RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Μιχαήλ Λέρμοντοφ, Ένας ήρωας του καιρού μας

Αναρωτιέμαι συχνά γιατί με τέτοια επιμονή προσπαθώ να κερδίσω την αγάπη μιας μικρής κοπέλας, την οποία δεν θέλω να κατακτήσω και ποτέ δεν πρόκειται να την παντρευτώ. Ποιος ο λόγος αυτής της γυναικείας κοκεταρίας; Η Βέρα μ’ αγαπάει περισσότερο απ’ όσο  η πριγκιπέσα Μαίρη θα μπορέσει ποτέ ν’ αγαπήσει κανέναν… Αν τουλάχιστον μού φάνταζε σαν μια αήττητη καλλονή, θα με έθελγε η δυστυχία του εγχειρήματος (…)

Φαίνεται υπάρχει μια απέραντη ηδονή στο να έχεις στην κατοχή σου μια νεαρή ψυχή που μόλις ανοίγει! Eίναι σαν ένα λουλούδι το πιο θεσπέσιο άρωμά του, όταν πάει να συναντήσει την πρώτη αχτίδα του ήλιου. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να το κόψεις, κι αφού το ανασάνεις ολόκληρο μέχρι να το χορτάσεις, πέτα το στο δρόμο. Κάποιος μπορεί να το σηκώσει.

Μέσα μου αισθάνομαι αυτή την ακόρεστη πείνα που καταβροχθίζει ό,τι βρίσκεται στο δρόμο μου. Βλέπω τον πόνο και τη χαρά των άλλων μόνο σε σχέση με τον εαυτό μου∙ είναι τροφή που συντηρεί τις ψυχικές μου δυνάμεις. Εγώ πια δεν είμαι ικανός να κάνω τρέλες κάτω από την επήρεια του πάθους. Τη φιλοδοξία μου συνέτριψαν οι περιστάσεις, αλλά αυτή εκδηλώνεται με άλλη μορφή, γιατί φιλοδοξία δεν είναι τίποτε άλλο από τη λαχτάρα της εξουσίας. Έτσι η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση είναι να επιβάλω τη θέλησή μου σ’ οτιδήποτε με περιστοιχίζει∙ να εμπνεύσω το αίσθημα του έρωτα, της υποταγής, του τρόμου… Υπάρχει άραγε μεγαλύτερη και ισχυρότερη απόδειξη εξουσίας; Το να είσαι για κάποιον η πηγή του πόνου και της χαράς του χωρίς να ’χεις για τούτο κανένα αντικειμενικό δικαίωμα, δεν είναι η πιο γλυκιά τροφή της περηφάνιας μας; Kαι τι είναι ευτυχία; Iκανοποιημένη περηφάνια. Εάν θεωρούσα τον εαυτό μου τον καλύτερο και τον πιο δυνατό άνθρωπο του κόσμου, θα ήμουν ευτυχισμένος. Εάν όλοι με αγαπούσαν, θα έβρισκα μέσα μου ατέλειωτες πηγές αγάπης.

Το κακό γεννάει το κακό. Η πρώτη φορά που υποφέρουμε, μας κάνει να καταλάβουμε τη χαρά τού να βασανίζεις τον άλλο. Η ιδέα του κακού δεν μπορεί να ’ρθει στο κεφάλι του ανθρώπου χωρίς να θελήσει να την εφαρμόσει στην πραγματικότητα. Οι ιδέες είναι δημιουργήματα του οργανισμού, είπε κάποιος. Η γέννησή τους τους δίνει ήδη μορφή, κι αυτή η μορφή είναι η πράξη. Σ’ αυτόν που στο κεφάλι του γεννιούνται περισσότερες ιδέες, αυτός ενεργεί περισσότερο από τους άλλους. Γι’ αυτό μια μεγαλοφυΐα που είναι καρφωμένη στο τραπέζι του δημόσιου υπάλληλου ή θα πεθάνει ή θα τρελαθεί, όπως ακριβώς ένας άντρας με τεράστιες σωματικές δυνάμεις που ζει μια καθιστική, ταπεινή ζωή, θα πεθάνει από αποπληξία.

Τα πάθη δεν είναι τίποτε άλλο από ιδέες στην πρώτη τους άνθηση: είναι η περιουσία της νιότης της καρδιάς και είναι ηλίθιος αυτός που νομίζει ότι ολόκληρη τη ζωή του θα τον συγκινούν. Πολλά ήσυχα ποτάμια ξεκινάνε σαν θορυβώδεις καταρράχτες, αλλά όμως ούτε ένα δεν κατρακυλά αφρισμένο ως τη θάλασσα. Όμως αυτή η ηρεμία περιέχει συχνά μεγάλη, αν και κρυφή, δύναμη. Η πληρότητα και το βάθος των συναισθημάτων δεν επιτρέπει παθιασμένες εκρήξεις∙ η ψυχή όταν υποφέρει και όταν αγάλλεται, δίνει ακριβή λογαριασμό για τον εαυτό της και ξέρει με βεβαιότητα τι χρειάζεται. Ξέρει πως χωρίς μπόρα, η αδιάκοπη κάψα του ήλιου θα την ξεράνει∙ τη διαπερνάει η δική της προσωπική ζωή, φροντίζει και φέρεται στον εαυτό της σαν σε αγαπημένο παιδάκι. Μόνο απ’ αυτή την υψηλή θέση της αυτογνωσίας μπορεί ο άνθρωπος να εκτιμήσει τη θεία δικαιοσύνη. ( … )

To βράδυ πολλά μέλη της μικρής αυτής κοινωνίας ξεκίνησαν πεζή για το λάκκο. Σύμφωνα με τους επιστήμονες εδώ, αυτός ο λάκκος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας σβησμένος κρατήρας ηφαιστείου. Βρίσκεται στην πλαγιά του Μασούκ, περίπου ένα βέρτσι από την πόλη. Σ’ αυτόν οδηγεί ένα στενό μονοπάτι ανάμεσα στους θάμνους και τους βράχους. Στην ανηφοριά έδωσα το χέρι μου στην πριγκιπέσα κι εκείνη δεν το άφησε όλο το διάστημα του περιπάτου. H κουβέντα μας άρχισε με κακίες. Εγώ ταξινομούσα τους γνωστούς μας, παρόντες και απόντες, αναδεικνύοντας πρώτα τις αστείες κι ύστερα τις βλακώδεις πλευρές τους. Το φαρμάκι μου όλο ανέβαινε∙ είχα αρχίσει στ’ αστεία και στο τέλος ήμουν πραγματικά κακεντρεχής. Στην αρχή αυτό τη διασκέδαζε, μετά τρόμαξε.

– Είστε επικίνδυνος άνθρωπος, μου λέει. Προτιμώ να πέσω στο δάσος κάτω από μαχαίρι φονιά, παρά στη γλωσσούλα σας. Σας παρακαλώ, σοβαρά τώρα, όταν θα θελήσετε να μιλήσετε για μένα άσχημα, πάρτε ένα μαχαίρι και σφάξτε με καλύτερα. Δεν νομίζω πως θα δυσκολευτείτε.

– Γιατί, μοιάζω μήπως με φονιά;

– Είστε χειρότερος…

Σκέφτηκα μια στιγμή κι έπειτα είπα παίρνοντας μια βαθιά πληγωμένη έκφραση:

– Nαι, αυτή ήταν η μοίρα μου, από τα παιδικά μου χρόνια ακόμα! Όλοι διάβαζαν στο πρόσωπό μου σημάδια από ιδιότητες κακές που δεν υπήρχαν∙ όμως τις φαντάστηκαν κι έτσι αυτές γεννήθηκαν. Ήμουν σεμνός και με είπαν πανούργο. Είχα μια βαθιά αίσθηση του καλού και του κακού, κανείς δεν με χάιδεψε, όλοι ήθελαν να με προσβάλλουν∙ έγινα μνησίκακος. Ήμουν βλοσυρός εκεί που τ’ άλλα παιδιά ήταν χαρούμενα και φλύαρα. Αισθανόμουν ανώτερος, με τοποθετούσαν χαμηλότερα∙ έγινα φθονερός. Ήμουν έτοιμος ν’ αγαπήσω όλο τον κόσμο∙ κανείς δεν με καταλάβαινε και τότε έμαθα να μισώ. Η νιότη μου, που δεν άνθησε ποτέ, κύλησε με μάχες ενάντια στον εαυτό μου κι ενάντια στον κόσμο. Τα πιο ωραία αισθήματά μου, επειδή φοβόμουν μην τα περιγελάσουν, τα έθαβα στο βάθος της καρδιάς μου: εκεί και πέθαναν. Έλεγα την αλήθεια∙ δεν με πίστευαν κι άρχισα να λέω ψέματα. Γνωρίζοντας καλά τον κόσμο και τα κίνητρα της κοινωνίας των ανθρώπων, έγινα γνώστης της τέχνης της ζωής και είδα πως οι άλλοι, χωρίς καμιά γνώση, ήταν ευτυχισμένοι, απολαμβάνοντας χωρίς να πληρώσουν τα οφέλη εκείνα που εγώ τόσο είχα μοχθήσει να αποκτήσω. Και τότε στο στήθος μου γεννήθηκε η απελπισία: όχι εκείνη η απελπισία που έχει σαν μόνη γιατρειά μια πιστολιά, αλλά μια άλλη, ψυχρή, ανίσχυρη απελπισία, που κρύβεται πίσω απ’ την αβροφροσύνη κι ένα καλοκάγαθο χαμόγελο. Έτσι έγινα ηθικά ανάπηρος: η μισή ψυχή μου δεν υπήρχε, μαράθηκε, εξατμίστηκε, πέθανε, την απόκοψα και την πέταξα∙ η άλλη μισή κινιόταν, ζούσε, ήταν στην υπηρεσία του καθενός. Αυτό όμως κανείς δεν το πρόσεξε, γιατί κανείς δεν ήξερε την ύπαρξη του πεθαμένου της μισού. Αλλά εσείς τώρα μου ξυπνήσατε την ανάμνησή της κι εγώ μόλις σας διάβασα τον επικήδειο θρήνο της. Πολλοί θεωρούν τους επικήδειους γελοίους, εγώ όχι, ιδιαίτερα όταν θυμηθώ τι ενταφιάζεται εκεί. Πάντως δεν σας ζητώ να συμμεριστείτε τη γνώμη μου, και αν τούτα μου τα καμώματα σας φαίνονται αστεία, παρακαλώ, γελάστε ελεύθερα. Σας διαβεβαιώ ότι διόλου δεν θα με πειράξει.

Τη στιγμή εκείνη συνάντησα τα μάτια της∙ έτρεχαν δάκρυα. Το χέρι της που στηριζόταν στο δικό μου έτρεμε∙ τα μάτια της είχαν ανάψει. Με είχε λυπηθεί! H συμπόνια–αίσθημα που σ’ αυτό τόσο εύκολα υποκύπτουν όλες οι γυναίκες–είχε μπήξει τα νύχια της στην άπειρη καρδιά της. Σ’ όλη τη διάρκεια του περιπάτου ήταν αφηρημένη, με κανέναν δεν φλερτάρισε, κι αυτό είναι τρανή απόδειξη!

Φτάσαμε στον κρατήρα∙ οι κυρίες άφησαν τους καβαλιέρους τους, αλλά εκείνη δεν άφησε το χέρι μου. Τα ευφυολογήματα των ντόπιων λιμοκοντόρων δεν την έκαναν να γελάσει. Ο φοβερός γκρεμός μπροστά της δεν την τρόμαζε, ενώ οι άλλες κυρίες σκληρίζανε και κλείνανε τα μάτια. Στο δρόμο της επιστροφής δεν ξανάρχισα τη θλιβερή μας συζήτηση, αλλά στις ανούσιες ερωτήσεις μου και στα σαχλά αστεία, εκείνη απαντούσε μονολεκτικά και αφηρημένα.

– Έχετε ποτέ σας αγαπήσει; τη ρώτησα στο τέλος.

Με κοίταξε επίμονα, κούνησε το κεφάλι κι έμεινε πάλι σκεφτική. Ήταν φανερό ότι κάτι ήθελε να πει, αλλά δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει∙ το στήθος της ανεβοκατέβαινε… Τι να γίνει; Η μουσελίνα του μανικιού της ήταν μια πολύ φτωχή προστασία και η ηλεκτρική σπίθα πέρασε από το χέρι μου στο χέρι της. Όλα σχεδόν τα πάθη έτσι αρχίζουν κι εμείς συχνά γελιόμαστε όταν νομίζουμε πως μια γυναίκα μάς αγαπάει για τα φυσικά ή ψυχικά προσόντα μας∙ είναι βέβαιο πως αυτά την προετοιμάζουν, προδιαθέτουν την καρδιά της να δεχτεί την ιερή φλόγα, αλλά το πρώτο άγγιγμα είναι εκείνο που έχει την αποφασιστική σημασία.

