RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Thomas Bernhard, Η τραγιάσκα

Όμως, ας έρθουμε επιτέλους στο θέμα μας: όλα άρχισαν όταν, αντί να πάρω, τον συντομότερο δρόμο που οδηγεί στο Μπούργκαου, πήρα τον μακρύτερο, που οδηγεί στο Παρσάλεν• γιατί ειδικά σήμερα δεν τράβηξα προς το Μπούργκαου, πήρα τον μακρύτερο, που οδηγεί στο Παρσάλεν• γιατί ειδικά σήμερα δεν τράβηξα προς το Μπούργκαου αλλά προς το Παρσάλεν, δεν το γνωρίζω. Όλως αιφνιδίως, αντί για δεξιά, τράβηξα αριστερά, προς το Παρσάλεν. Το Μπούργκαου ενδείκνυται για την κατάστασή μου. Τρέφω μια βαθιά αντιπάθεια προς το Παρσάλεν. Το Μπούργκαου είναι άσχημο, το Παρσάλεν δεν είναι. Αντίστοιχα, οι άνθρωποι στο Μπούργκαου είναι άσχημοι, ενώ στο Παρσάλεν δεν είναι. Το Μπούργκαου έχει μια φοβερή μυρουδιά, το Παρσάλεν όχι. Όμως το Μπούργκαου ενδείκνυται περισσότερο για την κατάστασή μου. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα τράβηξα προς το Παρσάλεν. Και πηγαίνοντας προς το Παρσάλεν βρήκα την τραγιάσκα. Πάτησα πάνω σε κάτι μαλακό, νομίζοντας στην αρχή ότι ήταν χέλι, ψόφιος αρουραίος, λιωμένη γάτα. Πάντα, όταν πατάω στο σκοτάδι κάτι μαλακό, νομίζω ότι πατάω πάνω σε ψόφιο αρουραίο ή σε λιωμένη γάτα… Ίσως όμως δεν πρόκειται για ψόφιο αρουραίο ούτε για λιωμένη γάτα, σκέφτομαι, και κάνω ένα βήμα πίσω. Με τη μύτη του παπουτσιού μου σπρώχνω το μαλακό πράγμα μέχρι τη μέση του δρόμου. Διαπιστώνω ότι δεν πρόκειται για ψόφιο αρουραίο ούτε για λιωμένη γάτα και ούτε στο ελάχιστο για χέλι. Αφού δεν είναι ούτε χέλι, τι είναι τότε; Δεν με βλέπει κανένας στο σκοτάδι. Το αρπάζω με το χέρι μου και καταλαβαίνω, πρόκειται για μια τραγιάσκα. Μια τραγιάσκα με γείσο. Μια τραγιάσκα με γείσο, όπως αυτές που φορούν στο κεφάλι τους οι χασάπηδες αλλά και οι υλοτόμοι και οι αγρότες, σ’ αυτήν εδώ την περιοχή. Μια τραγιάσκα με γείσο, σκέφτομαι, και από τη μια στιγμή στην άλλη κρατώ κι εγώ στο χέρι μια τέτοια τραγιάσκα με γείσο, που έχω παρατηρήσει να φορούν στο κεφάλι τους οι χασάπηδες και οι υλοτόμοι και οι αγρότες. Τι κάνουμε τώρα με την τραγιάσκα; Τη δοκίμασα και μου έκανε. Ευχάριστο πράγμα μια τέτοια τραγιάσκα, σκέφτηκα, όμως δεν μπορείς να τη φορέσεις, γιατί δεν είσαι ούτε χασάπης ούτε υλοτόμος ούτε και αγρότης. Πόσο συνετοί είναι όσοι φορούν τέτοιες τραγιάσκες, σκέφτηκα. Με τέτοιο κρύο! Μήπως την έχασε κάποιος από τους υλοτόμους, σκέφτηκα, που τα βράδια κάνουν τόση φασαρία κόβοντας ξύλα ώστε ακούγονται μέχρι το Ούντεραχ; Ή μήπως κάποιος αγρότης; Ή κάποιος χασάπης; Πιθανότατα κάποιος υλοτόμος. Κάποιος χασάπης σίγουρα! Αυτό το γαιτανάκι των υποθέσεων με αναστάτωσε. (…)

