RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Raphaële Billetdoux, Οι νύχτες μου είναι πιο όμορφες απ’ τις μέρες σας

Το μόνο πραγματικά δύσκολο εκείνη τη στιγμή ήταν να τραβήξεις το βλέμμα σου απ’ αυτή την ανοιχτή πληγή του ουρανού, τη βαθιά και δηλητηριώδη, που σαν πυρκαγιά καταύγαζε πάνω από το Παρίσι και αντανακλούσε τα φοβερότερα γνήσια τοπία, τα εκπληκτικότερα ζώα, σμιλεμένα στην πορφύρα αγγέλων που ξεψυχούσαν και από τους οποίους δεν έλαμπε πια άλλο τίποτε, πέρα από τη διάθλαση των χρυσών σαλπίγγων. Κάτω απ’ αυτό το τελευταίο σπαρτάρισμα το φωτός, ανθρώπινα όντα, πουλιά, αυτοκίνητα, είχαν τρελαθεί. Η εισβολή της σκιάς και η ζωηρή κίνηση στους δρόμους έδιναν μόνο μια ψευδαίσθηση ανέμου, που δεν μπορούσε να μετριάσει τον εποχιακό καύσωνα. Τα παιδιά έπεφταν μπρούμυτα κι αποφάσιζαν να κλάψουν. Οι σκύλοι στριφογύριζαν και σήκωναν τις μουσούδες τους για να κοιτάξουν τους ανθρώπους κατάματα. Η μέρα, που ήταν μεγάλη, να που ’χε κιόλας περάσει. Αυτήν ακριβώς την πιο ευλαβική ώρα, υποφέρεις ξαφνικά, επειδή δεν αγαπιέσαι κι επειδή απαγορεύεται να ορμήσεις πάνω στα άτομα του άλλου φύλου, που περνούν πλάι σου και σ’ αγνοούν.

Σωριασμένος στην καρέκλα του, είχε ξεχάσει ότι φορούσε άσπρα και ότι αυτό το λευκό πάνω στο ψηλό κουρασμένο κορμί του, μέσα στη γενική αγωνία του φωτός, θα μπορούσε να προκαλέσει στους άλλους για ένα δευτερόλεπτο, έναν πόνο τόσο έντονο σαν κι αυτόν που εκείνος ένιωθε κάθε φορά που κοίταζε τη θέα τ’ ουρανού, πέρα στον ορίζοντα. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να του κάνει μεγάλο κακό, γιατί αισθανόταν χαμένος. Άφηνε ανεπιφύλακτα τον εαυτό του βορά στους θορύβους και τους χρωματιστούς λεκέδες, στις γυναίκες, στους γυναικείους μηρούς, σ’ ό,τι κινιόταν γύρω του. Μέσα του όλα ήταν σιωπή. Και καθόταν εκεί με τα πόδια ανοιχτά, τα μάτια να καίνε, χαμένα στο κενό, σ ‘ ένα κενό που απλωνόταν απ’ τη θέση που βρισκόταν, στην ταράτσα μιας μπυραρίας κάπου στο Παρίσι, μέχρι την τελευταία άκρη της στεριάς που του φαινόταν ότι διέκρινε, εκεί, όπου ο τελευταίος βράχος της Γαλλίας μπερδεύεται με τα λαμπυρίζοντα μόρια του αέρα… Προσπάθησε να ελέγξει τ’ απανωτά χασμουρητά του, ελπίζοντας κάθε φορά που άνοιγε το στόμα, ότι τελικά θα ξέρναγε ολόκληρη την ψυχή του που, παρά την παριζιάνικη ζωή στην οποία την είχε εξαναγκάσει, αισθανόταν όλες τις λεπτές μεμβράνες της και τις καρδιακές κοιλότητες να κολλούν μεταξύ τους, μέσα στον παλμό της ίδιας του της ζωής. Κάποιος ξερός ήχος τον έβγαλε απ’ τ’ ονειροπόλημά του• ένας χρυσός αναπτήρας είχε κυλήσει ως τα πόδια του. Σήκωσε τα μάτια και είδε το πρόσωπο μιας νέας γυναίκας, λίγο στρουμπουλής, που δάγκωνε τα χείλη της.

Η πρώτη λέξη που του ήρθε στο νου ήταν «κορίτσι» κι αμέσως μετά «αίμα». Την ίδια στιγμή σκεφτόταν: τα χείλη της είναι μαύρα. Όλα αυτά ταίριαζαν με το δειλινό• έσκυψε και σήκωσε τον αναπτήρα.
– Να σας προσφέρω ακόμα ένα ποτό; είπε, έκπληκτος κι ο ίδιος από τον εαυτό του.
Της έδωσε τον αναπτήρα. Τον πήρε, μ’ έναν τρόπο πολύ διακριτικό και χαμογέλασε σαν να ζητούσε συγγνώμη. Άναψε το τσιγάρο που κρατούσε, άφησε τον αναπτήρα. Δεν φαινόταν πια απ’ αυτήν παρά μια τούφα απ’ τα μαλλιά της.
– Συγγνώμη, της είπε, σας έκανα μια ερώτηση και δεν άκουσα την απάντησή σας.
Η τούφα των μαλλιών ανέμισε, δυο μάτια τον κοίταξαν. Πολλές φορές διακρίνουμε τ’ αυτιά ενός ζώου, την ουρά του, την κίνηση ολόκληρου του σώματός του. Αν όμως δεν έχουμε κοιτάξει τα μάτια του, να λάμπουν μεσ’ απ’ το τρίχωμα, θα ήταν μυθιστορηματικό να λέγαμε ότι συναντήσαμε κάποιον… Δεν ήξερε πια πόση ώρα τον κρατούσε, ολοζώντανο, στην άκρη ενός βλέμματος, που ήταν ωμό, βαθύ, ήρεμο και μακρύ σαν μίσχος έτοιμος να τον διαπεράσει, όταν ξαφνικά τον άφησε.
– Όχι βέβαια, είναι αυτονόητο, είπε απλά.

