RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Ζαν-Πιερ Μιλοβάνοφ, Η λάμψη της Αντωνίας

catherine-alexandre-11.jpgΜισή ώρα αργότερα το κάρο σταματούσε μπροστά στο κεφαλόσκαλο του σανατορίου, και ο γιατρός Φλος, αυτοπροσώπως, υποδεχόταν τη νεαρή ασθενή. Αποδεικνύοντας ότι η αλλαγή κλίματος και η συνάντησή της είχαν κάνει καλό, η Αντωνία δεν παραληρούσε πλέον, αλλά χαμογελούσε με επιείκεια παρακολουθώντας το τυπικό που συνοδεύει την εισαγωγή σε κάθε είδους καθαρτήριο. Δέχτηκε καλόβολα το μικρό μεσημβρινό δωμάτιο που της παραχώρησαν και δεν έφερε καμιά αντίρρηση να φορέσει το ζουρλομανδύα από υπόλευκο λινό ύφασμα, που την ενθρόνιζε στη νέα κοινότητα και αποτελούσε μαζί με τα κρύα ντους και τα αφεψήματα το κύριο μέρος της θεραπείας. Έχοντας εισαχθεί δύο φορές σε παρόμοιο ίδρυμα, και καθώς δεν αποκλείεται να επιστρέψω εκεί μετά την ολοκλήρωση αυτής της ιστορίας, δεν σκοπεύω να περιγράψω μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα και αίσθηση με την αίσθηση, τις μεταμορφώσεις ενός πνεύματος που, σε μια πρώτη φάση, έπαψε να περικλείει χρώματα και κινήσεις, σκέψεις και ιδέες, πάθη και συγκινήσεις, και κάποια στιγμή υπέστη ενδόρηξη όπως τ’ αστέρια που πεθαίνουν.

Για να δώσω μια ιδέα του παραλογισμού της Αντωνίας, θα αρκεστώ σε ένα μόνο παράδειγμα: ένα απόγευμα που η νεαρή γυναίκα, τυλιγμένη σε ένα πανωφόρι φοδραρισμένο με αρνίσια προβιά που έκρυβε το ζουρλομανδύα, απολάμβανε τις ακτίνες του ήλιου στον κήπο, ένας σκίουρος πλησίασε την πολυθρόνα της. Η Αντωνία του μίλησε στη γλώσσα των σκίουρων, που αποτελείται από μασουλίσματα, τρομαγμένες φωνούλες και τριψίματα της γούνας. Και η συνάντηση ξετυλίχτηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Συζήτηση σε βάθος πάνω στα προβλήματα της ημέρας, ανταλλαγή διευθύνσεων, υπόσχεση να ξαναϊδωθούν, κτλ. Δυστυχώς για την υγεία της προγιαγιάς μου, αυτό το είδος σκίουρου ζει στο βουνό, σε υψόμετρο πάνω από χίλια πεντακόσια μέτρα και, όπως γνωρίζουμε όλοι, δεν συναντάται στις θαμνώδεις περιοχές των λόφων. Αυτό το επεισόδιο, στο οποίο ο μονολιθικός γιατρός Φλος απέδωσε υπερβολική σημασία, υπήρξε το τελευταίο πριν από την ίαση της ασθενούς. Διότι το ανέλπιστο συνέβη σε πείσμα όλων των προγνώσεων.

Η Αντωνία δεν αφέθηκε να καταστραφεί από την τρέλα. Η Αντωνία γλίτωσε τον εγκλεισμό σε ψυχιατρείο. Η Αντωνία ξαναβρήκε την ελευθερία και την επαφή με τον κόσμο, ναι, το λέω άλλη μια φορά για να το χωνέψω, η Αντωνία γιατρεύτηκε, η Αντωνία έγινε Αντωνία. Το πώς συνέβη αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Ως προς την απροσδόκητη θεραπεία βρίσκομαι στην ίδια θέση με το βοτανολόγο που, έχοντας ανακαλύψει ανάμεσα στις σελίδες ενός παλιού λευκώματος ένα άγνωστο λουλούδι, θα πρέπει, ξεκινώντας από το χρώμα, το μέγεθος, τη μυρωδιά και τα γενετικά χαρακτηριστικά του, να αναπαραστήσει μιαν άνοιξη, μια χώρα, μιαν εποχή και ανθρώπους που κάνουν περίπατο. Η μόνη δικαιολογία και η μοναδική βοήθεια στο εγχείρημά μου αυτό (απ’ ό,τι γνωρίζω) είναι η ίδια η πραγματικότητα, όσο αναληθής και αν φαίνεται. Η πραγματικότητα είναι, λοιπόν, η εξής: H Αντωνία, σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη, έπαψε να παραληρεί σαν να είχε τινάξει το χιόνι από τα μαλλιά της. Πιστεύω ότι, για να πραγματοποιήσει αυτήν τη θεραπευτική κίνηση, την ως τώρα απαγορευμένη σε μένα, για να μπορέσει να σώσει το σώμα και το πνεύμα της, δέχτηκε τη βοήθεια κάποιου για τον οποίο δεν γνωρίζω τίποτα, αλλά που διαισθάνομαι την ύπαρξή του παρ’ όλη τη χρονική απόσταση, και που ορκίζομαι να τον ανακαλύψω για να τον δικαιώσω.

Πρέπει να υποθέσουμε ότι ανάμεσα στο προσωπικό της κλινικής υπήρχε ένα πλάσμα από εκείνα που εκ πρώτης όψεως τα θεωρούμε χωρίς ιδιαίτερες αρετές ή αξία, διότι τα αυστηρά τους πρόσωπα και τα καφετιά τους φορέματα συγχέονται με την υγρασία των τοίχων. Τέτοια πλάσματα, που είναι πάντα στην υπηρεσία των άλλων, δεν αναρωτιόμαστε από πού έρχονται ούτε τι προσδοκούν από μια ζωή που το χρώμα της έχει καθοριστεί μια για πάντα. Τους αρκεί να είναι εκεί, αυτό είναι όλο, όπως είναι εκεί η υγρασία μόλις μπει ο Νοέμβριος, η δίψα και η σκόνη το καλοκαίρι. Το άτομο που διακρίνω, μια γυναίκα προφανώς, πρέπει να αντιπροσωπεύει για το φύλο της κάτι ανάλογο με αυτό που αντιπροσωπεύω εγώ για το δικό μου: ένα βλαστάρι λίγο στραβό που δεν κλαδεύτηκε ποτέ, το οποίο στερήθηκε άλλοτε τη βροχή και άλλοτε το φως, αλλά διατηρεί στους κόμπους και στα μπουμπούκια του τέτοια αποθέματα που κανένας κηπουρός δεν υποψιάστηκε ποτέ. Αυτή η γυναίκα –μόλις τώρα μου το επιβεβαίωσε η Παυλίνα– υπήρξε πραγματικά.

Ονομάζεται Εσθήρ. Πέθανε το 1920. Την εποχή που με ενδιαφέρει, είναι τριάντα πέντε, σχεδόν τριάντα έξι ετών, θεωρείται δηλαδή ήδη γεροντοκόρη, ένα άτομο περιθωριοποιημένο, που η μοναξιά του δεν γεννάει καλοπροαίρετα αισθήματα στους άλλους. Κακοντυμένη και καχεκτική, τη φαντάζομαι μετρίου αναστήματος, με απότομες αλλά ακριβείς κινήσεις, με εμφάνιση καλόγριας, με το σοβαρό και στεγνό πρόσωπο των υπηρετριών που έμαθαν πολύ νωρίς να μην κλαίνε μπροστά σ’ εκείνους που θα μπορούσαν να περιγελάσουν τη θλίψη τους. Δεν είχε ποτέ αρραβωνιαστικό ούτε κανένα συγγενή. Η οικογένειά της, έλεγαν, ήταν θαμμένη σε τρία διαφορετικά νεκροταφεία της Λοζέρ. (…)

Όταν ένα άτομο, που ανήκει στην τελευταία βαθμίδα της κοινωνίας, πιστεύει ότι η μοίρα δεν του έταξε να εκπληρώσει κανένα σκοπό και ότι το πέρασμά του πάνω στη γη δεν θα είναι σαν του ανέμου ή της βροχής που χαρίζουν τη ζωή, αλλά σαν το πέρασμα του ξερού κλαδιού που θρυμματίζεται μέσα σ’ ένα χαντάκι, τότε αυτό το άτομο, σε αντιστάθμισμα των φορτίων που κουβαλάει, συμβαίνει να είναι προικισμένο με μιαν ελαφρότητα τόσο σπάνια όσο και απροσδόκητη.

Η σοβαρότητα αρμόζει στους κυρίαρχους του χρόνου που έχουν καθήκον να παρουσιαστούν μπροστά στην ιστορία με συνοφρυωμένο και ανάλογο των περιστάσεων πρόσωπο. Είδε ποτέ κανείς έναν υπουργό με γαρίφαλο στο αυτί ή με ψεύτικη ελιά ζωγραφισμένη στη μύτη; Όμως στο στάβλο, στο πλυσταριό, στην κουζίνα ή δίπλα στο ντουλάπι με τις σκούπες, ξέρουμε ότι οι χοντροκομμένες φάρσες αποτελούν την κινητήρια δύναμη του κόσμου, ότι τα αφεντικά είναι τα καλύτερα θέματα για χωρατά, ότι τα σπαθιά, οι επίσημες στολές, οι κορδέλες, οι ομιλίες, οι αγιασμοί είναι τα φτερά ενός μεγάλου ανεμόμυλου που αλέθει τα όνειρα και τις αυταπάτες των ανίκανων. Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι πάντα.

