RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Γιούκιο Μισίμα, Ο ναός του χρυσού περιπτέρου

Οι στέγες του χωριού, που το συγκεχυμένο τους περίγραμμα αναδυόταν μεσ’ απ’ τη σκοτεινή αυγή, τα μαύρα δέντρα και οι κορυφογραμμές του Αομπαγιάμα, ακόμη κι η Ουίκο, που είχε σταθεί τώρα μπροστά μου, όλα κατακλύζονταν από έλλειψη νοήματος. Μια έλλειψη τόσο πλήρη όσο και τρομακτική. Κάτι είχε στηρίξει την πραγματικότητα σε όλα αυτά, χωρίς να περιμένει τη συμμετοχή μου: και η θεοσκότεινη αυτή πραγματικότητα, μεγάλη και άδεια από κάθε νόημα, μου είχε δοθεί, μου είχε επιβληθεί, με ένα βάρος που δεν είχα υπάρξει ποτέ μέχρι τότε μάρτυς του. Όπως πάντοτε, οι λέξεις ήταν πιθανότατα τα μόνα πράγματα που θα μπορούσαν να με γλιτώσουν από αυτή την κατάσταση. Κάτι που αποτελούσε χαρακτηριστική παρεξήγηση από την πλευρά μου. Όταν έπρεπε να δράσω, πάντοτε με απορροφούσαν οι λέξεις. Και ακριβώς επειδή έβγαιναν με τέτοια δυσκολία από τα χείλη μου, τους αφοσιωνόμουν ξεχνώντας τα πάντα γύρω από τη δράση. Μου φαινόταν μάλιστα ότι οι πράξεις, κάτι αστραφτερό και πολυποίκιλο, πρέπει να συνοδεύονται πάντοτε από εξίσου αστραφτερές και πολυποίκιλες λέξεις.

Δεν κοίταζα τίποτε επισταμένως. Απ’ όσο θυμάμαι, η Ουίκο στην αρχή τρόμαξε. Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι ήμουν εγώ, αρκέστηκε να κοιτάξει το στόμα μου. Κοίταζε –έτσι τουλάχιστον υποθέτω– την ανόητη και σκοτεινή αυτή τρυπίτσα, κακοφτιαγμένη και ακάθαρτη σαν τις φωλιές των μικρών ζώων στους αγρούς, που κουνιόταν τώρα στο πρωινό φως της αυγής χωρίς κανένα νόημα. Ναι, η Ουίκο κοίταζε μόνο το στόμα μου. Και αφού ικανοποιήθηκε ότι από αυτό το στόμα δεν θα προερχόταν ούτε η ελάχιστη δύναμη σύνδεσης με τον έξω κόσμο, ένιωσε ανακουφισμένη. «Θεέ μου!», είπε. «Τι παράξενο να είναι κανείς τραυλός!»

Γιούκιο Μισίμα, Ο ναός του χρυσού περιπτέρου, σελ. 17-18, μτφρ.: Λήδα Παλλαντίου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999

Photo: Sarah Moon

.

.