 – Συμπαθητικά δεν σου φέρθηκα σήμερα; Με ρώτησε μ’ ένα βεβιασμένο χαμόγελο, καθώς επιστρέφαμε από τον περίπατο. Και είπαμε αντίο. Δεν είναι ευχαριστημένη από τον εαυτό της∙ αυτοκατηγορείται για ψυχρότητα… Α! αυτή είναι η πρώτη σημαντική νίκη. Αύριο θα θελήσει να με αποζημιώσει. Τα ξέρω όλ’ αυτά απέξω. Αυτό είναι που με κάνει να πλήττω! (…)

Μιχαήλ Λέρμοντοφ, Ένας ήρωας του καιρού μας, σελ.145-147 και 148-151 (αποσπασματικά), Η πριγκίπισσα Μαίρη, μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998

..

.

Του Άρη Μαραγκόπουλου, Το Βήμα, 16.08.1998

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=102230

Το κύκνειο άσμα του εξομολογητικού ρομαντισμού, η αρχή του ρωσικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος και ο Μιχαήλ Λέρμοντοφ, που έχασε τη ζωή του σε μονομαχία στα 27 του χρόνια.

Ο τελευταίος βυρωνικός

Το Ένας Ήρωας του Καιρού μας (1839-1840) βρίσκεται στο τέλος μιας ρομαντικής διαδρομής που έχει την αφετηρία της στον Βέρθερο (1774) και στα Χρόνια Μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ (1776-1796) του Γκαίτε όπως και στις Εξομολογήσεις του Ρουσσώ (1781)• διαδρομής που διακλαδίζεται ύστερα στο Atala (1801) και στο Rene (1805) του Σατωβριάνδου για να κορυφωθεί στο Πρελούδιο (1805) του Γουέρντσγουορθ και στο Προσκύνημα του Childe Harold (1812-1817) του Βύρωνα, ώστε να καταλήξει στον Δον Ζουάν (1819-1824) του ίδιου, στις Εξομολογήσεις ενός Αγγλου Οπιομανούς του Ντε Κουίνσυ (1821), στον Ευγένιο Ονιέγιν (1823-31) του Πούσκιν και, τέλος, στις Εξομολογήσεις ενός Νέου του Αιώνα μας (1836) του Μυσσέ.

Ανήκει δηλαδή σε εκείνη την τάση του ρομαντισμού που στην αφήγησή της λανθάνει περισσότερο ή λιγότερο εμφανώς η αυτοβιογραφία. Το ενδιαφέρον όμως σ’ αυτό το έργο του Λέρμοντοφ είναι ότι το μάθημα του ρομαντισμού και πιο συγκεκριμένα του βυρωνισμού διευρύνεται σε όρια που το καθιστούν αναμφισβήτητα το πρώτο ψυχολογικό μυθιστόρημα της Ρωσίας και ένα από τα αριστουργήματα του είδους.

Ο ποιητής Μιχαήλ Λέρμοντοφ γεννήθηκε στα 1814 στη Μόσχα και πέθανε μόλις 27 ετών, στα 1841, χτυπημένος σε μονομαχία. Εισήλθε 16 ετών στο Πανεπιστήμιο και γρήγορα με το θεατρικό του έργο Παράξενος Ανθρωπος που στρεφόταν εναντίον του φεουδαλισμού έγινε ανεπιθύμητος στο κρατικό ίδρυμα. Εγκατέλειψε τις σπουδές του και κατετάγη στο Ιππικό. Ως νεαρός αξιωματικός γνώρισε τόσο τη σκληρή ζωή του στρατού όσο και την κοσμική ζωή της Πετρούπολης. Στα 1837 ο μέντοράς του Πούσκιν (1799-1837) σκοτώνεται σε ηλικία 38 ετών κατόπιν μονομαχίας. Το ποίημα Ο Θάνατος του Ποιητή, που γράφει με την ευκαιρία ο μόλις 23 ετών Λέρμοντοφ, τον καθιστά αυτομάτως γνωστό σε όλη τη χώρα. Ταυτοχρόνως όμως, λόγω των υπαινιγμών του εναντίον της τσαρικής αυλής, το ποίημα τον καταδικάζει σε ένα είδος εξορίας: από την Πετρούπολη ο Λέρμοντοφ μετατίθεται στο Νιζγκόρσκ της Γεωργίας, στον Καύκασο. Επιστρέφει τον άλλο χρόνο στην Πετρούπολη αλλά σε δύο χρόνια εξορίζεται πάλι στο ίδιο μέρος, εξαιτίας μιας αναίμακτης μονομαχίας με τον γιο του γάλλου πρέσβη. Στον δρόμο για τον Καύκασο σταθμεύει για λίγο στα Ιαματικά Λουτρά του Πιατιγκόρσκ όπου συναντά έναν παλιό συμμαθητή του με τον οποίο μονομαχεί και σκοτώνεται κατά τον ίδιο τρόπο που τέσσερα χρόνια πριν είχε εκπνεύσει ο Πούσκιν.

Η ζωή του Λέρμοντοφ, που αδρά σκιαγραφήθηκε εδώ, θυμίζει βεβαίως την αντίστοιχη του βυρωνικού ποιητή. Κατά τον ίδιο τρόπο που η δημοσίευση των δύο πρώτων Cantos του Childe Harold’s Pilgrimage έκαναν εν μια νυκτί διάσημο τον 24 ετών Βύρωνα τον Μάρτιο του 1812, η δημοσίευση του ποιήματος για το θάνατο του Πούσκιν έκανε τον Λέρμοντοφ διάσημο σε όλη τη Ρωσία. Εξάλλου τόσο στην περίπτωση του Childe Harold όσο και σε εκείνη του Ηρωα του Καιρού μας η πρόσληψη του έργου από τους συγχρόνους ήταν περισσότερο από φανερό ότι στον ήρωα του αντίστοιχου έργου «αναγνώριζε» ένα πορτρέτο του ρομαντικού καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία.

Εκτός από αυτές και άλλες εξωλογοτεχνικές «συμπτώσεις» που αφορούν τη σύντομη αλλά πολυτάραχη ζωή και των δύο (π.χ. η αριστοκρατική καταγωγή, τα συνεχή ταξίδια, η εριστικότητα, η επαναστατικότητα, οι παθιασμένοι έρωτες ¬ ακόμη και η ανατομική δυσμορφία στο ένα πόδι!) παρασύρουν στην πιστοποίηση μιας εκλεκτικής συγγένειας ανάμεσα στον άγγλο ρομαντικό και στον κατά 26 χρόνια νεαρότερο ρώσο μαθητή του.

Η σοβαρότερη όμως συγγένεια μοιάζει να υπάρχει στη στενή συνάφεια ζωής και έργου που διακρίνει και τους δύο. Στο Ένας Ήρωας του Καιρού μας η πλοκή σε μεγάλο βαθμό παρακολουθεί την ίδια την περιπετειώδη ζωή του νεαρού συγγραφέα κατά τον τρόπο που αυτό γίνεται και στον Childe Harold του Βύρωνα. ‘Οπως μάλιστα ο βυρωνικός ήρωας «προσχεδιάζει» τον θάνατό του (Canto IV, 9) σε ξένη γη, που πράγματι θα επέλθει έξι χρόνια μετά για τον συγγραφέα του στο Μεσολόγγι, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο ήρωας του Λέρμοντοφ «προσχεδιάζει» έναν θάνατο που θα επέλθει για τον ίδιο τον συγγραφέα μόλις ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου του και στις ίδιες ακριβώς συνθήκες με αυτές του ήρωά του!

Στο σημείο αυτό θα πρέπει ίσως να αφηγηθούμε αυτό το παράξενο βιβλίο. Παράξενο επειδή ως μυθιστόρημα έχει ιδιότροπη δομή. Αποτελείται από πέντε αυτοτελείς νουβέλες ¬ μάλιστα οι τρεις από αυτές (Μπέλα, Ταμάν, Μοιρολάτρης) είχαν ήδη δημοσιευθεί αυτοτελώς πριν από την έκδοση του βιβλίου σε κάποιο περιοδικό.

Η αλήθεια είναι πως η κάθε μία μπορεί να διαβαστεί ανεξάρτητα από τις άλλες. Ο αναγνώστης που θέλει να πάρει μια γεύση της μαγείας του βιβλίου και της στιβαρής μετάφρασης (από το ρωσικό) που του επεφύλαξε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μπορεί να ξεκινήσει άφοβα με το Ταμάν ή τον Μοιρολάτρη ¬ δύο νουβέλες που αποτελούν εξάλλου και το κλειδί για την ανάγνωση όλου του μυθιστορήματος.

Η «κανονική» όμως διήγηση ξεκινάει με τη νουβέλα Μπέλα: ο συγγραφέας σε ένα ταξίδι του στον Καύκασο γνωρίζει τον λοχαγό Μαξίμ Μαξίμιτς που του διηγείται την ιστορία της αρπαγής μιας Τσερκέζας από έναν αξιωματικό, κάποιον Πετσόριν.

Η διήγηση, με έντονο καυκασιανό χρώμα, φθάνει στο τέλος της με τον πικρό θάνατο της κοπέλας και την ανάγνωση να διακόπτεται πεζά λες και αυτός ο θάνατος ελάχιστα ενδιαφέρει τον συγγραφέα. Στην επόμενη νουβέλα (Μαξίμ Μαξίμιτς) έχουμε μια σύντομη συνάντηση ανάμεσα στον συγγραφέα-αφηγητή, τον αφηγητή της Μπέλα, Μαξίμ Μαξίμιτς και τον ήρωα της ιστορίας της Μπέλα, Πετσόριν! Στο τέλος της ο συγγραφέας-αφηγητής βρίσκεται με ένα ημερολόγιο στα χέρια ¬ εκείνο του Πετσόριν. Οι επόμενες τρεις νουβέλες είναι αποσπάσματα αυτού του Ημερολογίου. Κορυφώνονται στη μεσαία εκτενέστερη διήγηση, στην Πριγκίπισσα Μαίρη, όπου ο Πετσόριν σαγηνεύει δύο γυναίκες με απώτερο στόχο να τις εγκαταλείψει, ενώ παράλληλα προσχεδιάζει (και πετυχαίνει) τον θάνατο σε μονομαχία ενός παλιού του γνώριμου.

Ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πλέον ότι όλες οι ιστορίες και όλα τα πρόσωπα που εμπλέκονται σ’ αυτές ουσιαστικά έχουν σχεδιαστεί για να σκιαγραφήσουν αποκλειστικά τον Ηρωα του Καιρού μας.

Ο Πετσόριν είναι το γενεσιουργό κύτταρο μιας ολόκληρης κοινωνίας που ενδοσκοπείται από τον συγγραφέα. Πιο σωστά: ο συγγραφέας διά της αυτοβιογραφικής του persona Πετσόριν αναδημιουργεί τις συνθήκες που θεωρεί ότι τον εξέθρεψαν ως Ηρωα του Καιρού του. «Αναδημιουργεί» με την έννοια της αριστοτελικής μιμήσεως. Πράγματι ο Λέρμοντοφ διά του ήρωά του δεν απομιμείται νατουραλιστικά τις όποιες εμπειρίες του προσωπικού του βίου• αντιθέτως ελέγχει την αντοχή τους, ελέγχει τη δυνατότητά τους να οδηγήσουν εις πράξιν σπουδαίαν και τελείαν.

Ο αδυσώπητος Πετσόριν, πότε ενοχικός, πότε αληθινά ένοχος, πότε αθώος, κατά κανόνα σατανικός παίκτης που ανατρέπει μεθοδικά τους κανόνες της τεκμηριωμένης ηθικής, αντλεί, όπως και το βυρωνικό πρότυπό του, κάτι από τον Μιλτόνειο Σατανά (στο πιο γνωστό ποίημα του Λέρμοντοφ, το Δαίμων, ένας άγγελος εξόριστος από τον Παράδεισο απολαμβάνει να σπέρνει το κακό στη Γη). Η φυγή, το pilgrimage του βυρωνικού ήρωα, αποτελούν επίσης και δικά του χαρακτηριστικά: ο Καύκασος γίνεται ο κατ’ εξοχήν εξωτικός τόπος της αποδημίας, κατά τον τρόπο που οι μεσογειακές χώρες αναγνωρίζονται ως εξωτικοί τόποι στα έκθαμβα μάτια του Childe Harold.