Ζαν-Πιερ Μιλοβάνοφ, Η λάμψη της Αντωνίας, σελ. 46-51 αποσπασματικά, μτφρ.: Kατερίνα Κολλέτ, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2000

Πίνακες: Catherine Alexandre

.

.

 

Julio Cortazar, To κουτσό

Είναι απίστευτο τι ιδέες κολλάνε στους ανθρώπους. Οι ηρωικές πράξεις θα έπρεπε τουλάχιστον να περιορίζονται στην οικογένειά σου, και χεδώ χέχουμε αυτήν την κοπέλα που μάθαινε στο σπίτι των Τράβελερ τα υπερπόντια καραβοτσακίσματά μου και στο μεταξύ έπλεκε και ξέπλεκε το ίδιο μωβ πουλόβερ περιμένοντας τον Οδυσσέα και δουλεύοντας σ’ ένα μαγαζί της οδού Μαϊπού. Θα ήταν απαίσιο να μη δεχθώ την πρόταση της Γκεκρέπτεν, να της στερήσω την απόλυτη δυστυχία. Και από σαρκασμό σε σαρκασμό, πότε θα βγάλεις το σκασμό! Χειδεχθή Χοδυσσέα.

Όχι δηλαδή, αλλά τώρα που το σκέφτομαι ειλικρινά το πιο παράλογο σ’ αυτή τη ζωή που παριστάνουμε πως ζούμε είναι οι ψεύτικες επαφές. Απομονωμένες τροχιές, κάθε τόσο δυο χέρια σφίγγουν το ένα το άλλο, μια κουβέντα πέντε λεπτών, μια μέρα στις ιπποδρομίες, μια βραδιά στην όπερα, μια νεκρική ξαγρύπνια όπου όλοι νιώθουν λίγο πιο ενωμένοι (αλήθεια είναι αυτό, μόνο που τελειώνει μόλις σφραγίζουν το φέρετρο). Και ταυτόχρονα ζεις βέβαιος πως εδώ είν’ οι φίλοι, πως η επαφή υπάρχει, πως οι συμφωνίες και οι διαφωνίες είναι βαθύτατες και διαρκείς. Πόσο μισούμε τον εαυτό μας όλοι, χωρίς να ξέρουμε ότι η τρυφερότητα είναι η καθημερινή μορφή του μίσους και η αιτία του βαθιού μίσους είναι αυτή η από κέντρωση, το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο εγώ και το εσύ, ανάμεσα σ’ αυτό και σ’ εκείνο.

Κάθε τρυφερότητα είναι μια οντολογική γρατζουνιά, μια απόπειρα να προσεταιριστούμε το απροσεταίριστο, και θα μ’ άρεσε να εισχωρήσω στην οικειότητα των Τράβελερ με την απόφαση να τους γνωρίσω καλύτερα, να φτάσω να είμαι στ’ αλήθεια φίλος, παρόλο που στην πραγματικότητα εκείνο που θέλω είναι να προσεταιριστώ το μάνα του Μανού, το ντουέντε της Ταλίτα, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τα πράγματα, όλο το παρόν και όλο το μέλλον τους, τα τόσο διαφορετικά από τα δικά μου. Και γιατί αυτή η μανία των ψυχικών προσεταιρισμών; Πού οφείλεται αυτή η λαχτάρα των προσαρτήσεων, σε σένα που μόλις έκοψες τους δεσμούς σου, που έσπειρες τη σύγχυση και την αποθάρρυνση (ίσως θα έπρεπε να μείνω λίγο περισσότερο στο Μοντεβίδεο, να ψάξω καλύτερα) στην περίλαμπρη πρωτεύουσα του λατινικού πνεύματος; Και να που από τη μια μεριά αποσυνδέθηκες σκοπίμως από ένα φανταχτερό κεφάλαιο της ζωής σου και τώρα δεν παραχωρείς και το δικαίωμα στον εαυτό σου να σκεφτεί σ’ αυτήν τη γλυκιά γλώσσα που τόσο σου άρεσε πριν από λίγους μήνες: και ταυτόχρονα, αχ χαντιφαντικέ χηλίθιε, γίνεσαι κυριολεκτικά κομμάτια για να εισχωρήσεις στην οικειότητα των Τράβελερ, να είσαι οι Τράβελερ, να χεγκατασταθείς στους Τράβελερ, συμπεριλαμβανομένου και του τσίρκου (όμως ο διευθυντής δεν θα σου δώσει δουλειά και θα πρέπει να σκεφτείς σοβαρά να μεταμφιεστείς σε ναυτικό και να πουλάς ρετάλια στις κυρίες).

Αχ, μαλάκα μου. Για να δούμε μήπως θα σπείρεις και πάλι τη σύχγυση στις τάξεις των φίλων σου, μήπως εμφανίστηκες για να καταστρέψεις τη ζωή των ήσυχων ανθρώπων. Θυμάμαι εκείνη τη φορά που μου διηγήθηκαν την ιστορία του τύπου που νόμιζε ότι είναι Ιούδας και ως εκ τούτου ζούσε σκυλίσια ζωή στους καλύτερους κοινωνικούς κύκλους του Μπουένος Άιρες. Ας μην είμαστε τόσο ματαιόδοξοι. Φιλόστοργος ιεροεξεταστής το πολύ πολύ, όπως τόσο ωραία μου το είπαν ένα βράδυ.

Julio Cortazar, To κουτσό, σελ. 499-500, μτφρ.: Kώστας Κουντούρης, Εκδόσεις Εξάντας, 1988

.

.

 

Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Ταρτάρων

Η φωνή όμως συνέχισε να επαναλαμβάνει: «Kύριε υπολοχαγέ, είναι ένα άλογο». Και ο Ντρόγκο το είδε, ήταν ένα πράγμα απίστευτο, ήταν ένα άλογο σταματημένο στα πόδια του βράχου. Δεν ήταν μεγάλο αλλά χαμηλό και αρκετά παχουλό, με μια περίεργη ομορφιά, με πόδια λεπτά και χαίτη κυματιστή. Είχε ένα περίεργο σώμα αλλά και ένα θαυμάσιο χρώμα: κατάμαυρο, λαμπερό, ένα χρώμα που έδινε πνοή σ’ όλο το γύρω τοπίο. Από πού είχε έρθει; Ποιανού ήταν; Κανένα πλάσμα, εδώ και πολλά χρόνια –εκτός από κάνα κοράκι ή κανένα φίδι– δεν είχε περιπλανηθεί ποτέ σ’ αυτά τα μέρη. Και τώρα είχε εμφανιστεί ένα άλογο που φαινόταν αμέσως ότι δεν ήταν άγριο, αλλά ζώο καλοδιαλεγμένο, ένα άλογο που ταιριάζει σε στρατιωτικό (μόνο τα πόδια του, ίσως, ήταν υπερβολικά λεπτά). Ήταν ένα ασυνήθιστο αλλά και ανησυχητικό γεγονός. Ο Ντρόγκο, ο Τρονκ, οι φρουροί —αλλά και οι άλλοι στρατιώτες πίσω από τις πολεμίστρες του κάτω πατώματος— δεν κατάφεραν να ξεχωρίσουν τα μάτια τους από το ζώο. Το άλογο αυτό χαλούσε την τάξη, έφερνε στην επιφάνεια τους αρχαίους θρύλους του βορρά με τους Ταρτάρους και τις μάχες, γέμιζε όλη την έρημο με την παράλογη παρουσία του. Από μόνο του το γεγονός αυτό δεν σήμαινε και πολλά πράγματα, πίσω όμως από το άλογο κρυβόταν ποιος ξέρει τι, που αργά ή γρήγορα θα έκανε την εμφάνισή του. Είχε τη σέλα πάνω του κανονικά, λες και το είχαν καβαλικέψει λίγο πριν. Υπήρχε, λοιπόν, κάποια ιστορία πίσω του, μια ιστορία μισοτελειωμένη, κι αυτό που μέχρι χθες φάνταζε απίθανο, μια απλή γελοία προκατάληψη, τώρα μπορούσε να αποδειχθεί αληθινό.

Ο Ντρόγκο είχε την εντύπωση πως οι μυστηριώδεις εχθροί, οι Τάρταροι, ήταν εκεί, κρυμμένοι μέσα στους θάμνους, μέσα στις σχισμές των βράχων, ακίνητοι και σιωπηλοί, με σφιγμένα τα δόντια τους: περίμεναν το σκοτάδι για να επιτεθούν. Στο μεταξύ, άλλοι έφταναν συνεχώς, μια απειλητική μυρμηγκοστρατιά που ερχόταν αργά από τις ομίχλες του βορρά. Αυτοί δεν είχαν μουσικές και εμβατήρια, δεν είχαν γυαλιστερά σπαθιά ούτε ωραίες σημαίες. Τα όπλα τους ήταν θαμπά για να μην αστραποκοπούν στον ήλιο, και τα άλογα μαθημένα να μη χλιμιντρίζουν. Ένα αλογάκι όμως –και ήταν η πρώτη σκέψη που έκαναν όλοι στο Νέο Φυλάκιο– ένα αλογάκι είχε δραπετεύσει από τους εχθρούς και είχε προχωρήσει για να τους προδώσει. Πιθανότατα, δεν θα το είχαν πάρει χαμπάρι, γιατί σίγουρα το ζώο έφυγε από το στρατόπεδο τη νύχτα. Το άλογο είχε μεταφέρει, λοιπόν, ένα πολύτιμο μήνυμα. (…)

Αντίο λοιπόν Οχυρό με τα παράλογα φυλάκιά σου, τους υπομονετικούς σου στρατιώτες, τον κύριο συνταγματάρχη σου, που κάθε πρωί, κρυφά απ’ όλους ψάχνει με τα κιάλια στην έρημο του βορρά, μάταια όμως, δεν υπάρχει ποτέ τίποτα. Ένα αντίο στον τάφο του Ανγκουστίνα, εκείνος ίσως στάθηκε πιο τυχερός απ’ όλους, εκείνος τουλάχιστον πέθανε σαν αληθινός στρατιώτης, πολύ καλύτερα έτσι παρά να πέθαινε στο κρεβάτι κάποιου νοσοκομείου. Ένα αντίο στο δωμάτιό του, όπως και να το κάνουμε, εκεί ο Ντρόγκο κοιμήθηκε έντιμα εκατοντάδες νύχτες.