Raphaële Billetdoux, Οι νύχτες μου είναι πιο όμορφες απ’ τις μέρες σας, μτφρ.: Έφη Κορομηλά, σελ. 7-10, Εκδόσεις Νεφέλη, 1986

Artwork: Adam Martinakis

.

.

 

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ

Η ψυχή της, αποκαμωμένη από την αλαζονεία, αναπαυόταν επιτέλους στη χριστιανική ταπείνωση• και η Έμμα, γευόμενη την ηδονή τού να είσαι αδύναμος, ενατένιζε μέσα στον εαυτό της την καταστροφή της θέλησής της, που έμελλε να αφήσει πλατύ χώρο για την εισόρμηση της χάρης. Ώστε στη θέση της ευτυχίας υπήρχαν ευδαιμονίες μεγαλύτερες, ένας άλλος έρωτας πιο ψηλά απ’ όλους τους άλλους έρωτες, διαρκής και ατελείωτος, ένας έρωτας που αιώνια θα γινόταν δυνατότερος! Διέβλεψε, μέσ’ από τις ψευδαισθήσεις της ελπίδας της, μία κατάσταση αγνότητας να αιωρείται πάνω απ’ τη γη, να σμίγει με τον ουρανό, και προσδόκησε να βρεθεί σ’ αυτή. Θέλησε να γίνει αγία. Αγόρασε κομπολόγια, φόρεσε φυλαχτά• επιχείρησε να έχει μέσα στην κάμαρά της, στο προσκέφαλό της, μια σμαραγδοκόλλητη λειψανοθήκη για να τη φιλά κάθε βράδυ.

Ο παπάς είχε σαγηνευθεί απ’ τις κλίσεις της αυτές, αν και φοβόταν ότι η θρησκευτικότητα της Έμμα, από την πολλή της θέρμη, ίσως την οδηγούσε στα πρόθυρα της αίρεσης ή σε εξωφρενισμούς. Καθώς, όμως, δεν τα καλοήξερε τα ζητήματα αυτά, ιδιαίτερα όταν περνούσαν ένα κάποιο μέτρο, έγραψε στον κύριο Μπουλάρ, βιβλιοπώλη του Σεβασμιότατου, να του στείλει κάτι το πολύ καλό για ένα πρόσωπο γυναικείου φύλου, αρκετά ευφυές. Ο βιβλιοπώλης, με την ίδια αδιαφορία που θα ’στελνε ένα φόρτωμα αλυσίδες για νέγρους, αμπαλάρισε ανάκατα ό,τι υπήρχε στην τρέχουσα αγορά στον τομέα των ευλαβικών βιβλίων. Ήσαν μικρά εγχειρίδια με ερωταπαντήσεις, λίβελλοι με αλαζονικό τόνο τύπου ντε Μεστρ και κάτι ρομάντσα με ροζ βιβλιοδεσία και στιλ γλυκερό, γραμμένα από τροβαδούρους κατηχητικών ή από μετανοημένες ψευτολογοτεχνίτρες. Υπήρχε το Σκεφτείτε το καλά, το Ο άνθρωπος του κόσμου στα πόδια της Μαρίας, υπό του κυρίου ντε… πολλάκις παρασημοφορηθέντος, το Περί των λαθών του Βολταίρου, προς χρήσιν των νεωτέρων, κ.λπ.

Gabriele ViertelΗ κυρία Μποβαρύ δεν είχε ακόμη αρκετά λογαρή διάρροια για να καταπιαστεί σοβαρά με οτιδήποτε• έπεσε μολοταύτα στην ανάγνωση με υπερβολική ζέση. Οργίστηκε με τις επιταγές της θρησκευτικής λατρείας. Η αλαζονεία των κειμένων πολεμικής την ενόχλησε με τη μανία τους να κατακεραυνώνουν ανθρώπους που αυτή δεν γνώριζε• και τα εγκόσμια αφηγήματα θρησκευτικής πνοής τής φάνηκαν γραμμένα με τέτοια άγνοια του κόσμου, ώστε την απομάκρυναν ανεπαίσθητα από τις αλήθειες των οποίων την απόδειξη περίμενε. Επέμεινε, ωστόσο, και, όταν το βιβλίο της έπεφτε απ’ τα χέρια, αισθανόταν να συνεπαίρνεται απ’ την πιο λεπτή καθολική μελαγχολία που θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει μια αιθέρια ψυχή.

Όσο για την ανάμνηση του Ροδόλφου, την είχε απωθήσει στα κατάβαθα της καρδιάς της• κι εκεί παρέμενε, πιο μεγαλοπρεπής και πιο ασάλευτη κι από βασιλική μούμια σε υπόγειο δώμα. Απ’ το μεγάλο τούτο βαλσαμωμένο έρωτα έβγαινε μια ευωδία που, περνώντας μέσ’ απ’ όλα, αρωμάτιζε με τρυφεράδα την ατμόσφαιρα ασπιλότητας μέσα στην οποία ήθελε να ζήσει. Όταν έπεφτε στα γόνατα πάνω στο γοτθικό προσκυνητάρι της, απηύθυνε στον Κύριο τα ίδια γλυκά λόγια που ψιθύριζε άλλοτε στον εραστή της, στις διαχύσεις της μοιχείας. Κι αυτό ήταν για να της έρθει η πίστη• καμία αγαλλίαση όμως δεν κατέβαινε απ’ τον ουρανό.

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ, σελ. 288-290, μτφρ.: Μπάμπης Λυκούδης, Εκδόσεις Εξάντας, 1993 .

Photo: Gabriele Viertel

.

.

