Ένιωσα τότε (στο όνειρό μου σίγουρα) το μουρμουρητό του ποταμού του Νεκρού Ινδιάνου, που περνά από το αγρόκτημά μας «Καπιτάν Όλμος», ξεσπά πάνω στα βράχια και χύνεται στο Ρίο Αρεσίφες. Εγώ ήμουν ξαπλωμένος στο λιβάδι, ένα καλοκαιρινό δειλινό, ακούγοντας από μακριά, σαν να ερχόταν από πάρα πολύ μακριά, τη φωνή της μητέρας μου, που, όπως συνήθιζε, ψιλοτραγουδούσε κάτι την ώρα που έκανε το μπάνιο της στο ποτάμι. Αυτό το τραγούδι που άκουγα τώρα έμοιαζε χαρούμενο στην αρχή, όμως στη συνέχεια γινόταν όλο και πιο αγχωτικό: ήθελα να το ακούσω, αλλά παρ’ όλη την προσπάθειά μου δεν τα κατάφερνα, κι έτσι το άγχος μου γινόταν όλο και πιο ανυπόφορο, επειδή πίστευα ότι τα λόγια του τραγουδιού είχαν αποφασιστική σημασία, σημασία ζωής ή θανάτου. Ξύπνησα ξεφωνίζοντας: «Δεν μπορώ να καταλάβω! Δεν μπορώ να καταλάβω!»
Όπως μας συμβαίνει συνήθως όταν ξυπνάμε από έναν εφιάλτη, επιχείρησα να συνειδητοποιήσω το μέρος όπου βρισκόμουν και την κατάστασή μου. Πολλές φορές, μεγάλος πια, μου συνέβαινε συχνά να νομίζω ότι ξυπνούσα στο παιδικό μου δωμάτιο, εκεί στο Καπιτάν Όλμος και χρειαζόταν να περάσουν μερικά ατέλειωτα φρικτά λεπτά, ώσπου ν’ ανασυστήσω την πραγματικότητα, το πραγματικό δωμάτιο όπου βρισκόμουν, την πραγματική εποχή: γαντζωνόμουν απ’ οτιδήποτε έβρισκα, όπως κάποιος που πνίγεται· όπως κάποιος που φοβάται μην τον παρασύρει πάλι το βίαιο και ζοφερό ποτάμι από το οποίο μόλις είχε αρχίσει να γλιτώνει καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες και έχοντας γαντζωθεί από τις όχθες της πραγματικότητας. Και τη στιγμή που η αγωνία ή ο αναστεναγμός εκείνου του τραγουδιού είχε φτάσει σε παροξυσμό, δοκίμασα ξανά εκείνη την περίεργη αίσθηση και αγωνίστηκα απελπισμένα να κρατηθώ στις παρυφές της πραγματικότητας όπου είχα ξυπνήσει. Μόνο που τη φορά αυτή η πραγματικότητα ήταν ακόμα χειρότερη, σαν να είχα ξυπνήσει από έναν εφιάλτη, έναν εφιάλτη όμως από την ανάποδη. Και οι κραυγές μου, ξαναγυρίζοντας σε μένα από την αντήχησή τους στο γιγάντιο θόλο της σπηλιάς, με φέρανε πίσω στην πραγματικότητα. Στο μέσο μιας εντελώς κενής και ολόμαυρης σιωπής (ο αναπτήρας μου είχε εξαφανιστεί στο νερό) αντιλαλούσαν μέχρι να σβήσουν στα σκοτεινά βάθη τα λόγια του παραμιλητού μου τη στιγμή που ξυπνούσα. Αφού χάθηκε στη σιωπή και ο τελευταίος αντίλαλος από τις κραυγές μου, έμεινα πολλή ώρα εκμηδενισμένος.
Μου φάνηκε τότε ότι είχα πλήρη συνείδηση της απόλυτης μοναξιάς μου και του σκοταδιού που με είχε ερμητικά τυλίξει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ή, για να το πω καλύτερα, μέχρι τη στιγμή που προηγήθηκε εκείνου του ονείρου της παιδικής μου ηλικίας, ζούσα στην παραζάλη της έρευνάς μου, νιώθοντας να είμαι στο έλεος μιας τρελής έλλειψης συνείδησης. Οι φόβοι και ο τρόμος που είχα νιώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν μπορέσει να με εξουσιάσουν. Ολόκληρο το είναι μου έμοιαζε να έχει εκτοξευτεί σε μια τρελή κούρσα προς την άβυσσο, που τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει. Μόνο τη στιγμή εκείνη, καθισμένος στη λάσπη, στο κέντρο μιας υπόγειας σπηλιάς που ούτε καν μπορούσα να υποψιαστώ τα όριά της, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, άρχισα να συνειδητοποιώ την απόλυτη και φρικτή μοναξιά μου. Λες και τα πάντα δεν ήταν παρά μια παραίσθηση, θυμόμουν τώρα τη φασαρία του πάνω κόσμου, το χαοτικό Μπουένος Άιρες των νευρόσπαστων κι όλα μου φαίνονταν σαν μια παιδική φαντασμαγορία, χωρίς βάρος και πραγματικότητα. Η πραγματικότητα ήταν άλλη: αυτό που ζούσα τώρα. Ολομόναχος σ’ αυτή την κορυφή του σύμπαντος, ένιωθα, όπως ήδη έχω εξηγήσει, μεγαλειώδης και ασήμαντος. Αγνοώ πόσο χρόνο έμεινα σ’ εκείνη την κατάσταση κατάπληξης.
Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων, σελ. 459-461, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Eκδόσεις Εξάντας, 1986
O Μαρτίν ένιωσε ότι μια μεγάλη ευτυχία πάλευε να διαπεράσει τα βαριά σύννεφα και η φράση «όμορφο τοπίο » έφτανε μέχρι την ταραγμένη ψυχή του σαν ένα φωτεινό μήνυμα. Έπρεπε όμως ν’ ανοίξει ένα πέρασμα μέσα απ’ αυτά τα πυκνά σύννεφα και πάνω απ’ όλα μέσα από εκείνο το «ήμουν μεθυσμένη».
–Μ’ ακούς;
O Μαρτίν ένευσε καταφατικά.
– Κοίτα, Μαρτίν, την άκουσε να λέει ξαφνικά, θα χωρίσουμε, όμως δεν πρέπει να πιστεύεις λανθασμένα πράγματα για τη σχέση μας. Ο Μαρτίν την κοίταξε κεραυνοβολημένος.
–Ναι, για πολλούς λόγους δεν μπορούμε να συνεχίσουμε, Μαρτίν. Θα ήταν καλύτερα για σένα, πολύ καλύτερα.
Ο Μαρτίν ήταν ανίκανος να πει οτιδήποτε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και, για να μην το καταλάβει η Αλεξάνδρα, γύρισε το κεφάλι του κι άρχισε να κοιτάζει μακριά. Χωρίς να βλέπει, κοίταζε, όπως σ’ έναν ιμπρεσιονιστικό πίνακα, ένα καφέ καράβι μακριά και τους γλάρους που πετούσαν τριγύρω του.
–Τώρα, θ’ αρχίσεις πάλι να νομίζεις πως δεν σ’ αγαπώ, ότι ποτέ δεν σ’ αγάπησα είπε η Αλεξάνδρα. Σαν μαγεμένος ο Μαρτίν παρακολουθούσε την πορεία του καφέ καραβιού.
–Κι ωστόσο… είπε η Αλεξάνδρα.
Ο Μαρτίν έσκυψε το κεφάλι κι άρχισε να παρατηρεί τα μυρμήγκια. Ένα απ’ αυτά κουβαλούσε ένα μεγάλο τριγωνικό φύλλο που έμοιαζε σαν το πανί μιας βαρκούλας. Ο αέρας το ταρακουνούσε κάνοντάς το να μοιάζει με βαρκούλα. Ένιωσε το χέρι της Αλεξάνδρας να του σηκώνει το κεφάλι από το πηγούνι.
Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων, σελ. 244-245, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εκδόσεις Εξάντας 1986
Ήταν η ώρα που τα παιδιά παίζουν στους δρόμους όλων των χωριών, γεμίζοντας με τις φωνές τους το απόγευμα. Όταν ακόμα και οι μαύροι τοίχοι αντανακλούν το κίτρινο φως του ήλιου. Τουλάχιστον αυτό είχα δει εγώ στη Σαγιούλα, χτες μόλις, αυτή την ίδια ώρα. Και είχα δει και το πέταγμα των περιστεριών που έσκιζαν τον ήρεμο αέρα, κουνώντας τα φτερά τους σαν ν’ αποχαιρετούσανε τη μέρα. Πετούσαν κι έπεφταν πάνω στα κεραμίδια, ενώ οι φωνές των παιδιών πετάριζαν κι έμοιαζαν σαν να βάφονταν μπλε από τον ουρανό του δειλινού. Τώρα ήμουν εδώ σε τούτο το χωριό χωρίς θορύβους. Άκουγα τα βήματά μου πάνω στις στρογγυλές πέτρες με τις οποίες ήταν στρωμένοι οι δρόμοι. Τα κούφια βήματά μου να πολλαπλασιάζονται απηχώντας πάνω στους τοίχους που βάφονται απ’ τον ήλιο του δειλινού. Αυτή την ώρα βρέθηκα να περπατώ στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Κοίταξα τα άδεια σπίτια• οι πόρτες βγαλμένες από τους μεντεσέδες τους και μέσα να έχουνε ορμήσει αγριόχορτα. Πώς μου είπε εκείνος ο τύπος ότι ονομάζεται αυτός ο θάμνος; «Η καπετάνισσα, κύριε. Αληθινή πληγή, που περιμένει να φύγουνε οι άνθρωποι για να εισβάλει μες στα σπίτια. Θα το δείτε και μοναχός σας ».
Περνώντας ένα σταυροδρόμι είδα μια γυναίκα τυλιγμένη στο σάλι της, που εξαφανίστηκε σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μετά ξανάρχισαν να προχωρούν τα πόδια μου, και τα μάτια μου συνέχισαν να εισχωρούν στα ανοίγματα που άφηναν οι πόρτες. Μέχρι που η γυναίκα με το σάλι ξαναπέρασε από μπροστά μου.
–Καληνύχτα, μου είπε. Την ακολούθησα με το βλέμμα. Τη φώναξα:
– Πού μένει η δόνια Εδουβίχες; Κι εκείνη έδειξε με το δάχτυλο.
– Εκεί. Στο σπίτι δίπλα από τη γέφυρα.
