουθενά, ούτε καν στη φυλακή – κι αυτό, παρόλο που είχε κλείσει τα εβδομήντα. Για τους ευγενείς πάλι και για τις γυναίκες, έπαιρνε μέτρα, χρησιμοποιώντας γι’ αυτόν το σκοπό έναν σιδερένιο πήχη. Παραγγελίες για παιδικά φερετράκια δεχόταν με μεγάλη δυσφορία και τα έφτιαχνε κατευθείαν, χωρίς να πάρει μέτρα, με απέχθεια, ενώ κάθε φορά που έπαιρνε λεφτά για τη συγκεκριμένη δουλειά, έλεγε: – Oμολογώ πως δεν μου αρέσει να πληρώνομαι για κουραφέξαλα. (…)

Το πρωί σηκώθηκε με κόπο και πήγε στο νοσοκομείο. Ο ίδιος νοσηλευτής, ο Μαξίμ Νικολάιτς, του είπε να βάλει στο κεφάλι μια κρύα κομπρέσα και του έδωσε ένα φάρμακο σε σκόνη. Από την έκφραση του προσώπου του και από τον τόνο της φωνής του, ο Γιακόβ κατάλαβε πως τα πράγματα ήταν άσχημα και πως κανένα φάρμακο δεν θα βοηθούσε. Στο δρόμο για το σπίτι, σκεφτόταν πως ο θάνατός του θα είχε ένα μόνο όφελος: Δεν θα χρειαζόταν ούτε να τρώει ούτε να πίνει ούτε να πληρώνει φόρους ούτε να προσβάλλει τον κόσμο. Και μιας και οι άνθρωποι δεν μένουν στον τάφο ένα παρά εκατό και χίλια χρόνια, τα κέρδη, αν τα υπολογίσεις, είναι τεράστια. Η ζωή του ανθρώπου είναι μόνο ζημίες, ενώ ο θάνατος κέρδη. Αυτή η σκέψη, φυσικά, είναι σωστή, παρ’ όλα αυτά στενάχωρη και πικρή: Γιατί να υπάρχει στον κόσμο αυτή η παράξενη τάξη πραγμάτων, στην οποία η ζωή που δίνεται στον άνθρωπο μόνο μια φορά, περνάει έτσι άδικα, χωρίς κέρδος;

Άντον Τσέχοφ, Το βιολί του Ρότσιλντ, σελ. 7-8 και 21-22, μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Εκδόσεις Άγρα, Σειρά: Ο άτακτος λαγός, 2015 

Artwork: Vladmir Fedotko

.

.

 

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Straw hatO καινουργιοφερμένος έκανε μεταβολή δίχως να πει λέξη. Οι άλλοι τον κοιτούσαν που εξαφανίστηκε πίσω από το σωρό τα πριονίδια, κι ύστερα ξανάρθε μ’ ένα φτυάρι κι έπιασε δουλειά. Ο επιστάτης και ο διευθυντής μιλούσαν στην πόρτα. Χώρισαν κι ο επιστάτης γύρισε μέσα. «Τον λένε Χριστούγεννα», είπε.
«Πώς;» έκανε κάποιος.
«Χριστούγεννα»
«Ξένος είναι;»
«Άκουσες ποτέ κανένα λευκό να τον λένε Χριστούγεννα;»
«Μωρ’ ούτε λευκό ούτε αράπη δεν έχω ματακούσει με τέτοιο όνομα».
Και, κατά πώς θυμάται ο Μπάιρον, ήταν η πρώτη φορά που του πέρασε η σκέψη ότι τ’ όνομα ενός ανθρώπου –που υποτίθεται πως δεν είναι παρά το υποκατάστατό του σε ηχολόγημα– μπορεί ν’ αποτελέσει κατά κάποιον τρόπο χρησμό του τι πρόκειται να κάνει αυτός ο άνθρωπος στο μέλλον, φτάνει μόνο να ξέρεις να ερμηνέψεις τη σημασία του έγκαιρα. Του φαινόταν πως κανείς τους δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία στον ξένο μέχρι που άκουσαν τ’ όνομά του.