 

Τhomas Mann, Το μαγικό βουνό

 O άνθρωπος δεν ζει μόνον την προσωπική ζωή του ως άτομο, αλλά, συνειδητά ή ασυνείδητα, και τη ζωή της εποχής του και των συγχρόνων του• και αν ακόμη θεωρούσε τις γενικές και απρόσωπες βάσεις της ύπαρξής του απολύτως δεδομένες και αυτονόητες, και αν η ιδέα να τις κρίνει του ήταν τόσο μακρινή, όσο πράγματι ήταν για τον αγαθό Χανς Κάστορπ, είναι όμως απολύτως πιθανό ότι θα αισθανόταν την ηθική του ευεξία να επηρεάζεται από τις ατέλειές τους. Γιατί o μεμονωμένος άνθρωπος μπορεί να οραματίζεται κάθε λογής προσωπικούς στόχους, σκοπούς, ελπίδες, προοπτικές, απ’ όπου αντλεί την ώθηση για υψηλές προσπάθειες και δραστηριότητα•

όταν το απρόσωπο που τον περιβάλλει, η εποχή η ίδια, παρά την εξωτερική της ενεργητικότητα στερείται κατά βάσιν στόχων και ελπίδων, εάν του αποκαλύπτεται στα κρυφά ως άπελπις, δίχως προοπτική και εν απορία και εναντιώνει μια κενή σιωπή στο ερώτημα, που τίθεται συνειδητά ή ασυνείδητα, αλλά πάντως κατά κάποιον τρόπο τίθεται, για κάποιο τελικό, περισσότερο από προσωπικό, απόλυτο νόημα κάθε προσπάθειας και δραστηριότητας, τότε, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις πιο πλούσιου ανθρωπισμού, θα είναι σχεδόν αναπότρεπτη κάποια παραλυτική επίδραση αυτής της κατάστασης, η οποία μέσω του ψυχικού και ηθικού μπορεί να απλωθεί κυριολεκτικά μέχρι το φυσικό και οργανικό τμήμα του ατόμου. Η διάθεση για σημαντικό έργο, που υπερβαίνει το μέτρο της συνηθισμένης προσφοράς, χωρίς η εποχή να γνωρίζει μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα «Γιατί;» προϋποθέτει ή ηθική μοναξιά και αμεσότητα, η οποία σπάνια απαντάται, ή πολύ σκληροτράχηλη ζωτικότητα. Ο Χανς Κάστορπ δεν διέθετε ούτε το ένα ούτε το άλλο, και έτσι ήταν πράγματι μάλλον μετριότητα, αν και με μια αξιοπρεπή σημασία της λέξης.

Τhomas Mann, Το μαγικό βουνό, μτφρ.: Θόδωρος Παρασκευόπουλος, σελ. 54-55, Εκδόσεις Εξάντας 1995

Πίνακας: James Ensor

.

.

 

Τhomas Mann, Το μαγικό βουνό

Θα ήταν τότε στο κοινοβούλιο ή στο ελεγκτικό συμβούλιο και θα νομοθετούσε, θα συμμεριζόταν ως δημόσιος λειτουργός τις φροντίδες της εξουσίας, θα ανήκε σε κάποια επιτροπή της διοίκησης, στην οικονομική ίσως ή των δημοσίων έργων και ο λόγος του θα ακουγόταν και θα μέτραγε. Είχε λόγο κανείς να είναι περίεργος με ποιο κόμμα θα συντασσόταν κάποτε ο νεαρός Κάστορπ. Τα φαινόμενα απατούσαν ίσως, αλλά, αν τον καλοκοίταγες, είχε τα χαρακτηριστικά που δεν έχουν εκείνοι στους οποίους μπορούν να βασίζονται οι Δημοκρατικοί, και η ομοιότητα με τον παππού του ήταν ολοφάνερη. Μήπως θα γινόταν σαν και εκείνον, τροχοπέδη, ένα συντηρητικό στοιχείο; Ήταν πολύ πιθανό – όσο και το αντίθετο. Γιατί στο κάτω-κάτω ήταν μηχανικός, μέλλων ναυπηγός, άνθρωπος της διεθνούς επικοινωνίας και της τεχνολογίας. Ήταν λοιπόν πιθανό να πήγαινε ο Χανς Κάστορπ με τους Ριζοσπάστες, να γινόταν ριψοκίνδυνος, ασυλλόγιστος καταστροφέας παλαιών κτιρίων και τοπιακών ωραιοτήτων, αδέσμευτος σαν Εβραίος και ασεβής σαν Αμερικανός, έτοιμος να προτιμήσει την αδυσώπητη ρήξη με σεβάσμιες παραδόσεις από την ήρεμη εξέλιξη των φυσικών συνθηκών της ζωής και να ρίξει το κράτος σε παράτολμους πειραματισμούς – δεν ήταν απίθανο. Θα είχε στο αίμα του ότι οι Αυτών Σοφολογιότητες, μπροστά στις οποίες παρουσίαζε όπλα η διπλοσκοπιά στο Δημαρχείο, τα ήξεραν όλα καλύτερα ή θα προοριζόταν να υποστηρίξει την αντιπολίτευση στο κοινοβούλιο; Στα γαλάζια μάτια του κάτω από τα πυρρόξανθα φρύδια δεν έβλεπες απάντηση σε τέτοια ερωτήματα που αφορούσαν τα κοινά, ούτε και ο ίδιος ήξερε να απαντήσει, ο Χανς Κάστορπ, μια σελίδα άγραφη.

Τhomas Mann, Το μαγικό βουνό, μτφρ.: Θόδωρος Παρασκευόπουλος, σελ. 60, 1ος τόμος, Εκδόσεις Εξάντας 1995

Φωτό: Robert Doisneau

.

.