Κατάλαβα πως η φωνή της είχε ανθρώπινο ηχόχρωμα, πως το στόμα της είχε δόντια και μια γλώσσα που μπερδευόταν και ξεμπερδευόταν καθώς μίλαγε, και πως τα μάτια της ήταν όπως τα μάτια όλων των ανθρώπων που ζουν πάνω στη γη. Είχε σκοτεινιάσει. Μου ξαναείπε καληνύχτα. Και παρ’ όλο που δεν υπήρχανε παιδιά να παίζουν, ούτε περιστέρια ούτε γαλάζια κεραμίδια, αισθάνθηκα πως το χωριό εκείνο ζούσε. Κι ότι αν εγώ άκουγα μόνο τη σιωπή, ήταν γιατί δεν είχα ακόμη συνηθίσει τη σιωπή• ίσως γιατί το κεφάλι μου ήταν γεμάτο από θορύβους και φωνές. Ναι, φωνές. Κι εδώ, που ο αέρας ήταν αραιός, ακούγονταν καλύτερα. Κάθονταν μέσα μου βαριές. Θυμήθηκα τι μου είχε πει η μητέρα μου.
Εκεί θα με ακούς καλύτερα. Θα είμαι πιο κοντά σου. Θα νιώσεις πιο κοντά σου τη φωνή των αναμνήσεών μου από εκείνη του θανάτου μου, αν βέβαια ο θάνατος είχε ποτέ φωνή. Η μητέρα μου… η ζωντανή. Θα ήθελα να της πω: «Έκανες λάθος τόπο. Δε μου ’δωσες σωστή διεύθυνση. Μ’ έστειλες στο “πού ’ναι αυτό και πού ’ναι εκείνο”. Σε ένα έρημο χωριό. Να αναζητώ κάποιον που δεν υπάρχει». Έφτασα στο σπίτι της γέφυρας ακολουθώντας το βουητό του ποταμού. Χτύπησα την πόρτα• ή μάλλον όχι ακριβώς. Το χέρι μου έμεινε μετέωρο, σαν να την άνοιξε ο αέρας. Μια γυναίκα στεκόταν εκεί. Μου είπε: – Περάστε.
Κάθομαι πλάι στον υπόνομο και περιμένω να βγούνε τα βατράχια. Χτες βράδυ, την ώρα που τρώγαμε, βαλθήκανε να κάνουν τέτοιον σαματά και δεν σταμάτησαν να τραγουδάνε μέχρι που ξημέρωσε. Η νονά μου μάλιστα λέει κι αυτό: ότι η φασαρία απ’ τα βατράχια τής χάλασε τον ύπνο της. Και τώρα θέλει οπωσδήποτε να κοιμηθεί. Γι’ αυτό και μ’ έστειλε εδώ, πλάι στον υπόνομο, και να στηθώ με μια τάβλα στο χέρι, ώστε όποιο βατράχι αποφασίσει να σαλτάρει έξω να το λιανίσω στο ξύλο… Τα βατράχια είναι πράσινα απ’ την κορφή ως τα νύχια, εκτός απ’ την κοιλιά. Οι φρύνοι είναι μαύροι. Και της νονάς μου τα μάτια είναι μαύρα. Τα βατράχια είναι καλά για να τα τρώμε. Οι φρύνοι δεν τρώγονται• αλλά κι αυτούς εγώ τους έχω φάει, κι ας μην τρώγονται, κι έχουνε ίδια γεύση με τα βατράχια. Η Φελίπα λέει πως είναι κακό να τρώμε φρύνους. Τα μάτια της Φελίπα είναι πράσινα σαν τα μάτια της γάτας. Αυτή μου βάζει φαγητό κάθε φορά που είναι η ώρα μου να φάω. Αυτή δεν θέλει να πειράζω τα βατράχια. Αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, εκείνη που μου λέει τι να κάνω είναι η νονά μου…(…)
Στο δρόμο λένε πως είμαι τρελός, γιατί ποτέ δεν μου κόβεται η πείνα. Το έχει ακούσει η νονά μου να το λένε. Εγώ δεν το έχω ακούσει. Η νονά μου δεν μ’ αφήνει να βγαίνω μόνος μου στο δρόμο. Όταν με βγάζει βόλτα είναι για να με πάει στην εκκλησία ν’ ακούσω τη λειτουργία. Εκεί με βάνει να καθίσω δίπλα της και μου δένει τα χέρια με τα κρόσσια της μαντίλας της. Εγώ δεν ξέρω γιατί πρέπει να μου δένει τα χέρια• όμως εκείνη λέει πως αλλιώς κάνω παλαβομάρες – έτσι λέει. Μια μέρα αποφασίσανε ότι εγώ προσπάθησα να πνίξω κάποιον• πως στα καλά καθούμενα άρπαξα μια γυναίκα απ’ το λαιμό. Εγώ δεν το θυμάμαι. (…)
Πολλές φορές έχω φάει λουλούδια ιβίσκου για να ξεγελάσω την πείνα μου. Και το γάλα της Φελίπα είχε αυτήν τη γεύση, μόνο που εμένα μ’ άρεσε περισσότερο, γιατί, ενώ κατέβαζα τις γουλιές, η Φελίπα με γαργάλαγε παντού. Μετά σχεδόν πάντα αποκοιμιόταν δίπλα μου, ως το ξημέρωμα. Κι αυτό με βόλευε πολύ• γιατί δεν με βασάνιζε το κρύο ούτε κι ο φόβος πως θα πήγαινα στην Κόλαση αν πέθαινα εκεί μονάχος, μια νύχτα… Κάποιες φορές δεν τη φοβάμαι τόσο πολύ την Κόλαση. Άλλοτε πάλι τη φοβάμαι. Κι άλλες φορές μ’ αρέσει να τρομάζω μ’ αυτή την ιστορία, ότι θα πάω στην Κόλαση μια μέρα των ημερών, επειδή έχω σκληρό κεφάλι και μου αρέσει να ρίχνω κουτουλιές σε ό,τι βρω μπροστά μου. Αλλά έρχεται η Φελίπα και μου διώχνει τους φόβους. Με γαργαλάει με τα χέρια της, όπως εκείνη ξέρει, κι έτσι σκορπίζει ο φόβος μου πως θα πεθάνω. Για μια στιγμή μέχρι που τον ξεχνάω… Λέει η Φελίπα, όταν έχει όρεξη και κάθεται μαζί μου, ότι θα πει στον Κύριο όλες τις αμαρτίες μου. Ότι θα πάει στον ουρανό πολύ γρήγορα και θα τα πει μαζί Του και θα ζητήσει να με συχωρέσει για όλη την κακία που γεμίζει το κορμί μου απ’ την κορφή ως τα νύχια. Θα Του πει να με συγχωρήσει, για να μην έχω άλλο αυτή την έγνοια. Γι’ αυτό ξομολογιέται κάθε μέρα. Όχι επειδή είν’ αυτή κακιά, αλλά γιατί εγώ είμαι γεμάτος δαιμόνους και πρέπει να ξομολογιέται εκείνη για να βγάλει τους σατανάδες από μέσα μου. Κάθε μέρα. Κάθε απόγευμα κάθε μέρας. Σ’ όλη τη ζωή της θα μου κάνει αυτήν τη χάρη. Αυτό λέει η Φελίπα. Γι’ αυτό κι εγώ την αγαπάω τόσο… Που το κεφάλι μου πάλι είναι τόσο σκληρό, αυτό δεν είναι λίγο. Ώρες ολόκληρες ρίχνω κουτουλιές στις κολόνες της αυλής και το κεφάλι δεν παθαίνει τίποτα, αντέχει και δεν σπάει. Και ρίχνω κουτουλιές στο πάτωμα• πρώτα αργά αργά, μετά πιο γρήγορα και βγαίνει ένας ήχος σαν ταμπούρλο. Σαν το ταμπούρλο που ’ρχεται μαζί με τον ζουρνά, σαν έρχεται ο ζουρνάς στη λειτουργία του Κυρίου. Και τότε, είμαι εγώ στην εκκλησία, δεμένος στη νονά μου, κι ακούω απέξω το ταμ ταμ του ταμπούρλου…
Χουάν Ρούλφο, Μακάριο από τη συλλογή Ο κάμπος στις φλόγες, σελ. 77-80 αποσπασματικά, μτφρ.: Έφη Γιαννοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη, 2011
Φυσούσε ένας άνεμος υγρός κι ευχάριστος. Ήταν ένας καιρός που τον γνώριζα• είχα την αίσθηση και το προαίσθημα πως η πρωτοχρονιά δεν ήταν μια μέρα αλλιώτικη απ’ τις άλλες, πως δεν ήταν η πρώτη μέρα ενός καινούργιου κόσμου όπου θα μπορούσα, με μια τύχη ανέγγιχτη ακόμα, να ξαναπρωτογνωρίσω τη Ζιλμπέρτ όπως στον καιρό της Δημιουργίας, σαν να μην υπήρχε ακόμα παρελθόν, σαν να είχαν αφανιστεί, μαζί με όσες ενδείξεις θα μπορούσαν ν’ αντιληφθούν απ’ αυτό για το μέλλον, οι απογοητεύσεις που μου είχε συχνά προκαλέσει: ένας κόσμος καινούργιος όπου τίποτα δεν θ’ απέμεινε απ’ τον παλιό… τίποτα εκτός από ένα πράγμα: η επιθυμία μου να μ’ αγαπήσει η Ζιλμπέρτ. Κατάλαβα πως αν η καρδιά μου λαχταρούσε ολόγυρά της αυτή την ανανέωση ενός σύμπαντος που δεν την είχε ικανοποιήσει, ήταν γιατί η καρδιά μου δεν είχε αλλάξει, και συλλογίστηκα πως δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογούσε τέτοια αλλαγή και στην καρδιά της Ζιλμπέρτ• ένιωσα πως αυτή η καινούργια φιλία συνεχιζόταν η ίδια, όπως δεν χωρίζονται με μια τάφρο μεταξύ τους οι καινούργιες χρονιές που ο πόθος μας μη μπορώντας να τις πλησιάσει και να τις αλλάξει, τις καλύπτει, δίχως αυτές να το γνωρίζουν, μ’ ένα διαφορετικό όνομα. Μπορεί εγώ ν’ αφιέρωνα τούτη τη χρονιά στη Ζιλμπέρτ και να προσπαθούσα –όπως τοποθετούμε μια θρησκεία πάνω απ’ τους τυφλούς νόμους της φύσης– ν’ αποτυπώσω πάνω στην πρωτοχρονιά την ξεχωριστή ιδέα που είχα σχηματίσει γι’ αυτήν τη μέρα, αλλά ήταν μάταιο• ένιωθα πως η μέρα αυτή αγνοούσε πως την ονόμαζαν “πρωτοχρονιά”, πως τέλειωνε μες στο λυκόφωτο μ’ έναν τρόπο που δεν μου ήταν νέος: μες στον ευχάριστο άνεμο που φυσούσε απ’ τη διαφημιστική στήλη, είχα αναγνωρίσει, είχα νιώσει να ξαναεμφανίζεται η αιώνια και κοινή ύλη, η γνώριμη υγρασία, η ανήξερη ρευστότητα των παλαιών ημερών. Γύρισα στο σπίτι. Είχα μόλις ζήσει την πρωτοχρονιά των ηλικιωμένων που εκείνη την ημέρα διαφέρουν απ’ τους νέους όχι γιατί δεν παίρνουν δώρα, αλλά γιατί δεν πιστεύουν πια στον καινούργιο χρόνο. Δώρα είχα λάβει, εκτός από το μόνο που θα μου ’δινε χαρά και θα ’ταν ένα μήνυμα της Ζιλμπέρτ. Ήμουν ωστόσο ακόμα νέος αφού είχα μπορέσει να της γράψω ένα γράμμα με το οποίο έλπιζα, λέγοντάς της τα μοναχικά όνειρα της τρυφερότητάς μου, να ζωντανέψω παρόμοια και σ’ εκείνη. Το θλιβερό στους ανθρώπους που γέρασαν είναι ότι ούτε καν σκέφτονται να γράψουν τέτοια γράμματα, γιατί έχουν μάθει πως μένουν χωρίς αποτέλεσμα.