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο


  Έτσι, όποτε σκεφτόταν το έργο του κ. Ράμζυ, έβλεπε πάντα ένα καλοπαστρεμένο τραπέζι της κουζίνας. Είχαν φτάσει τώρα στον δεντρόκηπο, και το τραπέζι ήταν σφηνωμένο στη διχάλα μιας αχλαδιάς. Και με μια οδυνηρή προσπάθεια να συγκεντρωθεί, προσήλωσε το μυαλό της όχι στην ασημοσκάλιστη φλούδα του δέντρου ούτε στα φύλλα του, που είχαν το σχήμα ψαριού, αλλά σ’ ένα φανταστικό τραπέζι της κουζίνα, ένα από κείνα τα καλοτριμμένα ξύλινα τραπέζια, με νερά και ρόζους, που η αξία του φαίνεται να έχει αποκαλυφθεί μέσ’ από χρόνια και χρόνια μυικής ακεραιότητας, σφηνωμένο εκεί, με τα τέσσερα πόδια του στον αέρα. Φυσικά, αν περνάς τις μέρες σου παρατηρώντας γωνιώδεις ουσίες, ανάγοντας ένα ωραίο απόγευμα, με τα σύννεφά του, που μοιάζουν με φλαμίγκο και τα γαλάζια κι ασημένια του χρώματα, σ’ ένα λευκό τραπέζι από ξύλο πεύκου με τέσσερα πόδια (και τούτο είναι σημάδι των πιο εκλεκτών φύσεων), τότε, φυσικά, δεν μπορείς να κρίνεσαι σαν ένας κοινός άνθρωπος. Άρεσε στον κ. Μπανκς που η Λίλυ του ζήτησε «να σκεφτεί το έργο του». Το είχε σκεφτεί συχνά πυκνά. Αναρίθμητες φορές είχε πει πως «ο Ράμζυ είναι απ’ αυτούς που δίνουν το καλύτερο έργο τους, προτού πατήσουν τα σαράντα». Είχε κάνει μια συγκεκριμένη συνεισφορά στη φιλοσοφία μ’ ένα μικρό βιβλίο, όταν ήταν μόνο είκοσι πέντε• όσα επακολούθησαν ήταν λίγο πολύ ενισχυτικά όσων είχαν ειπωθεί, επαναλήψεις. Αλλά ο αριθμός αυτών που κάνουν μια συγκεκριμένη συνεισφορά σε οτιδήποτε είναι πολύ μικρός, είπε, σταματώντας δίπλα στην αχλαδιά, καλοβουρτσισμένος, εξαιρετικά σωστός, άψογα ακριβοδίκαιος. Ξαφνικά, σαν να απελευθερώθηκε, με την κίνηση του χεριού του, το βάρος των συσσωρευμένων εντυπώσεων που η Λίλυ είχε σχηματίσει για τον κ. Μπανκς έγειρε κι ό,τι αισθανόταν γι’ αυτόν κατρακύλησε σαν βαριά χιονοστιβάδα. Αυτό ήταν μία αίσθηση. Μετά, ψηλά ανέβηκε σαν καπνός η αληθινή του φύση. Κι αυτό ήταν μια άλλη αίσθηση. Κι η ένταση ήταν τόση που ένιωσε να την διαπερνάει• ήταν το ήθος του, η ψυχική του ευγένεια.

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο, σελ. 31, μτφρ.: Άρης Μπερλής, Εκδόσεις ύψιλον, 1995

Πίνακας: Leon de Smet

 

 

Thomas Bernhard, Απογοητευμένοι Εγγλέζοι

Κάποιοι Εγγλέζοι που είχαν παρασυρθεί από έναν ανατολικοτιρολέζο οδηγό και ανέβηκαν μαζί του στις Τρεις Κορυφές, όταν έφτασαν στην ψηλότερη κορυφή, απογοητεύτηκαν τόσο πολύ από το φυσικό τοπίο, που σκότωσαν στο πι και φι τον οδηγό, πατέρα τριών παιδιών και σύζυγο μιας μουγκής γυναίκας. Όμως όταν συνειδητοποίησαν τι είχαν κάνει, πήδηξαν από κει πάνω στο κενό. Μια εφημερίδα του Μπέρμιγχαμ έγραψε για το συμβάν ότι το Μπέρμιγχαμ έχασε τον πιο διακεκριμένο εκδότη εφημερίδας, τον πιο εξαίρετο διευθυντή τραπέζης και τον πιο ικανό εργολάβο κηδειών.