 

Mάλκολμ Λόουρυ, Κάτω από το ηφαίστειο

«Πριν από λίγο καιρό ήταν η φτωχή ανυπεράσπιστη Αιθιοπία. Πριν απ’ αυτήν, η φτωχή ανυπεράσπιστη Φλάνδρα. Για να μην αναφέρουμε το φτωχό ανυπεράσπιστο Βελγικό Κογκό. Κι αύριο θα είναι η φτωχή ανυπεράσπιστη Λιθουανία. Ή η Φιλανδία. Ή το Ταραμπαμπάμ. Ή ακόμα και η Ρωσία. Μελέτησε την ιστορία. Γύρνα πίσω χίλια χρόνια. Τι νόημα έχει να εμποδίζεις την ηλίθια ασήμαντη πορεία της; Είναι σαν την μπαράνκα, μια χαράδρα πνιγμένη στα σκουπίδια, που φιδοσέρνεται μέσα στους αιώνες και καταλήγει ξεθυμαίνοντας σ’ ένα – Στο όνομα του Θεού, ποια σχέση έχει όλη αυτή η ηρωική αντίσταση που πρόβαλλαν οι φτωχοί ανυπεράσπιστοι λαοί, που βέβαια φρόντισαν πρώτα να τους κάνουν φτωχούς και ανυπεράσπιστους για κάποιους καλοϋπολογισμένους και εγκληματικούς λόγους– »
«Μα, διάβολε, εγώ σ’ το είπα αυτό –»
«– με την επιβίωση του ανθρώπινου πνεύματος; Απολύτως καμία. Λιγότερο από καμία. Χώρες, πολιτισμοί, αυτοκρατορίες, τεράστιες ορδές χάνονται χωρίς κανένα λόγο και μαζί τους η ψυχή και το νόημά τους, για να επιζήσει κάποιος γέρος που δεν έχεις ακούσει ίσως ποτέ το όνομά του, που κάθεται και βασανίζεται στο Τομπουκτού ν’ αποδείξει τη μαθηματική συνάφεια του ignoratio elenchi με ξεπερασμένα σύνεργα».
«Για τ’ όνομα του Θεού», είπε ο Χιού

«Γύρνα απλώς στα χρόνια του Τολστόι – Υβόν πού πηγαίνεις; »
«Έξω».
«Τότε ήταν το φτωχό ανυπεράσπιστο Μοντενέγκρο. Η φτωχή ανυπεράσπιστη Σερβία. Ή γύρνα ακόμα πιο πίσω, Χιου, στο φίλο σου τον Σέλλεϋ, τότε που είχαμε τη φτωχή ανυπεράσπιστη Ελλάδα – Σερβάντες! – Όπως θα ξαναγίνει φυσικά. Ή στην εποχή του Μπόσγουελ – τη φτωχή ανυπεράσπιστη Κορσική! Φαντάσματα του Πάολι και του Μονμπόντο. Νταβαντζήδες κι αδελφές χαλάνε τον κόσμο για την ελευθερία (…)»


Mάλκολμ Λόουρυ, Κάτω από το ηφαίστειο, σελ. 116, μτφρ.: Μαρίνα Λώμη, Εκδόσεις Αστέρι 1983

Πίνακες: Julie Speed

.

.

 

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση

 Όταν θα είμαστε όλοι ένοχοι, τότε θα έχουμε δημοκρατία. Χωρίς να λογαριάσουμε, αγαπητέ φίλε, ότι πρέπει να εκδικηθούμε, επειδή είμαστε υποχρεωμένοι να πεθάνουμε μόνοι. Ο θάνατος είναι μοναχικός, ενώ η δουλεία συλλογική. Έχουν κι άλλοι το μερτικό τους, και μάλιστα την ίδια στιγμή μ’ εμάς, αυτό είναι το σημαντικό. Όλοι ενωμένοι, επιτέλους, αλλά γονατιστοί και με το κεφάλι σκυμμένο. Μήπως δεν είναι καλό να ζω επίσης κατ’ εικόνα και ομοίωση της κοινωνίας; Για να γίνει αυτό, δεν θα ’πρεπε η κοινωνία να μου μοιάζει; Η απειλή, η ατίμωση, η αστυνομία είναι τα ιερά μυστήρια τούτης της ομοιότητας. Περιφρονημένος, παγιδευμένος, καταπιεσμένος, θα μπορώ τότε να δείξω όλες τις ικανότητές μου, ν’ απολαύσω τον εαυτό μου όπως είναι, να είμαι επιτέλους φυσικός. Να γιατί, φίλτατε, αφού τίμησα επίσημα την ελευθερία, αποφάσισα στα κρυφά ότι έπρεπε να την παραδώσω χωρίς καθυστέρηση σε οποιονδήποτε. Και, κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία, κάνω κήρυγμα στην εκκλησία μου, στο Μέξικο Σίτι, προσκαλώ τον καλό λαό να υποταχτεί και να επιδιώξει ταπεινά τις ανέσεις της δουλείας, έστω κι αν χρειάζεται να την παρουσιάσω σαν τη γνήσια ελευθερία. Μα δεν είμαι τρελός, συνειδητοποιώ ότι η σκλαβιά δεν πρόκειται να’ ρθει αύριο. Θα είναι ένα από τα αγαθά του μέλλοντος, αυτό είν’ όλο.

Ως τότε, πρέπει να τα βολέψω με το παρόν και να αναζητήσω μια λύση, προσωρινή τουλάχιστον. Χρειάστηκε λοιπόν να βρω έναν άλλο τρόπο, για να μοιραστούμε όλοι μας την κρίση και να βαραίνει έτσι λιγότερο πάνω στους ώμους μου. Τον βρήκα αυτόν τον τρόπο. Ανοίξτε λίγο το παράθυρό σας, παρακαλώ, κάνει φοβερή ζέστη εδώ μέσα. Όχι πάρα πολύ, γιατί κρυώνω. Η ιδέα μου είναι απλή και συνάμα γόνιμη. Πώς να τους βάλω όλους να βράσουν στο ίδιο καζάνι για να ’χω το δικαίωμα να στεγνώσω εγώ στον ήλιο; Ν’ ανέβω στο βήμα, όπως πολλοί λαμπροί συγκαιρινοί μου, και να καταραστώ την ανθρωπότητα; Πολύ επικίνδυνο αυτό! Κάποια μέρα ή κάποια νύχτα, το γέλιο ξεσπάει απροειδοποίητα. Η δικαστική απόφαση που βγάζετε για τους άλλους στρέφεται τελικά εναντίον σας, σας έρχεται κατάμουτρα και προκαλεί ζημιές. Και τι έγινε; θα πείτε. Ε, λοιπόν, να η μεγαλοφυής ιδέα. Ανακάλυψα ότι, προσμένοντας τον ερχομό των αφεντάδων με τις βέργες τους, οφείλουμε, όπως ο Κοπέρνικος, να αναστρέψουμε το συλλογισμό για να θριαμβεύσουμε. Αφού δεν γινόταν να καταδικάσουμε τους άλλους, χωρίς αμέσως να κρίνουμε τον εαυτό μας, θα ’πρεπε να ρίξουμε όλα τα βάρη πάνω μας, για να έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε τους άλλους. Αφού κάθε δικαστής καταλήγει μια μέρα μετανοητής, θα ’πρεπε να πάρουμε το δρόμο από την αντίθετη κατεύθυνση και να γίνουμε πρώτα μετανοητές, για να καταλήξουμε τελικά σε δικαστές. Με παρακολουθείτε; Eντάξει. Για να γίνω ωστόσο πιο σαφής θα σας δείξω πώς δουλεύω.