Ωστόσο η «μίμησις» του Λέρμοντοφ ανάγει την κοινωνική τύρβη σε ποίηση με ασφαλέστερο τρόπο απ’ ό,τι συμβαίνει στο έργο του προγόνου του. Με εμφατικά λιγότερες λυρικές εξάρσεις και με ισχυρότερα ποσοστά αυτογνωσίας, ο ήρωας του Λέρμοντοφ γνωρίζει ότι συχνά έχει «παίξει το ρόλο του πέλεκυ, στα χέρια της μοίρας! Σαν όργανο τιμωρίας επί της κεφαλής των καταδικασμένων θυμάτων, συχνά χωρίς μοχθηρία, πάντα χωρίς οίκτο…» βρίσκεται εν τέλει πιο κοντά στην (μη ποιητική) πραγματικότητα.

Αν ο επίσης βυρωνικός Πούσκιν αναρωτιέται με περισσή ειλικρίνεια μήπως ο Ευγένιος Ονιέγιν του «… είναι ένα κακόμοιρο φάντασμα, ένας επιπόλαιος μοσκοβίτης ντυμένος Childe Harold, η εικόνα των φαντασιώσεων ενός άλλου…», ο Λέρμοντοφ δεν χρειάζεται να αναρωτηθεί για τον Πετσόριν του. Παρ’ όλο που το βιβλίο βρίθει σε βυρωνικές αναφορές και μοτίβα, ο ήρωας του Λέρμοντοφ είναι κατά τούτο αυθεντικός σε σχέση με τους δύο φημισμένους προγόνους του: εκείνοι είναι εν πολλοίς φιλεύσπλαγχνοι ίσως, πλην απαθείς θεατές της ζωής και της ιστορίας• ο Πετσόριν αντιθέτως δρα ενσυνειδήτως ¬ παρ’ όλη των εγνωσμένη ματαιότητα του εγχειρήματός του. Δρα και, πράγμα που είναι ακόμη σπουδαιότερο για να τον διακρίνουμε από τους προγόνους του, κρίνει τις ίδιες του τις πράξεις.

Ο περίφημος κριτικός Βησσαρίων Μπιελίνσκι (1811-1848) που πρώτος επεσήμανε αυτή τη συγκεκριμένη διαφορά κατέληγε χαρακτηριστικά στη σχετική κριτική του: [Ο Πετσόριν του Λέρμοντοφ] «είναι ο Ονιέγιν της εποχής μας, ο ήρωας του καιρού μας».

Για να το πούμε διαφορετικά: το κλασικό αυτό έργο του Λέρμοντοφ ενώ εμπεριέχει όλα τα στοιχεία του βυρωνικού ρομαντισμού στο πρόσωπο του ήρωά του, και του εξομολογητικού ρομαντισμού στο ύφος, καταφέρνει και υψώνεται σε έναν αριστοτεχνικό ρεαλισμό, του επιπέδου που θα αναπτύξει η μεταγενέστερη γενεά των μεγάλων ρώσων ρεαλιστών.

Η ανοιχτή δομή του έργου του ¬ με διαδοχικές πρωτοπρόσωπες διηγήσεις που διαχέονται σχεδόν ακατάστατα η μία μέσα στην άλλη ¬ και τα διάσπαρτα στοιχεία της μυθοπλασίας ¬ που δεν συνδέονται ρητώς μεταξύ τους ¬ βρίσκουν εκπληκτικά τον ειρμό τους με το τέλος της ανάγνωσης.

Με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια το Ένας Ήρωας του Καιρού μας είναι αφενός το κύκνειο άσμα του εξομολογητικού ρομαντισμού και αφετέρου η αρχή του ρωσικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος. Αυτό το πετυχημένο αμάλγαμα ρομαντισμού και ρεαλισμού προσθέτει περισσή γοητεία στη σημερινή ανάγνωση του βιβλίου• η πρωτότυπη δομή, η αυθεντικότητα και η ποιητικότητά του το καθιστούν εξαιρετικά «μοντέρνο» αν όχι «σύγχρονο» δείγμα γραφής ¬ και εξαιρετικά διδακτικό για πεζογράφους (και αναγνώστες) που συγχέουν ακόμη τον ρεαλισμό με τη μηρυκαστική αναπαραγωγή της καθημερινότητας.

Artwork: Luis Gabriel Pacheco

 

 

Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ, Το μάτι

Γιατί εκείνη ήταν τόσο θελκτική, τόσο μαγικά γοητευτική, και δάκρυα μου ’φερνε στα μάτια, μια νύχτα θρήνων και οδυρμών και κλάματος αρμυρού, ακόμα και η παραμικρή σκέψη μου γι’ αυτήν. Το χνουδάτο της πρόσωπο, τα μυωπικά της μάτια, τα τρυφερά άβαφα χείλη της, τα λίγο πρησμένα και σκασμένα από το κρύο, που το χρώμα τους έμοιαζε να ρέει στις άκρες τους, για να χαθεί, να γίνει ένα πυρετώδες ροζ που έμοιαζε τόσο πολύ ν’ αποζητά το βάλσαμο ενός φιλήματος τρυφερού∙ α, κι εκείνα τα κοντά λαμπερά φορέματά της∙ τα ευμεγέθη γόνατά της, που τα ’σφιγγε το ένα με το άλλο, ανυπόφορα πολύ, σαν έπαιζε σκατ μαζί μας, γέρνοντας το μετάξινο μελαχρινό κεφάλι της πάνω από τα τραπουλόχαρτα∙ και τα χέρια της, εφηβικά, ιδρωμένα και λιγάκι τραχιά, χέρια που θα λαχταρούσες ν’ αγγίξεις και να φιλήσεις – ναι, όλα σ’ αυτήν, ήταν μαρτυρικά, ήταν αγιάτρευτα λαχταριστά, και μονάχα στα όνειρά μου, τα με δάκρυα μουσκεμένα, κατάφερνα τελικά να την αγκαλιάσω, και να νιώσω στα χείλη μου τον αυχένα της και το βαθούλωμα κοντά στην κλείδα της.

Αλλά εκείνη, ακόμα και στον ύπνο μου, χανόταν, και εγώ ξυπνούσα, σπαρταρώντας ακόμα. Τι μ’ ένοιαζε αν ήταν ανόητη ή έξυπνη, ή πώς πέρασε τα παιδικά της χρόνια, ή ποια ήταν τα βιβλία που διάβαζε, ή τι φρονούσε για το σύμπαν; Στ΄ αλήθεια, τίποτα δεν ήξερα γι’ αυτήν, τυφλωμένος καθώς ήμουν από εκείνη τη φλεγόμενη ομορφιά που αντικαθιστά τα πάντα, που τα πάντα δικαιολογεί, και που, αντίθετα με μιαν ανθρώπινη ψυχή (συχνά προσεγγίσιμη και αποκτήσιμη), δεν μπορεί, με κανέναν τρόπο, να γίνει δική σου, να περιέλθει ποτέ στην ιδιοκτησία σου, όπως ακριβώς κανένας δεν μπορεί να συμπεριλάβει ποτέ στα υπάρχοντά του τα ξέφτια από τα σύννεφα ενός ηλιοβασιλέματος, πάνω απ’ τα σκοτεινιασμένα οικήματα, ή την ευωδιά ενός ανθού που μπορείς ατελεύτητα ν’ απολαμβάνεις, με τεντωμένα ρουθούνια, μα μυρίζεις αδιάκοπα ώσπου να ζαλιστείς, αλλά που δεν μπορείς, δεν θα μπορέσεις ποτέ, αυτήν την ευωδιά, απ’ τη στεφάνη ν’ αποσπάσεις.

Μια φορά, τα Χριστούγεννα, πριν από μια χοροεσπερίδα, στην οποία θα πήγαιναν όλοι τους χωρίς εμένα, κοίταξα φευγαλέα, σε μια λωρίδα του καθρέφτη, όπως φαινόταν από μια μισάνοιχτη πόρτα, την αδερφή της να πουδράρει τους γυμνούς ώμους της Βάνιας∙ μιαν άλλη φορά, πρόσεξα έναν λεπτεπίλεπτο στηθόδεσμο στο μπάνιο. Για μένα, αυτά ήταν εξουθενωτικά περιστατικά, που είχαν μιαν εξαίσια αλλά αποστραγγιστική επίδραση στα ενύπνιά μου, μολονότι σε κανένα απ’ αυτά δεν προχώρησα περισσότερο από ένα απελπισμένο φιλί (εγώ, πάντως, ακόμα δεν ξέρω γιατί πάντα έκλαιγα κάθε που συναντιόμασταν στα όνειρά μου). Εκείνο, άλλωστε, που χρειαζόμουν από τη Βάνια δεν θα μπορούσα ποτέ να το πάρω για δικιά μου, ατέρμονη, χρήση και κτήση, όπως ακριβώς δεν μπορείς να κατέχεις το χρώμα του σύννεφου ή το άρωμα του λουλουδιού. Μονάχα σαν συνειδητοποίησα, τελικά, πως ο πόθος μου ήταν καταδικασμένος να μείνει ανεκπλήρωτος, και πως η Βάνια δεν ήταν παρά ένα κύημα της φαντασίας μου, κατάφερα να γαληνέψω και να συμφιλιωθώ με την έξαψη μου, από την οποία είχα, άλλωστε, αποσπάσει όλη τη γλυκύτητα που ένας άνδρας μπορεί, ενδεχομένως, ν’ αποσπάσει απ’ τον έρωτα. (…) Kαι μετά, θα έρθει μια μέρα που το τελευταίο πρόσωπο που θα με θυμάται, θα πεθάνει. Έμβρυο σε αντίστροφη κίνηση, η εικόνα μου θα ζαρώσει κι αυτή, θα συρρικνωθεί και θα πεθάνει μέσα στον τελευταίο μάρτυρα του εγκλήματος που διέπραξα απλώς και μόνον με το γεγονός ότι υπήρχα και ζούσα. Ίσως, μια τυχαία ιστορία, ένα απλό ανέκδοτο όπου θα εμφανίζομαι κι εγώ, να περάσει από το μάρτυρα αυτόν στο γιο ή στον εγγονό του, και έτσι το όνομα και το φάντασμά μου να συνεχίσουν να εμφανίζονται φευγαλέα εδώ κι εκεί, για κάμποσο καιρό ακόμα. Και ύστερα, θά ’ρθει το οριστικό τέλος.

Παρ’ όλα αυτά, είμαι ευτυχισμένος. Ναι, ευτυχισμένος. Τ’ ορκίζομαι. Ορκίζομαι ότι είμαι ευτυχισμένος. Συνειδητοποίησα πως η μόνη ευτυχία στον κόσμο είναι το να παρατηρείς, να κατασκοπεύεις, να παρακολουθείς, να περιεργάζεσαι τον εαυτό σου και τους άλλους, να μην είσαι παρά ένας οφθαλμός, ένα μεγάλο, κάπως υαλώδες, κάπως κόκκινο και ερεθισμένο, ορθάνοιχτο μάτι.Το ορκίζομαι, αυτό είναι η ευτυχία. Τι σημασία έχει αν είμαι λιγάκι φτηνός, λιγάκι τρελός, κι αν κανένας δεν εκτιμά όλα τα αξιόλογα στοιχεία μου – τη φαντασία μου, την πολυμάθειά μου, τα λογοτεχνικά μου χαρίσματα… Είμαι ευτυχισμένος εγώ, και μπορώ ν’ ατενίζω τον εαυτό μου, γιατί κάθε άνδρας παρουσιάζει ενδιαφέρον! O κόσμος, όσο κι αν πασχίζει, δεν μπορεί να με προσβάλει. Είμαι άτρωτος. Και τι με νοιάζει αν εκείνη παντρεύεται κάποιον άλλον; Κάθε νύχτα, ονειρεύομαι τα φορέματά της και τα άλλα της ρούχα σε μιαν ατελεύτητη απλώστρα ευδαιμονίας μέσα σ’ έναν ακόπαστο άνεμο κατοχής, κι ο σύζυγός της ποτέ του δεν θα μάθει τι κάνω με τα μετάξια και τα χνούδια αυτής της μαγεύτρας που χορεύει. Αυτό είναι το μέγιστο, το υπέρτατο κατόρθωμα του έρωτος. Είμαι ευτυχισμένος – ναι, ευτυχισμένος! Τι άλλο να κάνω για να τ’ αποδείξω; Tι άλλο μπορώ να κάνω; Πώς να το διακηρύξω ότι είμαι ευτυχισμένος; Ω, να το φωνάξω, να το ουρλιάξω έτσι που να με πιστέψετε όλοι σας στο τέλος, όλοι εσείς οι σκληροί, όλοι εσείς οι αυτάρεσκοι… 

Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ, Το μάτι, σελ. 98-100 και 140-141, μτφρ.: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Εκδόσεις Ερατώ, 1993

Πίνακες: Pascale Pratte

.

.