Thomas Bernhard, Ο μίμος των φωνών, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, σ. 49, Εκδόσεις Άγρα, 2000

Αrtwork: Mike-Worrall

 

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

(…) γιατί ο άνθρωπος παντού και πάντα, οποιοσδήποτε κι αν είναι, αγαπάει να κάνει κείνο που θέλει κι όχι κείνο που του υπαγορεύει το μυαλό και συμφέρον. Και μπορεί πολλές φορές να θέλει κάτι ενάντια στο ατομικό του συμφέρον και κάποτε πρέπει να θέλει κάτι τέτοιο (αυτό πια είναι δική μου ιδέα). Η ατομική, η ελεύθερη κι ανεξάρτητη βούληση, το ατομικό καπρίτσιο, ακόμη κι όταν φτάνει στα όρια της τρέλας, όλ’ αυτά είναι η παραλειπόμενη, η πιο ωφέλιμη ωφέλεια που δεν χωράει σε καμία ταξινόμηση και που απ’ αυτή όλα τα συστήματα κι οι θεωρίες σκορπίζονται πάντα κατά διαβόλου. Κι από πού το πήραν όλοι αυτοί οι σοφοί πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη από κάποια κανονική, κάποια ενάρετη βούληση; Από τι φαντάστηκαν πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη εξάπαντος από μια λογικά συμφέρουσα βούληση; Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από μια μονάχα ανεξάρτητη βούληση, οτιδήποτε κι αν του στοίχιζε αυτή η ανεξαρτησία και σ’ οτιδήποτε κι αν τον οδηγούσε. Και μόνον ο Θεός ξέρει ποια θα ’ναι αυτή η βούληση.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μτφρ.: Kοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη 2014, σ. 30

Artwork: Catrin Arno

 

 

Thomas Mann, Το μαγικό βουνό


Ποτέ πριν δεν είχε το πρόσωπο της κυρίας Σωσά τόσο κοντά, διακριτό σε όλες του τις λεπτομέρειες: μπόρεσε να διακρίνει τις κοντές τριχούλες που ξεχώριζαν από το πλέγμα της ξανθιάς, με μια μεταλλική απόχρωση κοκκινωπού, κοτσίδας της που ήταν απλά τυλιγμένη γύρω από το κεφάλι, και μόνο δυο παλάμες χώριζαν το πρόσωπό του από το δικό της με την παράξενη αλλά γι’ αυτόν από τόσο παλιά οικεία διαμόρφωσή του, που τον τραβούσε όσο τίποτε στον κόσμο: μια διαμόρφωση ξένη και γεμάτη χαρακτήρα (γιατί μόνο το ξένο μάς φαίνεται να έχει χαρακτήρα), διαμόρφωση βόρειας εξωτικότητας και μυστηριώδης, που προκαλούσε για διερεύνηση, καθώς τα χαρακτηριστικά και οι αναλογίες της δεν ήταν εύκολο να προσδιοριστούν. Το κυριότερο ήταν η προβολή των υψηλών μήλων του προσώπου: απωθούσαν από το προσκήνιο τα ασυνήθιστα επίπεδα και ασυνήθιστα μακριά το ένα από το άλλο τοποθετημένα μάτια της και τα πίεζαν λίγο σε μια λοξότητα, ενώ ταυτόχρονα ήταν η αιτία για την απαλή κοιλότητα των παρειών, η οποία με τη σειρά της δημιουργούσε έμμεσα τον ελαφρά ανασηκωμένο πλούτο των χειλιών. Ύστερα όμως ήταν ακριβώς τα μάτια τα ίδια, εκείνα τα στενά και (έτσι τα έβλεπε ο Χανς Κάστορπ) απλώς μαγευτικά σχηματισμένα τσερκέζικα μάτια, των οποίων το χρώμα ήταν το γκρίζο-μπλε ή μπλε-γκρίζο μακρινών βουνών και τα οποία πότε-πότε, σε ένα συγκεκριμένο πλάγιο κοίταγμα, που σκοπός του δεν ήταν η όραση, μπορούσαν και σκοτείνιαζαν με γλυκύ τρόπο τελείως σε ένα θολό-νυκτώδες βλέμμα – τα μάτια της Κλάβντιας, που τον είχαν κοιτάξει αδιάκριτα και κάπως σκοτεινά από πολύ κοντά και που έμοιαζαν σε θέση, χρώμα, έκφραση, τόσο έντονα και τρομακτικά με εκείνα του Πσίμπισλαβ Χίππε!