Straw hatΌμως μόλις τ’ άκουσαν, θαρρείς και υπήρχε μες στο ηχολόγημα τούτης της λέξης κάτι που προσπαθούσε να τους προειδοποιήσει για το τι να περιμένουν• λες και κουβαλούσε μαζί του ο Χριστούγεννας το δικό του αναπόδραστο προμήνυμα, όπως κουβαλάει ένα λουλούδι την ευωδιά ή ο κροταλίας το κροτάλισμά μου. Μονάχα που κανένας τους δεν είχε τότε το μυαλό να τον αντιληφτεί. Νόμισαν απλά πως ήταν ένας ξένος, και όπως τον περιεργάζονταν τις υπόλοιπες ώρες εκείνης της Παρασκευής, εκεί που δούλευε με το σιδερωμένο πανταλόνι του και τη γραβάτα και το ψαθάκι στο κεφάλι, συμφώνησαν αναμεταξύ τους πως έτσι θα συνήθιζαν να δουλεύουν στον τόπο του• μολονότι ήταν και μερικοί που είπαν: «Μωρέ θ’ αλλάξει απόψε, να μου το θυμηθείς. Δεν θα μας έρθει κι αύριο με τα κυριακάτικά του».

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ.: Βικτώρια Τραπάλη, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

Πίνακας: Vincent Van Gogh

.

.

 

(Ηenri Beyle) Stendhal, Το κόκκινο και το μαύρο

Κανενός είδους υποκρισία δεν σπίλωνε την αγνότητα της απλοϊκής αυτής ψυχής, πλανεμένης από ένα πάθος που ποτέ της δεν είχε ως τότε αισθανθεί. Ξεγελιόταν, όμως άθελά της, κι ωστόσο κάτι σαν ένστικτο αρετής μέσα της τρόμαζε. Έτσι αντιπάλευε με τον εαυτό της, όταν ο Ζιλιέν έφτασε στον κήπο. Τον άκουσε που μιλούσε και σχεδόν την ίδια στιγμή, τον είδε να κάθεται δίπλα της. Τη συνεπήρε ξανά η γλυκιά εκείνη ευτυχία που, εδώ και δυο βδομάδες, πιο πολύ την ξάφνιαζε παρά την έθελγε. Όλα τής ήταν πρωτοφανέρωτα. Όμως λίγες στιγμές μετά: αρκεί λοιπόν, συλλογίστηκε, να είναι κοντά μου ο Ζιλιέν για να σβήσει ό,τι άδικο μού έχει κάνει; Κατατρόμαξε, και τότε ήταν που αποτράβηξε το χέρι της. Τα γεμάτα πάθος φιλιά, που ποτέ της δεν είχε δεχθεί παρόμοια, την έκαναν ξαφνικά να ξεχάσει πως ίσως αυτός αγαπούσε μιαν άλλη. Και σε λίγο, είχε πάψει να τον θεωρεί ένοχο.