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση, μτφρ: N. Καρακίτσου-Ντουζέ, Μ. Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, σελ. 106-107, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010

Φωτό: Rene Maltete

.

.

 

Ernesto Sabato, Περί ηρώων και τάφων

Σ’ εκείνο το δωματιάκι, λοιπόν, άρχισα να γράφω ιστορίες. Τώρα καταλαβαίνω ότι ανέκαθεν η τέχνη του καιρού μας, αυτή η δυνατή και αποδιαρθρωμένη τέχνη, γεννιέται πάντα από την προσωπική μας διάλυση, από την αγωνία μας και από τη δυσαρέσκειά μας. Ένα είδος απόπειρας συμφιλίωσης με τον κόσμο της ράτσας των εύθραυστων, ανήσυχων και γεμάτων επιθυμίες πλασμάτων, που είναι οι άνθρωποι. Τα ζώα δεν χρειάζονται αυτήν τη μεσολάβηση της τέχνης• τους αρκεί που ζουν, καθώς η ύπαρξη τους εξελίσσεται αρμονικά με την ικανοποίηση των αταβιστικών τους αναγκών. Το πουλί αρκείται σε μερικούς σπόρους ή σκουλήκια, ένα δέντρο για να φτιάξει τη φωλιά του και τους μεγάλους χώρους να πετά• και η ζωή του, από τη γέννησή του ως το θάνατό του, κυλά μ’ έναν ευτυχή ρυθμό, που δεν απογοητεύεται ποτέ ούτε από τη μεταφυσική απογοήτευση ούτε από την τρέλα.

Ο άνθρωπος όμως από τη στιγμή που σηκώθηκε στα δύο πίσω πόδια του κι έφτιαξε ένα τσεκούρι με μια κοφτερή πέτρα, δημιούργησε μεν τις βάσεις του μεγαλείου του, αλλά ταυτόχρονα και τις ρίζες του άγχους του, επειδή με τα χέρια του και τα εργαλεία που έφτιαχνε με τα χέρια του, έμελλε να ανεγείρει εκείνη την τόσο στέρεη και παράξενη κατασκευή που ονομάζεται κουλτούρα, για να αρχίσει έτσι η μεγάλη διάλυσή του, αφού είχε πάψει μεν να είναι ένα απλό ζώο, χωρίς ωστόσο να γίνει θεός που του υπέβαλλε το πνεύμα του. Θα είναι αυτό το δισυπόστατο και δυστυχισμένο πλάσμα που κινείται και ζει ανάμεσα στη γη των ζώων και τον ουρανό των θεών του, που θα έχει χάσει τον επίγειο παράδεισο της αθωότητάς του, χωρίς να έχει κερδίσει τον ουράνιο παράδεισο της απολύτρωσής του• θα είναι αυτό το πονεμένο και άρρωστο στο μυαλό πλάσμα, που θα αναρωτηθεί για πρώτη φορά για το γιατί της ύπαρξής του. Κι έτσι, τα χέρια κι ύστερα εκείνο το τσεκούρι, εκείνη τη φωτιά κι αργότερα η επιστήμη και η τεχνική θα έσκαβαν κάθε μέρα και περισσότερο την άβυσσο που θα τον χώριζε από τη ράτσα της προέλευσής του και από τη ζωτική του ευτυχία. Και η πόλη θα αποτελέσει στο τέλος την τελική φάση της ξέφρενης πορείας του, την ύψιστη έκφραση της αλαζονείας του και τη μέγιστη μορφή της αλλοτρίωσής του.

Και τότε, πλάσματα στενοχωρημένα, μισότυφλα και μισότρελα, αγωνίζονται ψηλαφητά να ξαναβρούν εκείνη τη χαμένη αρμονία με το μυστήριο και το αίμα, ζωγραφίζοντας ή γράφοντας μια διαφορετική πραγματικότητα που συχνά μοιάζει φανταστική και παρανοϊκή, αλλά που, πράγμα περίεργο, πρόκειται να είναι πιο βαθιά από την καθημερινή πραγματικότητα. Και, έτσι, ονειρευόμενοι και για τους άλλους οι καλλιτέχνες, αυτά τα εύθραυστα πλάσματα, κατορθώνουν να αρθούν πάνω από την προσωπική τους δυστυχία και γίνονται ερμηνευτές και σωτήρες (πονεμένοι) του συλλογικού πεπρωμένου. H δυστυχία μου όμως ήταν πάντα διπλή, επειδή η αδυναμία μου, το παθητικό πνεύμα μου, η αναποφασιστικότητά μου και η αβουλία μου με εμπόδιζαν να κατακτήσω εκείνη τη νέα τάξη πραγμάτων, εκείνο τον Νέο Κόσμο, που είναι το έργο τέχνης• και κατέληγα πάντα να πέφτω από τις σκαλωσιές εκείνου του ποθητού οικοδομήματος που θα με έσωζε. Πέφτοντας, κακοποιημένος, και διπλά θλιμμένος, έτρεχα και πάλι να βρω τα απλά ανθρώπινα όντα.