Thomas Mann, Το μαγικό βουνό, μτφρ.: Θόδωρος Παρασκευόπουλος, σελ. 242-243. 1ος τόμος Εξάντας 1995.

Artwork: Ray Caesar

 

 

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Το παιχνίδι με τις λέξεις


Kαλά έκανες κι ήρθες, λέω στη Μαρί, την κόρη της παραμάνας. Παλιότερα η μητέρα μου δεν άφηνε ποτέ να έρχεται σπίτι μας, αλλά σήμερα, όταν μπαίνω στο δωμάτιό μου, είν’ όρθια στο παράθυρο και βλέπει πέρα στο βουνό. Εγώ βλέπω τη Μαρί, και βλέπω μέσα από ’κείνη το βουνό, και το βουνό που πάντα το κούφωμα του παραθύρου του ήτανε στενό, τώρα χωράει στο σώμα της Μαρί. Τραβάω για ’κείνη μια καρέκλα στο τραπέζι, για να καθίσει μαζί μου, πάνω στο τραπέζι είναι ήδη ένα πιάτο με γλυκό. Μου το έφερε η παραδουλεύτρα σας, λέει η Μαρί. Αλλά δεν είναι και τόσο απλό για μένα να τρώω, λέει, και μόλις τώρα, όταν γυρίζει, βλέπω εγώ ότι δεν έχει πια χέρια, ακριβώς πάνω απ’ τον καρπό τής τα ’χουνε κόψει. Η Μαρί κάθεται δίπλα μου και κρύβει τα λειψά χέρια της στα πόδια της, λες και πρέπει να ντρέπεται γι’ αυτά. Δεν ξέρω αν το κουτί παπουτσιών με τα χέρια έπεσε στο χορτάρι ή μέσα στα λουλούδια, λέει. Όταν πάω να τη χαϊδέψω στο κεφάλι υπάρχει μόνο αέρας.

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Το παιχνίδι με τις λέξεις, μτρφ.: Αλέξανδρος Κυπριώτης, Σελ. 80-81, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2008.

Artwork:Ray Caesar

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο

Οχτώ κεριά είχαν τοποθετηθεί πάνω στο τραπέζι, και μετά το πρώτο τρέμισμα οι φλόγες έστεκαν όρθιες τώρα και φώτιζαν ολόκληρο το τραπέζι και στο μέσον του μια κίτρινη και βυσσινιά φρουτιέρα. Τι τους έκανε άραγε; αναρωτήθηκε η κα Ράμζυ, γιατί η διάταξη των φρούτων που είχε κάνει η Ρόουζ, τα σταφύλια και τ’ αχλάδια και η κεράτινη αχιβάδα με τις ρόδινες ραβδώσεις, κι οι μπανάνες, της θύμισαν θησαυρό που ανελκύσθηκες απ’ το βυθό της θάλασσας, το συμπόσιο του Ποσειδώνα, το τσαμπί με τα κλαματόφυλλα που ’χει στον ώμο του ο Βάκχος σε κάποιον πίνακα, ανάμεσα σε δορές λεοπαρδάλων και δάδες με φιδίσιες φλόγες, κόκκινες και χρυσαφιές… Φωτισμένη έτσι ξαφνικά η φρουτιέρα φάνταζε μεγάλη σε μέγεθος και βάθος, σαν κόσμος όπου μπορείς να πάρεις το ραβδί σου και ν’ ανέβεις βουνά, σκέφτηκε, και να κατέβεις λαγκάδια, και χάρηκε τους ένωσε στιγμιαία το θέαμα που είδε πως και ο Αύγουστος απολάμβανε με τα μάτια τη φρουτιέρα, βυθιζόταν, έκοβε ένα λουλούδι εδώ, μια φούντα εκεί, και γύριζε μετά την ευωχία στην κυψέλη του. Μ’ αυτόν τον τρόπο κοίταζε, διαφορετικά απ’ αυτήν. Αλλά αυτό τους ένωνε.


Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο, σελ. 109, μτφρ.: Άρης Μπερλής, Εκδόσεις ύψιλον, 1995

Πίνακας: Caravaggio

 

Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, Το όνειρο ενός γελοίου

Έμαθαν τη θλίψη και αγάπησαν τη θλίψη• αναζήτησαν τον πόνο και είπαν ότι η αλήθεια δεν κατακτάται παρά μέσα από τον πόνο. Και η επιστήμη έκανε κι αυτή την εμφάνισή της. Αφού έγιναν κακοί βάλθηκαν να μιλούν τότε για αδελφότητα και ανθρωπισμό και τότε άρχισαν να καταλαβαίνουν αυτές τις ιδέες. Αφού έγιναν εγκληματίες, επινόησαν τη δικαιοσύνη και συνέταξαν πλήρεις κώδικες για να τη διατηρήσουν• ύστερα, για να εξασφαλίσουν την τήρησή του, θέσπισαν τη λαιμητόμο. Δεν τους έμενε πια παρά ένα αόριστο συναίσθημα γι’ αυτό που έχασαν και μάλιστα δεν ήθελαν να το πιστέψουν, πως κάποτε ήταν αθώοι και ευτυχισμένοι. Δεν έπαυαν να χλευάζουν τη δυνατότητα της παλιάς ευτυχίας, που την ονόμαζαν όνειρο. Δεν μπορούσαν ούτε καν να την αναπαραστήσουν με τρόπο αισθητό ή με εικόνες, κι ωστόσο, πράγμα παράδοξο και θαυμαστό, ενώ είχαν χάσει την πίστη τους στην παλιά τους ευτυχία, ενώ την ονόμαζαν παραμύθι για παιδιά, τόση μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ξαναγίνουν αθώοι και ευτυχισμένοι που προσκύνησαν τους πόθους της καρδιάς τους, έχτισαν ναούς και απηύθυναν προσευχές στην ιδέα τους, στην «επιθυμία» τους, ξέροντας ότι είναι για πάντα απραγματοποίητη, αλλά χωρίς να πάψουν να τη λατρεύουν με προσευχές και με δάκρυα. Παρ’ όλα αυτά, αν τους ήταν δυνατό να ξαναγυρίσουν σ’ αυτή την κατάσταση της αθωότητας και της χαμένης ευτυχίας και ξαφνικά τούς το έκαναν αυτό αισθητό ρωτώντας τους αν αληθινά ήθελαν να ξαναγυρίσουν εκεί, αναμφίβολα θα αρνιόντουσαν.


Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, Το όνειρο ενός γελοίου, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, σ. 50-51, Εκδόσεις Αρμός, 1996

Πίνακας: Siegfried Zademack

 

Thomas Bernhard, Για επιστημονικούς σκοπούς

.
Ένας κουρέας που τρελάθηκε ξαφνικά και έκοψε στο κουρείο του στο Λονδίνο το κεφάλι ενός δούκα που ανήκε στη βασιλική οικογένεια, με αποτέλεσμα να βρίσκεται τώρα στο φρενοκομείο του Ρέντινγκ, την άλλοτε διάσημη φυλακή, δήλωσε πως είναι πρόθυμος να διαθέσει το δικό του κεφάλι για τους επιστημονικούς σκοπούς που σύμφωνα με τη γνώμη του θα τιμηθούν σε οχτώ ή δέκα χρόνια από την Ακαδημία της Στοκχόλμης με το βραβείο Νόμπελ.