Ένα ακόμα αντίο στην αυλή, όπου απόψε το βράδυ θα παραταχτούν, με τη συνηθισμένη τυπικότητα, οι σκοποί. Το τελευταίο αντίο στην κοιλάδα του βορρά, έρημη πια και από ψευδαισθήσεις. Μην το σκέφτεσαι πια Τζιοβάνι Ντρόγκο, μη γυρίσεις πίσω το κεφάλι σου τώρα που έφτασες στην άκρη του οροπεδίου και ο δρόμος ανοίγεται μπροστά σου. Θα ήταν μια ανόητη αδυναμία. Μπορεί να πει κανείς ότι γνωρίζεις κάθε πέτρα του Οχυρού Μπαστιάνι, δεν κινδυνεύεις ασφαλώς να το ξεχάσεις. Το άλογο χλιμιντρίζει χαρούμενα, η μέρα είναι καλή, η ατμόσφαιρα ζεστή και ανάλαφρη, η ζωή είναι ακόμα μπροστά σου, μπορείς να ξαναρχίσεις από την αρχή∙ τι σε υποχρεώνει λοιπόν να ρίξεις μια τελευταία ματιά στα τείχη, στις γοργύρες, στους σκοπούς που φυλάνε τα φυλάκια; Έτσι γυρίζει αργά μια σελίδα, περνάει από την άλλη μεριά, προστίθεται στις άλλες που ήδη τέλειωσαν κι αυτές, για την ώρα μονάχα ένα λεπτό στρώμα, ενώ αυτές που απομένουν να διαβάσεις, μοιάζουν, αναλογικά, ανεξάντλητες. Είναι, όμως, πάντα μια σελίδα διαβασμένη, κύριε υπολοχαγέ, ένα κομμάτι ζωής.

Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Ταρτάρων, σελ. 106-107 και σελ. 166, μτφρ.:  Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Αστάρτη, 1986

Πίνακες: Léa Rivière

.

.

 

Τζόρτζιο Μαγκανέλλι, Τυράννου εγκώμιο (Γραμμένο με μοναδικό σκοπό να βγάλω λεφτά)

Αγαπητέ εκδότη, δεν ξέρω τι σου έχω προσφέρει. Δεν είναι διήγημα και θα είναι η περίληψη ενός διηγήματος, μόνο αν συμφωνήσουμε ότι μπορούμε να κάνουμε την περίληψη ενός βιβλίου που ποτέ δεν γράφτηκε και που ποτέ δεν θα γραφτεί. Αν το μπορούμε, είναι δυνατόν να γραφτεί και κριτική; Μπορεί να πάρει βραβεία; Να μεταφραστεί; Να μπει δικαιωματικά στην ιστορία ή, τουλάχιστον, στα χρονικά της λογοτεχνίας; Ανάμεσα στα βιβλία αυτού του αιώνα που δεν έχουν γραφτεί, θεωρούμε άξιο μνείας το « ». Μάλιστα, δεν έχει τίτλο. Ή μήπως ο τίτλος αυτού του βιβλίου είναι ο τίτλος του βιβλίου που δεν γράφτηκε και που ποτέ δεν θα γραφτεί; Αυτό το αφήγημα, πάντως, είναι, σύμφωνα με τη γνώμη μου, ένα κόλπο που μόνο ένας γελωτοποιός θα μπορούσε να κάνει. Δεν νομίζεις; Βλέπεις, τώρα σε θεωρώ μόνον εκδότη και η ιδέα να σου προτείνω ένα βιβλίο τόσο θελκτικό και ανύπαρκτο με γοητεύει.

??????????????????????????????Θα παρατήρησες ότι σε αποκάλεσα «αγαπητέ», γιατί πιστεύω ότι αξίζεις κάποια τρυφερότητα και γιατί μόνο σ’ εσένα σκοπεύω να προσφέρω το αληθινό μη-βιβλίο και προγεύομαι την επιτυχία, που την εναποθέτω σ’ όλη την τέχνη σου. Πρόσεξε ότι σε αποκαλώ «εκδότη», αγνοώντας με υπολογισμένο σαρκασμό τις κοσμικές σου ιδιότητες, εντελώς συμβατές, εξάλλου, με τη μετριότητά σου. Υποθέτω ότι η στάση σου ως τυράννου απέναντι σ’ αυτό το διήγημα θα ήταν αμήχανη, επειδή δεν περιέχει υπαινιγμούς για τον τρόπο που κυβερνάς. Ίσως είσαι ιδιαιτέρως εκνευρισμένος με τις ανάρμοστες ειδήσεις γύρω από εκείνη τη γυναίκα, για τις σχέσεις που υπήρξαν ανάμεσα στους δύο – δεν σου είπα, ούτε θα ήξερα να σου πω, αν ήταν εραστές, σύζυγοι ή αν υπήρξε ανάμεσά τους κάποια σχέση ή αν η σχέση υπήρξε μόνο στο ιδιόρρυθμο μυαλό του δολοφόνου. Βλέπεις γιατί δεν θέλω, έστω κι αν μπορούσα, να γράψω ένα ξεκάθαρο διήγημα, επειδή δεν επιθυμώ να διασκορπίσω τις εν δυνάμει ιστορίες που εμπεριέχει κάθε ιστορία. Η περίληψη είναι πιο πυκνή και πιο εύπλαστη από το υποτιθέμενο κείμενο, γιατί μπορεί να αφήσει τα πάντα μετέωρα.

Τύραννε, θέλεις, σαν εκδότης, να καταπιαστώ με μια ηθικοποιημένη περίληψη; Λες ότι έχεις παρατηρήσει την κλίση μου για φυλλάδες επιστημονικής φαντασίας. Δεν θα μπορούσα… Γιατί όχι; Και βεβαίως μπορώ. Μην το ξεχνάς, όσον αφορά τις περιλήψεις μπορώ τα πάντα: από τα επικά ποιήματα μέχρι αισθηματικές ιστορίες. Κι αυτό είναι, νομίζω, ένδειξη ρητορικού πλούτου, τον οποίον κανένας απ’ όσους γράφουν μυθιστορήματα ή ποιήματα δεν θα έχει ποτέ. Για παράδειγμα, ανέκαθεν συμπαθούσα τους αστεροειδείς αλλά και τους κομήτες, για την ώρα όμως ασχολούμαι με αστεροειδείς. Οι αστεροειδείς έχουν ευέξαπτες, ασυνήθιστες και ευρηματικές τροχιές. Είναι ανακριβείς και η προέλευσή τους σκοτεινή. Η ιστορία τους είναι δραματική, αλλά δεν το κάνουν θέμα, αδιαφορούν για την ιδιαιτερότητά τους. Είναι οι φτωχοσυνοικίες του συστήματος. Τους ανακαλύπτεις, μετά τους χάνεις, τους ξαναβρίσκεις. Καμιά φορά σπρώχνονται και θρυμματίζονται ή, όπως λένε στα υπουργεία, ενσωματώνονται. Πολλοί αστεροειδείς κάνουν έναν πλανητάκο κι αυτός μπορεί να ενωθεί με κάποιον άλλον και να σχηματίσουν έναν πλανήτη. Τότε όμως ο πλανήτης πρέπει να ρυθμιστεί, να τηρεί ορισμένους κανόνες, ενώ του αξίζει και μια αξιόπιστη τροχιά. Οι αστεροειδείς είναι ο υπόκοσμος του ηλιακού συστήματος : μπουρδέλα, χαμαιτυπεία, κακόφημες συνοικίες, βεσπασιανές, μετανάστες. Οι κομήτες πηγαινοέρχονται, ενώ οι αστεροειδείς έφτασαν ως εδώ σαν φουκαράδες ή μπορεί να ήταν εδώ ανέκαθεν, αλλά χωρίς ποτέ να έχουν ακριβή ιδιότητα.

Λοιπόν, μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένας αστεροειδής. Αυτή η αρχή μού αρέσει. Έτσι αρχίζουν τα παραμύθια και τα παραμύθια είναι καλύτερα από τα διηγήματα, γιατί ποτέ δεν μπορείς να συμπεράνεις τίποτα απολύτως. Το παιδί που κατηγορήθηκε από μία κατσίκα πάει να να δουλέψει με το μυλωνά, που του δίνει ένα γάιδαρο που χέζει δουκάτα, αλλά ένας ταβερνιάρης του κλέβει το γάιδαρο. Δεν υπάρχει λογική, δεν υπάρχει σασπένς, κάποιος έχει σημαδέψει τα χαρτιά. Το παραμύθι απαιτεί απ’ αυτόν που το αφηγείται να κλέβει. Στα παραμύθια δεν υπάρχουν ρολόγια ούτε αυτοκινητόδρομοι, κανείς δεν βλέπει τηλεόραση και πολλές πριγκίπισσες αποκεφαλίζουν υποψήφιους μνηστήρες που δεν ξέρουν να απαντήσουν σε κάποιο αίνιγμα. Υπάρχει ευθυκρισία, ηθική συνέπεια, ιδέες; Σιγά!