Ο διαπεραστικός πόνος, γεννημένος από την υποψία, που την ταλάνιζε, χάθηκε, και η ευτυχία που ένιωθε και ποτέ της δεν την είχε καν ονειρευτεί τη δονούσε από έρωτα και θεότρελη χαρά. Η βραδιά αυτή ήταν όμορφη για όλους, εκτός από το δήμαρχο της Βεριέρ, που δεν μπορούσε να ξεχάσει τους νεόπλουτους βιοτέχνες του. Ο Ζιλιέν δεν σκεφτόταν πια τη σκοτεινή του φιλοδοξία, ούτε τα δυσκολοκατόρθωτα, σχέδιά του. Για πρώτη φορά στη ζωή του, άφησε να τον παρασέρνει η δύναμη της ομορφιάς. Χαμένος σ’ έναν ακαθόριστο γλυκό ονειροπαρμό, τόσο ξένο προς τον χαρακτήρα του, σφίγγοντας απαλά το χέρι, που τον μάγευε η τέλεια χάρη του, μισάκουγε τα φύλλα της φλαμουριάς, που θρόιζαν στο ανάλαφρο αεράκι της νύχτας και τα σκυλιά του νερόμυλου, που αλυχτούσαν πέρα, μακριά, στον Ντου. Όμως αυτή η συγκίνηση ήταν μια απόλαυση και όχι ένα πάθος. Γυρνώντας στην κάμαρά του, συλλογίστηκε τη μοναδική του ευτυχία, να ξαναπιάσει στα χέρια του το αγαπημένο του βιβλίο. Όταν είναι κανείς είκοσι χρονών, η σκέψη του κόσμου και η προβολή του εγώ πάνω σ’ αυτόν είναι πιο δυνατή απ’ όλα τ’ άλλα.

(Ηenri Beyle) Stendhal, Το κόκκινο και το μαύρο, σελ. 95-96, μτφρ.: Γιώργος Σπανός, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

Photo: Ferdinando Scianna

.

.

 

Tόμας Μαν, Ο θάνατος στη Βενετία

.

Έτσι γλιστρούσε και λικνιζόταν, λοιπόν, με τη γόνδολα, ξαπλωμένος σε μαλακά μαύρα μαξιλάρια, ακολουθώντας την άλλη μαύρη, μυτερή βάρκα, που το πάθος του τον έδενε πάνω στα ίχνη της. Στιγμές στιγμές την έχανε: τότε ένιωθε γιομάτος έγνοια και ανησυχία. Μα ο οδηγός του, σαν να ήταν καλά εξασκημένος σε τέτοιες δουλειές, μπορούσε πάντα μ’ επιδέξιες μανούβρες, με γρήγορα λοξά πλευσίματα και συντομεύσεις να φέρνει μπροστά του το ποθούμενο. Ο αέρας ήταν ήρεμος κι ευωδιαστός, ο ήλιος έκαιγε βαριά μέσα από την αχλή που έδινε ένα χρώμα σχιστόλιθου στον ουρανό. Το φώναγμα του γονδολιέρη, μισοαποτροπή, μισοχαιρετισμός, προκαλούσε με μια παράξενη σύμβαση μια απάντηση από μακριά, μέσα από τη σιωπή του λαβύρινθου. Από μικρούς, ψηλά βρισκόμενους κήπους κρέμονταν αρμαθοί λουλουδιών, λευκοί και πορφυροί, που μύριζαν σαν αμύγδαλα πάνω από σαθρά μουχλιασμένα ντουβάρια. Τα αραβουργήματα στις κορνίζες των παραθύρων αντανακλούνταν στο θολό νερό. Τα μαρμάρινα σκαλοπάτια μιας εκκλησίας κατέβαιναν μες στη φουσκονεριά• ένας ζητιάνος καθισμένος ανακούρκουδα στα σκαλοπάτια αυτά, διεκτραγωδώντας τη δυστυχία του άπλωνε το καπέλο του κι έδειχνε το άσπρο των ματιών του, σαν να ήταν τυφλός• ένας έμπορος αρχαιοτήτων, μπροστά στο άντρο του, καλούσε τον περαστικό από κει με δουλοπρεπείς χειρονομίες να σταματήσει με την ελπίδα να τον εξαπατήσει.

 

Berengo Gardin 5_b

.