.
.
.
.
Όταν πλάγιασα οι θόρυβοι του δρόμου, που παρατάθηκαν πιο αργά εκείνη τη γιορτινή βραδιά, με κράτησαν ξυπνό. Συλλογιζόμουν όλους αυτούς που θα τελείωναν τη νύχτα τους σε απολαύσεις, τον εραστή, την παρέα ίσως των γλεντζέδων, που θα είχαν πάει να πάρουν την Μπερμά στο τέλος της παράστασης που είχα δει ν’ αναγγέλλεται γι’ απόψε. Δεν μπορούσα καν, για να ηρεμήσω την αναστάτωση που η σκέψη αυτή γεννούσε μέσα μου τούτη την άγρυπνη, να πω στον εαυτό μου πως ίσως η Μπερμά να μη σκεφτόταν τον έρωτα, αφού οι στίχοι που απάγγελνε, που τους είχε προσεκτικά μελετήσει, της θύμιζαν κάθε στιγμή πως ο έρωτας είναι γλυκός –και το ’ξερε άλλωστε– τόσο που να παρουσιάζει τη γνώριμη ταραχή του –αλλά πλουτισμένη με μια καινούργια ένταση και μιαν ασύλληπτη απαλότητα– σε θεατές έκθαμβους που ο καθένας τους ωστόσο την είχε νιώσει για τον εαυτό του. Άναψα πάλι το σβηστό κερί μου για να κοιτάξω άλλη μια φορά το πρόσωπό της. Με τη σκέψη πως σίγουρα το χάιδευαν αυτήν τη στιγμή άντρες που δεν μπορούσα να τους εμποδίσω να προσφέρουν στην Μπερμά και να δέχονται από την ίδια χαρές υπεράνθρωπες και αόριστες, ένιωσα μια ταραχή περισσότερο σκληρή παρά ηδονική, μια νοσταλγία, που ήρθε να την τονίσει ο ήχος του βούκινου, όπως ακούγεται τη νύχτα της Μεσοσαρακοστής, ή συχνά σ’ άλλες γιορτές, και που, με το να είναι τότε δίχως ποίηση, γίνεται πιο μελαγχολικός, καθώς βγαίνει από ένα καπηλειό, παρά «το βράδυ απ’ του δάσους τα βάθη». Εκείνη τη στιγμή ένα μήνυμα της Ζιλμπέρτ ίσως να μην ήταν αυτό που θα χρειαζόμουν. Οι επιθυμίες μας όλο και αλληλοπαρεμβάλλονται και, μέσα στη σύγχυση της ύπαρξής μας, σπάνια μια ευτυχία έρχεται να καθίσει ακριβώς πάνω στην επιθυμία που την καλούσε.
Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, 2ος τόμος, Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, Ι, (Γύρω από την κυρία Σουάν) σελ. 57-58 , μτφρ.: Παύλος Α. Ζάννας, Εκδόσεις Εστία, 1998
Και δω, πέρασε απ’ το μυαλό του μια ανάμνηση σαν αστραπή: Θα ήταν περίπου δέκα χρονώ όταν έμαθε πώς γεννιέται το παιδί και από τότε η ιδέα αυτή τον καταδίωκε τόσο περισσότερο όσο με το κύλημα του χρόνου γνώριζε με πιο πολλές λεπτομέρειες τη συγκεκριμένη ύλη του γυναικείου οργανισμού. Στη συνέχεια, φανταζόταν συχνά τη γέννησή του∙ φανταζόταν το σωματάκι του να περνάει εκείνο το στενό υγρό τούνελ, να ’χει γεμάτη τη μύτη και το στόμα από κείνη την παράξενη βλέννα, να ’ναι μ’ αυτήν ολόκληρος πασαλειμμένος και στιγματισμένος. Ναι, αυτή η γυναικεία βλέννα τον στιγμάτισε για να μπορεί μετά να ασκεί επάνω του τη μυστική της δύναμη σε όλη του τη ζωή, για να ’χει το δικαίωμα οποτεδήποτε να τον καλεί κοντά της και να δίνει εντολές στον ιδιόρρυθμο μηχανισμό του σώματός του. Για όλ’ αυτά ένιωθε πάντα αποστροφή κι άντεχε σε τούτη τη δουλεία τουλάχιστον με το να μη δίνει την ψυχή του στις γυναίκες, με το να προστατεύει την ελευθερία του και τη μοναξιά του, με το να παραχωρεί στην εξουσία της βλέννας περιορισμένες μόνον ώρες της ζωής του. Και ίσως γι’ αυτό άλλωστε ν’ αγαπούσε τόσο πολύ την Όλγα, επειδή την έβλεπε εντελώς πέρα απ’ τα σύνορα του σεξ και ήταν βέβαιος πως ποτέ δεν θα του θυμίσει με το σώμα της τον επαίσχυντο τρόπο της γέννησής του.
Έδιωξε με βία αυτές τις σκέψεις, γιατί στο μεταξύ η κατάσταση στον καναπέ εξελίχτηκε γρήγορα κι αυτός έπρεπε από στιγμή σε στιγμή να εισχωρήσει στο κορμί της, πράγμα που δεν ήθελε να το κάνει με κάποια σκέψη σιχασιάς. Είπε πως αυτή η γυναίκα που του δίνεται είναι ύπαρξη που της αφιερώνει τη μοναδική καθαρή αγάπη της ζωής του και πως θα κάνει τώρα έρωτα μαζί της μόνο και μόνο για να την κάνει ευτυχισμένη, να της δώσει χαρά και αυτοπεποίθηση. Και ύστερα έμεινε κατάπληκτος με τον εαυτό του. Κουνιόταν πάνω της λες και λικνιζόταν πάνω στα κύματα της καλοσύνης. Ένιωθε καλά, ήταν ευτυχισμένος. Η ψυχή του επιδοκίμαζε ταπεινά τη δραστηριότητα του σώματος, λες και η σεξουαλική πράξη δεν ήταν παρά σωματική έκφραση της ευγενικής του αγάπης, το απόσταγμα των αισθημάτων για ένα κοντινό του πρόσωπο. Δεν υπήρξε πια κανένα εμπόδιο, τίποτα δεν ηχούσε παράτονα. Κρατιόντουσαν σφιχταγκαλιασμένοι και οι ανάσες τους γίνονταν μία. Ήταν όμορφες κι ατέλειωτες στιγμές κι έπειτα η Όλγα του ψιθύρισε στ’ αυτί μια ασελγή λέξη. Του την ψιθύρισε μια φορά κι έπειτα ξανά και ξανά, ερεθισμένη η ίδια απ’ αυτήν τη λέξη. Και δω τα κύματα της καλοσύνης αμέσως τραβήχτηκαν κι ο Ιάκωβος με την κοπέλα βρέθηκε καταμεσής στην έρημο.
Όχι, άλλες φορές που έκανε έρωτα, δεν είχε τίποτα ενάντια στις ασελγείς λέξεις. Του ξυπνούσαν μέσα του φιληδονία και σκληρότητα. Οι γυναίκες γίνονταν έτσι ευχάριστα ξένες στην ψυχή του και ευχάριστα επιθυμητές στο κορμί του. Αλλά η ασελγής λέξη στο στόμα της Όλγας κατέστρεψε αμέσως τη γλυκιά αυταπάτη. Τον ξύπνησε από το όνειρο. Το σύννεφο της καλοσύνης διαλύθηκε και ξαφνικά είχε την Όλγα στην αγκαλιά του ίδια όπως πριν από λίγο την έβλεπε: με μεγάλο λουλούδι για κεφάλι που από κάτω του τρέμει ο λιγνός μίσχος του κορμιού. Αυτή η συγκινητική ύπαρξη φερόταν προκλητικά σαν πόρνη, χωρίς να παύει να ’ναι συγκινητική∙ έτσι οι ασελγείς λέξεις ηχούσαν κωμικά και θλιμμένα. Αλλά ο Ιάκωβος ήξερε πως δεν πρέπει να της δώσει να καταλάβει κάτι, πως πρέπει ν’ αντέξει, πως πρέπει το πικρό ποτήρι της καλοσύνης να το πιει ακόμα κι ακόμα, γιατί αυτό το παράλογο αγκάλιασμα είναι η μόνη του καλή πράξη, η μόνη του απολύτρωση –ούτε στιγμή δεν έπαψε να σκέφτεται το δηλητήριο στην ξένη τσάντα– η μόνη του σωτηρία.
Μίλαν Κούντερα, Το βαλς του αποχαιρετισμού, σελ. 206-208, μτφρ.: Ανδρέας Τσάκαλης, Εκδόσεις Οδυσσέας, 1984.
Αν ο Σουάν εμφανιζόταν εκείνη τη στιγμή, πριν ακόμα πάρω πίσω αυτό το γράμμα που την ειλικρίνειά του θεωρούσα παράλογο να μην την πιστεύει, ίσως να διαπίστωνε πως εκείνος είχε δίκιο. Γιατί πλησιάζοντας τη Ζιλμπέρτ, που, γερμένη πίσω στην καρέκλα, μου ’λεγε να πάρω το γράμμα και δεν μου το ’δινε, ένιωσα τόσο πολύ το κορμί της να με τραβάει, που της είπα: «Nα, εμποδίστε με να το πιάσω, θα δούμε ποιος είναι ο πιο δυνατός». Έβαλε το γράμμα στην πλάτη της, εγώ πέρασα τα χέρια μου πίσω απ’ το λαιμό της, ανασηκώνοντας τις πλεξούδες των μαλλιών που πέφταν στους ώμους της, είτε γιατί ταίριαζαν ακόμη στην ηλικία της είτε γιατί η μητέρα της ήθελε να την κάνει να φαίνεται ακόμα παιδί για να την νομίζουν εκείνη πιο νέα˙ παλεύαμε, τα κορμιά μας σαν τόξα. Προσπαθούσα να την τραβήξω κοντά μου, εκείνη αντιστεκόταν˙ τα μήλα του προσώπου της ξαναμμένα απ’ την προσπάθεια ήταν κόκκινα και στρογγυλά σαν κεράσια˙ γελούσε σαν να τη γαργαλούσα˙ την κρατούσα σφιχτά ανάμεσα στα πόδια μου σαν ένα μικρό δέντρο που θα ’θελα να το σκαρφαλώσω˙ και καθώς έκανα αυτή τη γυμναστική, δίχως καθόλου ν’ αυξηθεί το λαχάνιασμα που μου ’δινε η μυϊκή άσκηση και η ορμή του παιχνιδιού, σκόρπισα, σαν λίγες σταγόνες ιδρώτα που αποσπά η προσπάθεια, την ηδονή μου δίχως καν να προλάβω να την αργοπορήσω τόσο όσο για να νιώσω τη γεύση της˙ κι αμέσως πήρα το γράμμα.