Έλεγα για έναν αστεροειδή, αλλά μπορώ ν’ αρχίσω και από κάπου αλλού. Για παράδειγμα, ένας αστροναύτης ταξιδεύει στο διάστημα, ναυαγός. Σκέφτομαι να κατεβάσω το ναυαγό στον αστεροειδή. Φτάνει εκεί γιατί έχει κάποια βλάβη το διαστημόπλοιό του. Πατάει στο έδαφος του αστεροειδούς και προσπαθεί να καταλάβει πού βρίσκεται. Περιγραφή του αστεροειδούς. Ο αστροναύτης περιμένει ένα σύντομο θάνατο, γιατί στον αστεροειδή δεν υπάρχει αέρας. Φαγητό υπάρχει, ας πούμε πολύ μικρά μανιτάρια ή πάρα πολύ μεγάλα. Αλλά ο αέρας; Ο αστροναύτης όμως δεν πεθαίνει. Το γεγονός τού φαίνεται αλλόκοτο. Αρχίζει να τρώει τα μανιτάρια∙ ή μήπως είναι λειχήνες; Τα βρίσκει εύγεστα και θρεπτικά. Ο αστροναύτης δεν έχει πια κράνος και δεν αναπνέει, αλλά δεν πεθαίνει.

Σ’ αυτό το σημείο –μάλιστα, οι περιλήψεις μπορούν να μοιάζουν με όνειρα– συναντά ένα πλάσμα σφαιρικό, φωτεινό ή διάφανο, που του απευθύνει το λόγο με εξαιρετική αλλά και υπερβολική ευγένεια. Μάλλον φοβάται μήπως τον τρομάξει, μήπως νομίσει ότι είναι τρελός. Είναι ένας άγγελος και πρέπει να του εξηγήσει τι είναι αυτός ο αστεροειδής. Προχωρά σιγά, πολιτισμένα, γιατί ξέρει ότι ο αστροναύτης δεν είναι δυνατός στη θεολογία. Γεγονός εστί – δεν με ενοχλεί να χρησιμοποιώ μερικούς αρχαϊσμούς – ότι ο αστεροειδής προέρχεται από άλλο γαλαξία, εξαιτίας κάποιου κοσμικού ατυχήματος, και σ’ εκείνο το γαλαξία δεν ισχύει το προπατορικό αμάρτημα. Γι’ αυτό δεν έχει πεθάνει, δεν πεθαίνει, δεν γερνάει και ζει χωρίς βάσανα. Όχι, δεν είναι η Εδέμ, αλλά για έναν άνθρωπο είναι η Εδέμ. Δεν θα συνέβαινε το ίδιο στο γαλαξία απ’ όπου προέρχεται, μόνο που βρίσκεται εκεί. Η κατάσταση αυτή προκαλεί αμηχανία. Ας σκεφτούμε τώρα το εξής: ο αστροναύτης είναι ερωτευμένος με μια κοπέλα απ’ τη Γη, όπου ισχύει το προπατορικό αμάρτημα. Ας υποθέσουμε ότι ένα διαστημόπλοιο βρίσκει τον αστροναύτη και τον πηγαίνει στη Γη και –εδώ η περίληψη γίνεται πιο συνοπτική, αλλά τώρα φτάνουμε στο ζουμί– ότι οι δύο συναντιούνται. Δειπνούν μαζί. Κι εκείνη τι κάνει;

Του προσφέρει ένα μήλο, φυσικά. Εδώ σταματώ. Ποιο είναι το νόημα της κατάστασης; Μήπως η Εύα, που έχει ήδη αμαρτήσει, ξαναβάζει σε πειρασμό τον Αδάμ; Κι αν αυτήν τη φορά ο Αδάμ αρνηθεί; Τι είναι όμως αυτό το μήλο; Στη διάρκεια της διαμονής του στον αστεροειδή ο αστροναύτης έμαθε αρκετά γύρω από τη θεολογία, για να καταλάβει ότι δεν πρόκειται για μία οικολογική σκηνή. Τουλάχιστον ξέρει πως έχει το δικαίωμα να υποπτεύεται ότι ήταν ένα δεύτερο πείραμα. Γύρω του, για μια στιγμή, ο κόσμος σταματάει, δεν υπάρχει. Για να υπάρξει, πρέπει να μάθει τι θα κάνει ο αστροναύτης που κουβάλησε μαζί του από το διάστημα την έλλειψη του προπατορικού αμαρτήματος. Εγώ βρίσκω την ιστορία συγκινητική, έστω κι αν είναι παιδαριώδης σε φιλοσοφικό επίπεδο. Γνωρίζουμε όμως ότι η επιστημονική φαντασία είναι ένα είδος χοντροκομμένα λαϊκό. Μου φαίνεται ότι η ιστορία αυτή ενώνει μια ασυνήθιστη εννοιακή λεπτότητα με άπειρες φανταστικές δυνατότητες.

Για παράδειγμα, η γεωγραφία του αστεροειδούς και η ιστορία του μήλου. Ύστερα υπάρχει η κοπέλα. Για μένα το αδύνατο σημείο θα μπορούσε να είναι ο άγγελος. Να βγάλουμε τον άγγελο; Είπα ότι μου αρέσουν οι κομήτες. Θα βάλω τον αστεροειδή να συναντιέται με τον κομήτη που τον οδηγεί ένα πλάσμα, το οποίο, χωρίς να είναι άγγελος, έχει μερικές διαγαλαξιακές γνώσεις. Κατευνάζει τις θεϊκές συγκρούσεις, επιλύει τα συνοριακά προβλήματα, που είναι θεολογικώς δυσνόητα. Ο πιλότος του κομήτη θα μπορούσε να είναι ένα στοιχείο υγιώς ρεαλιστικό και η συνάντησή του με τον γήινο πιλότο θα μπορούσε να είναι θερμή, χωρίς όμως να πέφτει το συγκινητικό. Πάντως, ή ο πιλότος του κομήτη ή ο άγγελος πρέπει να πουν στον αστροναύτη ότι ο αστεροειδής, επειδή είναι εξωγαλαξιακής προέλευσης, δεν έχει καμία σχέση με το προπατορικό αμάρτημα.

Οι κομήτες μου φαίνονται αντικείμενα εξαιρετικής λεπτότητας. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι εμπιστεύονται στους κομήτες καθήκοντα αστρικού συντονισμού ή καθήκοντα που συνήθως φέρνουν στο νου σερίφηδες. Μου αρέσει να σκέφτομαι κομήτες που ταξιδεύουν έχοντας στην κεφαλή τους ολόκληρους πολιτισμούς, πόλεις με τραμ, λεωφορεία, δικαστήρια και βωμούς. Πιθανές ιστορίες ανάμεσα στους δύο κομήτες που συναντιούνται συχνά, αλλά δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν φιλικές σχέσεις. Ή για τον πρόσφυγα κάποιου κομήτη που καταφέρνει να φτάσει σ’ έναν άλλον κομήτη, όπου ερωτεύεται την κόρη του βασιλιά, ο οποίος δεν μπορεί να υποφέρει τους κατοίκους του άλλου κομήτη. Ένας τύπος ελεεινός, άθλιος. Μεγάλη δυστυχία στους ουρανούς. Εντάξει; Δεν μου πάει ούτε τις περιλήψεις τους να κάνω. Σας έδωσα τα αποσπάσματα, γράψτε τες μόνοι σας.

Τζόρτζιο Μαγκανέλλι, Τυράννου εγκώμιο (Γραμμένο με μοναδικό σκοπό να βγάλω λεφτά), σελ. 110-115, μτφρ.: Γιώργος Κασαπίδης, Εκδόσεις Γνώση, 1994 (Μικρή σειρά)

Πίνακες: Alyona Krutogolova

.

.

 

Tobias Wolff, Ο κλέφτης του στρατοπέδου

Oι κλοπές άρχισαν λίγες μέρες μετά τη διαδήλωση. Στην αρχή βούτηξαν το πορτοφόλι ενός δεκανέα κάτω από το μαξιλάρι του. Βρέθηκε κάτω από τα σκαλοπάτια του θαλάμου, άδειο. Ο δεκανέας πήρε όρκο ότι είχε πάνω από εκατό δολάρια στο πορτοφόλι, αλλά μάλλον έλεγε ψέματα. Κανείς στο λόχο δεν είχε τόσα λεφτά, εκτός από τον γραφέα-δακτυλογράφο, που κάθε τρεις και λίγο ξετίναζε τους πάντες σε ατέλειωτες παρτίδες πόκερ στο εστιατόριο.

Τέτοιο πράγμα δεν είχε συμβεί ποτέ πριν στο λόχο μας, τουλάχιστον απ’ όσο θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί, κι όλοι υποθέσαμε πως ο κλέφτης πρέπει να ήταν από άλλη μονάδα – ή ακόμη και κάποιος πολίτης. Οι λοχίες της διμοιρίας μας είπαν να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά. Τίποτε άλλο δεν ειπώθηκε γι’ αυτό το θέμα.

Την επόμενη νύχτα έκλεψαν ένα παντελόνι αγγαρείας από κάποιον, την ώρα που κοιμόταν. Ο κλέφτης έκανε κουβάρι το παντελόνι του και το έχωσε μέσα σε έναν σκουπιδοτενεκέ στα λουτρά, μαζί με το άδειο πορτοφόλι. Υπήρχε κάτι σε αυτή την κλοπή που φανέρωνε εξοικείωση. Και τότε πια καταλάβαμε όλοι, έτσι όπως καταλαβαίνει κανείς αυτά τα πράγματα, πως ο κλέφτης βρισκόταν ανάμεσά μας.

