RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Henry James, Το στρίψιμο της βίδας

 Δεν έχω ξαναδεί το Μπλάυ από τη μέρα που έφυγα, και φαντάζομαι πως στα πιο ηλικιωμένα και πιο έμπειρα μάτια μου, θα φαινόταν τώρα αρκετά μαζεμένο. Αλλά όσο η μικρή οδηγός μου, με τα χρυσά μαλλιά της και το μεγάλο φουστανάκι της, χοροπηδούσε μπροστά μου στρίβοντας γωνίες και στραμπούλιζε διαδρόμους, οραματιζόμουν έναν πύργο παραμυθένιο, κατοικία μιας ροδόχρωμης νεράιδας, ένα μέρος που για να διασκεδάζει η νεαρή φαντασία, θα έπαιρνε το χρώμα του από βιβλία με ιστορίες κι από παραμύθια. Μήπως δεν ήταν παρά ένα βιβλίο με παραμύθια, και καθώς διάβαζα με πήρε ο ύπνος και ονειρευόμουν; Όχι: ήταν ένα μεγάλο, άσχημο, παλαιό αλλά βασιλικό σπίτι, που ενσωμάτωνε κάτι λίγα απομεινάρια ενός ακόμη πιο παλαιού σπιτιού, μισο-ανακαινισμένο και μισο-χρησιμοποιημένο – και μέσα σ’ αυτό είχα τη φαντασίωση πως ήμασταν έρημοι, σχεδόν όσο μια χούφτα επιβάτες μέσα σ’ ένα μεγάλο καράβι, έρμαιο της θάλασσας. Και το πιο παράξενο, εγώ κρατούσα το τιμόνι. (σελ. 29)

.

.

.


Έγινε ξαφνικά, ένα δειλινό, καταμεσής της αγαπημένης ώρας μου: είχα βάλει τα παιδιά να πλαγιάσουν και βγήκα για τον περίπατό μου. Μια από τις ιδέες μου –που δεν διστάζω καθόλου να τη γράψω– σ’ αυτούς τους περιπάτους, ήταν πως θα ’ταν συναρπαστικό, σαν μέσα σ’ ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, να ανταμώσω κάποιον ξαφνικά. Κάποιος να εμφανιζόταν μπροστά μου, στη στροφή κάποιου δρομάκου, να σταθεί, να μου χαμογελάσει και να επιδοκιμάσει. Τίποτε περισσότερο δεν ζητούσα– ζητούσα μονάχα να είναι εν γνώσει, και ο μόνος τρόπος για να είμαι βέβαιη πως είναι εν γνώσει, θα ήταν να το δω να καθρεφτίζεται πάνω στο ωραίο του πρόσωπο. Αυτό ακριβώς είχα στο νου μου – όταν, την πρώτη φορά που έλαχε, στο τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας του Ιουνίου, σταμάτησα απότομα καθώς βγήκα από ένα σύδεντρο και αντίκρισα το σπίτι. Αυτό που με σταμάτησε επί τόπου –και με έναν κλονισμό πολύ μεγαλύτερο από ό,τι θα ταίριαζε για οποιαδήποτε οπτασία– ήταν το συναίσθημα πως η φαντασία μου έγινε, αστραπιαία, πραγματικότητα. Στεκόταν εκεί! – αλλά ψηλά, πέρα από το γρασίδι και στην κορφή του πύργου, σ’ αυτόν που με είχε πάει, εκείνο το πρώτο πρωινό η Φλωρούλα. (…)

Αυτή η εμφάνιση, μέσα στο φωτεινό δειλινό, μου προξένησε, θυμάμαι, δύο χωριστά ξαφνιάσματα, συγκλονίζοντάς με: το ξάφνιασμα από την πρώτη και το ξάφνιασμα από τη δεύτερη έκπληξή μου. Η δεύτερη ήταν μια βίαιη αντίληψη του λάθους της πρώτης: o άνθρωπος που διασταύρωσε τη ματιά μου δεν ήταν το πρόσωπο που είχα βιαστεί να υποθέσω. Έτσι, έχω πάθει μια οπτική σύγχυση, και ύστερα από τόσα χρόνια δεν μπορώ να ελπίζω πως είμαι σε θέση να δώσω μια ζωντανή περιγραφή της. Ένας άγνωστος άντρας σε ένα ερημικό μέρος, είναι επιτρεπτέο αντικείμενο φόβου για μια κοπέλα που ανατράφηκε περιορισμένη: αυτός που αντίκριζα, έμοιαζε τόσο λίγο –όπως με βεβαίωσαν λίγα δευτερόλεπτα ακόμη– με οποιονδήποτε άλλον που γνώριζα όσο και με την εικόνα που είχα βάλει στο νου μου. Δεν τον είχα δει στην οδό Χάρλευ – πουθενά δεν τον είχα δει. Ξέχωρα, το μέρος, κατά τον πιο παράξενο τρόπο που υπάρχει στον κόσμο, είχε γίνει την ίδια στιγμή, και από το γεγονός και μόνο της εμφάνισής του, μια ακατοίκητη μοναξιά. Για μένα τουλάχιστον, και το δηλώνω, αφού το συζήτησα με τον εαυτό μου όσο ποτέ, ξανάρχισε στο ακέραιο, το συναίσθημα εκείνης της στιγμής. Ήταν, όσο το συνειδητοποιούσα –ό,τι κι αν συνειδητοποιούσα– σαν να είχε νεκρωθεί όλο το άλλο περιβάλλον (…)

.

.

.

.

Μας χώριζε μεγάλη απόσταση για να φωνάξουμε ο ένας στον άλλον, αλλά ήταν κάποια στιγμή, που σε μικρότερη απόσταση, μια πρόκληση αναμεταξύ μας, σπάζοντας τη σιωπή, θα ήταν η σωστή έκβαση για το αμοιβαίο επίμονο κοίταγμά μας. Στεκόταν σε μία από τις γωνίες του πύργου, την πιο μακρινή από το σπίτι, ολόισιος όπως μου φάνηκε, και με τα δυο του χέρια πάνω στο πεζούλι. Έτσι τον είδα, όπως βλέπω τώρα τα γράμματα που γράφω σε αυτήν τη σελίδα. Έπειτα, ακριβώς ύστερα από ένα λεπτό, σαν να συμπληρώνει το θέαμα, άλλαξε θέση, αργοπερνώντας στην αντίθετη γωνιά, κοιτάζοντάς με εντατικά όλο το διάστημα. Ναι, είχα το εντονότερο συναίσθημα, πως σ’ αυτό το διάστημα δεν αποτράβηξε ούτε στιγμή τη ματιά του από πάνω μου, και βλέπω ακόμη τούτη τη στιγμή το χέρι του να περνάει από τη μια έπαλξη στην κατοπινή. Σταμάτησε στην άλλη γωνία, αλλά λιγότερη ώρα, κι ακόμη όταν γύρισε να φύγει εξακολουθούσε να έχει τη ματιά του στυλωμένη πάνω μου. Έφυγε, κι αυτό ήταν όλο. (σελ. 42-44 αποσπασματικά)

Ήταν κρίμα που ήμουν υποχρεωμένη να εξετάσω ξανά τη βεβαιότητα της στιγμής, και να επαναλάβω πως είχα αντιληφθεί, σαν μιαν αποκάλυψη, ότι η αδιανόητη επικοινωνία που είχα πιάσει αυτόφορα, ήταν, και για τα δύο μέρη, ζήτημα συνήθειας. Ήταν κρίμα που χρειάστηκε να ξαναπώ με τρεμουλιαστή φωνή για ποιους λόγους, μέσα στην αναστάτωσή μου, δεν είχα καν αμφισβητήσει πως η μικρή είδε την επισκέπτριά μας, ολόιδια όπως έβλεπα μπροστά μου την κυρία Γκρόουζ, και πως θέλησε να με κάνει να υποθέσω πως δεν την είδε, και ταυτόχρονα, δίχως να φανεί, να μαντέψει αν την είδα εγώ! Ήταν κρίμα που χρειάστηκε να περιγράψω άλλη μία φορά τη μικρή φασαρία που είχε κάνει επιδεικτικά για να ξεγελάσει την προσοχή μου – οι πιο έντονες κινήσεις της, η μεγαλύτερη ζωηρότητα στο παιχνίδι της, το τραγούδι της, η φλυαρία της, η πρότασή της να παίξουμε κυνηγητό.