Αν με δει κανένας με την τραγιάσκα στο κεφάλι, σκέφτηκα, με το σκοτάδι που επικρατεί εδώ, εξαιτίας των βουνών, εξαιτίας των βουνών και του νερού της λίμνης, θα νομίσει ότι είμαι χασάπης ή υλοτόμος ή αγρότης. Η προσοχή των ανθρώπων στρέφεται αμέσως στην ενδυμασία, στις τραγιάσκες, στα σακάκια, στα παλτά, στα παπούτσια, δεν κοιτάζουν καθόλου το πρόσωπο, το βάδισμα, την κίνηση του κεφαλιού, τίποτε άλλο πέρα απ’ την ενδυμασία δεν τραβά την προσοχή τους, βλέπουν μόνο το σακάκι και το παντελόνι, μέσα στα οποία είναι χωμένος ο άνθρωπος, τα παπούτσια και προπάντων την τραγιάσκα που φορά. Έτσι, λοιπόν, αν κάποιος με δει μ’ αυτή την τραγιάσκα στο κεφάλι, θα συμπεράνει ότι είμαι χασάπης ή υλοτόμος ή αγρότης. Επομένως, είναι ανεπίτρεπτο να φοράω την τραγιάσκα στο κεφάλι, αφού δεν είμαι ούτε χασάπης ούτε υλοτόμος ούτε αγρότης. Αυτό θα ήταν παραπλάνηση! Απάτη! Παραβίαση του νόμου! Ξαφνικά όλοι θα πίστευαν ότι είμαι χασάπης, όχι δασολόγος, αγρότης, όχι δασολόγος, υλοτόμος, όχι δασολόγος! (…)

Eίμαι είκοσι πέντε χρονών και είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος, τίποτα παραπάνω, ναι, τίποτα παραπάνω! Ωστόσο, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο δεν έχω το δικαίωμα να φοράω τούτη την τραγιάσκα. Δεν έχω κανένα δικαίωμα επί της τραγιάσκας! Και, σκέφτηκα, τι κάνουμε τώρα με την τραγιάσκα; Συνεχώς αυτό σκεφτόμουν. Την κρατάω, είναι κλοπή, την αφήνω εκεί όπου τη βρήκα, είναι προστυχιά, δεν επιτρέπεται λοιπόν να τη φορέσω και να τη φέρω επί της κεφαλής μου! Πρέπει να εντοπίσω αυτόν που την έχει χάσει, μονολόγησα, θα μπω μέσα στο Παρσάλεν και θα ρωτήσω τον καθένα ξεχωριστά, αν είναι αυτός που έχει χάσει την τραγιάσκα. (…)


Thomas Bernhard, Η τραγιάσκα, από το βιβλίο Πρόζα, σελ. 28-31, αποσπασματικά, μτφρ.: Bασίλης Τσαλής, Εκδόσεις Κριτική, 2015

Φωτό: Bischof Werner

.

.

 

 

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος

Ο εισαγγελέας τότε στράφηκε προς τους ενόρκους και δήλωσε: «O ίδιος άνθρωπος που την επομένη του θανάτου της μητέρας του ρίχτηκε στην πιο αισχρή ακολασία, ο ίδιος σκότωσε δι’ ασήμαντον αφορμήν για να ξεκαθαρίσει μια αχαρακτήριστη υπόθεση ηθικής». Ύστερα κάθισε. Ο δικηγόρος μου όμως, χάνοντας την υπομονή του, φώναξε σηκώνοντας τα χέρια, έτσι που τα μανίκια του, καθώς έπεσαν, άφησαν να φανούν οι δίπλες από ένα κολαρισμένο πουκάμισο: «Μα επιτέλους, κατηγορείται επειδή κήδεψε τη μητέρα του ή επειδή σκότωσε άνθρωπο;» Το ακροατήριο γέλασε. Όμως ο εισαγγελέας σηκώθηκε πάλι, τυλίχτηκε στην τήβεννό του και δήλωσε ότι θα ’πρεπε κάποιος να έχει την αφέλεια του αξιότιμου κυρίου συνηγόρου για να μην αντιλαμβάνεται ότι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο φαινομενικά άσχετα γεγονότα υπήρχε μια βαθιά, συγκλονιστική, ουσιαστική σχέση. «Μάλιστα», βροντοφώναξε, «κατηγορώ τον άνθρωπο αυτόν ότι κήδεψε μια μάνα με καρδιά εγκληματία». Τούτη η δήλωση φάνηκε να δημιουργεί μεγάλη εντύπωση στο ακροατήριο. Ο δικηγόρος μου σήκωσε τους ώμους και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Όμως κι εκείνος φαινόταν κλονισμένος, και κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για μένα. Η δίκη διακόπηκε. Βγαίνοντας από το δικαστικό μέγαρο για ν’ ανέβω στην κλούβα, αναγνώρισα για μια στιγμή τη μυρωδιά και το χρώμα της καλοκαιριάτικης βραδιάς. Μέσα στο σκοτάδι της κινητής φυλακής μου, ξαναβρήκα έναν έναν, σαν απ’ τα κατάβαθα της κούρασής μου, όλους τους γνώριμους ήχους μιας πόλης που αγαπούσα και μιας συγκεκριμένης ώρας που μ’ έκανε άλλοτε να νιώθω ευχαρίστηση.