Μετά τη δεύτερη κλοπή, ο επιλοχίας πέρασε απ’ όλους τους θαλάμους κι έβγαλε λόγο. Είχε μια κατακόκκινη ουλή που ξεκινούσε από την άκρη του ματιού του, κατέβαινε στο μάγουλο κι έφτανε μέχρι κάτω στο λαιμό του. Είχε τραυματιστεί στο Βιετνάμ, τόσο σοβαρά ώστε τον ανάγκασαν να βγει πρόωρα στην αποστρατεία. Σε λίγες βδομάδες θα έφευγε.

Η ουλή αυτή έδωσε βαρύτητα στα λόγια του επιλοχία. Ήταν αναστατωμένος και μας μίλησε πολύ αργά, με κόπο, λες κι η κάθε λέξη ήταν ένα ψάρι που έπρεπε να το πιάσει με τα χέρια του. Είπε ότι για τον ίδιο, ένας λόχος του πεζικού ήταν σαν μια οικογένεια – μια οικογένεια χωρίς γυναίκες, αλλά οικογένεια. Ζήτησε από τον κλέφτη να το σκεφτεί καλά αυτό κι ύστερα να κάνει στον εαυτό του μία απλή ερώτηση: Tι σόι άντρας ήταν αυτός που τα ’βαζε με τους δικούς του, με την ίδια του την οικογένεια;

«Σκεφτείτε το καλά αυτό», είπε ο επιλοχίας. Ύστερα πήγε στον διπλανό θάλαμο και μέσα από το ανοιχτό παράθυρο τον ακούσαμε να λέει ακριβώς τα ίδια πράγματα.

Επειδή οι κλοπές ήταν κάτι καινούργιο κι εγώ καινούργιος, ένιωσα σαν κατηγορούμενος. Κανείς δεν είπε τίποτα, αλλά μέσα μου ένιωθα ότι με υποψιάζονταν. Αυτό μ’ έκανε έξω φρενών. Πρώτη φορά στη ζωή μου λαχταρούσα να μπλέξω σε καβγά, περίμενα να μου πει κάποιος το παραμικρό για να χιμήξω πάνω του και ν’ αποδείξω την αθωότητά μου. Πρόσεξα ότι κι ο Λιούις είχε την ίδια συμπεριφορά – κορδωνόταν συνεχώς κι αγριοκοίταζε όποιον περνούσε από μπροστά του. Φαινόταν γελοίος, αλλά νόμιζα ότι τον καταλάβαινα.(…)

«Έκλεψες απ’ αυτό το παιδί», είπε ο επιλοχίας. «Koίταξέ τον».

Ο Λιούις έμεινε ακίνητος.

«Κοίταξέ τον», ξανάπε ο επιλοχίας. Έσπρωξε προς τα πάνω το σαγόνι του Λιούις για να τον φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χάμπαρντ. Έμειναν έτσι για κάμποση ώρα. Ύστερα παρατήρησα, κοιτώντας από πίσω, ότι το τζάκετ του Λιούις είχε γεμίσει ζάρες. Έτρεμε σύγκορμος. Τον κοιτούσαν όλοι τώρα, οι μπροστινοί έχοντας γυρίσει στο πλάι, εκείνοι που βρίσκονταν πιο πίσω τεντώνοντας το λαιμό. Ο Λιούις έβγαλε μια αδύναμη κραυγή κι έκρυψε το πρόσωπο μες στα χέρια του. Ο ήχος συνέχισε ν’ ακούγεται ανάμεσα στα δάχτυλά του και, ξαφνικά, διπλώθηκε στα δύο, λες κι είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι.

Ο άντρας πίσω μου είπε «Xριστέ μου!».

Ο Λιούις παραπάτησε λίγο, χωρίς ν’ ανασηκωθεί, και προσπάθησε να μείνει όρθιος. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και ούρλιαξε, σκύβοντας μπροστά, ώσπου το κεφάλι του άγγιξε σχεδόν τα γόνατά του. Όταν σταμάτησε το ουρλιαχτό, ίσιωσε το σώμα του, με τα χέρια σταυρωμένα ακόμη. Τον άκουσα ν’ αγκομαχάει.

Ύστερα κόλλησε τα χέρια στα πλευρά του, ίσιωσε τα πόδια και προσπάθησε να σταθεί ξανά προσοχή. Σήκωσε το κεφάλι του μέχρι να συναντήσει του βλέμμα τού Χάμπαρντ, που στεκόταν ακόμη μπροστά του. Ο Λιούις άρχισε να κλαψουρίζει. Έκανε ένα βήμα μπροστά, ένα πίσω, και μετά έβγαλε μια στριγκλιά μπροστά στο πρόσωπο του Χάμπαρντ, ένα υστερικό γέλιο χωρίς τελειωμό, σαν εκείνα που ακούγοντα στα στοιχειωμένα σπίτια. Ο επιλοχίας τον χαστούκισε στο πρόσωπο – όχι δυνατά, μ’ ένα ελαφρύ τίναγμα του χεριού. Ο Λιούις έπεσε στα γόνατα. Έσκυψε μπροστά ώσπου το μέτωπό του ακούμπησε στο έδαφος. Κατόπιν σωριάστηκε στο πλάι, τράβηξε τα γόνατα ψηλά μέχρι το σαγόνι του και τα αγκάλιασε κι άρχισε να κυλιέται μπρος πίσω.

«Toυς ζυγούς λύσατε!» είπε ο επιλοχίας.

Κανείς δεν κουνήθηκε.

«Toυς ζυγούς λύσατε!» ξανάπε, κι αυτήν τη φορά υπακούσαμε κι απομακρυνθήκαμε, κοιτάζοντας πίσω μας τον Χάμπαρντ και τον επιλοχία να στέκονται όρθιοι πάνω από τον Λιούις, που κρατούσε σφιχτά τα γόνατά του και χτυπιόταν απ’ τα γέλια πάνω στο πατημένο κοκκινόχωμα. 

Tobias Wolff, Ο κλέφτης του στρατοπέδου, μτφρ.: Χρήστος Οικονόμου, σελ. 56-58  και 102-104

Eκδόσεις Πόλις, 2009

Αrtwork: Daria Hlazatova

.

.

.

.

 

Julio Cortazar, Το κουτσό

142
(…)
3.— Μιλάει με εικόνες, είπε ο Ρόναλντ. Πάντα τα ίδια.
2. — Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να προσεγγίσεις αυτό που χάσαμε, αυτό από το οποίο αποξενωθήκαμε. Εκείνη βρισκόταν πιο κοντά και το ένιωθε. Το μόνο της λάθος ήταν που ήθελε μια απόδειξη ότι αυτή η προσέγγιση άξιζε όλες τις ρητορείες μας. Κανείς δεν μπορούσε να της δώσει αυτή την απόδειξη, πρώτον, γιατί είμαστε ανίκανοι ακόμα και να τη συλλάβουμε και δεύτερον, γιατί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουμε βολευτεί και νιώθουμε ικανοποιημένοι με τις συλλογικές μας γνώσεις. Είναι γνωστό ότι η εγκυκλοπαίδεια μας επιτρέπει να κοιμόμαστε ήσυχοι, βρίσκεται εκεί, δίπλα μας, με όλες τις απαντήσεις. Αυτό είναι βέβαιο, μόνο όμως γιατί δεν ξέρουμε πώς να υποβάλουμε τα ερωτήματα που θα την εκμηδένιζαν. Όταν η Μάγα ρωτούσε γιατί τα δέντρα ντύνονται το καλοκαίρι… είναι όμως μάταιο, παλιόφιλε, καλύτερα να σωπάσω.
1. — Ναι, όλα αυτά δεν μπορούν να εξηγηθούν, είπε ο Ρόναλντ.

(34)

Julio Cortazar, Το κουτσό, σελ. 656, μτφρ. : Κώστας Κουντούρης, Εκδόσεις Εξάντας, 1988

Φωτό: Dariusz Klimczak

.

.

 

Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο

 

 Στη γούρνα οι σταγόνες πέφτουνε η μια μετά την άλλη. Ακούς το καθαρό νερό, βγαλμένο από την πέτρα, να πέφτει πάνω στο λαγήνι. Ακούς. Ακούς θορύβους• πόδια που γδέρνουνε το χώμα, περπατούν, πηγαινοέρχονται. Οι σταγόνες πέφτουνε πάντα ακατάπαυστα. Το λαγήνι ξεχειλίζει και το νερό κυλάει πάνω στο βρεγμένο χώμα. «Ξύπνα!» του λένε. Αναγνωρίζει τον ήχο της φωνής. Προσπαθεί να μαντέψει ποιος είναι• αλλά το σώμα χαλαρώνει και πέφτει κοιμισμένο, συντετριμμένο από το βάρος του ύπνου. Χέρια αρπάζονται απ’ τα σκεπάσματα και τα τραβάνε• κάτω απ’ τη ζέστη τους το σώμα κρύβεται αναζητώντας τη γαλήνη. «Ξύπνα!» του ξαναλένε. Η φωνή ταρακουνά τους ώμους. Κάνει το σώμα να ανασηκωθεί. Μισανοίγει τα μάτια. Ακούγονται οι σταγόνες του νερού που πέφτουν απ’ τη γούρνα πάνω στο ξέχειλο λαγήνι. Ακούγονται βήματα που σέρνονται… Και το κλάμα. Τότε άκουσε το κλάμα. Αυτό τον ξύπνησε: ένα κλάμα ισχνό και απαλό, που ακριβώς επειδή ήταν ισχνό κατάφερε να γλιστρήσει μέσα απ’ το δίχτυ του ύπνου, να φτάσει ως εκεί που φωλιάζουν οι φόβοι. Σηκώθηκε αργά και είδε ένα γυναικείο πρόσωπο ακουμπισμένο στην παραστάδα της πόρτας, σκοτεινιασμένο ακόμα από τη νύχτα, να κλαίει με αναφιλητά.