Ωστόσο, αν δεν είχα επιδοθεί σ’ αυτή την ανασκόπηση, για να αποδειχθεί το άσκοπό της, θα έχανα τα δύο τρία αμυδρά στοιχεία παρηγοριάς που μου απόμεναν. Δεν θα μπορούσα, λόγου χάρη, να διαβεβαιώσω κατηγορηματικά τη φίλη μου, πως ήμουν βέβαιη κι αυτό ήταν τόσο το καλύτερο πώς εγώ τουλάχιστον δεν είχα προδώσει τον εαυτό μου. Δεν θα είχα παρακινηθεί, από επιτακτική ανάγκη, από απόγνωση –κι εγώ δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω– να επικαλεσθώ τη βοήθεια της νοημοσύνης, με αποτέλεσμα να στριμώξω τη συνάδελφό μου στον τοίχο. Την πίεσα να μιλήσει, και μου είχε πει πολλά, λίγο λίγο, με το τσιγκέλι, αλλά πέρα από όσα είπε, ένας μικρός κινητός ίσκιος εξακολουθούσε να περνάει πάνω στο μέτωπό μου σαν το φτερό της νυχτερίδας. Και θυμάμαι, σ’ εκείνη την περίσταση –γιατί το κοιμισμένο σπιτικό, καθώς και η συμπύκνωση του κινδύνου και η επαγρύπνησή μας φαίνονταν να βοηθούν σ’ αυτό– πως ένιωσα τη σημασία που είχε να δώσω το τελευταίο τράβηγμα για το άνοιγμα της κουρτίνας. (σελ. 83-84)

Απορούσα πώς δεν μάντευαν οι μικροί μαθητές μου πως έβαζα παράξενα πράγματα στο νου μου γι’ αυτούς. Και το γεγονός πως αυτά τα πράγματα τους έκαναν περισσότερο ενδιαφέροντες, δεν βοηθούσε στο να μένουν απληροφόρητοι. Έτρεμα μην καταλάβουν πώς έτσι γίνονταν τόσο υπερβολικά πιο ενδιαφέροντες. Πάντως, και στη χειρότερη περίπτωση, όπως το έβαζα τόσο συχνά στο νου μου, οποιοδήποτε θόλωμα της αθωότητάς τους –άμεμπτοι και προκαταδικασμένοι καθώς ήσαν– δεν μπορούσε παρά να είναι ένας λόγος περισσότερος για να ριψοκινδυνεύσω. Ήταν στιγμές, που από μια ακατανίκητη παρόρμηση, τα έπιανα και τα έσφιγγα πάνω στην καρδιά μου κι αμέσως έπειτα έλεγα με το νου μου «Τι να σκέφτονται γι’ αυτό; Μήπως με προδίδει υπερβολικά;»∙ θα ήταν εύκολο να μπλέξω μέσα σε μια σκοτεινή, άγρια ζούγκλα, σχετικά με το ως ποιο βαθμό επιτρεπόταν να προδοθώ. Αλλά το σωστό που έχω να πω για τις ώρες γαλήνης που μπορούσα ακόμη να χαρώ, είναι πως η γοητεία των δύο παιδιών ήταν ένα πλάνεμα αποτελεσματικό, ακόμη και κάτω από τον ίσκιο του ενδεχομένου πως ήταν μελετημένο. Επειδή, αν έτυχε να αντιληφθώ πως μπορούσα να προκαλέσω υποψίες με τα μικρά ξεσπάσματα της αγάπης μου γι’ αυτά, έτσι κι εγώ, θυμάμαι, πως αναρωτιόμουν αν θα έπρεπε να δω κάτι το ύποπτο, στη φανερή ένταση των δικών τους εκδηλώσεων (σελ. 90-91)

Tι σημασία έχει τώρα εκείνος, αγόρι μου;– τι σημασία μπορεί να έχει πια; Eίσαι δικός μου –πέταξα για να το ακούσει το κτήνος που παραμόνευε– μα εκείνος σ’ έχει χάσει για πάντα! και ύστερα, για επίδειξη του έργου μου: –Εκεί, εκεί! είπα του Μάιλς. Μα είχε κιόλας πεταχτεί από την αγκαλιά μου, ψάχνοντας, κοιτάζοντας ολόγυρα με γουρλωμένα μάτια, και βλέποντας μονάχα τη γαλήνια μέρα. Κάτω από το χτύπημα του τι έχασε, γι’ αυτό που ήμουν τόσο περήφανη, έμπηξε μια στριγκλιά σαν να γκρεμιζόταν σε άβυσσο, κι έτσι που τον άδραξα, ήταν σαν να τον έπιασα την ώρα που έπεφτε. Τον έπιασα, ναι, τον κρατούσα: είναι εύκολο να φανταστείτε με πόσο παράφορο πάθος – μα ύστερα από ένα λεπτό άρχισα να νιώθω τι ήταν πραγματικά αυτό που κρατούσα. Ήμασταν μονάχοι με τη γαλήνια μέρα, και η καρδούλα του, στερεμένη, είχε σταματήσει.(σελ. 202-203)

Henry James, Το στρίψιμο της βίδας, μτφρ.: Κοσμάς Πολίτης, Εκδόσεις Άγρα.

«Δουλεύουμε στα σκοτεινά –κάνουμε ό,τι μπορούμε– δίνουμε ό,τι έχουμε. Η αμφιβολία μας είναι το πάθος μας και το πάθος μας ο σκοπός μας. Όλα τα υπόλοιπα είναι η τρέλα της τέχνης»

Henry James, από το επίμετρο του βιβλίου, μτφρ.: Eύα Καλπουρτζή

Σημείωση: Έχω την εντύπωση πως “Το στρίψιμο της βίδας” συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας για τον απλό λόγο ότι το θέμα του υπερβαίνει τον εαυτό του: Ο ιδιοφυής James “κατασκευάζει” συνειδητά και με ακρίβεια μιαν ασυνείδητη δομή, ικανή να ακουμπήσει σε οποιοδήποτε θέμα παζαρεύει τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος στη δουλειά κάθε συγγραφέα. Εάν η αφήγηση αφήνει “ερωτήματα” είναι γιατί η αφήγηση απαντά στο ερώτημα που η ίδια θέτει στον εαυτό της, την απάντηση του οποίου γνωρίζει χωρίς να γνωρίζει συνειδητά πως εν τέλει τη γνωρίζει. Αυτό ακριβώς είναι το μεγαλείο της μεγάλης λογοτεχνίας ανεξαρτήτως θεματικής, αλλά άμεσα εξαρτημένης από την ιδιοφυία του συγγραφέα του έργου. Πράγμα που σημαίνει ότι είναι αφελές να υποστηρίξει κανείς πως η γοητεία της νουβέλας οφείλεται στην παιδαριώδη ιστορία φαντασμάτων μίας καθ’ όλα τα φαινόμενα ψυχωτικής γκουβερνάντας ή στο “μυστήριο” του πρώτου επιπέδου της ιστορίας, του προσχήματος δηλαδή.


.

 

 

Φραντς Κάφκα, Ο πύργος

Στον αγώνα του με τούτα τα πεισματάρικα δωματιάκια –συχνά νόμιζε ο Κ. πως ο αγώνας δινόταν με τα δωμάτια, αφού πού και πού εμφανίζονταν για μια στιγμή οι ένοικοι– ο υπηρέτης ουδέποτε υποχωρούσε. Κάποτε οι δυνάμεις του εξηντλούντο –και ποιανού δεν θα εξηντλούντο οι δυνάμεις– αλλά γρήγορα τις ανακτούσε, πηδούσε από το μικρό χειραμάξι, και στητός, με τα δόντια σφιγμένα, ξανάρχιζε την επίθεση στην πόρτα που έπρεπε να εκπορθηθεί. Συνέβαινε να ηττηθεί δύο ή τρεις φορές, και τούτο με τρόπο απλούστατο, αποκλειστικά μ’ αυτή την καταραμένη σιωπή, εντούτοις δεν είχε ακόμη ηττηθεί. Βλέποντας ότι δεν πετυχαίνει τίποτε με την κατά μέτωπον επίθεση, δοκίμαζε άλλη μέθοδο, λόγου χάρη την πανουργία, αν κατάλαβε σωστά ο Κ. Τότε φαινομενικά εγκατέλειπε την πόρτα, επιτρέποντάς της, τρόπος του λέγειν, να εξαντλήσει τη σιωπή της, έστρεφε την προσοχή του σε άλλες πόρτες, έπειτα από λίγο ξαναγυρνούσε, φώναζε και τον άλλο υπηρέτη, όλα τούτα επιδεικτικά και με θόρυβο, και άρχιζαν να στοιβάζουν φακέλους στο κατώφλι της κλειστής πόρτας, σαν να είχε αλλάξει γνώμη, και σαν να μην υπήρχε πια λόγος να πάρουν τίποτε από κείνον τον κύριο, αλλ’ αντιθέτως, κάτι να του δώσουν. Έπειτα προχωρούσε πιο κάτω, παρακολουθώντας, ωστόσο, με το μάτι την πόρτα, και όταν ο κύριος, όπως κατά κανόνα συνέβαινε, άνοιγε προσεκτικά την πόρτα για να τραβήξει τους φακέλους μέσα, με δυο τρεις πήδους έφτανε ο υπηρέτης, έχωνε το πόδι του στο άνοιγμα της πόρτας, ώστε ν’ αναγκάσει τουλάχιστον τον κύριο να διαπραγματευθεί πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του, πράγμα πολύ ικανοποιητικό. Αν ούτε και αυτή η μέθοδος απέδιδε, ή αν έκρινε πως αυτός δεν ήταν ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπίσει κάποια πόρτα, τότε δοκίμαζε άλλη μέθοδο. Έστρεφε τότε την προσοχή του στον κύριο που διεκδικούσε τους φακέλους. Έκανε πέρα τον άλλο υπηρέτη, που εργαζόταν πάντα μηχανικά, ολότελα άχρηστος βοηθός γι’ αυτόν, και άρχιζε να μιλάει ο ίδιος πειστικά στον κύριο, ψιθυριστά, κρυφά, χώνοντας το κεφάλι του μέσα στην πόρτα, πιθανόν υποσχόμενος και διαβεβαιώνοντάς τον ότι στην επόμενη διανομή ο άλλος κύριος θα τιμωρηθεί όπως του αξίζει, και οπωσδήποτε έδειχνε κάθε τόσο κατά την πόρτα του αντιπάλου και γελούσε, όσο του επέτρεπε η κούρασή του. Πάντως, υπήρξαν και περιπτώσεις μία ή δύο που εγκατέλειψε τελείως κάθε προσπάθεια, αλλ’ ακόμη και δω πίστευε ο Κ. πως ήταν μόνο μία φαινομενική παραίτηση ή τουλάχιστον μια παραίτηση δικαιολογημένη, γιατί προχωρούσε ήρεμα παρακάτω και δίχως να κοιτάζει γύρω, κατάπινε τη φασαρία του κυρίου που αδικήθηκε, και μόνο επειδή πού και πού έκλεινε τα μάτια του περισσότερη ώρα,  καταλάβαινες πόσο οδυνηρή του ήταν η φασαρία. Έπειτα όμως σιγά σιγά ο κύριος ησύχαζε, και ακριβώς όπως το ασταμάτητο κλάμα ενός παιδιού γυρνάει σιγά σιγά σε ολοένα αραιότερα αναφιλητά, έτσι γινόταν και με τις φωνές∙ ωστόσο, ακόμη και όταν έπειτα από τούτο ξαναγινόταν απόλυτη ησυχία, πότε πότε, ακουγόταν μια ξεκομμένη φωνή ή ένα γοργό ανοιγοκλείσιμο εκείνης της πόρτας.