 

Φ. Ντοστογιέβσκη, Ο ηλίθιος

Loredana Catania Ναι, πρέπει τώρα να ξεκαθαρίσουν όλ’ αυτά, πρέπει να διαβάζουν όλοι τους καθαρά ο ένας στην ψυχή του άλλου, να μην υπάρχουν πια αυτές οι σκοτεινές και παθιασμένες απαρνήσεις, όπως απαρνήθηκε πριν από λίγο ο Ραγκόζιν, κι ας πραγματοποιηθούν όλ’ αυτά ελεύθερα και… φωτεινά. Μήπως τάχα δεν είναι ικανός για το φως ο Ραγκόζιν; Λέει πως δεν την αγαπάει έτσι, πώς δεν υπάρχει μέσα του συμπόνια, «δεν υπάρχει κανένας τέτοιος οίχτος». Η αλήθεια είναι πως πρόστεσε αργότερα ότι «ο δικός σου οίχτος είναι ίσως χειρότερος από τον έρωτά μου» – συκοφαντεί ωστόσο τον εαυτό του. Χμ… ο Ραγκόζιν σκυμμένος πάνω απ’ το βιβλίο – μην τάχα αυτός δεν είναι «οίχτος», δεν είναι η αρχή του «οίχτου»; Μήπως τάχα και μόνη η παρουσία αυτού του βιβλίου δεν αποδείχνει πώς έχει πλήρη συνείδηση των σχέσεών του μ’ αυτήν; Kαι η διήγησή του πριν από λίγο; Όχι αυτό είναι κάτι βαθύτερο από ένα απλό πάθος. Και μήπως μονάχα πάθος μπορεί να σου γεννάει το πρόσωπό της; Μα μπορεί τώρα πια αυτό το πρόσωπο να γεννήσει πάθος; Αυτό το πρόσωπο γεννάει πόνο, σου αρπάζει και σου σφίγγει όλη την ψυχή σου… και μια καυτερή, βασανιστική θύμηση πέρασε ξάφνου από την καρδιά του πρίγκιπα. Ναι, βασανιστική. Θυμήθηκε πόσο βασανιζόταν εδώ και λίγον καιρό ακόμα, όταν είχε αρχίσει να παρατηρεί σ’ αυτήν τα πρώτα συμπτώματα της τρέλας. Τότε τον είχε πιάσει σχεδόν απελπισία. Και πώς μπόρεσε να την αφήσει τότε, όταν του το ’σκασε και πήγε στον Ραγκόζιν; Θα ’πρεπε αυτός ο ίδιος να τρέξει ξοπίσω της κι όχι να περιμένει να τον ειδοποιήσουν. Μα… είναι ποτέ δυνατό να μην παρατήρησε ως τα τώρα ο Ραγκόζιν σημάδια τρέλας σ’ αυτήν; Xμ… Ο Ραγκόζιν βλέπει σ’ όλα άλλες αιτίες, αιτίες που τις γεννάει ο ίδιος!

Φ. Ντοστογιέβσκη, Ο ηλίθιος, σελ. 345-346, μτφρ.: Άρης Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη

Πίνακας: Loredana Catania

..

 

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Η Γκέρτυ ήταν ντυμένη απλά, αλλά με τις ενστικτώδεις επιλογές μιας πιστής υπηκόου της Αυτής Μεγαλειότητας της Μόδας, επειδή είχε τη διαίσθηση ότι υπήρχε κάποια πιθανότητα να τον συναντήσει. Μια κομψή γαλάζια ελεκτρίκ μπλούζα με χρωματιστές βούλες (επειδή το περιοδικό Εικόνα της Γυναίκας προέβλεπε ότι φέτος θα φοριόταν αυτό το γαλάζιο ελεκτρίκ), μ’ ένα κοκέτικο άνοιγμα σε σχήμα V μέχρι το χώρισμα του στήθους και μια μικρή τσέπη για μαντιλάκι (όπου αυτή όμως, επειδή το μαντιλάκι χαλούσε τη γραμμή, έβαζε πάντα ένα κομμάτι βαμπάκι διαποτισμένο με το αγαπημένο της άρωμα) και μια φούστα, σκούρα γαλάζια, πολύ φαρδιά, άνετη στο περπάτημα, ανεδείκνυε τέλεια τη λεπτή κορμοστασιά της. Φορούσε ένα κοκέτικο καπελάκι από φαρδύ μαύρο ψαθί, στολισμένο μ’ ένα χτυπητό βελούδινο κορδόνι γαλάζιο, μ’ ένα φιόγκο στο πλάι στην ίδια απόχρωση. Όλη την περασμένη Τρίτη έψαχνε να βρει αυτό το ασορτί κορδόνι και τελικά το πέτυχε στου Κλέρυ, στις θερινές εκπτώσεις, ακριβώς όπως το ήθελε, λιγάκι ξεβαμμένο στο χρώμα, μα αυτό δεν φαινόταν διόλου εφτά δάκτυλα για δυο σελίνια και μία πέννα. Το είχε ταιριάξει μόνη της και τι χαρά ένιωσε όταν το δοκίμασε ύστερα, στο χαριτωμένο είδωλο που της παρουσίασε ο καθρέφτης! Kαι όταν το έβαλε στην κανάτα του λαβαμπό, για να εξαλείψει κάθε κίνδυνο να χάσει τη φόρμα του, σκέφτηκε ότι αυτό θα εξαφάνιζε το χαμόγελο από κάποιες φίλες της. Τα παπούτσια της ήταν η τελευταία λέξη της μόδας (η Ήντυ Μπόουρντμαν καυχιόταν ότι τα δικά της ήταν πάρα πολύ petite, όμως αυτή δεν είχε ένα πόδι σαν της Γκέρτυ ΜακΝτάουελλ, τριάντα πέντε νούμερο, ασ’ την να κοκορεύεται), καλογυαλισμένα, και με μιαν αγκράφα πάνω από την ψηλή καμάρα του ποδιού. Οι τορνευτοί αστράγαλοί της έδειχναν τις τέλειες αναλογίες τους κάτω από τη φούστα της και από τις καλοσχηματισμένες γάμπες της, που ήταν ντυμένες με ωραίες κάλτσες μ’ ενισχυμένες φτέρνα και δάχτυλα, δεν έβλεπες παρά μόνον όσο έπρεπε να δεις, τίποτα περισσότερο.

Όσο για τα εσώρουχα, αυτά ήταν η μεγαλύτερη έγνοια της Γκέρτυ και, για όσους γνωρίζουν τις διακυμαινόμενες ελπίδες και τους γλυκούς φόβους των δεκαεφτά ετών (αν και η Γκέρτυ είχε περάσει πια τα δεκαεφτά), ποιος μπορούσε να την κατηγορήσει γι’ αυτό; Eίχε τέσσερις κομψές αλλαξιές, με ωραιότατα γαζιά, τρεις ρόμπες και νυχτικιές έξτρα, και η κάθε αλλαξιά με κορδέλες διαφορετικού χρώματος, ροζ παλ, μπλε σιελ, μωβ, φιστικί, και τις στέγνωνε μόνη της και τις λουλάκιαζε, όταν τις έπαιρνε από το πλυντήριο, και τις σιδέρωνε και είχε ένα τούβλο για ν’ ακουμπάει το σίδερο, επειδή δεν μπορούσε να εμπιστευτεί εκείνες τις πλύστρες, έτσι που της είχε δει να σακατεύουν τα ασπρόρουχα. Σήμερα είχε βάλει τη γαλάζια αλλαξιά, για γούρι, με την ελπίδα ότι, παρ’ όλους τους κακούς οιωνούς, το δικό της το χρώμα είναι και το χρώμα που φέρνει τύχη στη νύφη, που πρέπει οπωσδήποτε να φοράει κάτι γαλάζιο πάνω της, επειδή η πράσινη αλλαξιά που φορούσε πριν από μία εβδομάδα τής έφερε λύπη, γιατί ο πατέρας του τον είχε κλείσει στο δωμάτιό του για να διαβάσει για την υποτροφία, και αυτή σκέφτηκε ότι εκείνος ίσως θα έβγαινε σήμερα, γιατί καθώς ντυνόταν το πρωί παρά λίγο να βάλει τη φορεμένη κυλότα της ανάποδα, κι αυτό σημαίνει καλοτυχία και συνάντηση με τον αγαπημένο σου, αν τη φορούσες ανάποδα και εφόσον, βέβαια, δεν είναι Παρασκευή.

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας, μτφρ.: Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 408-409, (13. Ναυσικά) Eκδόσεις Κέδρος 14η έκδοση, 1990

Πίνακες: Juan Miro, Henri Matisse

www.online-literature.com/james_joyce/ulysses/13/.

 

Tags:

Henry James, H εικόνα στο χαλί

ANTONIO SANTIN _Macarena_2013 

«Δεν διαβάζω τις βιβλιοκρισίες των εφημερίδων, παρά μόνον όταν κάποιος μου τις βάλει κάτω από τη μύτη, όπως συνέβη και με το περί ου ο λόγος άρθρο – κάτι που αναλαμβάνει πάντοτε να κάνει ένας καλός φίλος. Ωστόσο συνήθιζα να τα διαβάζω κάπου κάπου – πριν από δέκα χρόνια. Τολμώ να πω ότι στο σύνολό τους τότε ήταν πιο ανόητα∙ εν πάση περιπτώσει, μου δημιουργούσαν διαρκώς την εντύπωση ότι τους ξέφευγε το μικροτέχνασμά μου, ενώ περνούσαν δίπλα μου με την ίδια θαυμαστή δεξιοσύνη που έδειχναν είτε όταν με χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη είτε όταν με κλωτσούσαν. Έκτοτε, όποτε τύχαινε να τους ρίξω καμιά ματιά, εξακολουθούσαν να πυροβολούν στην τύχη απανωτά – σαν να λέμε, δηλαδή, εξακολουθούσαν να ξαστοχούν μ’ έναν τρόπο υπέροχο. antonio-santin--10Εσείς, επίσης, αστοχήσατε, αγαπητέ, μ’ όλη την ασυναγώνιστη εμπιστοσύνη που έχετε στον εαυτό σας∙ το ότι είστε υπερβολικά έξυπνος και το άρθρο σας υπερβολικά επιμελές, ουδόλως αλλάζει το αποτέλεσμα. Προπάντων μ’ εσάς τους ανερχόμενους νέους ανθρώπους», γέλασε ο Βέρκερ, «διαπιστώνω πόσο έχω αποτύχει!»

Toν άκουγα με ζωηρό ενδιαφέρον∙ έγινε ζωηρότερο, καθώς συνέχιζε την κουβέντα. «Eσείς να αποτύχετε, Θεέ και Κύριε! Ποιο λοιπόν θα μπορούσε να ’ναι το μικρό σας τέχνασμα;»

«Πρέπει στ’ αλήθεια να σας πω εγώ, ύστερα από τόσα χρόνια κοπιαστικής εργασίας;» Yπήρχε κάτι σ’ αυτή την –κωμικά μεγαλοποιημένη– φιλική μομφή, που εμένα, τον νεαρό ένθερμο αναζητητή της αλήθειας, με έκανε να κοκκινίσω ως τις ρίζες των μαλλιών. Ακόμα και σήμερα παραμένω στο ίδιο σκοτάδι, ωστόσο έχω πια, ως ένα σημείο, εξοικειωθεί με το περιορισμένο της αντίληψής μου∙ εκείνη τη στιγμή όμως, ο εύθυμος τόνος του Βέρκερ έδωσε σ’ εμένα, και ασφαλώς σ’ αυτόν, την εντύπωση πως ήμουν ξύλο απελέκητο. Ετοιμαζόμουν να αναφωνήσω «Α, όχι μη μου πείτε τίποτα∙ για χάρη της τιμής μου και αυτής του επαγγέλματός μου, μην πείτε λέξη!» όταν εκείνος συνέχισε μ’ έναν τρόπο που έδειχνε ότι είχε διαβάσει τη σκέψη μου και ότι είχε δικές του απόψεις σχετικά με τη δυνατότητα να καλύψουμε κάποτε τις ελλείψεις μας. «Με το μικρό μου τέχνασμα εννοώ –πώς να το πω;– τον συγκεκριμένο λόγο που με παρότρυνε κυρίως να γράψω τα βιβλία μου. ANTONIO SANTIN 2Μήπως δεν υπάρχει για κάθε συγγραφέα μια τέτοιας λογής ιδέα που τον στρώνει περισσότερο από καθετί άλλο στη δουλειά, η ιδέα που, αν του έλειπε η διάθεση να την πραγματοποιήσει, δεν θα καθόταν να γράψει καθόλου, το ίδιο το πάθος του πάθους του, η φάση της δημιουργίας κατά την οποία φουντώνει μέσα του η άσβεστη φλόγα της τέχνης; E, λοιπόν, αυτό είναι!»