– Γιατί κλαις, μαμά; ρώτησε• γιατί, μόλις ακούμπησε τα πόδια του στο πάτωμα, αναγνώρισε το πρόσωπο της μητέρας του.

– Ο πατέρας σου πέθανε, του είπε.

Κι έπειτα, σαν να είχαν λασκάρει τα ελατήρια του πόνου της, άρχισε να στριφογυρίζει γύρω απ’ τον εαυτό της, πάλι και πάλι, ώσπου χέρια απλώθηκαν μέχρι τους ώμους της και σταματήσουν τον αναβρασμό του κορμιού της. Από την πόρτα φαινότανε το χάραμα στον ουρανό. Δεν είχε αστέρια. Μόνο έναν γκρίζο, μολυβένιο ουρανό, που ακόμα δεν είχε ξανοίξει απ’ το φως του ήλιου. Ένα φαιοκίτρινο φως, σαν να μην ήταν το ξεκίνημα της μέρας, σαν μόλις ν’ άρχιζε να πέφτει η νύχτα. Έξω στην αυλή, βήματα• σαν από ανθρώπους που περιφέρονταν. Πνιγμένοι θόρυβοι. Κι εδώ, ετούτη η γυναίκα, όρθια στο κατώφλι• το σώμα της εμπόδιο στον ερχομό της μέρας• ν’ αφήνει να εισχωρούνε, μέσα από τα μπράτσα της, θραύσματα ουρανού, και κάτω από τα πόδια της ρυάκια από φως• ένα νωπό φως λες και το πάτωμα κάτω από κείνη είχε ποτιστεί με δάκρυα. Κι έπειτα το αναφιλητό. Και πάλι το απαλό αλλά οξύ κλάμα, κι ο πόνος που έκανε το κορμί της να σφαδάζει.

– Σκότωσαν τον πατέρα σου.

– Κι εσένα ποιος σε σκότωσε, μητέρα;

Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο, σελ. 65-67, μτφρ.: Έφη Γιαννοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη, 2013 

Πίνακες: George Tooker

.

.

 

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ

Όσο πιο καθαρά όμως ξεδιάκρινε η Έμμα τον έρωτά της, τόσο περισσότερο τον απωθούσε, για να μη φανερωθεί και για να τον περιορίσει. Θα ’θελε να τον είχε αντιληφθεί ο Λεόν• και φανταζόταν τυχαίες συγκυρίες, καταστροφές που θα τον διευκόλυναν σ’ αυτό. Εκείνο ασφαλώς που τη συγκρατούσε ήταν η νωχέλεια ή το δέος, ή και η αιδημοσύνη επίσης. Σκεφτόταν πως τον είχε υπερβολικά αποθαρρύνει, πως πέρασε πια η ώρα, πως όλα είχαν χαθεί. Έπειτα η αλαζονεία, η χαρά τού να λέει: «Eίμαι ενάρετη», και να κοιτάζεται στον καθρέφτη παίρνοντας πόζες εγκαρτέρησης, την παρηγορούσε κάπως για τη θυσία που πίστευε ότι κάνει. Τότε, οι ορέξεις της σάρκας, η λαχτάρα για το χρήμα και οι μελαγχολίες του πάθους, όλα συγχωνεύονταν σε μία και μόνη κακουχία– και, αντί ν’ αποστρέψει απ’ αυτήν τη σκέψη της, γαντζωνόταν πάνω της όλο και πιο πολύ• η οδύνη την ερέθιζε και αναζητούσε παντού την ευκαιρία. Οργιζόταν για ένα κακοσερβιρισμένο πιάτο ή για μια μισάνοιχτη πόρτα, θρηνοκοπούσε για τα βελούδα που δεν είχε, για την ευτυχία που της έλειπε, για τα υπερβολικά υψιπετή της όνειρα, για το υπερβολικά στενό σπίτι της.

Εκείνο που την έφερνε σε απόγνωση ήταν ότι ο Σαρλ δεν έδειχνε ν’ αντιλαμβάνεται το μαρτύριό της. Η πεποίθηση που είχε ότι την έκανε ευτυχισμένη της φαινόταν ηλίθια προσβολή και η σιγουριά του γι’ αυτό αγνωμοσύνη. Για ποιον, λοιπόν, έμενε φρόνιμη; Αυτός δεν ήταν το εμπόδιο στην ευδαιμονία της, ο αίτιος όλων των συμφορών της, το μυτερό θηλυκωτήρι του περίπλοκου αυτού ιμάντα που τη σφιχτόδενε από παντού; Μετέφερε, λοιπόν, πάνω του και μόνο το αναρίθμητο μίσος που απέρρεε από τις στενοχώριες της αυτές, και κάθε προσπάθεια για να το λιγοστέψει χρησίμευε μόνο στην αύξησή του• γιατί ο ανώφελος αυτός κόπος ερχόταν να προστεθεί στις άλλες αιτίες απελπισίας και συνέβαλλε ακόμα πιο πολύ στον παραμερισμό. Η ίδια η γλυκύτητά του απέναντί της την ωθούσε σε ξεσπάσματα. Η επιτυχής μετριότητα την έσπρωχνε σε φαντεζίδικα λούσα, η έγγαμη τρυφερότητα σε επιθυμίες μοιχείας. Θα ’θελε να τη χτυπούσε ο Σαρλ, για να μπορεί να τον μισήσει με περισσότερο δίκιο, να εκδικηθεί γι’ αυτό. Συχνά σάστιζε με τ’ απάνθρωπα σχήματα που της έρχονταν στη σκέψη• κι έπρεπε να εξακολουθεί να χαμογελά, ν’ ακούει τον εαυτό της, να λέει και να ξαναλέει ότι ήταν ευτυχισμένη, να καμώνεται ότι είναι, να τον αφήνει να το πιστεύει…

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ, μτφρ.: Μπάμπης Λυκούδης, σελ. 160-161, Εκδόσεις Εξάντας, 1993

Artwork: Dascha Friedlova

.

.

 

Αλεσσάντρο Μπαρίκο, Χιλιαεννιακόσια

Τον είχε βρει ένας απ’ τους ναύτες που τον έλεγαν Ντάννυ Μπούντμαν. Τον βρήκε, ένα πρωί που είχαν κατέβει όλοι στη Βοστόνη, μέσα σε μια χαρτονένια κούτα. Θα ήταν δεν θα ήταν δέκα ημερών, όχι παραπάνω. Ούτε που έκλαιγε καν, καθόταν ήσυχος, με τα μάτια ορθάνοιχτα, μέσα σ’ εκείνη την κούτα. Τον είχαν παρατήσει στην αίθουσα χορού της πρώτης θέσης. Πάνω στο πιάνο. (…) Ας είναι. Ο γερο-Μπούτμαν τον βρήκε εκεί, έψαξε για κανένα σημείωμα που να γράφει τίνος ήταν, μα το μόνο που είδε ήταν μια μπλε στάμπα πάνω στο χαρτόνι της κούτας που έλεγε: Tι. Ντι. Λέμονς. Είχε μάλιστα κι ένα σχεδιάκι στο πλάι, ένα λεμόνι. Μπλε κι αυτό. Ο Ντάννυ ήταν ένας μαύρος από τη Φιλαδέλφεια, θεόρατος σαν γίγαντας. Παίρνει το μωρό στην αγκαλιά του και του λέει: «Hello Lemon!» Κι ένιωσε κάτι να σκιρτάει μέσα του, ένα συναίσθημα σαν να είχε γίνει πατέρας. Σε όλη τη ζωή του από κει κι έπειτα δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι εκείνο το Τι Ντι σήμαινε προφανώς Thanks Danny. Ευχαριστώ Ντάννυ.

Ήταν παράλογο, όμως αυτός το πίστευε στ’ αλήθεια. Το προόριζαν για κείνον αυτό το παιδί. Ήταν απόλυτα σίγουρος… Τι Ντι, Thanks Danny. Μια μέρα του έφεραν να δει κάποια διαφήμιση σε μια εφημερίδα, έναν άντρα με μια χαζόφατσα κι ένα μουστακάκι σαν ποντικουρά, σε στυλ Λατίνου εραστή. Δίπλα του ήταν ζωγραφισμένο ένα τεράστιο λεμόνι και λίγο πιο κει μια λεζάντα που έγραφε: Τάνο Νταμάτο, ο βασιλιάς των λεμονιών, βασιλικά λεμόνια και δεν ξέρω τι άλλες περγαμηνές και βραβεία ακόμα… Τάνο Νταμάτο… Ο γέρο-Μπούτμαν έμεινε ατάραχος. «Ποιος είν’ αυτός ο φλώρος;» ρώτησε. Και ζήτησε πάλι την εφημερίδα, γιατί πλάι στη διαφήμιση είχε τα αποτελέσματα του ιπποδρόμου. Όχι ότι έπαιζε ιππόδρομο : του αρέσανε τα ονόματα των αλόγων, αυτό ήταν όλο, είχε πραγματικό πάθος. Σου έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι: «Άκου κει, αυτό που έτρεξε χθες στο Κλήβελαντ το βγάλανε Καπετάν Φασαρία, μα το πιάνεις; αν είναι δυνατόν! Kι αυτό εδώ, κοίτα, Κάλλιο Αργά… ε, είναι να πεθαίνεις στα γέλια!»