Φραντς Κάφκα, Ο πύργος, μτφρ.: Αλέξανδρος Κοτζιάς, σελ. 324-325, Εκδόσεις Κέδρος, 1995

.

.

 

Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Γράμματα στον Κάστορα

 Στη Σιμόν ντε Μπωβουάρ

14 Ιουλίου

(…) Έκανε λοιπόν μούτρα κι εγώ γκρίνιαζα. Πήγαμε στο Φάλσταφ και την κατσάδιασα κανονικά. Τότε έπεσε μονοκόμματα, σαν κομμένο δέντρο, στην αγκαλιά μου και μου ζήτησε να την πάω σπίτι μου, και το έκανα. Έμεινε εκεί τη νύχτα (και την επόμενη νύχτα – και θα περάσει και την αυριανή: Φεύγει την επομένη, την Κυριακή). Χαϊδευτήκαμε χωρίς καμιά κουβέντα, πράγμα που κάνει πιο ανάλαφρη τη διήγηση αυτής της νύχτας. Έκανα όλα τ’ άλλα εκτός από την τελική πράξη. Είναι όπως η εμφάνισή της το δείχνει αρκετά, αυτό που ο Μπουμπού θα αποκαλούσε μια «μεγάλη ερωμένη». Είναι εξάλλου πολύ γοητευτική στο κρεβάτι. Είναι η πρώτη φορά που κάνω έρωτα με μια μελαχρινή ή μάλλον μια μαύρη, γεμάτη μυρωδιές και με παράξενη τριχοφυΐα, με μια μικρή μαύρη γούνα στην κοιλιά κι ένα σώμα κάτασπρο, πολύ πιο λευκό απ’ το δικό μου.

Στην αρχή αυτός ο βίαιος αισθησιασμός και αυτά τα πόδια που τσιμπούσαν σαν πηγούνι κακοξυρισμένου άντρα με εξέπληξαν λίγο, σχεδόν μ’ αηδίασαν. Αλλά όταν κανείς συνηθίσει είναι πολύ έντονα όλα. Έχει γλουτούς σε σχήμα σταγόνας, γερούς αλλά κάπως βαριούς. Είναι πιο πλατιά κάτω απ’ ό,τι πάνω και έχει μερικά σπυράκια στο στήθος (τα ξέρετε αυτά: τα σπυράκια της κακοθρεμμένης και κάπως ατημέλητης φοιτήτριας, είναι μάλλον συγκινητικό). Πολύ ωραία πόδια, μια τελείως επίπεδη και μυώδη κοιλιά, καθόλου στήθος και γενικά ένα ευλύγιστο ωραίο σώμα. Μια πολύ μακριά γλώσσα που ξετυλίγεται ατέλειωτα και μου χαϊδεύει τις αμυγδαλές, ένα στόμα εξίσου ευχάριστο με της Ζεζέ. Συνολικά πιστεύω ότι είμαι όσο ευχαριστημένος μπορεί να είναι μια πόρτα φυλακής. Παρ’ όλ’ αυτά εκφράζω εδώ την ικανοποίησή μου απ’ αυτήν τη νύχτα, που ήταν τέλεια παθιασμένη κι όχι απ’ την προηγούμενη, που ήταν πιο κουμπωμένη, γιατί κάτι την ενοχλούσε. Δεν ήθελα να είμαι πολύ καλός κι εξάλλου τα λογίδριά μου μού είχαν αφαιρέσει αυτήν τη δυνατότητα, και δεν ήθελε να μου πει ότι μ’ αγαπάει, κυρίως μετά από αυτά που της είπα. Η μουσική απ’ τις υπαίθριες ορχήστρες της λεωφόρου ντυ Μαιν δημιουργούσε ένα σύνδεσμο ανάμεσά μας, θέλω να πω ένα σύνδεσμο λόγω του θορύβου. Κάποια στιγμή έπαιξαν το Some of these days κάτω απ’ το παράθυρό μου. Ήθελε συγκεκριμένα να τ’ ακούσει και της είπα: «Nα το Some of these days». Δεν είπαμε πολλά άλλα πράγματα. Θέλησε να κοιμηθεί στην αγκαλιά μου, κι έτσι δεν έκλεισα μάτι.

Το πρωί μου είπε: «Δεν ζηλεύω την Τάνια, δεν θα δεχόμουνα ποτέ αυτά που της προσφέρετε. Ζηλεύω τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ». Πράγμα που είναι δικαιολογημένο κατά τη γνώμη μου. Βλέπετε ότι στα μάτια της δεν είστε καθόλου μια ηλίθια ή ένα περπατημένο μονοπάτι. Μου είπε αντίθετα: «Πάντα ήθελα να είστε με κάποιον όπως είστε με τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Το βρίσκω καταπληκτικό».

(…) Μάθετε, χαριτωμένε μου Κάστορα, ότι προσπαθώ να τα βγάλω πέρα μέσα σ’ όλες αυτές τις καταιγίδες, για να παραμείνω απόλυτα ενωμένος μαζί σας. Σ’ αυτό το γράμμα δεν φαίνεται, επειδή έχω πολλά να πω. Σας φιλώ τρυφερά, χαριτωμένε μου Κάστορα, και θα σας γράψω κι αύριο.

Σας αγαπώ. (…)

14 Ιουλίου 1938

Γράμματα στον Κάστορα, Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ γράφει στη Σιμόν ντε Μπωβουάρ, σελ. 86-87, μτφρ.: Kαρίνα Λάμψα, Εκδόσεις Γλάρος, 1987

.

.

.

(…) Είναι αλήθεια ότι τα γράμματα του Ζαν Πωλ Σαρτρ προς τον Κάστορα ξαφνιάζουν. Ξαφνιάζουν επειδή υπάρχει ο τεράστιος μύθος της ιδανικής ελεύθερης σχέσης των δύο αυτών «ιερών τεράτων». Κι όπως γίνεται πάντα όταν δει κανείς μια κατάσταση από πολύ κοντά, ο αναγνώστης ανακαλύπτει ότι η «ιδανική» αυτή σχέση έκρυβε μια μεγάλη δόση σαδομαζοχισμού… Οπωσδήποτε σοκάρει ο τρόπος με τον οποίο ο Σαρτρ περιγράφει λεπτομερώς τις ερωτικές του σχέσεις με άλλες γυναίκες. Κι είναι αδύνατο να πιστέψει κανείς ότι, όσο κι αν μια ερωτική σχέση βασίζεται στη φιλία, μερικά πράγματα δεν πληγώνουν.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο Σαρτρ απευθύνεται στη Σιμόν πάντα στον πληθυντικό, πράγμα που δεν συμβαίνει με τις άλλες γυναίκες της ζωής του. Είναι ενδιαφέρον επίσης ότι μέσα από τα γράμματα βλέπουμε ότι ο Ζαν Πωλ Σαρτρ δεν είχε απλά και μόνον κάποιες περιπέτειες με άλλες γυναίκες, αλλά είχε και μόνιμες και πολύ δυνατές μάλιστα σχέσεις που διαρκούσαν χρόνια. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι, ενώ στα γράμματα υπάρχουν χιλιάδες αναφορές στις παράλληλες σχέσεις του Σαρτρ, δεν υπάρχει καμία νύξη σε κάποιες περιπέτειες που είναι γνωστό ότι είχε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Μέσα από την αλληλογραφία του αυτή φαίνεται όλη η περίεργη και αντιφατική στάση του Σαρτρ απέναντι στις γυναίκες. Τον γοητεύουν, τον σαγηνεύουν, αλλά και τον τρομάζουν. Επηρεασμένος από την πολύ δυνατή σχέση που είχε με τη μητέρα του, ίσως είχε ανάγκη να βάλει τον πληθυντικό ανάμεσα σ’ αυτόν και τη γυναίκα που θαύμαζε περισσότερο, τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ, είχε ανάγκη να φαντάζεται τη σχέση τους πάνω από τις έντονες συγκινήσεις της σάρκας.

Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ όλα τα μυθιστορήματα και θεατρικά έργα του Σαρτρ οι γυναίκες είναι τα πρόσωπα που οδηγούν στην πτώση, είτε σωματική είτε πνευματική. Κι όμως, δεν μπορούσε να ζήσει αν δεν ήταν περιτριγυρισμένος από πολλές γυναίκες. Θηλυκό μυαλό, μ’ εξαιρετικά έντονη ευαισθησία, μπορούσε πολύ καλύτερα να επικοινωνήσει με τις γυναίκες για όλες αυτές τις αποχρώσεις της καθημερινής ζωής που οι άντρες συνήθως περιφρονούν. Κι έπειτα, το παιχνίδι της γοητείας ήταν τ’ οξυγόνο του. Πάνω απ’ όλα τον ενδιέφερε αυτό το βασανιστικό κυνήγι της κατάκτησης που άφηνε πάντα μια γεύση κενού. (…)

Kαρίνα Λάμψα

..

.

.

.

 

Τζον Χάσκελ, Αμερικάνικο καθαρτήριο

Καθόμουν σ’ αυτό το παγκάκι στη μέση ενός εμπορικού κέντρου, στην ουσία στη μέση αυτού που θα ήταν ένας δρόμος, αλλά δεν ένιωθα ότι ήμουν εκεί. Παρατηρούσα τους ανθρώπους, οι οποίοι είτε παρατηρούσαν άλλους είτε κοίταζαν τα παπούτσια στις βιτρίνες των υποδηματοπωλείων. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή μία κοπέλα κάθισε στην άλλη άκρη του πάγκου. Είχε μία σακούλα σκουπιδιών γεμάτη άπλυτα και κάθισε στο παγκάκι και αρχίσαμε να μιλάμε. Είχε καστανά μαλλιά δεμένα πίσω και μιλήσαμε για τη Νέα Υόρκη και την αποψίλωση των δασών και τα μαλλιά. Τη ρώτησα αν «μελαχρινή» σημαίνει το ίδιο πράγμα με «καστανή». Μιλήσαμε για τη δουλειά της σερβιτόρας και τη δουλειά του επιμελητή κειμένων και κάποια στιγμή μέσα στη συζήτηση ανέφερε ότι η γάτα της είχε ψοφήσει. Για μένα αυτό δεν ήταν τόσο σπουδαίο πράγμα, αλλά σκέφτηκα ότι ασφαλώς θα σήμαινε πολλά για εκείνη κι έτσι, όταν είπε ότι χρειαζόταν κάποιον να τη βοηθήσει να θάψει τη γάτα, προσφέρθηκα να τη βοηθήσω. Ανεβήκαμε μαζί το λόφο και φτάσαμε σε μια λίμνη κοντά σε ένα κτίριο που φαινόταν κάτι επίσημο, ένα μουσείο ή μια βιβλιοθήκη, και σταθήκαμε μπροστά σ’ αυτή τη λίμνη. Στεκόμασταν εκεί κι εγώ κρατούσα την πράσινη σακούλα σκουπιδιών, η οποία τελικά δεν περιείχε τ’ άπλυτά της αλλά τη γάτα της. Ετοιμαζόμουν να πετάξω τη γάτα στο νερό, και είπα: «Θέλεις να πεις κάτι;» Φορούσε ένα μαύρο μεταξωτό φόρεμα με δαντέλα σε στυλ δεκαετίας του ’40, κι ένα πολύ αισθησιακό καπέλο, και είπε: «Eσύ γράφεις, εσύ πες κάτι». Εγώ δεν ήξερα καν τη γάτα και είπα: «Λοιπόν, πώς ήταν η γάτα;» Κι εκείνη είπε: «H γάτα είχε δική της βούληση». Ώστε έτσι, σκέφτηκα, και είπα: «Στη βούλησή της» και κούνησα τη σακούλα και την πέταξα στη λίμνη. Και μείναμε να την κοιτάζουμε. Να την κοιτάζουμε να επιπλέει. Για περίπου δεκαπέντε λεπτά την κοιτούσαμε να κυλάει πάνω στην επιφάνεια του νερού και θέλαμε να βουλιάξει, θέλαμε να βυθιστεί, αλλά εκείνη δεν το ήθελε αυτό. Ήθελε να επιπλέει επιτόπου. Κι έτσι δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Βρήκα ένα κλαδί που ήταν πεσμένο στη λάσπη και μ’ αυτό άπλωσα το χέρι μου και τράβηξα τη σακούλα στην όχθη. Έλυσα τον κόμπο, δίπλωσα τις άκρες, έχωσα το χέρι μου και ένιωσα ένα πατουσάκι. Το έπιασα, το τράβηξα έξω, και ήταν πράγματι μια ψόφια γάτα. Το ήξερα ότι ήταν ψόφια, όχι επειδή ήταν άκαμπτη, αλλά επειδή ήταν τόσο ακίνητη. Ήταν απολύτως ακίνητη. Ταλαντευόταν κάπως, αλλά ούτε έμπαινε, ούτε έβγαινε αέρας, κι έτσι κλότσησα τη σακούλα στην άκρη, πήρα φόρα και πέταξα τη γάτα πίσω στη λίμνη. Μείναμε να την κοιτάμε. Πάλι. Την κοιτούσαμε να γέρνει στο πλάι και να κυλάει πάνω στο νερό. Θέλαμε να βουλιάξει, αλλά η γάτα είχε δική της βούληση.

Τζον Χάσκελ, Αμερικάνικο καθαρτήριο, σελ. 165-166, (από την ενότητα Λαγνεία), μτφρ.: Σοφία Ανδρεοπούλου, Εκδόσεις Πάπυρος, 2009.

Artwork: Hanneke Treffers (1η φωτό, Smiling in the garden)

.

.

 

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ο μαύρος γάτος

Kαι τώρα είχα φτάσει πια σε σημείο που η ταλαιπωρία μου είχε ξεπεράσει τα ανθρώπινα όρια. Κι αυτό το κτήνος, που του είχα καταστρέψει το σύντροφο με τόσο περιφρονητικό τρόπο, αυτό το κτήνος να με διαλύει, εμένα που ήμουνα πλασμένος κατ’ εικόνα του Μεγάλου Θεού – τόσο πολύ με έκανε να υποφέρω! Αλίμονο! Δεν ξανάχα πια, ούτε τη μέρα ούτε τη νύχτα, την ευλογία της ανάπαυσης! Tη μέρα δε μ’ άφηνε ούτε στιγμή μόνο μου αυτό το πλάσμα και τη νύχτα πεταγόμουν κάθε τόσο και λιγάκι από όνειρα ανείπωτου φόβου, πως θα ’βρισκα την καυτή ανάσα αυτού του πράγματος στο πρόσωπό μου και το τεράστιο βάρος του –η προσωποποίηση ενός εφιάλτη που δεν μπορούσα να τινάξω από πάνω μου– να κάθεται αιώνια πάνω στην καρδιά μου!

Kάτω από την πίεση του μαρτυρίου αυτού χάθηκαν μέσα μου και τα τελευταία απομεινάρια του καλού. Μόνοι μου σύντροφοι έμειναν οι δαιμονικές σκέψεις – οι πιο σκοτεινές και δαιμονικές σκέψεις που υπάρχουν. Η κακή διάθεση, που με χαρακτήριζε συνήθως, μετατράπηκε σε μίσος για όλα και για όλους. Εκείνη που υπέφερε συχνότερα και περισσότερο απ’ όλους από τις ξαφνικές, συχνές και ανεξέλεγκτες εκρήξεις της οργής μου –στην οποία είχα παραδοθεί τυφλά– ήταν, αλίμονο, η γυναίκα μου, που τα δεχόταν όλα αδιαμαρτύρητα.

Μια μέρα, η γυναίκα μου με συνόδευε, για μια σπιτική δουλειά που προέκυψε, στο κελάρι του παλιού εκείνου κτίσματος που μας ανάγκασε η φτώχεια να χρησιμοποιούμε σαν σπίτι. Ο γάτος με ακολούθησε στα απότομα σκαλιά του κελαριού και έγινα έξω φρενών, όταν λίγο έλειψε να με ρίξει κάτω με το κεφάλι. Σήκωσα ένα τσεκούρι και, ξεχνώντας μέσα στην οργή μου εκείνο τον παιδιάστικο φόβο που μου συγκρατούσε το χέρι μέχρι εκείνη τη στιγμή, το κατέβασα πάνω στο ζώο. Το χτύπημα θα ήταν βέβαια μοιραίο στη στιγμή, αν γινόταν όπως το ’θελα. Αλλά το κατέβασμα του τσεκουριού σταμάτησε από το χέρι της γυναίκας μου. Η παρέμβασή της μού προκάλεσε μια καταστρεπτική μανία χειρότερη και από δαιμονική. Ελευθέρωσα το χέρι μου από το κράτημά της και κάρφωσα το τσεκούρι στα μυαλά της. Έπεσε νεκρή επιτόπου χωρίς ούτε ένα βογκητό. Έχοντας διαπράξει αυτόν τον απαίσιο φόνο, έβαλα στη συνέχεια στόχο μου να κρύψω το πτώμα, με όλες τις προφυλάξεις που έπρεπε να πάρω. Ήξερα πως δεν μπορούσα να το απομακρύνω από το σπίτι, ούτε τη μέρα ούτε τη νύχτα, χωρίς να κινδυνέψω να με δουν οι γείτονες. Μου πέρασαν πολλές ιδέες από το μυαλό. Τη μια φορά σκέφτηκα να τεμαχίσω το πτώμα και να το κάψω. Την άλλη αποφάσισα να σκάψω έναν τάφο στο πάτωμα του κελαριού. Μετά σκέφτηκα να το θάψω στο πηγάδι που είχαμε στην αυλή – ή να το πακετάρω σ’ ένα κουτί σαν να ήταν κάποιο εμπορικό προϊόν και να φωνάξω κάποιον μεταφορέα να το πάρει απ’ το σπίτι. Τελικά μου ’ρθε μια ιδέα που φαινόταν πολύ πιο πρόσφορη απ’ όλες τις άλλες. Αποφάσισα να το εντοιχίσω σε κάποιον από τους τοίχους του κελαριού, όπως είχα διαβάσει ότι έκαναν οι μοναχοί στα θύματά τους το Μεσαίωνα. (…)