Έμεινα συλλογισμένος προς στιγμήν – για την ακρίβεια παρακολουθούσα με δέος τη σκέψη του, ξεροκαταπίνοντας. Ήμουν συνεπαρμένος – εύκολα θα μου πείτε∙ παρ’ όλ’ αυτά δεν σκόπευα να ξεφύγω από το θέμα που με ενδιέφερε. «Η περιγραφή σας είναι βεβαίως ωραία, αλλά δεν κάνει πολύ ευδιάκριτη την εικόνα αυτού που θέλετε να προβάλετε».

«Σας διαβεβαιώ, θα φαινόταν ευδιάκριτη εάν μπορούσε να σας περάσει από το νου». Παρατήρησα πως η γοητεία του θέματός μας πλημμύρισε τον σύντροφό μου με την ίδια ζωηρή συγκίνηση που με κατείχε. ANTONIO SANTIN 02«Oπωσδήποτε», συνέχισε, «μπορώ να πω τι συμβαίνει από τη δική μου πλευρά: υπάρχει στο έργο μου μία ιδέα που δίχως αυτή δεν θα μου καιγόταν καρφί για την όλη υπόθεση. Είναι η ωραιότερη, η πληρέστερη προοπτική όλων, και η υλοποίησή της αποτέλεσε, πιστεύω, θρίαμβο υπομονής, θρίαμβο εφευρετικότητας. Θα έπρεπε να αφήσω να το πει κάποιος άλλος∙ αλλά αυτό που συζητάμε τώρα είναι ότι κανείς δεν το λέει. Αυτό το μικρό μου τερτίπι εκτείνεται από βιβλίο σε βιβλίο, και όλα τα υπόλοιπα, συγκριτικά, κινούνται απλώς στην επιφάνεια του έργου. Η διάταξη, η μορφή, η υφή των βιβλίων μου ενδεχομένως κάποτε να αποτελέσουν για τους μυημένους μια ολοκληρωμένη παρουσίαση. Επομένως πρόκειται ασφαλώς γι’ αυτό που θα πρέπει να αναζητήσει ο κριτικός. Είμαι της γνώμης μάλιστα», συμπλήρωσε ο επισκέπτης μου χαμογελώντας, «ότι είναι αυτό που θα πρέπει να βρει ο κριτικός». Τούτο έμοιαζε πράγματι να θέτει ευθύνες. «Eσείς το χαρακτηρίζετε μικρό τερτίπι;»

«Από σεμνότητα και μόνον. Στην ουσία πρόκειται για ένα θαυμάσιο σχέδιο».

Henry James, H εικόνα στο χαλί, μτφρ.: Παλμύρα Ισμυρίδου, σελ. 40-44, εκδόσεις Άγρα, 1992

҉҉҉҉҉

Η απουσία της αιτίας ή της αλήθειας είναι παρούσα μέσα στο κείμενο ή, μάλλον αποτελεί τη λογική του αφετηρία και το λόγο της ύπαρξής του∙ είναι η αιτία εκείνη, που, λόγω της απουσίας της, κάνει το κείμενο να αναδυθεί στην επιφάνεια. Η ουσία είναι απούσα, η απουσία είναι ουσιαστική.

Tzvetan Todorov, μτφρ.: Kώστας Παπαδόπουλος, σελ. 165 (Από το επίμετρο του βιβλίου)

Πίνακες: Αntonio Santin

.

.

 

 

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Όμορφοι και καταραμένοι

Scott Prior 927

Artwork: Scott Prior

 O  Άντονυ γύρισε στο διαμέρισμα και στρώθηκε στη δουλειά. Ανακάλυψε ότι η υπόθεση της αισιοδοξίας δεν ήταν εύκολη. Έπειτα από μισή ντουζίνα άδοξα ξεκινήματα πήγε στη δημόσια βιβλιοθήκη και για μια ολόκληρη βδομάδα έψαχνε τα αρχεία ενός δημοφιλούς περιοδικού. Έπειτα, καλύτερα εξοπλισμένος, έγραφε το πρώτο του διήγημα: To μοιραίο μαγνητόφωνο.Scott Prior 927 Βασιζόταν σε μια από τις λίγες εντυπώσεις που του έμεναν από τις έξι εβδομάδες του στη Γουώλ Στρητ την περασμένη χρονιά. Υποτίθεται ότι ήταν η χαρούμενη ιστορία ενός κλητήρα που, εντελώς τυχαία, σιγοτραγούδησε μια θαυμάσια μελωδία που γράφτηκε στο ντικταφόν. Ο αδελφός του αφεντικού, γνωστός παραγωγός μουσικών κωμωδιών, ανακάλυψε τυχαία τον κύλινδρο – που έπειτα χάθηκε αμέσως. Το κύριο μέρος της ιστορίας ασχολιόταν με την έρευνα για τον χαμένο κύλινδρο και το γάμο του ευγενικού κλητήρα (που ήταν πια πετυχημένος συνθέτης) με τη μις Ρούνυ, την ενάρετη στενογράφο, που ήταν μισή Ζαν ντ’ Αρκ και μισή Φλόρενς Νάιτινγκέηλ. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τέτοια ήθελαν τα περιοδικά. Οι πρωταγωνιστές του ήταν οι συνηθισμένοι κάτοικοι ενός γαλαζορόδινου λογοτεχνικού κόσμου, βουτηγμένοι σε μια γλυκανάλατη πλοκή, που δεν θα αναστάτωνε ούτε ένα στομάχι στη Μαριέτα.

Το είχε δακτυλογραφήσει σε διπλό διάστιχο – αυτό κατόπιν της συμβουλής του εγχειριδίου Πώς να γίνετε εύκολα ένας πετυχημένος συγγραφέας, του Ρ. Μεγκς Γουίντλστιν, που διαβεβαίωνε τους φιλόδοξους υδραυλικούς ότι ήταν ανώφελο να ιδρώσουν, αφού ύστερα από έξι μαθήματα γραφής θα μπορούσαν να βγάζουν τουλάχιστον χίλια δολάρια το μήνα. Αφού το διάβασε σε μια βαριεστημένη Γκλόρια, και απέσπασε απ’ αυτήν την αθάνατη παρατήρηση ότι ήταν καλύτερο από ένα σωρό άλλα πράγματα που δημοσιεύονται, υπέγραψε, με σατιρική διάθεση, με το ψευδώνυμο Ζιλ ντε Σαντ, εσώκλεισε τον κατάλληλο φάκελο για την απάντηση και το έστειλε. Ύστερα από τον γιγάντιο άθλο της σύλληψης αποφάσισε να περιμένει μέχρι να δει τι θα γίνει με το πρώτο διήγημα πριν αρχίσει άλλο. Ο Ντικ του είχε πει ότι θα μπορούσε να βγάλει μέχρι και διακόσια δολάρια. Αν, κατά τύχη, δεν άρεσε, το γράμμα του αρχισυντάκτη θα του έδινε, δίχως αμφιβολία, κάποια ιδέα για τις αλλαγές που έπρεπε να κάνει. «Κόβω το κεφάλι μου πως είναι το πιο ελεεινό κομμάτι που υπάρχει στον κόσμο», παρατήρησε μελαγχολικά ο Άντονυ. Ο αρχισυντάκτης προφανώς συμφώνησε μαζί του. Επέστρεψε το χειρόγραφο μ’ ένα απορριπτικό σημείωμα. Ο Άντονυ το έστειλε αλλού και άρχισε άλλο διήγημα. Το δεύτερο λεγόταν Οι ανοιχτές πορτούλες∙ γράφηκε σε τρεις μέρες. Αφορούσε στον πνευματισμό: Ένα τσακωμένο ζευγάρι συμφιλιωνόταν από ένα μέντιουμ σε παράσταση βαριετέ. Όλα μαζί έφτασαν τα έξι, έξι άθλιες και αξιολύπητες απόπειρες να «γράψει» ένας άνθρωπος που ποτέ πριν δεν είχε κάνει καμιά σοβαρή προσπάθεια να γράψει οτιδήποτε. Κανένα τους δεν περιείχε ούτε μια σπίθα ζωντάνιας και όλα μαζί απέπνεαν λιγότερη γοητεία και κομψότητα από μια μέτρια στήλη εφημερίδας. Στη διάρκεια της περιφοράς τους, συγκέντρωσαν τριάντα ένα απορριπτικά σημειώματα, που φάνταζαν σαν μνήματα για τα πακέτα που έβρισκε σωριασμένα σαν πτώματα στο κατώφλι του.

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Όμορφοι και καταραμένοι, μτφρ.: Ρένα Χάτχουτ, σελ. 452-454, Εκδόσεις Ερατώ, 1998

..

 

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Εκατό χρόνια μοναξιά

Michael ParkesΗ Ούρσουλα όρισε μια περίοδο αυστηρού πένθους, με κλειστά πορτοπαράθυρα, οπότε δεν θα μπαινόβγαινε κανείς, εκτός κι αν ήταν εντελώς απαραίτητο. Απαγόρεψε να μιλούν δυνατά για ένα χρόνο κι έβαλε τη δαγκεροτυπία της Ρεμέδιος εκεί που είχαν ξενυχτήσει τη σορό της, με μια μαύρη κορδέλα στη μέση κι ένα καντήλι που ήταν αναμμένο μέρα νύχτα. Οι επόμενες γενιές, που ποτέ δεν άφησαν το καντήλι να σβήσει, παραξενεύονταν μ’ αυτό το κορίτσι με την πλισέ φούστα, τ’ άσπρα μποτάκια και την κορδέλα από οργάντζα στα μαλλιά, που δεν κατάφεραν να το ταυτίσουν με τη συνηθισμένη εικόνα της προγιαγιάς. Η Αμαράντα ανέλαβε τον Αουρελιάνο Χοσέ. Τον υιοθέτησε σαν γιο που θα μοιραζόταν τη μοναξιά της και θα τη λύτρωνε απ’ το ανεπιθύμητο λάβδανο, που τα απελπισμένα παρακάλια της είχαν ρίξει στον καφέ της Ρεμέδιος. Ο Πιέτρο Κρέσπι έμπαινε νυχτοπατώντας το σούρουπο, με μια μαύρη κορδέλα στο καπέλο, κι επισκεπτόταν τη Ρεβέκκα, που έμοιαζε να αιμμοραγεί με στο μαύρο φουστάνι της με τα μακριά μανίκια. Ακόμα και η σκέψη για τον καθορισμό μιας ημερομηνίας για το γάμο θα έδειχνε έλλειψη σεβασμού κι έτσι ο αρραβώνας μεταβλήθηκε σε μια αιώνια σχέση, ένα βαρετό έρωτα, που κανείς δεν τον επιτηρούσε πια, λες και οι ερωτευμένοι, που παλιά χαλούσαν τις λάμπες για να φιληθούν, είχαν τώρα εγκαταλειφθεί στο έλεος του θανάτου. Χωρίς να ξέρει πια τι να κάνει, ολότελα απογοητευμένη, η Ρεβέκκα ξανάρχισε να τρώει χώμα.

Ξαφνικά –όταν πια το πένθος είχε κρατήσει τόσο ώστε είχαν ξαναρχίσει οι συγκεντρώσεις για τη σταυροβελονιά – κάποιος έσπρωξε την ξώπορτα, στις δύο το μεσημέρι, στη θανάσιμη σιωπή της ζέστης, και οι κολόνες στα θεμέλια ρίγησαν από τόση δύναμη στα τσιμέντα, ώστε η Αμαράντα και οι φίλες της, που κεντούσαν στη βεράντα, η Ρεβέκκα, που πιπίλαγε το δάχτυλό της στην κρεβατοκάμαρα, η Ούρσουλα στην κουζίνα, ο Αουρελιάνο στο εργαστήρι, μέχρι και ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, κάτω από τη μοναχική καστανιά, όλοι έμειναν με την εντύπωση πως ένας σεισμός τράνταζε το σπίτι. Ένας τεράστιος άντρας είχε έρθει. Οι τετράγωνες πλάτες του με δυσκολία χωρούσαν στην πόρτα. Φορούσε ένα μικρό φυλαχτό της Παναγιάς της Γρηγορούσας στο βουβαλίσιο λαιμό κι είχε τα μπράτσα και το στήθος του κεντημένα με απόκρυφα τατουάζ, ενώ στο δεξή καρπό του φορούσε το σφιχτό χάλκινο βραχιόλι των Σταυρωμένων Παιδιών. Το δέρμα του ήταν σκασμένο απ’ τ’ αλάτι της υπαίθρου, τα μαλλιά του κοντά κι όρθια σαν χαίτη μουλαριού, σιδερένιες μασέλες και θλιμμένο χαμόγελο. Φορούσε μια ζώνη δύο φορές πιο φαρδιά από αλογίσιο σαμάρι, μπότες με γκέτες και σπιρούνια και σιδερένια τακούνια, κι η παρουσία του έδινε τη συγκλονιστική εντύπωση μιας σεισμικής δόνησης.