Τέλος πάντων, του αρέσανε τα ονόματα των αλόγων, είχε μεγάλη λόξα. Στ’ αρχίδια του ποιο θα κέρδιζε. Εκείνο που του άρεσε ήταν τα ονόματα. Το μωρό, λοιπόν, άρχισε να το φωνάζει με το δικό του όνομα: Nτάννυ Μπούντμαν. Η μόνη ματαιοδοξία που επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του. Μετά πρόσθεσε δίπλα και το Τι Ντι Λέμον, ακριβώς όπως η σφραγίδα σ’ εκείνο το χαρτόκουτο, γιατί έλεγε πως ήταν πολύ αριστοκρατικό να έχεις αρχικά στη μέση του ονόματός σου : «Όλοι οι δικηγόροι έχουν», συμφώνησε κι ο Μπάρτυ Μπαμ, ένας μηχανουργός που είχε καταλήξει στη φυλακή χάρη σ’ έναν δικηγόρο που τον έλεγαν Τζων Πι Τι Κέιτ Γουώντερ. «Αν γίνει δικηγόρος, θα τον σκοτώσω», έλεγε κατηγορηματικά ο γερο-Μπούτμαν, αλλά εκείνα τα δύο αρχικά τα άφησε στο όνομα, κι έτσι βγήκε το Ντάνυ Μπούντμαν Τι Ντι Λέμον. Ωραίο όνομα ήταν. Το μελετήσανε λιγάκι, το είπαν μερικές φορές ψιθυριστά, ο γερο-Ντάννυ και οι άλλοι, κάτω στο αμπάρι, με τις μηχανές σβηστές, έξω απ’ το λιμάνι της Βοστόνης. «Ωραίο όνομα», είπε στο τέλος ο γέρο-Mπούντμαν, «αλλά κάτι σαν να του λείπει. Του λείπει ένα μεγάλο φινάλε». Ήταν αλήθεια. Του έλειπε ένα μεγάλο φινάλε. «Ας προσθέσουμε Τέταρτος», είπε ο Σαμ Στουλ, που δούλευε καμαριέρης. «Τετάρτη τον βρήκες, ας τον πούμε Τέταρτο». O Nτάννυ σκέφτηκε λιγάκι. Μετά χαμογέλασε.

«Είναι καλή ιδέα, Σαμ. Αλλά τον βρήκα και τον πρώτο χρόνο αυτού του καινούργιου, κωλογαμημένου αιώνα, έτσι δεν είναι; To 1900. Θα τον βαφτίσω λοιπόν Χίλιαεννιακόσια». «Μα αυτό είναι νούμερο!» «Ήταν νούμερο: τώρα είναι όνομα». Nτάννυ Μπούντμαν Τι Ντι Λέμον Χιλιαεννιακόσια. Τέλειο. Ωραιότατο. Βαρυσήμαντο όνομα – Χριστέ μου!– , στ’ αλήθεια βαρυσήμαντο. Μ’ ένα τέτοιο όνομα σίγουρα θα πάει πολύ μπροστά. Γείρανε πάνω από την κούτα. Ο Nτάννυ Μπούντμαν Τι Ντι Λέμον Χιλιαεννιακόσια τους κοίταζε χαμογελαστός: έμειναν αποσβολωμένοι: κανείς τους δεν περίμενε ότι από ένα τόσο δα μωρό θα έβγαινε ποτέ μια τόσο μεγάλη κουράδα. Ο Ντάννυ Μπούντμαν συνέχισε να δουλεύει ναύτης για οχτώ χρόνια, δύο μήνες και έντεκα μέρες ακόμα.

Κι έπειτα, στη διάρκεια μιας τρικυμίας, στ’ ανοιχτά του Ωκεανού, έφαγε μια βαριά τροχαλία στην πλάτη. Τρεις μέρες έκανε να πεθάνει. Όλα είχαν σπάσει μέσα του, δεν υπήρχε περίπτωση να τον ξανακολλήσουν. Ο Χιλιαεννιακόσια ήταν παιδάκι ακόμα. Έκατσε πλάι στο κρεβάτι του Ντάννυ και δεν κούνησε ρούπι από κει. Πήρε μια στοίβα παλιές εφημερίδες και επί τρεις μέρες, με απίστευτο κόπο, διάβαζε στον γερο-Ντάννυ, που τίναζε τα πέταλα, όλα τα αποτελέσματα του ιπποδρόμου που έβρισκε εκεί μέσα. Ταίριαζε τα γράμματα, όπως του είχε μάθει ο Ντάννυ, με το δάχτυλο κολλημένο στο χαρτί της εφημερίδας και τα μάτια γουρλωμένα. Έτσι, ο γερο-Nτάννυ πέθανε πάνω στην έκτη κούρσα του Σικάγου, που την είχε κερδίσει το Πόσιμο Νερό, με δυο πόντους διαφορά από τη Σούπα και πέντε από το Μπλε Μακιγιάζ. Η αλήθεια είναι πως δεν κατάφερε να μη γελάσει μ’ εκείνα τα ονόματα, και γελώντας τα τίναξε. Τον τύλιξαν μ’ έναν μουσαμά και τον παρέδωσαν στον Ωκεανό. Πάνω στο μουσαμά, με μπογιά κόκκινη, ο καπετάνιος έγραψε: Thanks Danny.

 

(…)

Θα μπορούσες να τον πεις τρελό. Δεν ήταν όμως έτσι απλά τα πράγματα. Όταν κάποιος σου περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια τη μυρωδιά της Μπέρτχαμ Στρητ τα καλοκαίρια, μετά τη βροχή, δεν μπορείς να σκεφτείς ότι είναι τρελός για έναν και μοναδικό ανόητο λόγο, ότι εκείνος στην Μπέρτχαμ Στρητ δεν είχε πάει ποτέ. Σε κάποιο βλέμμα, στα λόγια κάποιου άλλου, αυτό τον αέρα εκείνος τον είχε μυρίσει στ’ αλήθεια. Με τον τρόπο του: αλλά στ’ αλήθεια. Μπορεί τον κόσμο να μην τον είχε δει ποτέ του. Όμως, εικοσιεπτά χρόνια ο κόσμος πηγαινοερχόταν πάνω σ’ εκείνο το καράβι, τον κατασκόπευε. Και του έκλεβε την ψυχή. Σ’ αυτό ήταν μεγαλοφυΐα, δεν χωράει συζήτηση. Ήξερε ν’ ακούει. Και ήξερε να διαβάζει. Όχι τα βιβλία, αυτά καλά και άγια είναι, αλλά ήξερε να διαβάζει τους ανθρώπους. Τα σημάδια που οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους: τόπους, φήμες, μυρωδιές, την πατρίδα τους, την ιστορία τους… Ολόκληρη, γραμμένη πάνω τους, κατάσαρκα. Αυτός διάβαζε, και μάλιστα με άπειρη φροντίδα, κατέγραφε, οργάνωνε, ταχτοποιούσε… Κάθε μέρα πρόσθετε κι ένα μικρό κομματάκι σ’ εκείνο τον απέραντο χάρτη του κόσμου απ’ άκρη σ’ άκρη, θεόρατες πόλεις και γωνιές με μπαρ, μεγάλα ποτάμια, λασποτόπια, αεροπλάνα, λιοντάρια, ένας χάρτης καταπληκτικός. Κι εκεί πάνω ταξίδευε μετά σαν θεός, καθώς τα χέρια του γλιστρούσαν στα πλήκτρα, χαιδεύοντας τις καμπύλες κάποιου ράγκταϊμ.

Αlessandro Baricco, Χιλιαεννιακόσια, σελ.18-23 (αποσπασματικά) και σελ. 37-38 (αποσπασματικά), μτφρ.: Σταύρος Παπασταύρου, Εκδόσεις Άγρα, 2002

 

Ίταλο Καλβίνο, Η περιπέτεια ενός αναγνώστη

 

Δεν ήταν όμως ένας τυπικά πειναλέος, βιαστικός αναγνώστης. Είχε φτάσει πια σ’ εκείνη την ηλικία όπου η δεύτερη ή τρίτη και τέταρτη ανάγνωση ενός βιβλίου προσφέρει μεγαλύτερη ευχαρίστηση απ’ όσο η πρώτη. Κι όμως είχε ακόμα κάμποσες άγνωστες ηπείρους να γνωρίσει. Κάθε καλοκαίρι, πριν ξεκινήσει για τη θάλασσα, ετοίμαζε με ιδιαίτερη φροντίδα τη βαλίτσα του, που τη γέμιζε βιβλία. Ακολουθώντας τον οίστρο και τη λογική της ζωής στην πόλη, ο Αμεντέο διάλεγε κάθε χρόνο μερικά περίφημα βιβλία για να τα ξαναδιαβάσει, και μερικούς συγγραφείς που θ’ αντιμετώπιζε για πρώτη φορά. Κι όλα αυτά τα βιβλία τα ξεκοκάλιζε εκεί, πάνω στο βράχο, σταματώντας συχνά σε κάποια φράση και σηκώνοντας τα μάτια του από τη σελίδα για να σκεφτεί και να τακτοποιήσει τις ιδέες του. Έτσι και τώρα, σηκώνοντας για μια στιγμή το βλέμμα του, είδε ότι στην παραλία με το χαλικάκι, στην άκρη του όρμου, είχε έρθει και είχε ξαπλώσει μια γυναίκα. Ήταν μια αδύνατη γυναίκα, μαυρισμένη αρκετά από τον ήλιο, όχι πολύ νέα, ούτε ιδιαίτερα όμορφη∙ η γύμνια της πήγαινε – φορούσε ένα μικρό μπικίνι, μαζεμένο προσεκτικά στις άκρες για να τη βλέπει όσο το δυνατό περισσότερο ο ήλιος– και το μάτι του Αμεντέο καρφώθηκε πάνω της. Ο ίδιος το συνειδητοποίησε γρήγορα: ενώ συνέχιζε να διαβάζει, σήκωνε όλο και πιο συχνά τα μάτια του από το βιβλίο και τα άφηνε να κοιτάζουν το κενό∙ και το κενό ήταν αυτό που υπήρχε ανάμεσα σ’ εκείνη τη γυναίκα και σ’ αυτόν.