Το επόμενο βήμα ήταν να ψάξω για κείνο το κτήνος που τα προκάλεσε όλα αυτά. Ήμουν πια αποφασισμένος να τον σκοτώσω. Αν τον πετύχαινα εκείνη τη στιγμή, δεν θα υπήρχε καμιά αμφιβολία για την τύχη του. Φαίνεται όμως πως το πανούργο ζώο είχε τρομάξει απ’ τη βιαιότητα που είχα δείξει στο προηγούμενό μου ξέσπασμα και απέφευγε να εμφανιστεί μπροστά μου, ξέροντας τις διαθέσεις μου. Μου είναι αδύνατον να περιγράψω ή να φανταστώ το βαθύ κι ευτυχισμένο εκείνο αίσθημα ανακούφισης που μου ’δινε η απουσία αυτού του απεχθούς πλάσματος. Τη νύχτα δεν εμφανίστηκε καθόλου. Κι έτσι κατάφερα εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά από τότε που τον έφερα στο σπίτι, να κοιμηθώ ήσυχα και βαθιά. Μάλιστα, κοιμήθηκα, παρά το βάρος του φόνου στην ψυχή μου. Πέρασε κι η δεύτερη κι η τρίτη μέρα χωρίς να εμφανιστεί ο βασανιστής μου. Για μια ακόμα φορά ανέπνευσα σαν ελεύθερος άνθρωπος. Το τέρας είχε τρομοκρατηθεί και εξαφανιστεί από το σπίτι μια για πάντα! (…)

Την τέταρτη μέρα μετά το φόνο ήρθαν κάποιοι αστυνομικοί, τελείως απρόσμενα, και ξανάρχισαν να ερευνούν εξονυχιστικά το σπίτι (…) Οι τοίχοι αυτοί –φεύγετε, κύριοι;– οι τοίχοι αυτοί είναι πολύ καλά στερεωμένοι». Και, μέσα στην τρέλα της προσποιητής μου γενναιότητας, χτύπησα με ένα μπαστούνι που κρατούσα στο χέρι μου εκείνο ακριβώς το κομμάτι του τοίχου πίσω από το οποίο στεκόταν το πτώμα της γυναίκας μου. Θεέ μου, προστάτευέ με και φύλαγέ με απ’ τα νύχια του Αρχιδαίμονα! Πριν καλά καλά σβήσει ο ήχος απ’ τα χτυπήματά μου, μια φωνή απάντησε μέσα από τον τάφο! Μια φωνή πνιγμένη και σπασμένη στην αρχή, σαν κλάμα μικρού παιδιού, που ύστερα άλλαξε σε ένα μακρόσυρτο, δυνατό και αδιάκοπο ουρλιαχτό, τελείως αφύσικο και καθόλου ανθρώπινο –μια κραυγή– μια στριγγλιά που ήταν μισή τρόμος και μισή θρίαμβος, που μόνο απ’ την κόλαση θα μπορούσε να ’χει βγει, απ’ τα λαρύγγια των καταδικασμένων να ζουν μέσα στην αιώνια αγωνία και των διαμόνων που αγάλλονται μέσα στον κόσμο της κατάρας. Δεν έχει νόημα να μιλήσω για τα δικά μου συναισθήματα εκείνη τη στιγμή. Έμεινα άναυδος κι ακούμπησα στον απέναντι τοίχο. Για μια στιγμή, οι αστυνομικοί έμειναν ακίνητοι στις σκάλες, καταφοβισμένοι και κατατρομαγμένοι. Την επόμενη στιγμή, μια ντουζίνα χέρια όρμησαν στον τοίχο. Ο τοίχος σωριάστηκε μονομιάς. Το πτώμα, ήδη σε μεγάλο βαθμό αλλοιωμένο και πανιασμένο, στεκόταν όρθιο μπροστά μας. Πάνω στο κεφάλι του, με στόμα κατακόκκινο και το μοναδικό του μάτι όλο φωτιά, καθόταν το απαίσιο κτήνος που με είχε οδηγήσει στο φόνο και που η μαρτυριάρικη φωνή του με έστελνε τώρα στο δήμιο. Μαζί με το πτώμα είχα εντοιχίσει και το τέρας.

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ο μαύρος γάτος, σελ. 97 – 99, 101, 102, 103 αποσπασματικά, 104, μτφρ.: Μαρία Κατή, Εκδόσεις Πατάκη, 2009

.

.

.

.

 

Αλεξάντερ Γκριν, Ο κυνηγός των αρουραίων

Σήκωσα το ακουστικό. Μου φάνηκε πιο κρύο απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα, μουγγό μπροστά στον αδιάφορο τοίχο. Το έφερα στο αυτί και χωρίς μεγάλη ελπίδα – όση έχει κανείς μπροστά σ’ ένα χαλασμένο ρολόι– πάτησα το κουμπί. Ήταν άραγε κάποιος ήχος μέσα στο μυαλό μου ή κάποια ηχητική ανάμνηση – έκπληκτος πάντως άκουσα το ζουζούνισμα μιας μύγας, εκείνη τη δόνηση των καλωδίων που θυμίζει το βόμβο εντόμου και η οποία στις συγκεκριμένες συνθήκες ήταν το ίδιο παράδοξη με το εγχείρημά μου. Η έντονη προσπάθεια να καταλάβεις κάτι είναι σαν το σκουλήκι που τρώει ως και το μάρμαρο των αγαλμάτων, αποδυναμώνοντας όλες τις εντυπώσεις άγνωστης αιτιολογίας. Η προσπάθεια, πάντως, να καταλάβω το ακατάληπτο δεν συναριθμούνταν μεταξύ των αρετών μου. Παρά ταύτα, μπήκα στη δοκιμασία. Σηκώνοντας το ακουστικό, αναπαρήγαγα τον χαρακτηριστικό αυτόν ήχο στη φαντασία μου, και τον έπιασα πάλι μόνον όταν ξανάρχισε ν’ ακούγεται από το ακουστικό. Ένας ήχος που δεν είχε εξάρσεις ή διακοπές, δεν αδυνάτιζε, δεν δυνάμωνε∙ καθώς ταίριαζε, το ακουστικό αντιβούιζε ένας αόρατος χώρος, περιμένοντας επαφή. Με κυρίευσαν συγκεχυμένες ιδέες, παράξενες, όπως ήταν παράξενο και το υπόκωφο βουητό του καλωδίου που λειτουργούσε μέσα στο νεκρό κτήριο. Έβλεπα κόμπους μπερδεμένων καλωδίων, κομμένων από ριπές ανέμου, που ενώνοντας σε απρόβλεπτα σημεία του χάους τους: δέσμες ηλεκτρικών σπινθήρων να πετάγονται από καμπουριαστές ράχες γάτων πάνω στις στέγες∙ μαγνητικές λάμψεις στις γραμμές του τραμ∙ την υφή και την καρδιά της ύλης με τη μορφή οξειών γωνιών φουτουριστικού πίνακα. Τέτοιου είδους σκέψεις-οράματα δεν ξεπερνούσαν σε διάρκεια το χτύπο της ανάστατης καρδιάς∙ κι αυτή χτυπούσε στον ρυθμό της αμετάφραστης γλώσσας της αίσθησης των νυχτερινών δυνάμεων. Και τότε, μέσα απ’ τους τοίχους, έλαμψε σαν νέα σελήνη η μορφή εκείνης της κοπέλας.

Θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως η εντύπωση θα αποδεικνυόταν τόσο ζωντανή και στέρεη; Δύναμη εκατό ανθρώπων κρυβόταν και βούιζε μέσα μου καθώς, κοιτάζοντας επίμονα το φθαρμένο νούμερο της συσκευής, οδηγούσα τη μνήμη μου μέσα στη θύελλα των αριθμών, προσπαθώντας μάταια να βρω ποιος συνδυασμός του θα μου θυμίσει το χαμένο νούμερο. Καταραμένη, άπιστη μνήμη! Oρκίζεται να μην ξεχάσει ούτε αριθμούς ούτε ημερομηνίες ούτε λεπτομέρειες ούτε αγαπητά πρόσωπα∙ κι απαντά στην αμφιβολία με βλέμμα αθωότητας. Θα ’ρθει όμως ένας καιρός που ο εύπιστος θα δει πως έκλεισε συμφωνία με μιαν άτιμη μαϊμού, η οποία ξεπουλάει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι για μια χούφτα καρύδια. Λειψά, συγκεχυμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου∙ από τον αριθμό σβήνουν τα ψηφία∙ τα περιστατικά μπερδεύονται και μάταια στύβει το μυαλό του ο άνθρωπος, ο βασανισμένος από ολισθηρές αναμνήσεις…

(…) Και τότε με το ουρλιαχτό μιας ροής που απελευθερώθηκε, ξεχύθηκαν, σαν από μια πόρτα που άνοιξε ξαφνικά, διαπεραστικές φωνές που θύμιζαν τη γνωστή φλυαρία του χωνιού του γραμμοφώνου – άγνωστοι ρήτορες, οι οποίοι χτυπιούνταν στο χέρι μου καθώς έσφιγγα το ακουστικό. Σκόνταφταν ο ένας πάνω στον άλλο με τη βιασύνη και το πάθος του ανθρώπου που βγήκαν στο δρόμο τρέχοντας. Ανάκατες φράσεις θύμιζαν συναυλία από κουρούνες. «A-λα-λα-λα-λα!…» ξεφώνησε κάποιο άγνωστο πλάσμα, με φόντο τα συνετά και αργά λόγια ενός βαρύτονου, που σχημάτιζαν μελίρρυτες φράσεις, χωρισμένες σε παύσεις και σημεία στίξεως. – «Δεν μπορώ να σας δώσω…» – «Εάν δείτε… » – «Οπωσδήποτε…» – «Νομίζω πως…» – «Ακούστε…» – «Διαστάσεων τριάντα και πέντε…» – «Κλείνω…» – «Το αυτοκίνητο έχει σταλεί…» – «Δεν καταλαβαίνω τίποτα…» – «Κλείστε το ακουστικό…» Μέσα σε αυτήν την αγοραία παράνοια, σέρνονταν αδύναμα, σαν το βούισμα του κουνουπιού, στεναγμοί, μακρινό κλάμα, χάχανα, γέλια, μελωδίες βιολιού, συγχορδίες αργών βημάτων, θροισμάτων και ψιθύρων. (…)

Ουρλιάζοντας σχεδόν, είπα: «Eίμαι εκείνος που μίλησε μαζί σας στην αγορά, κι έμεινε με την εγγλέζικη καρφίτσα. Πουλούσα βιβλία. Σας παρακαλώ, θυμηθείτε. Δεν ξέρω το όνομά σας, επιβεβαιώστε ότι είστε σεις». «Καταπληκτικό», απάντησε συλλογισμένη η φωνή βήχοντας. «Περιμένετε, μην κλείσετε. Καταλαβαίνω. Πατέρα, έχεις ξαναδεί τέτοιο πράγμα;» Αυτό το τελευταίο δεν απευθυνόταν σε μένα. Μια αντρική φωνή, προφανώς από άλλο δωμάτιο, της απάντησε κάτι δυσδιάκριτο. «Τη συνάντηση την θυμάμαι», εκείνη απευθύνθηκε πάλι στο δικό μου αυτί. «Μα δεν θυμάμαι την καρφίτσα που αναφέρατε. Α, ναι! Δεν ήξερα ότι έχετε τόσο ισχυρή μνήμη. Αλλά μου φαίνεται περίεργο να μιλώ μαζί σας∙ το τηλέφωνό μας είναι κομμένο. Τι συνέβη, από πού τηλεφωνείτε;» 

Αλεξάντερ Γκριν, Ο κυνηγός των αρουραίων, σελ.45-52, αποσπασματικά, μτφρ.: Γιώργος Τσακνιάς, Εκδόσεις Στιγμή, 1995

Φωτό: Ivana Vostrakova

Τον Αύγουστο του 1930, ο Γκριν έγραφε στον Μ. Γκόργκι ότι το τυπογραφείο αρνιόταν επιμόνως να τον εκδώσει, όχι για πρακτικούς λόγους, αλλά με την εξής αιτιολόγηση: «Δεν θέλετε να ανταποκριθείτε στην εποχή και η εποχή στο πρόσωπό μας σας εκδικείται». Ευτυχώς η λογοτεχνία ξέρει επίσης να εκδικείται τους ανθρώπους που τόσο αλαζονικά πιστεύουν πως ενσαρκώνουν «την εποχή».

Γιώργος Τσακνιάς, από το επίμετρο του βιβλίου.

.

.

 

Βloomsday

ΑΠΟΨΕ 16 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014 – Βloomsday –


«The Red Bank. James Joyce: Τα Τετράδιά του των Ελληνικών»
Βουβούλα Σκούρα – Βαγγέλης Ιντζίδης
Τhe James Joyce Centre – Dublin
Φούρνος, Κέντρο για τον Ψηφιακό Πολιτισμό
Μαυρομιχάλη 168 / Αθήνα 114 72
Είσοδος ελεύθερη – απαραίτητη κράτηση θέσεων
Mε την Υποστήριξη του Ελληνικύ Κέντρου Κινηματογράφου

Bloomsday. Στον Οδυσσέα, ο Τζόυς περιγράφει μία μέρα από τη ζωή του κεντρικού του ήρωα, του Λεοπόλδου Μπλουμ. Και η μέρα αυτή είναι η 16η Ιουνίου 1904. Είναι η μέρα που ο Τζέιμς Τζόυς θα γνωρίσει τη Νόρα Μπάρνακλ και θα την ερωτευτεί παράφορα. Από το 1954, «η ημέρα του Μπλουμ» [Bloomsday] γιορτάζεται σε πολλές χώρες του κόσμου.

http://www.sansimera.gr/articles/154

BLOOMSDAY: 16.6.1904


Κεντρική θέση στις εκδηλώσεις κατέχει η Bloomsday, που δίνει αφορμή για λογοτεχνικές συζητήσεις και μία καλή δικαιολογία για καμιά «Γκίνες» παραπάνω. «Bloomsday» σημαίνει η «Ημέρα του Μπλουμ» και ο Λεοπόλδος Μπλουμ είναι ο ήρωας του μυθιστορήματος του Τζόις «Οδυσσέας», που θεωρείται ίσως το κορυφαίο μυθιστόρημα του 20ου αιώνα. (…) Ο Μπλουμ είναι ένας καθημερινός δουβλινέζος που ζει τη δική του Οδύσσεια, στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου. Μία και μόνη μέρα, η 16η Ιουνίου 1904, ήταν αρκετή στον ήρωα του μυθιστορήματος να αποκομίσει τόσες εμπειρίες, όσες δεν είχε αποκτήσει ποτέ στη ζωή του. Το βιβλίο του παρακολουθεί τις διαδρομές του Μπλουμ, ώρα με την ώρα, στους δρόμους, τα καταστήματα, τις παμπ, τις εκκλησιές και τα σπίτια με τα «κόκκινα φανάρια» του Δουβλίνου. (…) Ο Τζέιμς Τζόυς είναι πλέον ένα ποπ είδωλο… Ως τέτοιο τον αντιμετωπίζουν οι συμπατριώτες του και βεβαίως ως πηγή συναλλάγματος. Ο ίδιος, όμως, δεν έτρεφε τα καλύτερα αισθήματα για τη συντηρητική Ιρλανδία: «Πόσο άρρωστος, άρρωστος, άρρωστος είμαι στο Δουβλίνο. Είναι η πόλη της αποτυχίας, της μνησικακίας και της δυστυχίας. Θα φύγω πολύ μακριά!» παραπονιόταν σε κάποια επιστολή του το 1909. Έφυγε κι έζησε τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής του, έως το 1941 που πέθανε, σε πολλά μέρη της Ευρώπης: Τεργέστη, Ρώμη, Ζυρίχη και Παρίσι, όχι όμως στο Δουβλίνο.

.

.

 


 

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Η Σίσσυ έπαιζε με το μωρό Μπόουρντμαν, που ψέλλιζε χαρούμενα τραγουδάκια, χτυπώντας παλαμάκια με τα μωρουδίστικα χέρια του. Κούκου! Φώναξε η Σίσσυ πίσω από την κουκούλα του καροτσιού και η Ήντυ ρωτούσε πού είχε πάει η Σίσσυ και εκείνη τσαφ! έβγαζε το κεφάλι της και φώναζε ντα και, αν θέλετε, πιστέψτε με, πολύ διασκέδαζε το μωρό! Και ύστερα του ζητούσε να πει μπαμπά.

–Πες μπαμπά, μπέμπη. Πες, μπα-μπά, μπα-μπά, μπα-μπά, και το μωρό έβαζε τα δυνατά του να το πει, γιατί ήταν πολύ έξυπνο για έντεκα μηνών, όλοι το έλεγαν, και το ανάστημά του πολύ μεγάλο για την ηλικία του, ίδια η προσωποποίηση της υγείας, τέλειο σβωλαράκι αγάπης, και σίγουρα θα γινόταν αργότερα κάποιος σπουδαίος, καθώς έλεγαν

–Χαζά, ζα ζα, χαζά.

Η Σίσσυ σκούπισε με τη σαλιάρα το στοματάκι του και ήθελε να τον βάλει να καθίσει καλά για να πει μπα-μπά, αλλά όταν ξεθηλύκωσε το λουρί αναφώνησε, άγιε Διονύσιε, ήταν καταμουσκεμένος, κι έπρεπε να του διπλώσει την κουβερτούλα και να την γυρίσει από την άλλη μεριά από κάτω του. Φυσικά η αυτού παιδική μεγαλειότης δεν αγαπούσε διόλου τις τυπικότητες της τουαλέτας και το διακήρυσσε στους πάντες:

–Χαμπάα μπάαα χαμπάαα μπάαα. Και δυο χαριτωμένα τεράστια δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του. Περιττό να προσπαθήσει να το καθησυχάσει λέγοντάς του έλα το μωρό μου, έλα, και το ντήλι-ντήλι το μαντήλι και πού είναι το μπουμπούκι μου, αλλά η Σίσσυ με την ετοιμότητα πνεύματος που τη χαρακτήριζε, του έδωσε το μπιμπερό και ο νεαρός αντάρτης ησύχασε αμέσως.