Οι φωνές των εφημεριδοπωλών μες στη χαλαρή κιόλας ατμόσφαιρα, τα τελευταία πουλιά στο πάρκο, οι φωνές των πλανόδιων πωλητών με τα σάντουιτς, το παραπονιάρικο τρίξιμο των τραμ στις στροφές της πάνω πόλης και τούτη η βουή του ουρανού πριν γείρει η νύχτα πάνω στο λιμάνι, όλ’ αυτά ανασυγκροτούσαν μέσα μου μια τυφλή διαδρομή, μια διαδρομή που γνώριζα καλά πριν μπω φυλακή. Ναι, ήταν εκείνη η ώρα που πριν από πολύ καιρό μ’ έκανε να νιώθω αγαλλίαση. Τότε, με περίμενε πάντα ένας ύπνος ελαφρύς, δίχως όνειρα. Κι όμως κάτι είχε αλλάξει, αφού, προσμένοντας την άλλη μέρα, ξαναβρήκα πάλι το κελί μου. Θαρρείς κι εκείνοι οι γνώριμοι δρόμοι, οι χαραγμένοι στους καλοκαιριάτικους ουρανούς, οδηγούσαν τόσο σε φυλακές όσο και σε αθώους ύπνους. .

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος, σελ. 105-106, μτφρ.: Nίκη Καρακίτσου-Nτουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998

Φωτό:Laura Barchi

.
.

 

Γκυ ντε Μωπασάν, Η χοντρομπαλού

Η γυναίκα, μια «εύκολη» που λένε, ήταν διάσημη για το πρώιμο πάχος της, στο οποίο και όφειλε το παρατσούκλι η Χοντρομπαλού. Κοντούλα, ολοστρόγγυλη, όλο λίπος, με δάχτυλα παχουλά, που κόβονταν στις φάλαγγες κι έμοιαζαν με αρμαθιά μικρά λουκάνικα, με δέρμα γυαλιστερό και τσιτωμένο, λαιμά και στήθια πελώρια, που ξεχείλιζαν απ’ το φουστάνι της, ήταν πάντα παρ’ όλα αυτά ορεχτική και περιζήτητη, χάρη στην τόση φρεσκάδα της. Το πρόσωπό της ήταν ένα κόκκινο μήλο, ένα μπουμπούκι έτοιμο ν’ ανθίσει και πάνω κει ξάνοιγαν, ψηλά, κάτι υπέροχα μαύρα μάτια, που τα ίσκιωναν μακριά πυκνά ματόκλαδα. Και πιο κάτω, ένα στόμα λαχταριστό, λεπτό, υγρό κι έτοιμο για φίλημα, με μικροσκοπικά κι αστραφτερά δοντάκια. Ακόμα λέγανε πως είχε πλήθος ανεκτίμητα προσόντα.(…) Έβγαλε πρώτα ένα πιατάκι από πορσελάνη, ένα κομψό ασημένιο κύπελλο κι ύστερα μια τεράστια γαβάθα, όπου δυο ολόκληρα κοτόπουλα, κομμένα σε μερίδες, είχανε μελώσει μέσα στο ζελέ τους. Ακόμα ξεχώριζε κανείς μες στο καλάθι πολλά ωραία πράγματα, τυλιγμένα προσεκτικά, διάφορα πατέ, φρούτα, λιχουδιές, προμήθειες για ταξίδι τριών ημερών έτσι ώστε να μην έχει ανάγκη την κουζίνα των πανδοχείων. Ανάμεσα στα πακέτα με τα τρόφιμα ξεπρόβαλλαν κι οι λαιμοί τεσσάρων μπουκαλιών. Πήρε μια φτερούγα κοτόπουλου και με λεπτότητα άρχισε να τη μασουλάει μαζί μ’ ένα από κείνα τα φουσκωτά ψωμάκια που στη Νορμανδία τα είχαν βαφτίσει «αντιβασιλέα». Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Ύστερα η μυρωδιά απλώθηκε παντού, τα ρουθούνια ανοιγόκλεισαν και γεμίσανε σάλιο τα στόματα, ενώ τα σαγόνια σφίγγονταν οδυνηρά κάτω απ’ τα αυτιά. Η περιφρόνηση των κυριών για το κορίτσι ήταν τώρα τόσο άγρια που ευχαρίστως θα τη σκότωναν ή θα την πέταγαν απ’ το παράθυρο της άμαξας, μες στο χιόνι, αυτή, το κύπελλό της, το καλάθι της και όλες τις προμήθειές της μαζί. Μα ο Λουαζό καταβρόχθιζε με τα μάτια τη γαβάθα με τα κοτόπουλα και είπε: «Ας είναι, η κυρία στάθηκε πιο προνοητική από μας. Υπάρχουν άνθρωποι που όλα τα σκέφτονται». Σήκωσε το κεφάλι της προς αυτόν: «Θα θέλατε λίγο, κύριε; Είναι δύσκολο να μένει κανείς νηστικός απ’ το πρωί». Εκείνος υποκλίθηκε : «Μα την πίστη μου, δεν θ’ αρνηθώ, ειλικρινά δεν αντέχω άλλο. Ο πόλεμος είναι πόλεμος, καλά δεν λέω, κυρία;» Και ρίχνοντας τριγύρω ένα βλέμμα πρόσθεσε: «Είναι παρήγορο σε τέτοιες στιγμές να βρίσκεις ανθρώπους που σε υποχρεώνουν». Είχε μια εφημερίδα και την άπλωσε για να μη λερώσει το παντελόνι του, και με τη μύτη ενός σουγιά που κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του, τσίμπησε ένα μπούτι κουκουλωμένο με το ζελέ του, το κομμάτιασε με τα δόντια του κι ύστερα το μάσησε με τόσο φανερή ευχαρίστηση που μέσα στο αμάξι ακούστηκε ένας γενικός αναστεναγμός δυσαρέσκειας.