Αυτό ήταν η Βενετία, η γαλίφα και ύποπτη καλλονή – αυτή η πόλη, η μισοπαραμύθι, μισοπαγίδα για τον ξένο, που στον μουχλιασμένο αέρα της η τέχνη φούντωσε ακόλαστα, έναν άλλον καιρό, και που έδωσε τους μουσικούς λικνιστικούς και ερωτικά αποκοιμιστικούς τόνους. Στο ριγμένο στην περιπέτεια φαινόταν σάμπως το μάτι του να έπινε από την ίδια αφθονία, σάμπως το αυτί του να ζητούσε να συλλάβει γύρω του κάτι από τις μελωδίες• θυμόταν, επίσης, πως η πόλη ήταν άρρωστη και πως το έκρυβε, από την απληστία της για κέρδος, και παρακολουθούσε με το πιο αχαλίνωτο πάθος τη γόνδολα που λικνιζόταν σε κάποια απόσταση μπροστά του. Έτσι, λοιπόν, ο περιπεπλεγμένος αυτός άνθρωπος δεν ήξερε και δεν ήθελε τίποτε άλλο πια, παρά να παίρνει αδιάκοπα από πίσω το αντικείμενο που τον φλόγιζε, να το ονειρεύεται όταν έλειπε και, όπως οι ερωτευμένοι, να δίνει τρυφερά ονόματα στη σκιώδη εικόνα του. Η μοναξιά, το ξένο μέρος και η ευτυχία μιας όψιμης και βαθιάς μέθης τον ενθάρρυναν και τον έπειθαν να επιτρέπει, άφοβα και δίχως κοκκίνισμα, στον εαυτό του να κάνει και την πιο μεγάλη αποκοτιά, όπως έγινε αργά, ένα βράδυ που γυρίζοντας από τη Βενετία σταμάτησε στον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου, μπροστά στην πόρτα του δωματίου του ωραίου αγοριού και ακουμπώντας το μέτωπο, μες στην ολοκληρωτική μέθη του, στο ρεζέ της πόρτας, επί πολλή ώρα δεν έβρισκε τη δύναμη να ξεκολλήσει από κει, με κίνδυνο να τον πιάσουν ξαφνικά σε μια τόσο τρελή κι ανάρμοστη στάση.

Tόμας Μαν, Ο θάνατος στη Βενετία, σελ. 84-86, μτφρ.: Άρης Δικταίος, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, 1993

Photo: Berengo Gardin

.

.

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Ορλάντο

.

Επιτέλους, σηκώθηκε στα πόδια του (ήταν χειμώνας τώρα κι έκανε πολύ κρύο) κι έδωσε έναν απ’ τους πιο βαρυσήμαντους όρκους της ζωής, βαρυσήμαντος γιατί θα τον οδηγούσε σε μια σκλαβιά, που χειρότερη δεν υπήρχε. «Θα είμαι ένας ξοφλημένος», είπε, «εάν γράψω ποτέ μου άλλη λέξη ή αν προσπαθήσω να γράψω άλλη λέξη για να ευχαριστήσω τον Νικ Γκρην ή τη Μούσα. Είτε καλά είτε κακά είτε αδιάφορα, θα γράφω, από δω και στο εξής, μόνο για τον εαυτό μου», κι εδώ έκανε μια κίνηση σαν να ξέσκιζε έναν ολόκληρο τόμο χαρτιά και να τα πετούσε στο πρόσωπο του σαρκαστικού εκείνου άντρα με τα πεσμένα χείλη.

Εκείνη τη στιγμή, σαν κάποιο κοπρόσκυλο που σκύβει γρήγορα, καθώς ετοιμάζεσαι να του πετάξεις μια πέτρα, η Μνήμη εξαφάνισε το ομοίωμα του Νικ Γκρην• και το αντικατέστησε… με τίποτε απολύτως. Ο Ορλάντο όμως παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να σκέφτεται. Είχε πράγματι πολλά να σκεφτεί. Γιατί όταν έσκιζε τα χαρτιά, έσκιζε, με την ίδια κίνηση, την κυλινδρική σφραγισμένη περγαμηνή που είχε φτιάξει μόνος του στη μοναξιά του δωματίου του, ορίζοντας τον εαυτό του, όπως ο Βασιλιάς ορίζει τους Πρεσβευτές, σαν τον πρώτο ποιητή της γενιάς του, σαν τον πρώτο συγγραφέα της εποχής του, απονέμοντας την αιώνια αθανασία στην ψυχή του και παρέχοντας στο σώμα του ένα μνήμα ανάμεσα σε δάφνες και σε άσπιλα λάβαρα, δείγματα του άσβεστου σεβασμού των ανθρώπων. Όσο εύγλωττα κι αν ήταν όλα αυτά πάνω στην περγαμηνή, ο Ορλάντο τώρα την έσκισε και την πέταξε στα σκουπίδια. 