Thomas Bernhard, Για επιστημονικούς σκοπούς από τη συλλογή Ο μίμος των φωνών, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, σ. 51, Εκδόσεις Άγρα, 2000

Πίνακας: Max Ernst

 

Erri de Luca,Το βάρος της πεταλούδας

31so1_500«Μάτια φαλτσέτα» – είχε ακούσει να κάνουν αυτό το κομπλιμέντο σε μια γυναίκα. Ήταν το ατσάλι που ξεθηκαρώνεται κι αστράφτει, από τέτοιο υλικό ήταν τα μάτια της γυναίκας. Εκείνη γνώριζε την έλξη που ασκούσε το σώμα της σ’ έναν άντρα. Ποιος ξέρει πόσοι είχαν σταθεί στην ουρά για να καταφέρουν να τους ρίξει ένα βλέμμα, πόσοι είχαν καυχηθεί, γιατί έγιναν στόχος των ματιών της. Από την ταραγμένη νιότη, ο άντρας θυμόταν πόσο αδέξιοι είναι οι άντρες, όταν μοχθούν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον μιας γυναίκας. Η τόλμη σε μια συμπλοκή μπορούσε να τους χρησιμέψει για μια καλή φήμη, η δυνατή φωνή, μια σκληρή φράση μπορούσαν να τους αναδείξουν σ’ ένα τσιμπούσι. Μπροστά στις γυναίκες, οι αρσενικοί κορδώνονταν σαν τα περιστέρια. Οι άντρες παράδερναν μπροστά στις γυναίκες ανάμεσα στον οίκτο και την κοροϊδία.
31so1_500Εκείνος μούδιαζε, μαζευόταν για ν’ αντισταθεί στην επίδειξη. Του είχαν τύχει τότε γυναίκες που τον είχαν ποθήσει, τον είχαν πάρει σαν πέτρα από χάμω. Ναι, τον είχαν περιμαζέψει κάποιες φορές. Ώσπου ήρθε η άτακτη υποχώρηση, το βουνό, το λημέρι στην κορφή του δάσους, όπου καμιά τους δεν έχει ανεβεί.
Την είχε δει, εκείνη που ερχόταν σ’ αυτόν τελευταία, να κάνει μια κίνηση να τινάξει τα ίσα μαλλιά της προς τα έξω, πάνω απ’ τους ώμους. Θύμιζε τη χειρονομία που διώχνει κάτι ενοχλητικό, όσο θύμιζε και μια προτροπή να την αγγίξει στα μαλλιά. Οι γυναίκες κάνουν κινήσεις αχιβάδας, που ανοίγει τόσο για να διώξει προς τα έξω όσο και να ρουφήξει προς τα μέσα. Στη συνάντηση στο χωριό εκείνος είχε αποφύγει τα μάτια, το πρόσωπο. Είχε μείνει να κοιτάζει τα σφιχτοπλεγμένα χέρια της.

Η γυναίκα έβλεπε πως εκείνος αντιστεκόταν στην έλξη. Δεν ήξερε αν του ερχόταν εύκολο ή βαρύ. Ήταν μια αντίσταση που δεν έπρεπε να την παραβιάσει με την αποπλάνηση. «Σας ενοχλεί το άρωμά μου;» «Θ’ απαντήσω στις ερωτήσεις σας συνολικά, όχι τώρα.» To είπε προσπαθώντας να μην είναι απωθητικός, με σιγανή φωνή, που η γυναίκα τρόμαξε να καταλάβει. Ο άντρας είδε πως εκείνη δεν είχε ακούσει καλά και επίσης είδε ότι δεν ρωτούσε καν: «Tι;» Αυτό το «Τι; Πώς είπατε;» θα τον είχε κάνει να υπαναχωρήσει και να την παρατήσει εκεί.
Η γυναίκα έμεινε αμήχανη, όσο χρειάστηκε για να κατεβάσει μια γουλιά, κίνηση που της βγήκε όμορφα.

Erri de Luca,Το βάρος της πεταλούδας, μτφρ.: Άννα Παπασταύρου, σελ. 71-73, Εκδόσεις Κέλευθος, 2015

Photo: Roger Corbeau