Ernesto Sabato, Περί ηρωών και τάφων, σελ. 564-566, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εκδόσεις Εξάντας, 1986

Πίνακες: Dana Levin, Danie Jansen van Vuuren

.

.

 

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ

  Kenne Gregoire - Tutt'Art@Ο ζεστός αυτός χώρος, με το απλό του χαλί, την παιγνιδιάρικη διακόσμησή του και το ήρεμο φως του, έμοιαζε ό,τι πιο ταιριαστό για τις μύχιες στιγμές του πάθους. Οι κολονίτσες με την τρίφυλλη κατάληξη, τα χάλκινα κρεμαστάρια και η σχάρα στο τζάκι έλαμπαν μονομιάς μόλις έμπαινε ο ήλιος μέσα. Πάνω στο τζάκι, ανάμεσα στα καντηλέρια, υπήρχαν δύο από κείνα τα μεγάλα ροζ κοχύλια που όταν τα βάζεις στ’ αφτί σου ακούς τον ήχο της θάλασσας. Πώς την αγαπούσαν αυτή την καμαρούλα, παρά την κάπως ξεθωριασμένη λάμψη της! Ξανάβρισκαν πάντοτε τα έπιπλα στη θέση τους και συχνά και καρφίτσες των μαλλιών, που η Έμμα είχε ξεχάσει, την προηγούμενη Πέμπτη, κάτω απ’ το σανίδι του ρολογιού του τοίχου.

Έτρωγαν κάτι κοντά στο τζάκι, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι από ξύλο κανονικό, που είχε κεντρωθεί με μαύρο ξύλο της Γουιάνας. Η Έμμα έκοβε και του έβαζε τα κομμάτια στο πιάτο του, κάνοντάς του χίλιων λογιών χαδάκια• και γελούσε μ’ ένα κακαριστό κι έκλυτο γέλιο όταν ο αφρός της σαμπάνιας ξεχείλιζε από το λεπτό ποτήρι πάνω στα δαχτυλίδια που είχε στα χέρια της. Είχαν τόσο πολύ απορροφηθεί στην αλληλοκατοχή τους, που ένιωθαν σαν να ’ναι σε δικό τους σπιτικό, σαν να ήταν να ζήσουν εκεί ως το θάνατό τους, δυο αιώνιοι νιόγαμπροι.

Έλεγαν η κάμαρά μας, το χαλί μας, οι πολυθρόνες μας, μάλιστα η Έμμα έλεγε οι παντόφλες μου, ένα δώρο του Λεόν, ένα καπρίτσιο που της είχε έρθει. Ήσαν παντόφλες από ροζ σατέν, με γυριστή μπορντούρα. Όταν την έπαιρνε στα γόνατά του, το πόδι της, που δεν έφτανε κάτω, κρεμόταν στον αέρα• και η κομψή παντοφλίτσα κρατιόταν στο γυμνό της πόδι μόνο απ’ τα δάχτυλα. Ο Λεόν γευόταν για πρώτη φορά την άρρητη λεπτότητα της γυναικείας χάρης. Ποτέ δεν είχε ξανασυναντήσει τη χαριτόβρυτη αυτή ομιλία, τη φροντίδα αυτή στο ντύσιμο, τις πόζες αυτές αποκαρωμένης περιστέρας. Θαύμαζε την έξαρση της ψυχής και τις δαντέλες του φουστανιού της. Άλλωστε δεν ήταν μια κυρία του κόσμου και κυρία παντρεμένη; Kαι, τέλος, γνήσια μετρέσα; Με την ποικιλομορφία των ψυχοδιαθέσεών της, άλλοτε ρέποντας προς το μυστικισμό κι άλλοτε προς τη χαρά, φλύαρη, σιωπηλή, συνεπαρμένη κι ανέμελη, η Έμμα ξυπνούσε μέσα του χίλιους-μύριους πόθους, κεντρίζοντάς του ένστικτα ή αναμνήσεις. Ήταν η ερωτευμένη όλων των μυθιστορημάτων, η ηρωίδα όλων των δραμάτων, η αόριστη εκείνη όλων των βιβλίων με στίχους.

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ, μτφρ.: Μπάμπης Λυκούδης, σελ. 350-352, Εκδόσεις Εξάντας, 1993

Artwork: Κenne Gregoire, Sarachmet

.

.


 

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Έστεκε κάτω από το σκοτεινό παράθυρο, βλαστημώντας την αργά, με μελετημένη χυδαιότητα. Δεν κοιτούσε το παράθυρο. Στο ημίφως τούτο, που δεν ήταν ακόμα φέγγος της μέρας, έμοιαζε να χαϊδεύει το κορμί του, σαν να το παρατηρούσε πως γινόταν μεμιάς ράθυμο και λάγνο χάρη στα ψιθυριστά, βρόμικα προστυχόλογά του, που θαρρείς και τον νότιζαν ολόκληρον, όπως νοτίζουν το κουφάρι ενός πνιγμένου τα μαύρα, γεμάτα ακαθαρσίες νερά του λάκκου όπου κείτεται νεκρός. Άρχισε να χαϊδεύεται χώνοντας τα χοντρά χέρια του κάτω απ’ τα εσώρουχα και σέρνοντάς τα πάνω στην κοιλιά και το στήθος του. Το σώβρακό του βαστιόταν από ένα μοναδικό κουμπί, ψηλά στη μέση. Κάποτε τα ρούχα του είχαν όλα τους τα κουμπιά. Μια γυναίκα τού τα έραβε. Αυτό ήταν κάποτε, για κάποιο διάστημα. Μετά τα πράγματα άλλαξαν μέσα του κι έτρεχε να μαζέψει την πλύση του από το μπουγαδόσκοινο, προτού προλάβει εκείνη να την πάρει και ν’ αντικαταστήσει τα χαμένα κουμπιά. Κι άμα τον πρόφταινε καμιά φορά, καθόταν κι έσπαζε το κεφάλι του να θυμηθεί ποια ήταν τα κουμπιά που έλειπαν κι είχαν ξαναραφτεί. Τότε έβγαζε το σουγιά του και με την παγερή, προσεκτική σχολαστικότητα του χειρουργού, τα ξανάκοβε όλα από την αρχή.