Τότε η Ζιλμπέρτ μού είπε με καλοσύνη : «Ξέρετε, αν θέλετε, μπορούμε να παλέψουμε ακόμα λίγο» Ίσως να είχε θολά διαισθανθεί πως το παιχνίδι μου είχε άλλο σκοπό απ’ αυτόν που είχα ομολογήσει, κι ίσως να μην είχε καταλάβει πως τον είχα πετύχει. Κι εγώ που φοβόμουν μήπως το καταλάβει (και μια ορισμένη κίνησή της, συνεσταλμένη και συγκρατημένη, προσβεβλημένης ντροπής, μια στιγμή αργότερα, μ’ έκανε να συλλογιστώ πως είχα ίσως δίκιο να το φοβηθώ), δέχτηκα να παλέψω κι άλλο, από φόβο μήπως και νομίσει πως δεν είχα στο νου μου άλλον στόχο εκτός απ’ αυτόν, ύστερ’ απ’ τον οποίο δεν επιθυμούσα πια παρά να μείνω ήσυχος στο πλευρό της.
Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, 2ος τόμος, Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, Ι, (Γύρω από την κυρία Σουάν) σελ. 62, μτφρ.: Παύλος Α. Ζάννας, Εκδόσεις Εστία, 1998
Δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό ψυχιατρικό περιοδικό “Σύναψις” τόμος 6 του 2010
του Κορνηλίου και της Αλεξάνδρας Ρουτσώνη μικρό τμήμα ανεξόφλητου χρέους, αφιερώνεται
Μια μεγάλη παράδοση διατρέχει ολόκληρη την ρωσική λογοτεχνία. Μια παράδοση καταστροφής και αυτοκαταστροφής. Οι μεγάλοι Ρώσοι ποιητές Πούσκιν και Λέρμοντοφ σκοτώθηκαν σε ανόητες μονομαχίες. Ο γενάρχης της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας και λογοτεχνίας Ν. Β. Γκόγκολ πέθανε από εκούσια ασιτία. Από την παράδοση αυτή, ή αν θέλετε, την μυθολογία δεν μπορούσε να λείψει ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, ο οποίος ως γνωστό έπασχε από επιληψία, μια ασθένεια που από μόνη της περιβάλλεται από πλήθος μύθων και φημών, δημιουργώντας ένα μυστήριο, φόβο αλλά και προκαταλήψεις. Στο διαβασίδι των αιώνων θεωρούσαν την επιληψία ως «ιερή νόσο », ως νόσο που πλήττει τους «ιερούς τρελούς», τους «εν Χριστώ σαλούς» και δεν είναι τυχαίο ότι η αντίληψη αυτή, ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ρωσία συνέβαλε στο να περιβληθεί η ασθένεια του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι από μια πληθώρα μύθων. Σε αυτήν, πολλοί, αποδίδουν την ιδιαίτερη πνευματικότητα του συγγραφέα, την ροπή του προς τον κόσμο των υπερβατικών ιδεών, ενώ συχνά τη συνδέουν με την αποδιδόμενη σε αυτόν ιδιότητα του προφήτη.
Άλλοτε πάλι, ορισμένοι, αντιμετώπιζαν την επίδραση της επιληψίας ως μια ιδιαίτερη ικανότητα του συγγραφέα να σκιαγραφεί σκοτεινές και αρρωστημένες πλευρές της ζωής[1]. Η σχετική φιλολογία, ή και μυθολογία, γύρω από την ψυχική νόσο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι απασχόλησε και συνεχίζει να απασχολεί τόσο τους κριτικούς της λογοτεχνίας, όσο και τους ειδικούς της ψυχιατρικής επιστήμης.
Έχουν γραφτεί εκατοντάδες μελέτες γύρω από το ζήτημα αυτό, με πολλές, συχνά, αντικρουόμενες απόψεις, ενώ η πολεμική των διαφόρων σχολών σκέψης καλά κρατεί μέχρι σήμερα. Στις παρακάτω γραμμές, θα προσπαθήσουμε μια πρώτη παράθεση των διαφορετικών αυτών απόψεων, καθώς και την διατύπωση ορισμένων σκέψεων γύρω από τη ζωή και του έργο του ρώσου συγγραφέα, ο οποίος έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή ως επιληπτικός.
.
.
Ήταν κληρονομική η επιληψία του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι;
Ο μεγάλος αμαρτωλός της ρωσικής λογοτεχνίας, ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι είναι γνωστό πια σε όλους ότι υπέφερε από επιληπτικές κρίσεις. Αν μάλιστα πιστέψουμε το Μ. Βολότσκι[2], ο οποίος δημοσίευσε το 1993 το βιβλίο του «Το χρονικό της οικογένειας του Ντοστογιέφσκι 1506 – 1933», τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι η ασθένεια του αυτή είχε τα χαρακτηριστικά της κληρονομικότητας των ψυχικών ασθενειών, αφού, σύμφωνα με τον συγγραφέα, πολλοί από τους προγόνους του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι ήταν επιληπτικοί, σχιζοφρενείς, μέθυσοι και αυτόχειρες. Ο αριθμός μάλιστα αυτών των ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός, εφόσον σε σύνολο 140 ατόμων του γενεαλογικού του δέντρου, καταγράφονται 113 με διάφορες ψυχικές ασθένειες.
Όποιος έχει μελετήσει την βιογραφία του Ντοστογιέφσκι εύκολα θα διαπιστώσει ότι ο μεσήλικας συγγραφέας υποπτευόταν και κατηγορούσε τη νεαρή του σύζυγό για απιστία, με βάση τις υποψίες του ότι η τελευταία της, έβδομη κατά σειρά, εγκυμοσύνη δεν είχε εξελιχθεί όπως οι προηγούμενες έξι. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγες οι φορές, που ο ίδιος έκανε αιφνίδιους ελέγχους στα δωμάτια των θυγατέρων του, αναζητώντας κρυμμένους, κάτω από τα κρεβάτια τους, εραστές. Τέλος, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ίδιος τρομοκρατούσε τόσο τον ίδιο του τον εαυτό, όσο και τους οικείους του, με τον φόβο της επαπειλούμενης φτώχιας και ανέχειας.
Διαβάζοντας προσεκτικά την αλληλογραφία του, αλλά και σημειώσεις από το «Ημερολόγιο του συγγραφέα» διαπιστώνουμε ότι υπέφερε από αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «χρόνια κακεντρέχεια» απέναντι στους συγχρόνους του κριτικούς, επιφανείς παράγοντες της κοινωνίας, συγγενείς αλλά και μακρινούς του ανθρώπους, τους οποίους υποπτευόταν ότι συνωμοτούν για την εξόντωσή του.
Η κόρη του συγγραφέα, ισχυρίζεται στα απομνημονεύματα της ότι οι πρώτες κρίσεις έκαναν την εμφάνισή του μετά τον τραγικό θάνατο του πατέρα του συγγραφέα, τον οποίο σκότωσαν οι χωρικοί γιατί παρενοχλούσε σεξουαλικά τις συζύγους και τις θυγατέρες του.
Ο ίδιος ο συγγραφέας συνέδεε την εμφάνιση της ασθένειας του με την σωματική τιμωρία που του επιβλήθηκε στο κάτεργο για κάποιο παράπτωμά του το 1851. Σε μια από τις συζητήσεις που είχε με τις αδελφές Κορβίν – Κρουκόφσκι, ο Ντοστογιέφσκι ομολόγησε πως η πρώτη κρίση συνέβη μετά την αποφυλάκισή του. Σε μια επιστολή του προς τον αδελφό του Μιχαήλ από 9 Μαρτίου 1857 ο Ντοστογιέφσκι τον ενημερώνει πως η πρώτη κρίση του έγινε μετά το γάμο του, δηλαδή κατά την διάρκεια της εκτόπισής του. Εκεί, ο αγροτικός γιατρός, ήταν ο πρώτος που διέγνωσε «μια αυθεντική κρίση επιληψίας».
Όπως και να έχουν, όμως, τα πράγματα, οι οπαδοί της κλασσικής ψυχαναλυτικής σχολής του Φρόιντ, εύκολα θα διέκριναν και στις δύο εκδοχές το «αίσθημα ενοχής» του συγγραφέα και, παράλληλα, την υποσυνείδητη επιθυμία του μίσους και της δίψας για εκδίκηση.
Ο γνωστός γιατρός της εποχής εκείνης, και φίλος του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, Σ. Ντ. Γιανόφσκι, ισχυρίζεται ότι η επιληψία έκανε την εμφάνιση της πολύ πριν την σύλληψη, δίκη και φυλάκιση του συγγραφέα. Οι κρίσεις επιληψίας το 1846, 1847 και 1848 ήταν ελαφριάς μορφής, πράγμα που έκανε τον ασθενή να μην την αντιμετωπίζει με σοβαρότητα. Παρόμοιες είναι οι αναφορές και άλλων προσώπων που γνώριζαν τον Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι.[3]
Οι ειδικοί γνωρίζουν ότι σημαντικό βαθμό στη συνειδητοποίηση της ασθένειας διαδραματίζει το σημείο και ο βαθμό της αναγνώρισης και της αποδοχής της από τον ασθενή. Ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι είχε προσδιορίσει το σημείο αυτό με τα ρίγη που αισθανόταν. Τέτοια ρίγη βίωνε ο συγγραφέας λίγο πριν το κάτεργο. Πριν από αυτό τα συμπτώματα που είχε ήταν «νευρολογικού χαρακτήρα» και τα διαπίστωσε στην εφηβική του ηλικία. Τα συμπτώματα αυτά ήταν λήθαργος, μελαγχολία, πονοκέφαλος. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι «κρίσεις». Όπως και να έχουν τα πράγματα, το μόνο βέβαιο είναι ότι οι επιληπτικές κρίσεις ξεκίνησαν πριν από τις δικαστικές του περιπέτειες για την ανάμιξή του στην υπόθεση του Πετρασέφσκι..