Michael parkes _the_last_lionΠέρασε το σαλόνι και το καθημερινό δωμάτιο, κρατώντας στο χέρι κάτι μισοχαλασμένα σακίδια, κι εμφανίστηκε σαν κεραυνός στη βεράντα με τις μπιγκόνιες, όπου η Αμαράντα με τις φίλες της είχαν μείνει ξερές με τις βελόνες στον αέρα. «’σπέρα» , τους είπε με κουρασμένη φωνή, πέταξε το σακίδιο πάνω στο τραπέζι με τα εργόχειρα και προχώρησε προς το πίσω μέρος του σπιτιού. «’σπέρα», είπε στην τρομαγμένη Ρεβέκκα, που τον είδε να περνάει από την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της. «’σπέρα», είπε στον Αουρελιάνο, που βρισκόταν στον πάγκο της αργυροχοΐας με όλες τις αισθήσεις του σε εγρήγορση. Δεν σταμάτησε για κανέναν.  Πήγε κατευθείαν στην κουζίνα κι εκεί σταμάτησε πρώτη φορά, στο τέλος ενός ταξιδιού που είχε αρχίσει απ’ την άλλη άκρη του κόσμου. «’σπέρα», είπε. Η Ούρσουλα έμεινε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου μ’ ανοιχτό το στόμα, τον κοίταξε στα μάτια, έβγαλε μια κραυγή και κρεμάστηκε στο λαιμό του φωνάζοντας και κλαίγοντας απ’ τη χαρά της. Ήταν ο Χοσέ Αρκάδιο. Είχε γυρίσει τόσο φτωχός όσο είχε φύγει, μέχρι που χρειάστηκε να δώσει η Ούρσουλα δύο πέσος για να πληρώσει το νοίκι του αλόγου του. Μιλούσε ισπανικά ανακατεμένα με τη μάγκικη διάλεκτο των ναυτικών. Τον ρώτησαν που είχε πάει κι εκείνος αποκρίθηκε «εδώ κι εκεί». Κρέμασε την αιώρα του στο δωμάτιο που του έδωσαν και κοιμήθηκε τρεις μέρες.

Michael Parkes -art Όταν ξύπνησε, και αφού ρούφηξε δεκαέξι ωμά αυγά, πήγε κατευθείαν στο μαγαζί του Καταρίνο, όπου ο τεράστιος όγκος του προκάλεσε πανικό και περιέργεια στις γυναίκες. Παράγγειλε να παίξει η μουσική και κέρασε τους πάντες αγουαρδιέντε. Έβαλε στοιχήματα για τη δύναμη των μπράτσων με πέντε άντρες ταυτόχρονα. «Είναι αδύνατο» έλεγαν εκείνοι σίγουροι πως δεν μπορούσαν να κουνήσουν το μπράτσο του. «Έχει τα Σταυρωμένα Παιδιά». Ο Καταρίνο, που δεν πίστευε σε μαγικές δυνάμεις, έβαλε στοίχημα δώδεκα πέσος πως δεν θα μπορούσε να κουνήσει τον πάγκο του μπαρ. Ο Χοσέ Αρκάδιο τον τράβηξε απ’ τη θέση του, τον σήκωσε στον αέρα, πάνω απ’ το κεφάλι του, και τον άφησε στο δρόμο. Χρειάστηκαν έντεκα άντρες για να τον ξαναβάλουν στη θέση του. Μες στην έξαψη και το γλέντι, έκανε επίδειξη του απίθανου αντρισμού του, που ήταν ολότελα σκεπασμένος από ένα ανακάτεμα από γαλάζιες και κόκκινες λέξεις σε διάφορες γλώσσες. Τις γυναίκες που τον πολιορκούσαν με τις ορέξεις τους τις ρώτησε ποια πλήρωνε τα περισσότερα. Michael Parkes 9Η πιο πλούσια πρόσφερε είκοσι πέσος. Τότε εκείνος πρότεινε να μπει σε κλήρο, με δέκα πέσος το λαχνό. Ήταν μια απίθανη τιμή, γιατί η πιο επιθυμητή γυναίκα έβγαζε οχτώ πέσος σε μια βραδιά, αλλά όλες δέχτηκαν. Έγραψαν τα ονόματά τους σε δεκατέσσερα χαρτάκια, τα έβαλαν σ’ ένα καπέλο και κάθε γυναίκα τράβήξε ένα. Όταν έμειναν μόνο δυο χαρτάκια, είδαν σε ποιες ανήκαν.
— Πέντε πέσος ακόμα η καθεμιά, πρότεινε ο Χοσέ Αρκάδιο, και θα με μοιραστείτε.

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Εκατό χρόνια μοναξιά, σελ. 89-91, μτφρ.: Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας, εκδόσεις Λιβάνη, 1983.

Πίνακες: Michael Parkes

..

Πέθανε ένας γίγαντας της λογοτεχνίας

http://www.aixmi.gr/index.php/pethanegigantaslogotexnmarkes/

http://parade.condenast.com/281220/ashleighschmitz/author-gabriel-garcia-marquez-dies-at-87-his-10-most-poignant-quotes/.

Να μας θυμάσαι, Γκάμπο!

.

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Ορλάντο

Kι αφού ο κύριος Άντισον είπε μερικά λόγια, ακούστηκε ένα τρομερό χτύπημα στην πόρτα, και ο κύριος Σουίφτ, που είχε κάτι τέτοιους απότομους τρόπους, μπήκε μέσα χωρίς να αναγγελθεί. Μια στιγμή, πού είναι τα Ταξίδια του Γκάλλιβερ; Α! να τα. Ας διαβάσουμε μία παράγραφο απ’ το ταξίδι στη χώρα των Χούυννμμνων.
«Απολάμβανα απόλυτη υγεία και ηρεμία ψυχής∙ δεν ένιωσα ποτέ την προδοσία ή την απιστία των φίλων, ή τις επιθέσεις κάποιου κρυφού ή φανερού εχθρού. Δεν είχα λόγο να δωροδοκήσω, να κολακέψω ή να κάνω το ρουφιάνο, για να εξασφαλίσω τη συμπάθεια κάποιου σπουδαίου προσώπου, ή κάποιου ευνοούμενού του. Δεν χρειαζόμουν προστασία από την απάτη ή την καταπίεση∙ εδώ δεν υπήρχε ούτε γιατρός για να μου καταστρέψει το σώμα, ούτε δικηγόρος να μου αφανίσει την περιουσία μου∙ δεν υπήρχε κανένας καταδότης για να παρακολουθεί τα λόγια και τις πράξεις μου∙ ή να ραδιουργεί εναντίον μου, με μοναδικό σκοπό το κέρδος: εδώ δεν υπήρχαν σκώπτες, επικριτές, συκοφάντες, πορτοφολάδες, ληστές, διαρρήκτες, δικολάβοι, μαστροποί, παλιάτσοι, πολιτικοί, εξυπνάκηδες, υποχόνδριοι, βαρετοί φλύαροι…»  

Αλλά σταμάτα, σταμάτα αυτόν το χείμαρρο με τις πύρινες λέξεις, γιατί θα κάψει ζωντανούς όχι μόνον εμάς αλλά κι εσένα τον ίδιο! Δεν υπάρχει τίποτε πιο ωμό απ’ αυτόν το βίαιο άντρα. Είναι τόσο τραχύς και τόσο καθαρός συνάμα∙ τόσο κτηνώδης αλλά και τόσο ευγενικός∙ περιφρονεί όλο τον κόσμο, όμως όταν μιλάει σ’ ένα κορίτσι η φωνή του γίνεται σαν του μικρού παιδιού, και θα πεθάνει, ποιος θ’ αμφέβαλλε γι’ αυτό; μέσα στο τρελοκομείο.
Έτσι η Ορλάντο σερβίριζε το τσάι σ’ αυτούς τους ανθρώπους∙ και μερικές φορές, όταν ο καιρός ήταν καλός, τους έφερνε στην εξοχή, και παρέθετε προς τιμήν τους βασιλικά γεύματα μέσα στο Στρογγυλό Τραπέζι, όπου είχε κρεμάσει τα πορτραίτα τους γύρω γύρω, έτσι που ο κύριος Πόουπ δεν μπορούσε να πει ότι είχε δοθεί προτεραιότητα στον κύριο Άντισον, ή το αντίθετο. Ήταν πολύ πνευματώδεις άλλωστε (όλο το πνεύμα τους όμως βρισκόταν μέσα στα βιβλία τους) και δίδασκαν στην Ορλάντο το πιο ουσιώδες χαρακτηριστικό του λόγου, που είναι η φυσικότητα στον τόνο της φωνής – είναι μια ιδιότητα που αποκτιέται μόνο με τ’ αφτί∙ χωρίς αυτή την άμεση εμπειρία της κανείς δεν μπορεί να τη μιμηθεί, ούτε και αυτός ο Γκρην ακόμα, παρ΄ όλη την επιδεξιότητά του∙ γιατί είναι κάτι που γεννιέται απ’ τον αέρα, και σκάει σαν κύμα πάνω στα έπιπλα και κυλάει και χάνεται, και δεν ξανασυλλαμβάνεται ποτέ, πολύ περισσότερο απ’ όλους αυτούς που τεντώνουν τ’ αφτιά τους μισόν αιώνα αργότερα, και προσπαθούν ν’ ακούσουν. Η Ορλάντο διδάχθηκε αυτήν την ιδιότητα απ’ τον κυματισμό μόνο της φωνής τους όταν μιλούσαν∙ έτσι που το στυλ της άλλαξε κάπως, και έγραψε μερικές πολύ ευχάριστες, πνευματώδεις στροφές και σχεδίασε κάποιους χαρακτήρες σε πεζό λόγο. Κι έτσι, κατασπαταλούσε το κρασί της γι’ αυτούς τους ανθρώπους, κι έβαζε μερικά χαρτονομίσματα, που τα έπαιρναν πολύ ευγενικά, κάτω απ’ τα πιάτα τους, και δεχόταν τις αφιερώσεις τους, και θεωρούσε τον εαυτό της εξαιρετικά τιμώμενο απ’ αυτήν τη συνδιαλλαγή.


David InshawΜ’ αυτόν τον τρόπο περνούσε ο καιρός, και συχνά άκουγες την Ορλάντο να μονολογεί με μια έμφαση στη φωνή της, που πιθανόν να δημιουργούσε κάποια υποψία σ’ αυτόν που την άκουγε. «Μα την πίστη μου, τι ζωή είναι αυτή! (γιατί ακόμη έψαχνε αυτό το προϊόν).  Οι περιστάσεις όμως σύντομα την ανάγκασαν να εξετάσει περισσότερο επισταμένα το θέμα.
Μια μέρα σερβίριζε το τσάι του κυρίου Πόουπ, ενώ αυτός, όπως θα μπορούσε να πει καθένα απ’ τους στίχους που προαναφέρθηκαν πιο πάνω, καθόταν με μάτια που έλαμπαν, παρατηρητικός και κυριολεκτικά συσπασμένος σε μια καρέκλα πλάι της.
«Θεέ μου», σκέφτηκε, καθώς σήκωνε την τσιμπίδα για τη ζάχαρη, «πόσο θα με ζηλεύουν οι γυναίκες τα χρόνια που θά ’ρθουν! Ωστόσο…» σταμάτησε, γιατί έπρεπε να ασχοληθεί με τον κύριο Πόουπ. Ωστόσο –ας τελειώνουμε εμείς τη σκέψη της– όταν κάποιος λέει «Πόσο θα με ζηλεύουν οι επόμενες γενιές», είναι σίγουρο ότι δεν νιώθει καθόλου άνετα τώρα. Αυτό το είδος ζωής ήταν πραγματικά τόσο συναρπαστικό, τόσο ζηλευτό, τόσο έξοχο, όπως μοιάζει όταν το περιγράφει ο βιογράφος; Πρώτα πρώτα η Ορλάντο έτρεφε ένα αληθινό μίσος για το τσάι∙ ύστερα η νόηση, η θεϊκή και σεβαστή, έχει τη συνήθεια να σφηνώνει στο πιο άθλιο κουφάρι, και συχνά, αλίμονο, ενεργεί σαν κανίβαλος προς τις άλλες ικανότητες, έτσι που συχνά, εκεί που το Πνεύμα υπερτερεί, η Καρδιά, οι Αισθήσεις, η Μεγαλοψυχία, η Ειλικρίνεια, η Ανοχή, η Καλοσύνη και όλα τα υπόλοιπα σπάνια βρίσκουν χώρο ν’ ανασάνουν. Έπειτα, η μεγάλη ιδέα που οι ποιητές τρέφουν για τον εαυτό τους∙ η περιφρόνηση που τρέφουν για τους άλλους∙ οι εχθρότητες, οι πόλεμοι, οι ζήλιες και οι καβγάδες όπου εμπλέκονται αδιάκοπα∙ η απληστία με την οποία ζητούν κατανόηση γι’ αυτά∙ όλα αυτά, θα μπορούσε να ψιθυρίσει κάποιος, προσέχοντας μην τον ακούσουν οι άνθρωποι του πνεύματος, κάνουν το σερβίρισμα του τσαγιού μια ακόμα πιο δύσκολη και, πραγματικά, πιο επίπονη ενασχόληση απ’ ό,τι γενικά θεωρείται.