Το δεξί του χέρι ανέβηκε γοργά κι ανάλαφρα, ίδια όπως η λεπίδα του σουγιά, ψηλά στο άνοιγμα του εσώρουχου. Άρπαξε το μοναδικό κουμπί και το έκοψε τραβώντας το δυνατά. Το αεράκι τον τύλιξε ολόκληρο, καθώς γλίστρησε το σώβρακο στους αστραγάλους του, θαρρείς και τον χάιδευε η ίδια η ανάσα της νυχτιάς, το παγερό στόμα του σκότους, η απαλή, παγερή του γλώσσα. Έκανε ένα βήμα μπροστά, κι ένιωσε τη νυχτιάτικη ατμόσφαιρα γύρω του να τον ζώνει σαν θαλασσινό νερό.

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, σελ. 111, μτφρ.: Βικτωρία Τραπάλη, Εκδόσεις Εξάντας 1987

Φωτό: Logan Zillmer

.

.

 

Χένρυ Μίλλερ, Τροπικός του Αιγόκερω

 Oι άνθρωποι πιστεύουν ότι το κενό σημαίνει ανυπαρξία. Αλλά δεν είναι έτσι. Συνήθως σκεφτόμαστε ότι το κενό είναι τίποτα. Είναι ψέμα. Το κενό είναι μια άτακτη πληρότητα, ένας κόσμος πυκνοκατοικημένος από φαντάσματα, όπου η ψυχή περιπλανιέται ψαχουλεύοντας. Θυμάμαι τον εαυτό μου παιδί, να στέκεται σ’ αυτό το άδειο γήπεδο, όπως μια κατ’ εξοχή ζωντανή ψυχή, που θα παρέμενε γυμνή σ’ ένα ζευγάρι παπούτσια. Μου ’χαν κλέψει το σώμα, που ειδικά δεν είχα τι να κάνω μ’ αυτό. Τότε μπορούσα να υπάρχω με ή χωρίς σώμα. Αν σκότωνα ένα μικρό πουλί, κι αφού το έψηνα πάνω στη φωτιά και το ’τρωγα, δεν το ’κανα γιατί πεινούσα, αλλά μόνο γιατί ήθελα να μάθω για τους κατοίκους του Τιμπακτού και της Γης του Πυρός. Ήμουν υποχρεωμένος να στέκομαι στο άδειο αυτό γήπεδο και να τρώω πεθαμένα πουλιά, για να κεντήσω την επιθυμία γι’ αυτήν τη φωτεινή χώρα, όπου θα ζούσα μόνος αργότερα και θα την επροίκιζα με τη νοσταλγία μου. Απ’ αυτό το μέρος περίμενα πράγματα τελειωτικά. Δεν είχα όμως παρά οικτρές απογοητεύσεις. Προχώρησα ίσαμ’ εκεί που μπορεί κανένας να πάει στο πεδίο της πιο ολοκληρωμένης θανάσιμης αδράνειας και μετά, ακολουθώντας ορισμένο νόμο, που θα ’πρεπε να ’ναι ο νόμος της δημιουργίας, όπως φαντάζομαι, πήρα ξαφνικά φωτιά κι άρχισα να ζω ανεξάντλητα, ίδια όπως ένα άστρο που το φως του είναι άσβεστο.

Εδώ άρχισα αυτές τις πραγματικά κανιβαλικές επιδρομές, που ’χουν τόση μεγάλη σημασία για μένα. Όχι πια νεκρά μικροπούλια ψημένα στη φωτιά, αλλά ζωντανό ανθρώπινο κρέας, τρυφερή νόστιμη ανθρώπινη σάρκα, μυστήρια όμοια μ’ ολόφρεσκα συκώτια που να στάζουν αίμα, εξομολογήσεις όμοιες με πρησμένους όγκους, που ’χουν διατηρηθεί μέσα στον πάγο. Έμαθα να μην περιμένω το θύμα μου να πεθάνει, αλλά να το κατατρώγω με γερές δαγκωματιές, την ώρα ακόμα που μιλούσε. Όταν σηκωνόμουν συχνά, από το μισοτελειωμένο γεύμα, ανακάλυπτα ότι τότε δεν επρόκειτο παρά για έναν παλιό μου φίλο, που τον είχα αφήσει μ’ ένα πόδι ή μ’ ένα χέρι λιγότερο. Μερικές φορές τον άφηνα να κείτεται εκεί – κι ήταν τότε ένας ακρωτηριασμένος κορμός γεμάτος βρόμικα έντερα.

Μια και ήμουν άνθρωπος της πόλης, της μοναδικής πόλης του κόσμου, γιατί δεν υπάρχει σ’ όλον τον κόσμο μέρος σαν το Μπροντγουαίη, συνήθιζα να περπατώ πάνω κάτω, κοιτάζοντας τα κατάφωτα χοιρομέρια και τις άλλες λιχουδιές. Ήμουν ολότελα σχιζοφρενής. Ζούσα αποκλειστικά στο γερούνδιο, που το καταλάβαινα μονάχα στα λατινικά. Προτού να ’χω ακούσει να μιλάνε γι’ αυτή στο Μαύρο Βιβλίο, συγκατοικούσα κιόλας με τη Χίλντα, γιγάντιο υπερσάρκωμα των ονείρων μου. Πέρασα μαζί της όλες τις μοργανατικές αρρώστιες, κι ακόμα μερικές που ήταν ex cathedra. Είχαμε για κατοικία το κουφάρι των ενστίκτων και για τροφή τις γαγλιανές μνήμες. Δεν υπήρξε ποτέ ζήτημα για ένα σύμπαν αλλά για εκατομμύρια και δισεκατομμύρια, που συνενωμένα δεν ήταν μεγαλύτερα απ’ το κεφάλι μιας καρφίτσας. Ήταν ένας φυτικός ύπνος στις έρημες μοναξιές του μυαλού. Ήταν το παρελθόν, που μοναχό του αγκαλιάζει την αιωνιότητα.