Στο σημείο αυτό, θα κάνουμε μια μικρή αναφορά στο πατρικό πρότυπο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι. Ο πατέρας του ήταν ένας δύσκολος στη συμπεριφορά του άνθρωπος. Ζήλευε παθολογικά τη σύζυγό του, ενώ συμπεριφέρονταν βάναυσα στα παιδιά του. Εξαιρετικής σημασίας για την κατανόηση του έργου του Ντοστογιέφσκι, συνεπώς, έχει το μικρής έκτασης δοκίμιο του Ζ. Φρόιντ με τίτλο «Ο Ντοστογιέφσκι και η πατροκτονία». Η σχέση του όμως με τον πατέρα του διαμόρφωσε, εν πολλοίς, και τη σχέση του με το περιβάλλον του. Μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε την επιθετική συμπεριφορά που είχε ο ίδιος ο συγγραφέας απέναντι στους λογοτεχνικούς κύκλους της Ρωσίας την εποχή εκείνη, απέναντι στους κριτικούς και το κοινό, κάθε φορά που νόμιζε ότι τον αμφισβητούσαν, απέναντι, τέλος στα μέλη της ίδιας του της οικογένειας.
Οι παθολογικές ιδιαιτερότητες του ταλέντου του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι
Αν και ο γράφων τις γραμμές αυτές δεν διαθέτει ψυχιατρική εκπαίδευση, ούτε καν ιατρική, εν τούτοις, συνειδητοποιώντας τον επαπειλούμενο κίνδυνο, θα αποτολμήσει μια «ψυχιατρική προσέγγιση» του ξεχωριστού εκείνου ταλέντου που διακρίνει το έργο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, στηριζόμενος σε γνώμες και απόψεις ειδικών, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του κατά την διάρκεια της πολυετούς ενασχόλησής του με τα έργα του «μεγάλου αμαρτωλού» της ρωσικής λογοτεχνίας.
Ακόμη και ένας απλός αναγνώστης των έργων του Φ. Ν. Ντοστογιέφσκι διαπιστώνει με την πρώτη κιόλας ματιά ότι το πλήθος των ηρώων του χαρακτηρίζονται από μια υπερβολική τάση για την λεπτομέρεια, μια ροπή προς τις συγκεκριμένες, κάθε φορά, σκέψεις, μια πολυλογία, θα έλεγε κάνεις, ενώ την ίδια στιγμή γίνεται προφανές, ότι ο ειρμός των σκέψεών τους χάνεται και, κυρίως, κάτι μένει ανείπωτο, ημιτελές.
Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα που διακρίνουμε είναι το απόλυτο παράλογο, το ανορθολογικό, η παρορμητικότητα των συμπεριφορών τους.
Ενώ η τρίτη ιδιαιτερότητα είναι η συστηματική, σαδιστική, θα έλεγε κανείς, παραμονή τους σε όλα τα στάδια της κόλασης του Δάντη.
Δεν είναι λοιπόν τυχαία η άποψη που διατύπωσαν πολλοί στοχαστές ότι αν ο Τολστόι έχει δημιουργήσει χιλιάδες διαφορετικούς ανθρώπινους τύπους στα έργα του, ο Ντοστογιέφσκι, απεναντίας, σε κάθε του έργο σκιαγραφεί όλους τους ήρωες του υπό το φως της δικής του οπτικής για τον κόσμο. Ας θυμηθούμε τον παθολογικά αλκοολικό Μαρμελάντοφ στο «Έγκλημα και τιμωρία», την υστερική και μανιοκαταλθιπτική Κατερίνα Ιβάνοβνα, τον σεξομανή και σαδιστή Σβιντριγκάιλοφ, αλλά και τον νηφάλιο Λούζιν, ο οποίος χώνει επιτήδεια εκατό ρούβλια στη τσέπη της Σόνιας Μαρμελάντοβα προκειμένου στη συνέχεια να την κατηγορήσει για κλοπή. Στον «Ηλίθιο» ο πρίγκιπας Μίσκιν επανέρχεται στη ζωή μετά την παρατεταμένη θεραπεία για επιληψία και στο τέλος επιστρέφει στην ίδια ψυχιατρική κλινική στην Ελβεταία, ο Αραλντόν Ιβόλγκιν που πάσχει από εκφυλιστική παράλυση, ο έμπορος – δολοφόνος Ρογκόζιν, η Ναστάσια Φιλίπποβνα, η οποία διαρκώς επισημαίνει στους συνομιλητές της ότι την αποπλάνησαν σε μικρή ηλικία και ότι έχει, μετά απ’ αυτό, κάθε δικαίωμα να ταπεινώνει τους γύρω της. Στους «Δαιμονισμένους» ο ψυχρός δανδής Σταβρόγκιν, οι επιληπτικοί Κυρίλλοφ και Λεμπιάντκινα, το παράσιτο και προδότης Στεπάν Βερχοβένσκι, ο «επαναστάτης» Πιότρ Βερχοβένσκι, ο οποίος προκειμένου να διαλύσει τον χορό του στρατηγού εξυφαίνει πλήθος δολοπλοκιών, οι ασήμαντοι και ανόητοι Λιάμγκίν, Σιγκαλιόφ, Βιγκρίνσκι με τις α-νόητες αυτοκτονίες. Στα έργα του Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχουν ευτυχισμένο ήρωες, όπως δεν υπάρχουν και «θετικοί» ήρωες».
Όλα τα πρόσωπα που παρουσιάζονται σ’ αυτά τα έργα, είναι πρόσωπα που πάσχουν, που υποφέρουν, που βασανίζονται, που, όμως, στο τέλος, δε λυτρώνονται. Ακόμη και όταν ο κολασμός των πράξεών τους, ο βαρύς πέλεκυς της τιμωρίας πέφτει επί των κεφαλών δικαίων και αδίκων.
Δίχως να θέλουμε να υπεισέλθουμε στο πεδίο της ψυχιατρικής αποτίμησης της επίδρασης που άσκησε η επιληψία στην ανάπτυξη του ταλέντου του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, θα παραθέσουμε την άποψη του Ν. Μιχαηλόβσκι, ο οποίος ακόμη από το 1882 σε ένα άρθρο του με τίτλο «Σκληρό ταλέντο» σημειώνει: «Εμείς, απεναντίας, αναγνωρίζουμε το τεράστιο καλλιτεχνικό ταλέντο του Ντοστογιέφσκι και ταυτόχρονα διακρίνουμε σ’ αυτόν όχι μόνο τον πόνο που βιώνει για τους ταπεινωμένους και καταφρονημένους, αλλά, απεναντίας, βλέπουμε και μια ενστικτώδη επιδίωξή του να προκαλέσει πόνο σ’ αυτούς τους ταπεινωμένους και καταφρονημένους».[4] .
Την ίδια όμως γνώμη με τον Μιχαηλόφσκι είχαν και πολλοί άλλοι σύγχρονοι του Ντοστογιέφσκι συγγραφείς και ποιητές, όπως διαπιστώνουμε από την αλληλογραφία των Τουργκιένιεφ. Στράχοφ, Λ. Τολστόι, Π. Τσαϊκόφσκι, Σαλτικοφ-Σεντρίν, και στη συνέχεια του Μ. Γκόρκι.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην πλειοψηφία των έργων του Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχει ίχνος κοινωνικής διαμαρτυρίας. Οι ήρωες του – πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα είναι θύματα των παθών τους και είναι πολύ δύσκολο να ανακαλύψει ο σύγχρονος αναγνώστης έναν ήρωα τον οποίο ο συγγραφέας δεν θα παρουσίαζε σε μια εξαιρετική μειονεκτική θέση, στην καλλίτερη δε των περιπτώσεων σε μια ανόητη θέση.
Με ασφάλεια λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι το μυστικό της δημιουργίας του Ντοστογιέφσκι είναι ότι οι ήρωες του δρουν σα να μην υπάρχει διάσταση έργων και λόγων, σα να μην λειτουργούν υπό τον έλεγχο κάποιων κεντρικών ηθικών αρχών. Όλος ο κόσμος του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι είναι μια κινούμενη άμμος, είναι μια ρευστή περιρρέουσα πραγματικότητα, είναι ένας κόσμος ενστίκτων των ηρώων του, των παρορμήσεών τους, του χαοτικού τους ψυχισμού.
Την ίδια στιγμή όμως, ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι με την ικανότητά του να διαβλέψει τις πρωτογενείς παρορμήσεις των ηρώων του, να τις μετατρέψει σε πράξεις, να αποκαλύψει το έρεβος του υποσυνείδητου, κατόρθωσε να γίνει ο προφήτης του 20ου αιώνα, όπου αυτές οι πρωτόγονες παρορμήσεις της σκληρότητας, της κυριαρχίας, της καταπίεσης, της αλαζονείας, βγήκαν έξω από τα όρια της λογικής και του νόμου και κυριάρχησαν με τις μορφές των ανελέητων ολοκληρωτισμών του προηγούμενου αιώνα.
Προσπαθώντας να ερμηνεύσει την στωικότητα ενός ψυχικά ασθενούς, ο Ζ. Φρόιντ, στο γνωστό του έργο «Ο Ντοστογιέφσκι και η πατροκτονία», δημιουργεί έναν ολόκληρο ψυχαναλυτικό μύθο γύρω από τον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα. Ο στοχαστής της Βιέννης χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καραμαζόφ» ως «ύψιστο επίτευγμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η αποτίμηση του οποίου είναι αδύνατη». Ο κολακευτικός αυτός χαρακτηρισμός εκ μέρους του γενάρχη της ψυχανάλυσης δεν οφείλεται στις λογοτεχνικές και φιλοσοφικές αρετές του κειμένου, αλλά σε κάτι το τελείως διαφορετικό. Στην παγκόσμια λογοτεχνία δεν υπάρχει άλλο μυθιστόρημα, μέσα από το οποίο να διαφαίνεται, κατά τη γνώμη του Φρόιντ, τόσο ξεκάθαρα το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Από τους τέσσερις γιους του Φιοντόρ Καραμάζοφ οι τρείς θέλουν να τον σκοτώσουν, ενώ ένας εξ αυτών, ο Σμερντιακόφ, τελικά τον δολοφονεί. Κατά τη διάρκεια της δίκης ο Ιβάν Καραμάζοφ είναι, σχεδόν, παράφρων, και λέει μια φράση, η οποία φανερώνει τη σκέψη του ίδιου του συγγραφέα: «Μα ποιος θέλει να δολοφονήσει τον πατέρα;». Στηριζόμενος πάνω στην θεωρία του για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ο Φρόιντ αποδίδει σ’ αυτό την ψυχική νόσο του Ντοστογιέφσκι.