.

.

Εκτός απ’ αυτό (το λέμε και πάλι ψιθυριστά, μήπως και μας ακούσουν οι γυναίκες), υπάρχει κι ένα μικρό μυστικό που οι άντρες μοιράζονται μεταξύ τους∙ o λόρδος Τσέστερφηλντ το είπε ψιθυριστά στο γιο του με τη ρητή εντολή να το κρατήσει μυστικό «oι γυναίκες δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μεγάλα παιδιά… Ένας άντρας που ξέρει τι κάνει παίζει μόνο μαζί τους, περνάει την ώρα του, αστειεύεται και τις κολακεύει». Καθώς όμως τα παιδιά ακούνε πάντα αυτά που δεν πρέπει (μερικές φορές και τα μεγάλα παιδιά ακόμη) το μυστικό διέρρευσε με κάποιον τρόπο, έτσι που όλη η ιεροτελεστία του σερβιρίσματος του τσαγιού γίνεται κάτι το περίεργο. Μια γυναίκα ξέρει καλά ότι, ακόμα κι αν κάποιος πνευματώδης άντρας της στέλνει τα ποιήματά του, επαινεί την κρίση της, ζητάει την κριτική της και πίνει το τσάι της, αυτό με κανέναν τρόπο δεν δείχνει ότι σέβεται τις απόψεις της, θαυμάζει την αντίληψή της, ή ότι θα διστάσει, επειδή το σπαθί δεν αρμόζει σ’ αυτόν, να τρυπήσει το σώμα της με την πένα του.  Όλα αυτά, όσο ψιθυριστά κι αν τα λέμε, πρέπει να έχουν διαρρεύσει τώρα πια∙ έτσι που, ακόμα και όταν κρατούν το μπολ με την κρέμα κι είναι έτοιμες να σερβίρουν τη ζάχαρη με την τσιμπίδα, οι κυρίες μπορεί να νευριάσουν λίγο, να κοιτάξουν έξω απ’ το παράθυρο λίγο, να χασμουρηθούν λίγο, και στο τέλος ν’ αφήσουν τη ζάχαρη να πέσει από ψηλά –όπως έκανε τώρα η Ορλάντο– μέσα στο τσάι του κυρίου Πόουπ. Δεν υπάρχει κανένας θνητός στον κόσμο, πιο έτοιμος να προσβληθεί ή πιο γρήγορος να εκδικηθεί, όπως ο κύριος Πόουπ. Γύρισε προς την Ορλάντο και της πέταξε αμέσως μ’ ένα απότομο τίναγμα μια γνωστή φράση από τους «Χαρακτήρες των Γυναικών». Αργότερα προσπάθησε να μαλακώσει τη φράση του, αλλά στην αρχική της διατύπωση υπήρξε αρκετά τσουχτερή. Η Ορλάντο τη δέχτηκε με μια υπόκλιση. Ο κύριος Πόουπ υποκλίθηκε κι αυτός, κι έφυγε. Η Ορλάντο, για να δροσίσει τα μάγουλά της, γιατί πραγματικά ένιωθε σαν αυτός ο μικρόσωμος άντρας να την είχε χτυπήσει, βγήκε μια βόλτα στο δάσος με τις καρυδιές, στην άκρη του κήπου.

.

Σύντομα ο δροσερός αέρας έκανε τη δουλειά του. Έκπληκτη ανακάλυψε ότι ένιωθε τρομερά ανακουφισμένη που ήταν μόνη της. Παρακολουθούσε τις χαρούμενες βαρκούλες που έπλεαν στο ποτάμι. Χωρίς αμφιβολία, αυτό το θέαμα της έφερνε στο νου ένα δύο περιστατικά του παρελθόντος. Κάθισε κάτω από μιαν όμορφη ιτιά κι έπεσε σε βαθιά περισυλλογή. Κάθισε εκεί μέχρι που τ’ αστέρια εμφανίστηκαν στον ουρανό. Τότε σηκώθηκε, γύρισε και πήγε στο σπίτι, όπου χώθηκε στο δωμάτιό της και κλείδωσε την πόρτα. Άνοιξε μια ντουλάπα όπου κρεμόντουσαν ακόμη πολλά από τα ρούχα που φορούσε όταν ήταν ακόμη ένας κομψός νέος, και απ’ αυτό διάλεξε ένα μαύρο βελούδινο σακάκι πλούσια στολισμένο με βενετσιάνικη δαντέλα. Ήταν κάπως έξω απ’ τη μόδα, πράγματι, αλλά της πήγαινε πολύ όμορφα και φορώντας το έμοιαζε με νεαρό Λόρδο. Έκανε μερικές στροφές μπροστά στον καθρέφτη για να βεβαιωθεί ότι τα μεσοφόρια δεν την είχαν κάνει να χάσει την ελευθερία στις κινήσεις των ποδιών της, και έπειτα βγήκε έξω με κάθε μυστικότητα.  Ήταν μια πρώιμη απριλιάτικη βραδιά. Χιλιάδες αστέρια ανακατεμένα με το φως του μισοφέγγαρου, που το δυνάμωναν τα φανάρια του δρόμου, ανέδιναν μια λάμψη που ταίριαζε απόλυτα με το φυσικό παρουσιαστικό και την αρχιτεκτονική του κυρίου Ρεν. Το καθετί φάνταζε στην πιο εύθραστη μορφή του∙ όλα τα σχήματα έμοιαζαν σαν έτοιμα να διαλυθούν και κάθε στιγμή μια ασημένια σταγόνα τα ξαναζωντάνευε. Αυτή θα ’πρεπε να είναι η μορφή της συζήτησης, σκέφτηκε η Ορλάντο (παραδομένη σε μια ανόητη ονειροπόληση)∙ αυτή θα έπρεπε να είναι η μορφή της κοινωνίας, της φιλίας, της αγάπης. Επειδή, ένας Θεός ξέρει γιατί, τη στιγμή ακριβώς που έχουμε χάσει κάθε πίστη μες στην ανθρώπινη επαφή, κάποιος τυχαίος συνδυασμός σιτοβολώνα και δέντρων, ή μιας θημωνιάς κι ενός κάρου, μας παρουσιάζεται σαν ένα τόσο τέλειο σύμβολο του απρόσιτου, που αρχίζουμε ξανά την αναζήτηση.

Βιρτζίνια Γουλφ, Ορλάντο, σελ. 158-162, μτφρ.: Αναστασία Λιναρδάκη, Εκδόσεις Αστάρτη, 1984

Πίνακες: David Inshaw

.

.

 

Μάριο Βάργκας Λιόσα, Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς

Πράγματι, εκεί ήταν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, και ο Κουσικάνκι Απέστεγι και ο Τίτο Παρινακότσα ανακάλυψαν καμιά δεκαριά ανθρώπους διαφόρων ηλικιών και φυλών χωμένους μέχρι τη μέση στα λασπόνερα, όχι με μαγιό αλλά ντυμένους, μάλιστα ορισμένοι άνδρες φορούσαν γραβάτα, ακόμη και καπέλο. Αδιαφορώντας για τις βρισιές, τα γιουχαΐσματα, τα φλούδια που τους πέταγαν και τις υπόλοιπες κοροϊδίες των περιοίκων, οι οποίοι είχαν μαζευτεί στην όχθη για να τους δουν, συνέχιζαν πολύ σοβαροί μια τελετή, η οποία στα όργανα της τάξης φάνηκε, σε πρώτη φάση, περίπου σαν συλλογική απόπειρα δολοφονίας διά πνιγμού. Είδαν τα ακόλουθα: ενώ έψελναν με ζέση περίεργους ύμνους, οι Μάρτυρες κρατούσαν απ’ τα μπράτσα έναν γέροντα με πόντσο και μάλλινο σκουφί των Άνδεων, τον οποίο βύθιζαν στα βρώμικα νερά – με σκοπό να τον θυσιάσουν στον Θεό τους; Αλλά, όταν οι αστυφύλακες, με το όπλο στο χέρι και λασπώνοντας τις περικνημίδες τους, τους διέταξαν να σταματήσουν την εγκληματική πράξη τους, ο γέρος ήταν ο πρώτος που θύμωσε, απαιτώντας από τους αστυνομικούς να φύγουν και αποκαλώντας τους με παράξενα ονόματα (όπως «Λατίνους» και «παπικούς»). Τα όργανα της τάξης αναγκάστηκαν να σταματήσουν και να περιμένουν να τελειώσει η βάπτιση, για να συλλάβουν τον Γκουμερσίντο Τέλιο, τον οποίο είχε υποδείξει ο κύριος Πρίνσιπε.

Η τελετή διήρκησε λίγα λεπτά, κατά τα οποία συνεχίστηκαν οι προσευχές και οι βουτιές του βαπτιζομένου μέχρι που άρχισαν να του γυρίζουν τα μάτια, να καταπίνει νερό και να πνίγεται, οπότε οι Μάρτυρες αποφάσισαν να τον βγάλουν σηκωτό μέχρι την όχθη, όπου άρχισαν να τον συγχαίρουν για τη νέα του ζωή, που, έλεγαν, ξεκινούσε από εκείνη τη στιγμή. Tότε οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον Γκουμερσίντο Τέλιο. Ο μηχανικός δεν έφερε την παραμικρή αντίσταση, ούτε επιχείρησε να διαφύγει, ούτε και εξεπλάγη από το γεγονός της σύλληψης, ενώ τη στιγμή που του πέρναγαν τις χειροπέδες είπε στους άλλους: «Αδελφοί, δεν θα σας ξεχάσω ποτέ». Οι Μάρτυρες ξέσπασαν αμέσως σε νέες ψαλμωδίες, κοιτάζοντας τον ουρανό με μάτια ανεστραμμένα, κι έτσι τον συνόδευσαν μέχρι το αυτοκίνητο του κυρίου Πρίνσιπε, ο οποίος μετέφερε τους αστυνομικούς και τον κρατούμενο στο Αστυνομικό Τμήμα της Λα Βικτόρια, όπου τον αποχαιρέτησαν ευχαριστώντας τον για τη βοήθεια που τους προσέφερε. (…)

Ενημερωθείς για την κατηγορία ο Γκουμερσίντο Τέλιο εξέφρασε μεγάλη έκπληξη αρνούμενος τις κατηγορίες και ένα λεπτό αργότερα (προσποιούμενος κάποια ψυχολογική διαταραχή με σκοπό τη μελλοντική του υπεράσπιση;) έβαλε τα γέλια, πολύ χαρούμενος, λέγοντας ότι αυτή ήταν η δοκιμασία που του επιφύλασσε ο Θεός, για να μετρήσει την πίστη και το πνεύμα της αυτοθυσίας του. Προσέθετε ότι τώρα καταλάβαινε γιατί δεν είχε κληθεί να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, ευκαιρία την οποία περίμενε με ανυπομονησία, ώστε, δίνοντας το καλό παράδειγμα, να αρνηθεί να φορέσει τη στολή και να ορκιστεί πίστη στη σημαία, που ήταν γνώρισμα του Σατανά. Ο υπαστυνόμος Ενρίκε Σότο τον ρώτησε εάν καταφερόταν εναντίον του Περού, στο οποίο ο κατηγορούμενος απάντησε ότι με κάνεναν τρόπο δεν εννοούσε κάτι τέτοιο και ότι αναφερόταν μόνο σε θέματα θρησκείας. Και τότε προχώρησε, με πάθος, στην εξήγηση στον υπαστυνόμο Σότο και στους αστυνομικούς ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός αλλά Μάρτυράς του και ότι ήταν ψέμα αυτό που έλεγαν οι παπικοί, πως τον είχαν σταυρώσει, ενώ στην πραγματικότητα τον είχαν καρφώσει σε ένα δέντρο, όπως αποδεικνύεται από τη Βίβλο. Στο πλαίσιο αυτό τους συνέστησε να διαβάσουν την Ξυπνήστε! μια δεκαπενθήμερη εφημερίδα που, στην τιμή των δύο σολ, διέλυε τις αμφιβολίες σχετικά με αυτό και με άλλα θέματα πολιτισμού και παρείχε υγιή ψυχαγωγία. Ο υπαστυνόμος Σότο τον έκανε να σωπάσει προειδοποιώντας τον ότι στο χώρου του Αστυνομικού Τμήματος απαγορευόταν η εμπορική διαφήμιση. Και τον προέτρεψε να του πει πού ήταν και τι έκανε την προηγουμένη, την ώρα που η Σαρίτα Ουάνκα Σαλαβερία βεβαίωνε ότι είχε βιαστεί και ξυλοκοπηθεί από αυτόν. (…) Ήταν η Σαρίτα Ουάνκα Σαλαβερία παιδί; Δεν υπήρχε αμφιβολία, αν έκρινε κανείς από τη χρονολογική ηλικία και το σώμα της, στο οποίο δειλά διαγράφονταν οι καμπύλες της θηλυκότητας, και τις πλεξούδες που είχε πιασμένα τα μαλλιά της και σχολική στολή που φορούσε. Όμως, αντίθετα, με τον τρόπο που κινιόταν, τόσο γατίσια, έτσι όπως στεκόταν ανοίγοντας τα πόδια, σπάζοντας τους γοφούς, ρίχνοντας πίσω τους ώμους και βάζοντας τα χέρια με προκλητική άνεση στη μέση και, πάνω απ’ όλα, με τον τρόπο που κοίταζε, με κείνα τα βελούδινα και αυθάδη μάτια, και δάγκωνε το κάτω χείλος της με δοντάκια μικρού ποντικιού, η Σαρίτα Ουάνκα Σαλαβερία έμοιαζε να διαθέτει ευρύτατη εμπειρία, σοφία αιώνων.