Ανάμεσα στη χλωρίδα και την πανίδα των ονείρων μου, μακρινές φωνές με καλούσαν, που τις έφερναν παραμορφωμένα κι επιληπτικά όντα. Κάποτε τύχαινε να μ’ επισκεφτεί ο Χανς Κάστορς. Μαζί του διαπράτταμε αθώα εγκλήματα. Αν πάλι τύχαινε να ’ναι μια λαμπρή παγωμένη μέρα, έκανα ένα γύρο στον ποδηλατόδρομο καβάλα στο ποδήλατό μου. Όμως το πιο διασκεδαστικό ήταν ο μακάβριος χορός. Αφού πλενόμουν ολόκληρος στο νεροχύτη, άλλαζα τα εσώρουχά μου, ξυριζόμουν, πουδραριζόμουν, χτενιζόμουν κι έβαζα τα σκαρπίνια του χορού. Νιώθοντας αφύσικα ελαφρός μέσα κι έξω, στριφογύριζα γι’ αρκετή ώρα ανάμεσα στο πλήθος, ώσπου ν’ αποκτήσω τον κατάλληλο ανθρώπινο ρυθμό του βάρους και της ύπαρξης της σάρκας. Ύστερα ορμούσα κατευθείαν όπως η μέλισσα στην πίστα, άρπαζα μια καμπούρα μεθυσμένης σάρκας κι άρχιζα τη φθινοπωρινή πιρουέτα. Έτσι, τρύπωσα μια νύχτα σ’ ένα κέντρο, που το διατηρούσε ένας μαλλιαρός Έλληνας , και κουτούλησα πάνω της. Ήταν μελανιασμένη, άσπρη σαν κιμωλία, χωρίς ηλικία. Δεν ήταν μονάχα ή αδιάκοπη παλινδρομική κίνηση, αλλά ο ατέλειωτος καταρράχτης, ο αισθησιασμός της εσωτερικής ανησυχία. Αιθέρια αλλά και με κάποιο απλουστικό βάρος, είχε το μαρμαρένιο βλέμμα του θαμμένου στη λάβα φούρνου. Έφτασε η ώρα σκέφτηκα να ξανάρθω, χωρίς να βιάζομαι, από την περιφέρεια.

Κινήθηκα για να ξαναφτάσω στο κέντρο. Μάταια. Το έδαφος έφευγε κάτω απ’ τα πόδια μου. Κάτω απ’ τα έκπληκτα πατήματά μου η γη γλιστρούσε αστραπιαία. Απομακρυνόμουν ξανά από τη γήινη ζώνη και να που τα χέρια μου γιόμισαν από λουλούδινα μετέωρα. Άπλωσα κατά τη μεριά της τα δυο πύρινα χέρια μου, αλλά μου γλιστρούσε πιο γρήγορα κι από την άμμο. Θυμήθηκα τους ευνοούμενους εφιάλτες μου, αλλά δεν έμοιαζε με τίποτα μ’ όσα μου ’χαν κοστίσει τόσον ιδρώτα κι άναρθρες κουβέντες. Συνεπαρμένος απ’ την έκσταση άρχισα να χοροπηδάω και να χλιμιντρίζω. Αγόρασα βατράχους και τους ζευγάρωσα με φρύνους. Σκέφτηκα να κάνω το ευκολότερο πράγμα, δηλαδή να πεθάνω, αλλά δεν έκανα τίποτα. Στάθηκα ακίνητος και προσπαθούσα να πετρώσω τ’ άκρα μου. Ήταν μια τόσο θαυμάσια, τόσο θεραπευτική, τόσο υπέροχα αισθητική περιπέτεια, που άρχισα να κλαίω μ’ όλη μου την καρδιά σαν μια ύαινα που βρίσκεται σε οργασμό.

.

.

Ίσως να μετατρεπόμουν σ’ ένα λουλούδι της άμμου; Περίμενα ακίνητος. Ήρθε η άνοιξη, κι έπειτα το φθινόπωρο, ο χειμώνας. Ανανέωσα αυτόματα την ασφάλειά μου. Έτρωγα χορτάρι και ρίζες φυλλοβόλων δέντρων. Περνούσα ολόκληρες μέρες βλέποντας το ίδιο φιλμ. Πότε-πότε έπλενα τα δόντια μου. Αν με πυροβολούσες μ’ ένα αυτόματο, οι σφαίρες με ξύριζαν, εξοστρακίζονταν αυτόματα κατά τον τοίχο, κάνοντας έναν αστείο θόρυβο. Κάποτε ένας δολοφόνος με σταμάτησε σε κάποιο σκοτεινό δρόμο. Ένιωσα το μαχαίρι να με διατρυπά. Ήταν σαν να έκανα μπάνιο μέσα σε καρφιά. Κι όσο κι αν φανεί παράξενο, το μαχαίρι δεν άφησε τρίχες στο πετσί μου. Η εμπειρία αυτή ήταν τόσο καινούργια για μένα, που, όταν γύρισα σπίτι μου, κάρφωσα μαχαίρια σ’ όλο μου το σώμα. Καινούργια μπάνια μέσα σε καρφιά. Κάθισα, ξεκάρφωσα όλα τα μαχαίρια κι έμεινα πάλι κατάπληκτος: το παραμικρό ίχνος αίματος, η παραμικρή πληγή, ο παραμικρός πόνος. Ήμουν έτοιμος να δαγκώσω το χέρι μου, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν μια υπεραστική πρόσκληση. Δεν έμαθα ποτέ ποιος με καλούσε σ’ αυτά τα τηλεφωνήματα, γιατί κανένας ποτέ δεν ερχόταν στο ακουστικό. Πάντως ο χορός του σκελετού…

Χένρυ Μίλλερ, Τροπικός του Αιγόκερω, σελ. 255-258, μτφρ.: Bαγγέλης Κατσάνης, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1995

.

Πίνακες: Eduardo Naranjo.