IΉταν ξαπλωμένη στην ελαφρά κατηφορική παραλία, πάνω σε ένα λαστιχιένιο στρώμα, και ο Αμεντέο σε κάθε παιγνίδισμα της κόρης του ματιού του έβλεπε τις όχι ιδιαίτερα πλούσιες αλλά αρμονικές γάμπες της, την όμορφη μαλακή κοιλιά της, το όχι δυσάρεστα μικρό αλλά λίγο μαραμένο στήθος της, τη αρκετά κοκκαλιάρικη πλάτη της, το λαιμό, τα χέρια της, το κρυμμένο πίσω από τα μαύρα γυαλιά και το μεγάλο ψάθινο καπέλο πρόσωπό της, ένα πρόσωπο ελαφρά σημαδεμένο από το χρόνο, με ζωντανό, υπεύθυνο και ελαφρά ειρωνικό ύφος. Ο Αμεντέο δεν άργησε να την ταξινομήσει: ήταν ο τύπος της ανεξάρτητης γυναίκας, που πηγαίνει μόνη της διακοπές, που προτιμά τα έρημα βραχάκια από τις πολυσύχναστες οργανωμένες πλαζ, που της αρέσει να κάθεται ώρες ολόκληρες κάτω από τον ήλιο και να γίνεται μαύρη σαν κάρβουνο∙ με έναν τεμπέλικο αισθησιασμό και μια μόνιμη αίσθηση ανικανοποίητου. Υπολόγισε στα γρήγορα πόσες πιθανότητες του προσφέρονταν για μια σύντομη περιπέτεια, τις μέτρησε με την προοπτική μιας συμβατικής συζήτησης, μιας βραδινής εξόδου, κάποιων ενδεχόμενων προβλημάτων, της αναγκαίας προσοχής που θα έπρεπε να επιδείξει και που πάντα απαιτείται σε κάθε –ακόμα και την πιο επιφανειακή– γνωριμία με ένα άτομο, και συνέχισε να διαβάζει, με την πεποίθηση ότι εκείνη η γυναίκα δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Ίσως επειδή είχε μείνει καθισμένος σ’ εκείνο το βράχο πολλή ώρα, ίσως επειδή εκείνες οι σύντομες σκέψεις τού είχαν αφήσει κάποια ίχνη ανησυχίας, γεγονός πάντως ήταν ότι αισθανόταν μουδιασμένος∙ (…)

IΞάπλωσε γυρισμένος στο ένα πλευρό, κρατώντας το βιβλίο του ψηλά, έτσι ώστε να μην τη βλέπει∙ γρήγορα όμως κουράστηκε να έχει το χέρι του σε τέτοιο ύψος, κι έτσι το χαμήλωσε. Τώρα τα μάτια του, που έτρεχαν πάνω στις γραμμές του βιβλίου συναντούσαν, κάθε φορά που άρχιζε μια καινούργια σελίδα, λίγο πιο πάνω από το περιθώριο, τις γάμπες της μοναχικής γυναίκας. Κι εκείνη, με τη σειρά της, είχε αλλάξει στάση, προσπαθώντας να βρει μια πιο αναπαυτική θέση, και το γεγονός ότι είχε ανασηκώσει τα γόνατά της σταυρώνοντας τα πόδια της προς την κατεύθυνσή του, επέτρεπε στον Αμεντέο να παρατηρήσει καλύτερα μερικές, καθόλου δυσάρεστες, αναλογίες της. Με άλλα λόγια, ο Αμεντέο (αν και η άκρη μιας μεγάλης πέτρας του έκρυβε έναν από τους γοφούς της) δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερη θέση: η ευχαρίστηση που ένιωθε από τη θέα της μαυρισμένης από τον ήλιο κυρίας – μια εντελώς περιθωριακή ευχαρίστηση, σχεδόν μια πολυτέλεια που θα μπορούσε ν’ απολαύσει χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια – δεν έβλαφτε καθόλου τη χαρά της ανάγνωσης του βιβλίου, αλλά εντασσόταν στα πλαίσιά της, γιατί τώρα πια ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να συνεχίσει να διαβάζει, χωρίς να αναγκάζεται να αποσπά κάθε τόσο το βλέμμα του. (…)

Έκλεισε το βιβλίο σημειώνοντας τη σελίδα που διάβαζε και σηκώθηκε. Η απόφασή του αυτή δεν θα μπορούσε να είναι πιο έγκαιρη: εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η κυρία εγκατέλειπε την παρέα των παιδιών για να επιστρέψει στο στρώμα της. Ο Αμεντέο το αντιλήφθηκε ενώ ήδη πλησίαζε, και ένιωσε αμέσως την ανάγκη να πει μεγαλόφωνα μια φράση.I

– Προσοχή! Μπορεί να είναι επικίνδυνη! Τα παιδιά μαζεμένα γύρω από το ζώο, δεν γύρισαν καν το κεφάλι τους: συνέχισαν, με τα καλάμια στα χέρια, να προσπαθούν να ανασηκώσουν και να αναποδογυρίσουν τη μέδουσα∙ η κυρία όμως έκανε αμέσως μεταβολή και πλησίασε με ένα ύφος λίγο τρομαγμένο και λίγο απορημένο:

– Λέτε να τσιμπάει;

– Kαίει το δέρμα αν την αγγίξει κανείς, εξήγησε εκείνος συνειδητοποιώντας ότι κατευθυνόταν όχι προς τη μέδουσα αλλά προς την κυρία, που, ποιος ξέρει γιατί, έκρυβε το στήθος της με τα χέρια της και έριχνε κλεφτές ματιές άλλοτε στο ζώο και άλλοτε στον Αμεντέο. (…)

Από την άλλη πλευρά της πετσέτας, η κυρία είχε βγάλει το σουτιέν χωρίς να νοιάζεται αν αυτός την κοίταζε ή όχι. Ο Αμεντέο δεν ήξερε αν έπρεπε να συνεχίζει να την κοιτάζει κάνοντας δήθεν πως διαβάζει ή αν έπρεπε να συνεχίζει να διαβάζει κάνοντας δήθεν πως την κοιτάζει. Τον ενδιέφεραν και η μία και η άλλη περίπτωση και φοβόταν ότι, αν την κοίταζε, θα φαινόταν πολύ αδιάκριτος, ενώ αν συνέχιζε να διαβάζει πολύ αδιάφορος. Η κυρία δεν συνήθιζε το γνωστό σύστημα που χρησιμοποιούν συνήθως οι γυναίκες που γδύνονται και ντύνονται μπροστά σε κόσμο, να φορέσει δηλαδή πρώτα τα ρούχα της και ύστερα να βγάλει από κάτω το μαγιό της. Όχι. Τώρα που είχε μείνει με γυμνό το στήθος έβγαζε και το σλιπάκι της. Τότε μόνο, για πρώτη φορά, έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του: ήταν ένα λυπημένο πρόσωπο, με μια πικρή έκφραση στο στόμα∙ κουνούσε το κεφάλι της και τον κοίταζε.

I«Αφού θα γίνει που θα γίνει, ας γίνει αμέσως!» σκέφτηκε ο Αμεντέο, πέφτοντας πάνω της με το βιβλίο στο χέρι, το ένα του δάκτυλο ανάμεσα στις σελίδες∙ αυτό όμως που διάβασε στο βλέμμα της – επίπληξη, οίκτος, αποθάρρυνση, σαν να ήθελε να του πει: «ανόητε, ας το κάνουμε έτσι, αφού έτσι θέλεις, αλλά δεν καταλαβαίνεις κι εσύ, όπως κι άλλοι, τίποτε…» – δηλαδή αυτό που δεν διάβασε, γιατί δεν ήξερε να διαβάζει στα βλέμματα των ανθρώπων, αλλά μόνο με το ένστικτό του κατάλαβε, του πρόκαλεσε ένα τέτοιο πάθος γι’ αυτήν τη γυναίκα που, αγκαλιάζοντάς την και πέφτοντας μαζί της πάνω στο στρώμα, μόλις και μετά βίας γύρισε το κεφάλι του για να δει μήπως το βιβλίο του είχε καταλήξει στο νερό. Το βιβλίο όμως είχε πέσει κοντά στο λαστιχιένιο στρώμα ανοικτό. Είχαν γυρίσει μονάχα μερικές σελίδες και ο Αμεντέο, παρόλο που εξακολουθούσε να βρίσκεται κάτω από την επήρεια του πάθους του και να αγκαλιάζει τη γυναίκα, προσπαθούσε να ελευθερώσει το ένα του χέρι, για να βάλει το σελιδοδείχτη στη σωστή σελίδα. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντιπαθητικό από το να θέλεις να αρχίσεις αμέσως να διαβάζεις και να μη βρίσκεις σε ποια σελίδα είχες μείνει. Η ερωτική τους συνεννόηση ήταν τέλεια. Μπορούσε, ίσως, να διαρκέσει λίγο περισσότερο∙ όλα, όμως, σε αυτήν τη συνάντηση δεν ήταν τόσο αστραπιαία; Bράδιαζε. Τα βραχάκια σαν να γλιστρούσαν προς το μικρό όρμο. Εκείνη τώρα ήταν εκεί, το μισό κορμί της μέσα στο νερό. – Έλα κι εσύ, ας κάνουμε ένα τελευταίο μπάνιο… Ο Αμεντέο, δαγκώνοντας τα χείλια του, λογάριαζε πόσες σελίδες του έλειπαν ακόμα από το τέλος.

Ίταλο Καλβίνο, Οι δύσκολοι έρωτες, Η περιπέτεια ενός αναγνώστη (αποσπασματικά), μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Αστάρτη, 1985

.

.