(…) Αλλά η Σαρίτα Ουάνκα Σαλαβερία, μόλις άκουσε την πρόταση του ανακριτή, σαν το πετεινάρι που μυρίζει αίμα σε κοκορομαχία, φουντωμένη, επιδόθηκε σ’ έναν ηδυπαθή μονόλογο και σε μια μιμική και σπερματική αναπαράσταση, που έκοψε την ανάσα του δρα δον Μπαρέδα ι Σαλντίβαρ και βύθισε τον δρα Σελάγια σε μια σωματική ταραχή ειλικρινά απρεπή (και ίσως αυνανιστική;) O μηχανικός είχε χτυπήσει την πόρτα, κι όταν η μικρή άνοιξε την κοίταξε έτσι και της μίλησε αλλιώς, και μετά γονάτισε έτσι, αγγίζοντας την καρδιά του έτσι, και της έκανε ερωτική εξομολόγηση έτσι κι έτσι, με όρκους ότι την αγαπούσε τόσο. Ζαλισμένοι, υπνωτισμένοι, ο ανακριτής και ο γραμματέας είδαν το κορίτσι-γυναίκα να φτεροκοπάει τα χέρια της σαν πουλί, να σηκώνεται στις μύτες σαν μπαλαρίνα, να σείεται και να βεργολυγιέται, να χαμογελάει και να θυμώνει, να μιλάει με δυο φωνές, μιμούμενη τον εαυτό της και τον Γκουμερσίντο Τέλιο, και τελικά να πέφτει στα γόνατα και να (της, αυτός) κάνει ερωτική εξομολόγηση. Ο δρ δον Μπαρέδα ι Σαλνιβάρ τέντωσε το χέρι, ψέλλισε «αρκετά», αλλά το φλύαρο θύμα εξηγούσε κιόλας ότι ο μηχανικός την είχε απειλήσει με ένα μαχαίρι έτσι, και της είχε ριχτεί έτσι, και την έκανε να γλιστρήσει έτσι, και έπεσε πάνω της έτσι, και της έπιασε τη φούστα έτσι, κι εκείνη τη στιγμή ο ανακριτής –χλομός, αριστοκρατικός, μεγαλοπρεπής, οργισμένος, βιβλικός, προφήτης– σηκώθηκε όρθιος στη θέση του και βρυχήθηκε: «Φτάνει! Φτάνει πια! Αρκετά!» Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ύψωνε τη φωνή του.

 Μάριο Βάργκας Λιόσα, Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς σελ. 122-123, 125, 128-129, 130-131 αποσπασματικά, μτφρ.: Μαργαρίτα Μπονάτσου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013

Artwork: Tanya Miller

.

 

 

Ντον ΝτεΛίλλο, Κοσμόπολις

Nicoletta Ceccoli  (3) Εκείνη κρατούσε το κουτάλι μετέωρο πάνω από το πιάτο της σούπας, καθώς στο μυαλό της σχηματιζόταν μια σκέψη.
«Είναι αλήθεια, ξέρεις. Πραγματικά βρομοκοπάς σεξουαλική εκτόνωση», είπε, φροντίζοντας να μην ξεκολλήσει το βλέμμα της από τη σούπα.
«Δεν είναι από το σεξ που νομίζεις ότι έκανα, αλλά από αυτό που θέλω. Αυτό μυρίζεις πάνω μου. Γιατί όσο με κοιτάω τόσο περισσότερα καταλαβαίνω για εμάς τους δύο».
«Εξήγησέ μου τι σημαίνει αυτό. Ή μάλλον όχι. Μην το κάνεις».
«Και τόσο περισσότερο θέλω να κάνουμε έρωτα. Γιατί υπάρχει ένα είδος έρωτα που περιέχει ένα στοιχείο κάθαρσης. Είναι το αντίδοτο για την απογοήτευση, για το δηλητήριο».
«Τελικά, έχεις ανάγκη τις εξάρσεις, έτσι δεν είναι; Αυτό είναι το στοιχείο σου».
Εκείνος ήθελε να δαγκώσει το κάτω χείλος της, να το αιχμαλωτίσει ανάμεσα στα δόντια του και να το δαγκώσει αρκετά δυνατά ώστε να βγάλει μια ερωτική σταγόνα αίμα.
«Πού θα πήγαινες μετά το βιβλιοπωλείο;» είπε. «Γιατί υπάρχει ένα ξενοδοχείο».
«Πήγαινα στο βιβλιοπωλείο. Τελεία. Ήμουν στο βιβλιοπωλείο. Και ήμουν μια χαρά εκεί. Εσύ πού πήγαινες;»
«Για κούρεμα».
Ακούμπησε την παλάμη της στο πρόσωπό του κι έδειχνε μελαγχολική και μπερδεμένη.
«Έχεις ανάγκη το κούρεμα;»
«Έχω ανάγκη ό,τι μπορείς να μου δώσεις εσύ».
«Μη γίνεσαι κακός», είπε.
«Έχω ανάγκη κάθε έννοια της έξαρσης. Απέναντι, στη λεωφόρο, υπάρχει ένα ξενοδοχείο. Μπορούμε να κάνουμε μία αρχή. Ή να τελειώσουμε με έντονο συναίσθημα. Να μία από τις έννοιες. Η διέγερση σε βαθμό παθιασμένου συναισθήματος. Μπορούμε να ολοκληρώσουμε αυτό που μόλις αρχίσαμε. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο ξενοδοχεία. Μπορούμε να διαλέξουμε».
«Δεν νομίζω ότι θέλω να το συνεχίσω αυτό».
«Ασφαλώς και δεν θέλεις. Δεν επρόκειτο να θέλεις».
«Μη γίνεσαι κακός μαζί μου», είπε.
nicoletta ceccoliΕκείνος κούνησε στον αέρα το σάντουιτς με φέτες συκωτιού, έπειτα τράβηξε μια ηχηρή δαγκωνιά και, μασώντας και μιλώντας, έκανε επίθεση και στη σούπα της.
«Κάποτε θα μεγαλώσεις της είπε και τότε η μητέρα σου δεν θα έχει κανέναν να του μιλάει».
Κάτι γινόταν πίσω τους. Ο πιο κοντινός σερβιτόρος πίσω από τον πάγκο είπε μια φράση στα ισπανικά που περιείχε τη λέξη «αρουραίος». Ο Έρικ γύρισε πάνω στο σκαμνί του και είδε δύο άντρες με γκρι εφαρμοστές φόρμες να στέκονται στο διάδρομο μεταξύ του πάγκου και των τραπεζιών. Στέκονταν ακίνητοι πλάτη με πλάτη, με το δεξί τους χέρι τεντωμένο, κρατώντας απ’ την ουρά έναν αρουραίο ο καθένας. Άρχισαν να φωνάζουν κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει. Οι αρουραίοι ήταν ζωντανοί, τα μπροστινά τους πόδια έκαναν πετάλι στον αέρα, κι εκείνος έμεινε έκθαμβος, χάνοντας κάθε αίσθηση της παρουσίας της Ελίζ. Ήθελε να καταλάβει τι έλεγαν και τι έκαναν οι δύο άντρες. Ήταν νεαροί, με ολόσωμες φόρμες, φόρμες αρουραίων, όπως συνειδητοποίησε, κι έφραζαν το δρόμο προς την πόρτα. Αντίκρισε τον στενόμακρο καθρέφτη στον απέναντι τοίχο και στην αντανάκλασή του ή απευθείας μπορούσε να δει το μεγαλύτερο μέρος της αίθουσας, ενώ πίσω από την πλάτη του οι σερβιτόροι με τα καπέλα του μπέιζ-μπολ, που ήταν παραταγμένοι πίσω από τον πάγκο, στέκονταν ακίνητοι και σκεφτικοί.

nicoletta ceccoli_humptyΟι άντρες χώρισαν, κάνοντας αρκετές δρασκελιές προς την αντίθετη κατεύθυνση, κι άρχισαν να στροβιλίζουν τους αρουραίους πάνω από τα κεφάλια τους, φωνάζοντας με ασυντόνιστες φωνές κάτι για κάποιο φάντασμα. Το πρόσωπο του άντρα που έκοβε τον παστουρμά έμεινε μετέωρο πάνω από τη μηχανή του, με βλέμμα αναποφάσιστο, και τα αφεντικά δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Ύστερα αντέδρασε, σκύβοντας σχεδόν φρενιασμένοι για να αποφύγουν την κυκλική τροχιά των αρουραίων. Ένας-δυο άνθρωποι εξαφανίστηκαν πίσω από την πόρτα της κουζίνας, και ακολούθησε γενική κινητοποίηση με καρέκλες να ανατρέπονται και σώματα να στριφογυρίζουν εγκαταλείποντας τα ψηλά σκαμνιά.
Ο Έρικ ήταν συνεπαρμένος. Σχεδόν μαγεμένος. Θαύμαζε αυτό το πράγμα ό,τι κι αν ήταν. Ο σωματοφύλακας βρισκόταν δίπλα στο ταμείο, μιλώντας στο πέτο του. Ο Έρικ άπλωσε το χέρι του, υποδεικνύοντας στον άντρα ότι δεν χρειαζόταν να επέμβει. Άσ’ το να εκδηλωθεί. Ο κόσμος φώναζε απειλές και βρισιές, που κάλυπταν τις φωνές των δύο νεαρών. Παρατήρησε ότι αυτός που ήταν κοντύτερα άρχισε να γίνεται νευρικός και τα μάτια του έπαιζαν δεξιά αριστερά. Οι απειλές αντηχούσαν απαρχαιωμένες και τυποποιημένες, καθώς η μια φράση προκαλούσε την επομένη∙ μέχρι και στ’ αγγλικά είχαν μια επική, θανατερή και διευρυνόμενη κλιμάκωση. Ήθελα να πιάσει κουβέντα με τον τύπο, να τον ρωτήσει ποια ήταν η περίσταση, η αποστολή, η αιτία.
Οι σερβιτόροι είχαν κιόλας οπλιστεί με πιρουνομάχαιρα.
nicoletta ceccoli unknown-11

Τότε οι άντρες πέταξαν τους αρουραίους, παγώνοντας ξανά την αίθουσα. Τα ζώα μαστίγωσαν τον αέρα με τις ουρές τους, χτυπώντας και αναπηδώντας πάνω σε διάφορες επιφάνειες και σαρώνοντας, με τη φόρα που είχαν, τα τραπέζια με τις ράχες τους, δυο ανατριχιαστικές τριχωτές μπάλες έτρεχαν τώρα στους τοίχους, τσιρίζοντας και σκούζοντας, όπως έτρεξαν και οι άντρες, παίρνοντας μαζί τους έξω στο δρόμο κραυγές, συνθήματα ή προειδοποιήσεις και ξόρκια.

Ντον ΝτεΛίλλο, Κοσμόπολις, σελ. 82-85, μτφρ.: Θωμάς Σκάσης, Εκδόσεις Εστία, 2004

Αrtwork: Nicoletta Ceccoli