«Η Φήμη», είπε, «είναι σαν» (και μια που δεν υπήρχε ο Νικ Γκρην να τον σταματήσει, άρχισε ν’ απολαμβάνει διάφορες εικόνες, απ’ τις οποίες εμείς θα διαλέξουμε μια δυο, τις πιο σύντομες) «ένα πανωφόρι στολισμένο με σειρήτια και γαλόνια, που εμποδίζει τα μέλη να κινηθούν ελεύθερα• ένας ασημένιος χιτώνας που σφίγγεται γύρω απ’ την καρδιά• ένα πλουμιστό κάλυμμα που σκεπάζει ένα σκιάχτρο» κ.λπ κ.λπ Η ουσία των φράσεών του ήταν ότι, ενώ η Φήμη εμποδίζει και περιορίζει κάποιον, η αφάνεια τον τυλίγει σαν ομίχλη• η αφάνεια αφήνει το νου του ανθρώπου ν’ ακολουθεί το δρόμο που θέλει ανεμπόδιστος. Πάνω από τον αφανή άνθρωπο απλώνεται το σπλαχνικό πέπλο του σκότους. Κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνει ή από πού έρχεται. Μπορεί να ψάχνει την αλήθεια και να τη διαλαλεί• μόνο αυτός είναι ελεύθερος• μόνο αυτός ξέρει τι θα πει γαλήνη• Κι έτσι ο Ορλάντο ηρεμούσε, κάτω απ’ τη βελανιδιά, που οι σκληρές ρίζες της, που προεξείχαν απ’ τη γη, του φαινόντουσαν πιο αναπαυτικές από ποτέ άλλοτε. Παραδόθηκε για πολλή ώρα σε βαθιές σκέψεις, γύρω από την αξία της αφάνειας, την ευχαρίστηση της ανωνυμίας, την ευτυχία τού να είσαι ένα κύμα που ξαναγυρνάει στα βάθη της θάλασσας• σκεφτόταν πως η αφάνεια απαλλάσσει το νου από την ενοχλητική ζηλοτυπία και την εχθρότητα• πως κάνει να τρέχουν μέσα στις φλέβες τα ελεύθερα νερά της γενναιοδωρίας και της μεγαλοψυχίας• και πως μπορεί να δίνει και να παίρνει, χωρίς να νοιάζεται για ευχαριστίες και επαίνους• πράγμα που θα πρέπει να έκαναν όλοι οι μεγάλοι ποιητές, υπέθεσε (αν και οι γνώσεις του γύρω από τα Ελληνικά δεν ήταν αρκετές, για να μπορέσουν να επιβεβαιώσουν αυτήν τη θέση), γιατί, σκέφτηκε, ο Σαίξπηρ μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να έγραφε και οι χτίστες των εκκλησιών έτσι πρέπει να έκτιζαν, ανώνυμα, χωρίς να έχουν την ανάγκη των ευχαριστιών ή της δημοσιότητας αλλά μονάχα της καθημερινής τους δουλειάς και πιθανόν λίγης μπύρας το βράδυ. «Tι υπέροχη ζωή είναι αυτή», σκέφτηκε, τεντώνοντας τα μέλη του κάτω απ’ τη βελανιδιά.

Βιρτζίνια Γουλφ, Ορλάντο, σελ. 81-82, μτφρ.: Αναστασία Λιναρδάκη, Εκδόσεις Αστάρτη, 1984

Photo:Robert and Shana ParkeHarrison

.

.