Ανεξάρτητα, πάντως, τόσο από τον ψυχαναλυτικό μύθο που δημιούργησε η εργασία του Φρόιντ, όσο και από το ερώτημα για το αν η επιληψία του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι ήταν κληρονομική ή επίκτητη, από το αν οι πρώτες κρίσεις συνέβησαν πριν ή μετά το κάτεργο, το σίγουρο είναι ότι η νόσος αυτή έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στο έργο του, όλων των περιόδων της δημιουργίας του.
Στο δεύτερο του, κιόλας μυθιστόρημα, πριν την σύλληψή του, τον «Σωσία» ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι σκιαγραφεί τον διχασμό της προσωπικότητας, την έκπτωσή της και την τρέλα. Ακολουθεί το μικρό του έργο «Η σπιτονοικοκυρά» όπου η πρωταγωνίστρια βρίσκεται «πέραν» του κόσμου των ανθρώπων, αλλά και οι έντονα συγκνινησιακά φορτισμένες νουβέλες «Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβα» και «Λευκές νύχτες». Στα δύο τελευταία έργα, ο αναγνώστης, εύκολα διαπιστώνει την ροπή του συγγραφέα να «φύγει μακράν» της σκυθρωπής περιρρέουσας πραγματικότητας και να καταφύγει στον κόσμο των ρομαντικών ονειροπολήσεων. Σ’ αυτά, ειδικά, τα έργα, κάνει την εμφάνισή της η φιγούρα του «ονειροπόλου», η οποία, εν πολλοίς, είναι αυτοβιογραφική. Είναι όμως, ωστόσο, τα έργα εκείνα στα οποία κάνει την εμφάνισή της η νόσος και οι επιπτώσεις της. Στις «Λευκές νύχτες» η θλίψη και η πικρή απογοήτευση του μοναχικού ηλικιωμένου πια ονειροπόλου, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μετά τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του, γίνεται αισθητή από τον αναγνώστη ως η καταβολή ενός ανελέητου τιμήματος για τις ονειροπολήσεις. Στο δε έργο του «Η σπιτονοικοκυρά», – και αυτό πριν από τη σύλληψη του, – στις ανησυχίες που διατυπώνει ο ήρωας βλέπουμε αμέσως τις αναλαμπές της επερχόμενης κρίσης επιληψίας.
Ο Μέγας Μελαγχολικός: μαρτυρία και μαρτύριο
Αν επιμέναμε, όμως, μόνο στις παραπάνω διαπιστώσεις σχετικά με την εμμονή του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι να μειώνει, να ταπεινώνει, να εξευτελίζει τους ήρωες του, θα παρουσιάζαμε μία μόνο και αυτή, ελαφρώς παραμορφωμένη, πλευρά του δημιουργικού του έργου, και, πιθανόν, να αδικούσαμε τον μεγάλο αυτό μελαγχολικό. Και αυτό γιατί διαβάζοντας τα έργα του εύκολα διαπιστώνουμε την βαθιά του συμπόνια προς τα θύματα της κοινωνικής αδικίας, την αίσθηση ότι όλα αυτά που κάνουν τους ήρωες του να πάσχουν μπορούν να συμβούν και σ’ εσένα τον ίδιο, όσο καλά προστατευμένος κι αν είσαι από την πιθανότητα της πτώσης, λόγω κοινωνικής θέσης, καλλιέργειας, βούλησης, εργατικότητας, υλικής ευμάρειας, συγγενών, δημιουργικότητας, επιτυχιών κ.α.
Εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση με τους ήρωες του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε ένας εξ αυτών, – και συνεπώς δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος, – που έστω και για λίγο, έστω και για μια στιγμή δεν βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού, δεν ένιωσε την δαμόκλεια σπάθη να επικρεμάται από πάνω του. Αυτό δείχνει μια βαθιά συνείδηση, εκ μέρους του συγγραφέα, της Ταπείνωσης, αν όχι μόνο από τα προσωπικά του βιώματα, τότε, ίσως, από παραδείγματα που υπήρχαν στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον. Πόσοι ήρωες του βρίσκονται σε έλεος ανελέητων ισχυρών, πόσοι και πόσοι εξαρτώνται από την καλή διάθεση αξιωματούχων, πλουσίων, τυράννων.
Σήμερα, βασισμένοι στην εμπειρία του 20ου αιώνα, γνωρίζουμε καλά πως απαιτούνται εβδομάδες ή και μήνες εξευτελισμών, βασανιστηρίων, ταπεινώσεων για να έρθει ο απλός άνθρωπος στο επίπεδο των ηρώων του Ντοστογιέφσκι. Και πέραν τούτου, ο καθένας από εμάς με ευκολία μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του επεισόδια προσβολής της προσωπικότητάς του, ακόμη και από ασήμαντους κρατικούς υπαλλήλους, οι οποίοι θωρακισμένοι πίσω από τον τίτλο ή το αξίωμα τους, εξευτελίζουν βάναυσα τον απλό πολίτη.
«Ο μη αναμάρτητος πρώτος τoν λίθον βαλέτω», αναφέρει η βιβλική παράδοση. Για το Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχουν αναμάρτητοι. Κι αυτό είναι που κάνει εμάς, τους αναγνώστες των έργων του μεγάλου μελαγχολικού να νιώθουμε συγγενείς με τους ήρωες του, να ταυτιζόμαστε μ’ αυτούς και με ευγνωμοσύνη να συνειδητοποιούμε ότι ο συγγραφέας όχι μόνο τους ταπεινώνει αλλά και, συνάμα, συμπονάει τα πάθη, τα βάσανα, τις δυσκολίες τους. Η υπερβολή, είναι μια από τις μεθόδους μυθιστοριογραφίας που με μεγάλη επιτυχία χρησιμοποιεί ο Ντοστογιέφσκι. Αποδεικνύεται πως είμαι μεγάλος τεχνίτης της υπερβολής συνδυάζοντας τον σαδισμό με την συμπόνια και αυτό τον καθιστά ιδιαίτερα προσφιλή συγγραφέα γενιών και γενιών στα πέρατα του κόσμου. Ιδιαίτερα σήμερα, σε μια εποχή γενικευμένης ανασφάλειας και κατάρρευσης όλων των σταθερών που γνώριζε ο κόσμος, σε μια εποχή αναζήτησης σημείων προσανατολισμού και πορείας, η λεπτή σαν τον διαυγή ανοιξιάτικο πάγο, ψυχολογική ανάλυση που κάνει στους ήρωες του, μπορεί να αποτελέσει παρηγοριά και ανακούφιση για νέες γενιές αναγνωστών.
Ο άνθρωπος που έγραψε την φράση «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» δεν μπορούσε να μείνει απαθής απέναντι στις ταπεινώσεις του ανθρώπου. Ξεπεσμένος αριστοκράτης, διάσημος συγγραφέας, φυλακισμένος, μελλοθάνατος, εξορισμένος, ο Ντοστογιέφσκι με ιδιαίτερη ευαισθησία αντιμετωπίζει το πρόβλημα των πτήσεων και των πτώσεων του ανθρώπου, αφού άλλωστε ο ίδιος, λόγω της ασθένειας του, ήταν συνεχώς αντιμέτωπος μ’ αυτό. Η επιληπτική κρίση, ως γνωστό, δεν είναι ένα καθόλου όμορφο θέαμα. Το γνώριζε ο ίδιος, τρόμαζε με τη σκέψη ότι μπορεί να έχει μια τέτοια κρίση μπροστά σε ξένους, πράγμα άλλωστε που συνέβη αρκετές φορές στη ζωή του. Την ίδια στιγμή όμως το θλιβερό αυτό θέαμα του προκαλούσε αισθήματα συμπόνιας και κατανόησης. Αισθήματα μετοχής αλλά και διάθεσης υπεράσπισης των αδυνάμων. Γόνος μιας οικογένειας ο ίδιος, όπου για τέσσερις γενιές καταγράφονται επιληπτικοί, κατόρθωσε μέσα από τα έργα του να γίνει ο «Κολόμβος» του υποσυνείδητου κόσμου του ανθρώπου.
Οι ειδικοί του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου, ίσως χρειαστεί να κάνουν εμβριθείς μελέτες για το πώς επέδρασε η επιληψία στο δημιουργικό έργο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι. Ίσως ανακαλύψουν πράγματα θαυμαστά μα και συνάμα τρομερά. Ένα είναι σίγουρο και προφανές, επί του παρόντος, οι προσωπικές ιδιαιτερότητες του συγγραφέα, η ψυχοπαθολογία του, τόσο όταν συμπεριφέρεται σαδιστικά στους ήρωες του, όσο κι όταν συμπάσχει μ’ αυτούς και τους συμπονά είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Παρόλα αυτά όμως ο Ντοστογιέφσκι παραμένει μεγάλος ανθρωπιστής, όσο τρομακτικές κι αν είναι οι εικόνες που σκιαγραφεί μέσα από τα έργα του, όσο σαδιστικές εξάρσεις κι αν περιγράφει, όσο κι αν φοβόταν την ίδια την έννοια της ελευθερίας, όσο αδύναμους κι αν περιέγραψε τον Αλιόσα Καραμάζοφ και τον στάρετς Ζωσιμά στους «Αδελφούς Καραμάζοφ», απέναντι στον Ιβάν Καραμάζοφ ή τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή. Και αυτό είναι που τον κάνει όχι απλά μεγάλο αλλά οικουμενικό συγγραφέα, ταυτισμένο με τον χαρακτηρισμό «μέγας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής».
Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι «Ηλίθιος»Μτφ: Ελένη Μπακοπούλου, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2008
… «Αναλογίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην επιληπτική του κατάσταση υπήρχε ένα στάδιο, σχεδόν ελάχιστα πριν την κρίση (όταν βέβαια η κρίση τον έβρισκε ξύπνιο), που ξαφνικά, μέσα στη θλίψη, την ψυχική μαυρίλα, την πίεση, για κάποια δευτερόλεπτα έμοιαζε να φλογίζεται ο εγκέφαλος του και να εκρήγνυται με πρωτοφανή δύναμη όλες οι ζωτικές του δυνάμεις. Κάτι τέτοιες στιγμές, που κρατούσαν όσο μια αστραπή, η αίσθηση της ζωής, της αυτοσυνείδησης, δεκαπλασιαζόταν σχεδόν. Το πνεύμα και η καρδιά πλημμύριζαν από ένα πρωτόγνωρο φως· όλες οι ταραχές, όλες οι ανησυχίες του, σαν να καταλάγιαζαν δια μιας, και κατέληγαν σε μια ανώτερη γαλήνη, γεμάτη από διαυγέστατη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γεμάτη από σύνεση και γνώση. Οι στιγμές αυτές όμως, οι αναλαμπές, ήταν μόνο προάγγελος του κρίσιμου δευτερολέπτου (ποτέ πάνω από δευτερόλεπτο) με το οποίο ξεκινούσε η κρίση. Αυτό το δευτερόλεπτο βεβαίως ήταν ανυπόφορο. Συλλογιζόμενος εκ των υστέρων αυτή τη στιγμή, υγιής πια, έλεγε συχνά στον εαυτό του: όλες αυτές οι αστραπές και οι αναλαμπές της ύψιστης αυτοεπίγνωσης και αυτοσυνείδησης, και άρα ενός «ανώτερου βιώματος», δεν είναι τίποτα περισσότερο από αρρώστια, από διατάραξη της φυσιολογικής κατάστασης, κι αν είναι έτσι, τότε δεν είναι καθόλου ανώτερο βίωμα, αλλά, αντιθέτως, θα πρέπει να θεωρηθεί ως το κατώτερο. Κι ωστόσο, κατέληξε, τελικά, στο εξαιρετικά παράδοξο συμπέρασμα: «Και τι μ’ αυτό, αν είναι αρρώστια;». Το πειράζει αν αυτή η αφύσικη ένταση, το αποτέλεσμα, αυτή η βιωματική στιγμή, όταν την αναλογίζεσαι και τη σκέφτεσαι όντας σε κατάσταση υγιή, αποδεικνύεται ύψιστη αρμονία, ομορφιά, σου δίνει το ανήκουστο και ασύλληπτο μέχρι τούδε αίσθημα της πληρότητας, του μέτρου, της συμφιλίωσης και της εκστατικής θρησκευτικής ταύτισης με την πεμπτουσία της ζωής:» Αυτές οι θολές διατυπώσεις του φαίνονταν πολύ κατανοητές, αν και ακόμη αρκετά αδύναμες. Δεν μπορούσε να αμφιβάλλει πως αυτό είναι πράγματι «ομορφιά και θρησκευτική έκσταση», ότι είναι πράγματι η «πεμπτουσία της ζωής», ούτε μπορούσε να δεχτεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Διότι εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε οράματα, αφύσικα και φανταστικά, σαν αυτά που βλέπει κανείς με το χασίς, το όπιο ή το ποτό, που μειώνουν τη λογική και διαστρεβλώνουν την ψυχή. Αυτό μπορούσε να το κρίνει με απόλυτη λογική όταν τέλειωνε η κρίση.
Οι στιγμές αυτές ήταν ακριβώς μόνον μια ασυνήθιστη ενδυνάμωση της αυτοσυνείδησης- αν έπρεπε να ορίσει κανείς την κατάσταση αυτή με μια λέξη – , αυτοσυνείδηση και ταυτόχρονα αυτοεπίγνωση, άμεση σε ακραίο βαθμό.Αν τη στιγμή εκείνη, δηλαδή το τελευταίο ενσυνείδητο δευτερόλεπτο πριν το ξέσπασμα της κρίσης, του συνέβαινε να προλάβει να πει στον εαυτό του, με διαύγεια και συνειδητά: «Ναι, για μια τέτοια στιγμή μπορεί κανείς να δώσει και τη ζωή του!» – τότε φυσικά αυτή η στιγμή από μόνης της άξιζε μια ολόκληρη ζωή. Πάντως, για τη διαλεκτική πλευρά του συμπεράσματός του δεν επέμεινε: η αποβλάκωση, ο ψυχικός ζόφος, η ηλιθιότητα, ορθώνονταν μπροστά του ως ολοκάθαρη συνέπεια αυτών των «ανώτερων στιγμών». Στα σοβαρά δεν θα μπορούσε να το συζητήσει, εννοείται. Στο συμπέρασμα, δηλαδή στην αποτίμηση αυτής της στιγμής, εμπειριείχετο, χωρίς αμφιβολία, ένα λάθος, αλλά ο ρεαλισμός της αίσθησης, όσο να ‘ναι, τον μπέρδευε λίγο. Τι στ’ αλήθεια μπορούμε να κάνουμε με την πραγματικότητα; Αυτό, βλέπεις, είχε συμβεί, και ο ίδιος, βλέπεις, προλάβαινε να πει στον εαυτό του εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, ότι αυτή η στιγμή, σ’ αυτόν, μάλλον, θα μπορούσε να αξίζει μια ολόκληρη ζωή. «Αυτή τη στιγμή» – όπως έλεγε κάποτε στον Ραγκόζιν, στη Μόσχα, κατά τη διάρκεια των εκεί συναντήσεων τους- «αυτή τη στιγμή μου γίνεται κατανοητός ο ασυνήθιστος ισχυρισμός ότι δεν θα υπάρξει άλλος χρόνος. Πιθανόν» – συμπλήρωσε χαμογελώντας – «να είναι εκείνο το δευτερόλεπτο στο οποίο δεν πρόλαβε να χυθεί το νερό από την αναποδογυρισμένη στάμνα του επιληπτικού Μωάμεθ, που πρόφτασε μέσα σ’ εκείνο το δευτερόλεπτο να περιτρέξει όλους τους οίκους του Αλλάχ»…Σελ: 393 – 395…
«Από την αρχή ακόμη, όταν ο πρίγκιπας μπήκε στο σαλόνι, κάθησε όσο πιο μακριά γινόταν από το κινέζικο βάζο, με το οποίο τον είχε τρομοκρατήσει τός η Αγκλάια. Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι μετά τα χτεσινά λόγια της Αγκλάιας ρίζωσε μέσα του η ανεξίτηλη πεποίθηση, ένα εκπληκτικό και αδιανόητο προαίσθημα ότι αύριο κιόλας θα το σπάσει οπωσδήποτε το βάζο αυτό, όσο κι αν κρατιόταν μακριά του, όσο κι αν το απέφευγε; Κι όμως, έτσι ήταν. Στη διάρκεια της βραδιάς άλλες δυνατές αλλά ευχάριστες εντυπώσεις άρχισαν να καταλαμβάνουν την ψυχή του· αναφερθήκαμε ήδη σ’ αυτό. Ξέχασε το προαίσθημα του. Όταν άκουσε για τον Παβλίσιεφ και ο Ιβάν Φιοντόροβιτς τον οδήγησε στην Ιβάν Πετρόβιτς για να του τον παρουσιάσει και πάλι, ήρθε πιο κοντά στο τραπέζι και βρέθηκε ακριβώς στην πολυθρόνα δίπλα από το τεράστιο, κόκκινο κινέζικο βάζο, που έστεκε πάνω σε έναν ανθοστάτη, σχεδόν δίπλα στον αγκώνα του, ελαφρώς πιο πίσω.
Με τα τελευταία λόγια σηκώθηκε από τη θέση του, κούνησε απρόσεχτα το χέρι, τίναξε κάπως τον ώμο του και … τότε ακούστηκε μια γενική κραυγή! Το βάζο ταλαντεύτηκε, στην αρχή, σαν αναποφάσιστο: να πέσει μήπως το κεφάλι κανενός από τα γεροντάκια; Όμως ξαφνικά έγειρε προς την αντίθετη μεριά, προς τη μεριά του γερμανάκου που μόλις πρόλαβε με τρόμο να κάνει στην άκρη, και σωριάστηκε στο δάπεδο. Θόρυβος, φωνές, πολύτιμα θραύσματα σκορπισμένα στο χαλί, φόβος, απορία, ω, τι συνέβαινε στον πρίγκιπα ήταν δύσκολο κι ίσως δεν χρειαζόταν να το φανταστείς! Αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε μια παράξενη αίσθηση που τον συγκλόνισε ακριβώς την ίδια στιγμή: ούτε η ντροπή, ούτε το σκάνδαλο, ούτε ο φόβος, ούτε το αναπάντεχο τον συγκλόνισαν περισσότερο, αλλά η πραγμάτωση της προφητείας! Τι ακριβώς ήταν αυτό που τον αιχμαλώτισε στη σκέψη αυτή, δεν θα ήταν σε θέση να το εξηγήσει· αισθάνθηκε απλά ότι έχει συγκλονισθεί ως τα τρίσβαθα της ψυχής του και στεκόταν πλημμυρισμένος από ένα φόβο σχεδόν μυστικιστικό. Μια στιγμή ακόμη, και σαν όλα μπροστά να διευρύνονται, στη θέση του τρόμου φως και χαρά, έκσταση· άρχισε να πνίγεται, και … αλλά η στιγμή πέρασε. Δόξα τω Θεώ, δεν ήταν αυτό! Πήρε ανάσα και κοίταξε ένα γύρω.» Σελ 935 – 936
Αϊμέ Ντοστογιέφσκι, Η ζωή του πατέρα μου, Μτφ: Στέλιου Ι. Ζερβού,Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1971
… Τότε ο Ντοστογιέφσκυ άρχισε να ‘χει αμφιβολίες για το ταλέντο του. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Έγινε νευρικός και υστερικός. Η φοβερή ασθένεια της επιληψίας που κοιμότανε μέσα του χωρίς να εκδηλώνεται σε κρίσεις, άρχισε να του φέρνει πιεστικές ενοχλήσεις. Άρχισε ν’ αποφεύγει τα φιλολογικά σαλόνια και κλεινότανε σπίτι του για πολλές ώρες ή γύριζε μονάχος στους σκοτεινούς και έρημους δρόμους της Πετρούπολης. Περπατώντας μιλούσε μονάχος του, χειρονομούσε και έκανε τους διαβάτες να γυρίζουν να τον δουν. Ακόμη και οι φίλοι του που τον συναντούσαν στο δρόμο νόμιζαν πως παλάβωσε…Σελ. 57
…Την εποχή εκείνη ο πατέρας μου θεωρούσε τον εαυτό του άρρωστο και ανίκανο για γάμο. Η επιληψία που μέχρι τότε ήτανε σε κατάσταση λανθάνουσα άρχισε πια να εκδηλώνεται. Είχε σοβαρές κρίσεις και ζωηρούς σπασμούς που τον εξουθένωναν και τον έκαναν ανίκανο για κάθε εργασία. Οι γιατροί του συντάγματος που τον κουράριζαν δίσταζαν ακόμη να που τι ήταν η αρρώστια του· πολύ αργότερα έδωσαν το όνομα επιληψία, στην αρρώστια του Ντοστογιέφσκυ…Σελ. 98…
Η επιληψία του πατέρα μου είχε πια εκδηλωθεί τελείως κι αυτό του είχε καλμάρει τα νεύρα. Υπόφερε βέβαια πολύ όταν είχε κρίση, όμως είχε την ανταμοιβή του όταν η κρίση περνούσε να γίνεται το πνεύμα του πιο καθαρό και πιο ήρεμο… Σελ. 101
Αργότερα οι γιατροί εξήγησαν στους δικούς μου ότι η αιτία του θανάτου του Αλέξη ήταν η ανώμαλη διαμόρφωση του μετώπου του. Ο εγκέφαλος του μεγαλώνοντας δεν βρήκε αρκετό χώρο να αναπτυχθεί μέσα στο μικρό και παραμορφωμένο κρανίο. Εγώ προσωπικά σκεφτόμουν πάντα ότι ο Αλέξης, που έμοιαζε σε όλα του πατέρα μου, θα του είχε κληρονομήσει και την επιληψία. Ο Θεός όμως στάθηκε γι’ αυτόν πολύ καλός και τον πήρε κοντά του με την πρώτη του κρίσης της αρρώστιας. Σελ. 180
Το μυαλό των επιληπτικών δεν είναι φυσιολογικό. Η μνήμη τους δεν κρατάει παρά τα γεγονότα που τους κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση. Είναι πιθανόν πως η Παυλίνα Ν. ήταν από κείνες τις πολύ όμορφες κοπέλες που αγαπάνε οι άντρες πολύ όταν τις έχουν κοντά τους, μα που τις ξεχνούν γρήγορα όταν πάψουν να τις βλέπουν…Σελ. 188
[1] Merezkovskijj D. S. Lev Tolstoi I Dostoyevskii. Cobr. Soc. T. 9, 1914, c. 101.