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας, μτφρ.: Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 408-409, (13. Ναυσικά) Eκδόσεις Κέδρος 14η έκδοση

Πίνακας: Άγγελος Ραζής

www.online-literature.com/james_joyce/ulysses/13/.

 

Tags:

Nικολάι Γκόγκολ, Το ημερολόγιο ενός τρελού

Andrei Gennadiev 

      8 Νοεμβρίου

Πήγα στο θέατρο. Έπαιζε το έργο με τον ρώσο τρελό, τον Φιλάτκα. Έριξα πολύ γέλιο. Είχε ακόμα κάποια vaudeville με στιχάκια σατιρικά για τους δικηγόρους, ειδικά για κάποιον κλητήρα. Τα στιχάκια ήταν πολύ τολμηρά, μου έκανε εντύπωση πώς πέρασαν τη λογοκρισία. Τα λέγανε έξω απ’ τα δόντια και για τους εμπόρους, ότι κλέβουνε τον κόσμο κι ότι τα παιδιά τους ζούνε μέσα στην κραιπάλη και προσπαθούν να μπουν στην αριστοκρατία. Υπήρχε και μία στροφή που σατίριζε τους δημοσιογράφους, ότι μόνο ψέματα τους αρέσει να λένε, και ο συγγραφέας ζητούσε την προστασία του κοινού. Τώρα πια γράφουν πολύ δηκτικές σάτιρες. Μου αρέσει πάρα πολύ να πηγαίνω στο θέατρο. Έτσι και βάλω φράγκο στην τσέπη, δεν μπορώ να κρατηθώ με τίποτα. Κι από το σινάφι μας, τους υπαλλήλους, είναι μερικοί τόσο γουρούνια, που δεν υπάρχει περίπτωση να πάνε στο θέατρο, οι χωριάτες, ακόμη κι αν τους κάνεις το εισιτήριο. Μια ηθοποιός τραγουδούσε πολύ ωραία, με έκανε να θυμηθώ εκείνην… Αχ, κάθαρμα!… Τίποτα, τίποτα… Σιωπή.

   12 Νοεμβρίου

Στις δύο η ώρα το απόγευμα ξεκίνησα αποφασισμένος να δω εξάπαντος τη Φιντέλ και να την ανακρίνω. Δεν αντέχω καθόλου το λάχανο, η μυρωδιά του οποίου ξεχύνεται απ’ όλα τα μικρομάγαζα στη Μεσάνσκαγια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας κάθε σπιτιού βγαίνει τέτοια κολασμένη μπόχα, που εγώ έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα κρατώντας με το χέρι μου τη μύτη μου. Και οι διάφοροι ελεεινοί μάστορες εκπέμπουν τέτοιο ντουμάνι και κάπνα από τα εργαστήριά τους, που ένας άνθρωπος της καλής κοινωνίας είναι απολύτως αδύνατον να κάνει μία βολτίτσα εδώ πέρα. Ανέβηκα στον έκτο όροφο και χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε μία κοπελίτσα καθόλου άσχημη, με μικρές φακίδες. Την αναγνώρισα, ήταν εκείνη που περπατούσε με την ηλικιωμένη. Κοκκίνισε λιγουλάκι κι εγώ αμέσως σκέφτηκα: Eσύ, περιστεράκι μου, για γαμπρό ψάχνεις. «Τι θα επιθυμούσατε;» με ρώτησε. «Πρέπει να πω δυο κουβεντούλες με το σκυλάκι σας». Η κοπελίτσα ήταν χαζή! Tότε κατάλαβα ότι ήταν χαζή! (…)

 

 

Έτος 2000, Απριλίου 43

Στην αρχή ανακοίνωσα στη Μάβρα ποιος είμαι. Μόλις άκουσε ότι μπροστά της βρίσκεται ο βασιλιάς της Ισπανίας, σήκωσε ψηλά τα χέρια και παρά λίγο να πεθάνει από το φόβο. Δεν είχε δει ποτέ, η χαζή, Ισπανό βασιλιά. Εν πάση περιπτώσει, προσπάθησα να την ηρεμήσω και να τη διαβεβαιώσω με γλυκόλογα πως χαίρει της εύνοιάς μου και πως δεν της κρατώ καθόλου κακία που μερικές φορές δεν μου καθάριζε καλά τα παπούτσια. Ο λαός είναι απλοϊκός. Δεν κάνει να του μιλάς για υψηλά ζητήματα. Ο λόγος που φοβήθηκε είναι επειδή ήταν πεπεισμένη πως τάχα όλοι οι βασιλιάδες της Ισπανίας μοιάζουν με τον Φίλιππο Β´. Εγώ όμως της εξήγησα ότι μεταξύ εμού και του Φιλίππου Β´ δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση και πως εγώ δεν έχω ούτε έναν αδερφό καπουτσίνο… Στο γραφείο δεν πήγα. Να πάνε όλοι στο διάολο. Όχι, μάγκες, δεν τσιμπάω. Δε θα καθίσω εγώ να αντιγράφω τα βρομόχαρτά σας.

Ημε ρο 34 μηνία Μρτ τουες fbrl 349

(…) Kάτω χαμηλά απλώνεται μια γαλάζια ομίχλη. Μέσα στην ομίχλη αντηχεί μια χορδή. Η θάλασσα απ’ τη μια μεριά, η Ιταλία από την άλλη. Στο βάθος αχνοφαίνονται και οι ρώσικες ίζμπες. Μήπως εκείνο που φωτίζει στο βάθος, μες στη γαλάζια ομίχλη, μήπως εκείνο είναι το σπίτι μου; Μήπως είναι η μάνα μου που κάθεται στο παράθυρο; Μανούλα, σώσε τον έρημο το γιο σου! Ρίξε ένα δάκρυ στο πονεμένο του το κεφαλάκι. Κοίτα πώς τον βασανίζουν! Σφίξε στην αγκαλιά σου το καημένο σου τ’ ορφανό! Δεν έχει τόπο γι’ αυτό στον κόσμο! Το κατατρέχουν! Μανούλα! Λυπήσου το πονεμένο σου παιδάκι!

To ξέρετε ότι ο βασιλιάς της Γαλλίας έχει ένα καρούμπαλο κάτω από τη μύτη;

Nικολάι Γκόγκολ, Το ημερολόγιο ενός τρελού (αποσπασματικά), μτφρ.: Γιώργος Τσακνιάς, Εκδόσεις Πατάκη, 2009

Πίνακες: Andrei Gennadiev

.

.

 