Stefan Cveig Tri mastera. Moskva, 1992. c. 83
Grossman Leonid Poetika Dostoyevskogo. Moskva, 1925, c. 132
[2] Volockii M. V. Chronika rodoslovija Dostoyevskogo Moskva 1993.
[3] Vrangl’ A. E. Iz vospominanii o F. M. Dostoyevskom v Sibiri στο F.M. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, c. 345. Vsevolod Solov’ev o F. M. Dostoyevskom ibid. t.2, Moskva, 1990, c. 205. Rezinkampf AE. Vospominanija o Fiodore Michailovice Dostoyevskom στο F.M. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, c.. 552. Janovskii S. D. Vospominanje o Dostoyevskom στο F.M. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, c. 234
[4] Michailovskii N. K., Zestokii talent. Moskva, 1957.
To μεγάλο εμπόδιο για να ξεφύγουμε από την κρίση δεν είναι τάχα το γεγονός ότι πρώτοι εμείς καταδικάζουμε τον εαυτό μας; Πρέπει λοιπόν να επεκτείνουμε την καταδίκη σε όλους, αδιακρίτως, ώστε να την κάνουμε κάπως πιο ήπια. Καμιά δικαιολογία, ποτέ, και για κανέναν, αυτή είναι η αρχή μου, η αφετηρία μου. Αρνούμαι την καλή πρόθεση, το έντιμο λάθος, το στραβοπάτημα, τα ελαφρυντικά. Εγώ δεν συγχωρώ, δεν δίνω άφεση αμαρτιών. Κάνω απλώς την πρόσθεση και ύστερα λέω: «Μας κάνουν τόσα. Είστε διεστραμμένος, σάτυρος, μυθομανής, παιδεραστής, καλλιτέχνης, κ.λπ.» Έτσι. Νέτα σκέτα. Στη φιλοσοφία, όπως και στην πολιτική, είμαι συνεπώς υπέρ της θεωρίας που αρνείται την αθωότητα για τον άνθρωπο και υπέρ της κάθε πρακτικής που τον αντιμετωπίζει ως ένοχο. Βλέπετε στο πρόσωπό μου, φίλτατε, έναν φωτισμένο υπέρμαχο της δουλείας. Δίχως αυτήν, για να λέμε την αλήθεια, δεν υπάρχει οριστική λύση. Αυτό το κατάλαβα πολύ γρήγορα. Άλλοτε, είχα μόνον την ελευθερία στο στόμα. Στο πρόγευμα την άπλωνα πάνω στο ψωμί μου, τη μασούλαγα όλη μέρα, έφερνα στον κόσμο μια ολόδροση ανάσα ελευθερίας. Βομβάρδιζα με τούτη την κυρίαρχη λέξη όποιον διαφωνούσε μαζί μου, την είχα βάλει στην υπηρεσία των πόθων και της δύναμής μου.
Την ψιθύριζα στο κρεβάτι, στο αυτί των αποκοιμισμένων φιλενάδων μου, και τούτη η λέξη με βοηθούσε να τις αφήνω στα κρύα του λουτρού. Την τρύπωνα συχνά… Μα τι κάνω, εξάπτομαι και χάνω το μέτρο. Τέλος πάντων, μου έτυχε να κάνω και πιο αφιλοκερδή χρήση της ελευθερίας, και μάλιστα, δείτε κι εσείς ο ίδιος την αφέλειά μου, να την υπερασπιστώ κιόλας δυο τρεις φορές, δίχως να φτάσω ασφαλώς, ίσαμε το σημείο να πεθάνω γι’ αυτήν, διακινδυνεύοντας όμως για χάρη της. Πρέπει να μου συγχωρήσετε αυτές τις απερισκεψίες, δεν ήξερα τι έκανα. Δεν ήξερα πως η ελευθερία δεν είναι ανταμοιβή, ούτε παράσημο που το γιορτάζουν με σαμπάνια. Ούτε και δώρο, άλλωστε, κουτί με λιχουδιές που σε κάνουν να γλείφεσαι. Ω, όχι, κάθε άλλο, είναι αγγαρεία, ένας μαραθώνιος πολύ μοναχικός, πολύ εξαντλητικός. Χωρίς σαμπάνια, χωρίς φίλους να σηκώνουν το ποτήρι τους και να σε κοιτάζουν με τρυφερότητα. Μόνος σε μια θλιβερή αίθουσα, μόνος στο εδώλιο μπροστά στους δικαστές και μόνος για ν’ αποφασίσεις μπροστά στον εαυτό σου ή μπροστά στην κρίση των άλλων. Μετά από κάθε ελευθερία υπάρχει μια δικαστική απόφαση. Να γιατί η ελευθερία είναι πολύ βαριά να τη σηκώσεις, ιδιαίτερα όταν υποφέρεις από πυρετό ή όταν έχεις στεναχώριες ή όταν δεν αγαπάς κανέναν.
Η φυσική αγάπη σχεδόν σπάνια ενώνεται με την αγάπη της ψυχής. Τι ακριβώς κάνει η ψυχή, όταν το σώμα σμίγει με κινήσεις τόσο αιώνιες, τόσο καθολικές κι αμετάβλητες με άλλο σώμα; Τι δεν επινοεί σ’ αυτές τις στιγμές φανερώνοντας την υπεροχή της πάνω στην αδρανή μονοτονία της σαρκικής ζωής! Πόσο ξέρει να εκδικείται το σώμα και να το χρησιμοποιεί μόνο σαν πρότυπο για μια παράφρονη φαντασία χίλιες φορές πιο σαρκικό κι απ’ αυτά τα ίδια τα δυο κορμιά! Ή αντίθετα: πόσο ξέρει να το υποτιμά αφήνοντάς το σ’ αυτό το εκκρεμές και στο μεταξύ στέλνει τις σκέψεις της κουρασμένες από την ιδιοτροπία του σώματός τους κάπου αλλού: σε μια παρτίδα σκάκι, στο φαγητό ή σ’ ένα διαβασμένο βιβλίο… Δεν είναι κάτι σπάνιο να ενώνονται μαζί δυο ξένα κορμιά. Κι ίσως και η ένωση της ψυχής τους κάποτε να συμβαδίσει. Αλλά χίλιες φορές πιο σπάνιο είναι να ενωθεί το σώμα με την ψυχή του και να υπάρξουν σαν ένα μπροστά στο πάθος. Αλλά κι αυτό κάποτε συμβαίνει όταν ο άνθρωπος πραγματικά αγαπάει∙ ίσως∙ το πιστεύω∙ θέλω να το πιστεύω αυτό πάντα∙ Αλλά τι έκανε λοιπόν η ψυχή μου τις στιγμές που το σώμα μου ασχολιόταν μ’ ένα φυσικό έρωτα με την Έλενα; Η ψυχή μου είδε ένα γυναικείο κορμί. Έμεινε αδιάφορη μπροστά του.
Ήξερε πως το σώμα αυτό έχει γι’ αυτήν νόημα μόνο σαν σώμα που δίνεται κι αγαπιέται από κάποιον τρίτο, από κάποιον που δεν είναι εδώ, και γι’ αυτό ακριβώς δοκίμασε να δει αυτό το κορμί με τα μάτια εκείνου του τρίτου, του απόντος∙ προσπάθησε να γίνει το μέσον εκείνου∙ φαινόταν εδώ ένα γυμνό κορμί γυναίκας, οι διπλώσεις των ποδιών, της κοιλιάς και του στήθους, αλλά όλ’ αυτά πήραν μια σημασία μόνον τη στιγμή που τα μάτια μου μεταμορφώθηκαν σε μάτια αυτού του τρίτου απόντος∙ σ’ αυτό το ξ έ ν ο βλέμμα μετά πέρασε η ψυχή μου κι έγινε δική του∙ δεν επικράτησα απλώς πάνω στις καμπύλες των ποδιών, της κοιλιάς και του στήθους, επικράτησα επάνω τους, έτσι ακριβώς όπως τα έβλεπε εκείνος ο τρίτος απών.Κι όχι μόνον η ψυχή μου έγινε το μέσον αυτού του τρίτου απόντος, αλλά πρόσταξε και το σώμα μου να γίνει μέσον του σώματός του κι αποχώρησε μετά να παρακολουθήσει την πάλη δύο κορμιών, δυο συζυγικών κορμιών, για να δώσει ξαφνικά διαταγή στο κορμί μου να μείνει πάλι μόνο και εισχωρώντας σ’ αυτήν τη συζυγική συνουσία να την ανατρέψει κτηνώδικα.
Στον τράχηλο της Έλενας πετάχτηκε μια μπλε φλέβα και το σώμα της όλο ανατρίχιασε σ’ έναν σπασμό∙ τίναξε μια το κεφάλι και τα δόντια της δάγκωσαν το μαξιλάρι. Μετά ψιθύρισε το όνομά μου και τα μάτια της παρακαλούσαν για δυο στιγμές ανάπαυσης. Αλλά η ψυχή μου με πρόσταξε να μη σταματήσω∙ με πρόσταξε να την ωθώ από ηδονή σε ηδονή∙ να τη βασανίζω∙ ν’ αλλάζω τις στάσεις του κορμιού της για να μη μείνει κρυμμένη και μυστική ούτε μια θέα απ’ αυτό που κοιτούσε εκείνος ο τρίτος απών∙ όχι, να μην την αφήσω ν’ ανασάνει∙ να επαναλάβω ξανά και ξανά εκείνον το σπασμό που είναι πραγματικός, ακριβής κι αυθεντικός, που μέσα του δεν κρύβει καμιά προσποίηση και που είναι χαραγμένος στη μνήμη αυτού του τρίτου, αυτού που δεν είναι εδώ, σαν σημάδι, σαν σφραγίδα, σαν κρυπτογράφημα! Αυτήν τη βασιλική σφραγίδα! Nα ληστέψω το δεκατριετές δωμάτιο του Πάβελ Ζεμάνεκ∙ ν’ αφήσω σ’ αυτό μονάχα ερήμωση!