Αντόν Τσέχοφ, Για κάτι μηλαράκια

Στην άκρη του κήπου, κάτω από μια γέρικη πολύκλωνη μηλιά, καθόταν μια νεαρή χωρική και μασουλούσε. Δίπλα της, πεσμένος στα γόνατα, ένας νεαρός με φαρδιές πλάτες μάζευε τα μήλα που είχε ρίξει στο χώμα ο αέρας. Τα άγουρα τα πετούσε στους θάμνους και τα γινωμένα τα πρόσφερε ερωτικά, με τη φαρδιά γκρίζα παλάμη του στη Δουλτσινέα του. Απ’ ό,τι φαίνεται, η Δουλτσινέα δε φοβόταν μήπως την πιάσει στομαχόπονος και τα κατέβαζε το ένα μετά το άλλο με μεγάλη όρεξη, ενώ ο νεαρός σερνόταν γύρω της και μάζευε κι άλλα, αφηρημένος, αφοσιωμένος αποκλειστικά στη Δουλτσινέα του.
«Κόψε κι από το δέντρο, ντε!» τον παρότρυνε ψιθυριστά η κοπέλα.
«Φοβάμαι».
«Τι φοβάσαι;! Ο Οπρίτσνικ είναι σίγουρα στην ταβέρνα…»
Ο νεαρός σηκώθηκε, έδωσε ένα σάλτο, έκοψε ένα μήλο από το δέντρο και της το πρόσφερε. Όμως στους δύο νέους, όπως τους παλαιούς καιρούς στον Αδάμ και την Εύα, το μήλο αυτό δεν έφερε τύχη. Η κοπέλα έκοψε με τα δόντια ένα κομματάκι και το έδωσε στον νεαρό, ένιωσαν στις γλώσσες τους τη γεύση του, και ξάφνου τα πρόσωπά τους στράβωσαν, μάκρυναν, χλόμιασαν… όχι επειδή το μήλο ήταν ξινό, αλλά επειδή είδαν μπροστά τους την αυστηρή φυσιογνωμία του Τρίφον Σεμιόνοβιτς και το χαιρέκακο χαμογελαστό μούτρο του Κάρπουσκα.
«Γεια σας, περιστεράκια!» τους πλησίασε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Τι γίνεται, τρώμε μηλαράκια; Μήπως ενοχλώ;»
Ο νεαρός έβγαλε το καπέλο του κι έσκυψε το κεφάλι. Η κοπέλα βάλθηκε να κοιτάζει την ποδιά της.
«Λοιπόν, πώς είναι η υγεία σου, Γκριγκόρι;» στράφηκε προς τον νεαρό. «Πώς τα πας;»
«Μονάχα ένα» μουρμούρισε ο νεαρός «κι αυτό από κάτω…»
«Η δική σου υγεία πώς είναι, καλή μου;» ρώτησε την κοπέλα ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς.
Εκείνη στύλωσε ένα ακόμα πιο έντονο βλέμμα στην ποδιά της.
«Ακόμα δεν έχετε παντρευτεί;»
«Όχι ακόμα… Εμείς, αφέντη, στ’ ορκίζομαι, μόνο ένα, κι αυτό… να, έτσι…»
«Εντάξει, μωρέ, εντάξει. Όλα καλά. Δεν μου λες, ξέρεις να διαβάζεις;»
«Όχι… Αλήθεια λέω, αφέντη, μόνο ένα φάγαμε, κι αυτό από το χώμα».
«Δεν ξέρεις να διαβάζεις, αλλά να κλέβεις ξέρεις. Ε, δεν είναι κι άσχημα. Μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε. Κι έχεις αρχίσει καιρό να κλέβεις;»
«Από πού κι ως πού λέτε ότι κλέβω;»
«Κι η αρραβωνιάρα σου», πετάχτηκε ο Κάρπουσκα, «τι έπαθε κι είναι τόσο σκεφτική; Μήπως είναι ντροπαλή;»
«Σώπα, Καρπ!» είπε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Άντε, Γκριγκόρι, για πες μου ένα παραμυθάκι…»
Ο Γκριγκόρι ξερόβηξε και χαμογέλασε με μισό χείλι.
«Δεν ξέρω παραμύθια, αφέντη» είπε. «Δεν τα χρειάζομαι τα μήλα σας. Άμα θέλω μήλα, μπορώ να αγοράσω».
«Χαίρομαι πολύ, αγόρι μου, που έχεις τόσα λεφτά. Έλα λοιπόν, πες μου ένα παραμυθάκι. Εγώ θα κάθομαι και θα σ’ ακούω. Θα σ’ ακούει κι ο Καρπ, θα σ’ ακούει και η ομορφούλα η αρραβωνιάρα σου! Μην ντρέπεσαι, δείξε θάρρος! Η ψυχή του κλέφτη πρέπει να έχει θάρρος. Έτσι δεν είναι, φιλαράκο μου;»
Ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς κάρφωσε στον νεαρό, που είχε πιαστεί στα πράσα, ένα μοχθηρό βλέμμα… Ιδρώτας εμφανίστηκε στο μέτωπο του νεαρού.
«Καλύτερα να μας πει ένα τραγούδι, αφέντη. Πού να ξέρει παραμύθια αυτός ο βλάκας;» γρύλισε ο Κάρπουσκα με την απαίσια ψιλή φωνή του.
«Σώπα, Καρπ, ας μας πει πρώτα ένα παραμυθάκι. Άντε, αγόρι μου, άρχισε!»
«Δεν ξέρω».
«Αλήθεια δεν ξέρεις; Να κλέβεις όμως ξέρεις! Τι λέει η όγδοη εντολή;»
«Τι με ρωτάτε, ιδέα δεν έχω. Αλήθεια λέω, αφέντη, μονάχα ένα μήλο φάγαμε, κι αυτό από τα πεσμένα…»
«Πες μας ένα παραμύθι!»
Ο Κάρπουσκα άρχισε να κόβει τσουκνίδες. Ο νεαρός ήξερε πολύ καλά τι θα έκανε με δαύτες. Ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς, όπως και όλοι οι όμοιοί του, απέδιδε ο ίδιος δικαιοσύνη. Τον κλέφτη είτε τον κλείδωνε για ένα μερόνυχτο στο υπόγειο είτε τον μαστίγωνε με τσουκνίδες είτε τον άφηνε να φύγει τσίτσιδο… Ο Γκριγκόρι λοξοκοίταξε τις τσουκνίδες, δίστασε για λίγο, ξερόβηξε κι ύστερα άρχισε να λέει όχι ακριβώς ένα παραμύθι αλλά μάλλον ασυναρτησίες… Φούσκωνε, ίδρωνε, έβηχε, φυσούσε κάθε τόσο τη μύτη του και διηγιόταν πώς μια φορά κι έναν καιρό τα παλικάρια στη Ρωσία νικούσαν τους κακούς μάγους και παντρεύονταν τις μαγεμένες καλλονές. Ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς στεκόταν κι άκουγε, χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από τον νεαρό.
«Αρκετά!» είπε όταν ο νεαρός άρχισε να μπερδεύει τελείως τα λόγια του και να λέει βλακείες. «Είσαι καλός παραμυθάς, αλλά πολύ καλύτερος κλέφτης. Ε εσύ, ομορφονιά…» στράφηκε στην κοπέλα, «για πες μας εσύ τώρα το Πάτερ ημών!»


Η ομορφονιά κοκκίνισε και πολύ σιγανά, σχεδόν με κομμένη την ανάσα, είπε το Πάτερ ημών.
«Τι λέει η όγδοη εντολή;»
«Μήπως νομίζετε ότι πήραμε πολλά;» είπε ο νεαρός, κουνώντας απελπισμένα το χέρι του. «Να, ορκίζομαι, άμα δεν με πιστεύετε…»
«Είναι πολύ κακό, καλά μου παιδιά, που δεν ξέρετε τις δέκα εντολές. Θα πρέπει να σας τιμωρήσουμε. Για πες μου, ομορφονιά, αυτός σ’ έμαθε να κλέβεις; Γιατί δεν μιλάς, άγγελέ μου; Πρέπει να μου απαντήσεις. Λέγε λοιπόν: Η σιωπή σημαίνει ότι συμφωνείς. Άντε, ομορφονιά μου, χτύπα τον ομορφονιό σου που σ’ έμαθε να κλέβεις».
«Όχι», ψιθύρισε το κορίτσι.

«Χτύπησέ τον λίγο. Οι βλάκες πρέπει να τιμωρούνται. Χτύπησέ τον, ψυχούλα μου! Δεν θέλεις; Έ, τότε θα αναγκαστώ να διατάξω τον Καρπ και τον Ματβέι να πάρουν τις τσουκνίδες και να σε… Τι λες;»
«Δεν θα το κάνω».
«Έλα δω, Καρπ!»
Το κορίτσι έτρεξε γρήγορα στον νεαρό και του έδωσε ένα χαστούκι. Ο νεαρός χαμογέλασε ακόμα πιο ηλίθια κι έβαλε τα κλάματα.
«Μπράβο, ομορφονιά μου! Τράβα του λίγο και τα μαλλάκια! Άντε, ψυχούλα μου! Δεν θέλεις; Καρπ, έλα δω!»
Η κοπέλα έπιασε τον αρραβωνιαστικό της από τα μαλλιά.
«Τράβα δυνατά, να πονέσει! Ξερίζωσέ τα!»
Η κοπέλα τού τα τράβηξε με δύναμη. Ο Κάρπουσκα ενθουσιάστηκε, κρατούσε την κοιλιά του και χτυπιόταν από τα γέλια.
«Αρκετά» είπε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Σ’ ευχαριστώ, ψυχή μου, που τιμώρησες το κακό. Η σειρά σου τώρα» στράφηκε στον νεαρό «να χτυπήσεις την καλή σου… Σε χτύπησε εκείνη, πρέπει να τη χτυπήσεις κι εσύ…»
«Λέτε κάτι πράματα, αφέντη, που… Γιατί να τη χτυπήσω;»
«Τι θα πει γιατί; Αφού εκείνη σε χτύπησε! Χτύπησέ τη κι εσύ! Καλό θα της κάνει. Δεν θέλεις; Κρίμα. Καρπ, φώναξε τον Ματβέι!»
Ο νεαρός έφτυσε, πήρε μια βαθιά ανάσα, άρπαξε την κοτσίδα της αρραβωνιαστικιάς του κι άρχισε κι αυτός να τιμωρεί το κακό. Καθώς τιμωρούσε το κακό, έπεσε σε έκσταση, αφαιρέθηκε και ξέχασε ότι δε χτυπούσε τον Τρίφον Σεμιόνοβιτς αλλά την αρραβωνιαστικιά του. Η κοπέλα έμπηξε τα κλάματα. Εκείνος τη χτύπησε για ώρα πολλή. Δεν ξέρω πώς θα τέλειωνε αυτή η ιστορία, αν δεν πεταγόταν από τους θάμνους το χαριτωμένο κοριτσάκι του Τρίφον Σεμιόνοβιτς, η Σάσενκα.
«Μπαμπά, έλα να πιεις το τσάι σου!» φώναξε η Σάσενκα και, βλέποντας τι έκανε ο πατέρας της, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.
«Φτάνει!» είπε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Μπορείτε να φύγετε, περιστεράκια μου. Στο επανιδείν! Στο γάμο σας θα σας στείλω δώρο μηλαράκια».
Κι έκανε μια βαθιά υπόκλιση στους τιμωρημένους.
Ο νεαρός και η κοπέλα τακτοποίησαν λίγο τα ρούχα τους κι έφυγαν. Εκείνος τράβηξε δεξιά κι εκείνη αριστερά… και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ από τότε.

Αντόν Τσέχοφ, Πολύχρωμες αφηγήσεις,  Για κάτι μηλαράκια (απόσπασμα) Μτφρ.: Πάνος Σταθόγιαννης, Εκδόσεις «ΡΟΕΣ» 2014

Πίνακας: Margo Selski

.

.