Η Χοντρομπαλού, με γλυκιά και ταπεινή φωνή, πρότεινε στις δύο καλόγριες να μοιραστούν το κολατσιό της. Εκείνες δέχτηκαν αμέσως και δίχως να σηκώσουν τα μάτια βάλθηκαν να τρώνε γρήγορα γρήγορα αφού ψέλλισαν κάμποσες ευχαριστίες. Μήτε ο Κορνιντέ αρνήθηκε την προσφορά της διπλανής του, κι έτσι, μαζί με τις μοναχές, έφτιαξε ένα είδος τραπεζιού, απλώνοντας εφημερίδες πάνω στα γόνατα. Τα στόματα ανοιγόκλειναν αδιάκοπα, κατάπιναν, μάσαγαν, καταβρόχθιζαν θηριωδώς.

Γκυ ντε Μωπασάν, Η χοντρομπαλού, σελ. 21-22 και26-27, μτφρ.: Αμαλία Τσακνιά, Εκδόσεις Νεφέλη, 1996

Πίνακες: Jean Lorioz

.

.

 

George Bataille, Το μάτι του Γρανέρο

.

O πρώτος ταύρος, αυτός που η Σιμόν περίμενε να της φέρουν τ’ αρχίδια του ωμά σ’ ένα πιάτο, ήταν ένα είδος μελαψού τέρατος που η εφόρμησή του μεσ’ απ’ το τορίλ στην αρένα ήταν τόσο κεραυνοβόλα ώστε, παρ’ όλες τις προσπάθειες και τις κραυγές, ξεκοίλιασε το ένα μετά τ’ άλλο τρία άλογα προτού ακόμη αρχίσει το κανονικό μέρος της ταυρομαχίας. Τη μια φορά μάλιστα, τα κέρατά του άρπαξαν το άλογο και τον καβαλάρη, τους σήκωσαν μαζί ψηλά στον αέρα και μετά τους ξαναπέταξαν με πάταγο προς τα πίσω. Μπήκε όμως στη μέση ο Γρανέρο και τράβηξε τον ταύρο προς το μέρος του, οπότε πια η μάχη πήρε μπρος ζωηρά και συνεχίστηκε μέσα σ’ ένα παραλήρημα από ιαχές. Το παλικάρι έκανε το φρενιασμένο ζώο να περιστρέφεται ολόγυρά του μέσα σε μια τριανταφυλλένια μπέρτα• σε κάθε γύρο, το κορμί του τιναζόταν προς τα πάνω μ’ ένα είδος σπειροειδούς εκτίναξης κι απέφευγε παρά τρίχα ένα τρομαχτικό χτύπημα. Τελικά, ο θάνατος του ηλιακού τέρατος συντελέστηκε χωρίς καμιά παρέκκλιση από το τελετουργικό: το ζώο τυφλώθηκε απ’ το άλικο ύφασμα και το ξίφος μπήχτηκε βαθιά μέσα στο ήδη καταματωμένο σώμα. Ξέσπασε τότε μια απερίγραπτη ζητωκραυγή, καθώς ο ταύρος, τρικλίζοντας, όπως οι μεθυσμένοι, γονάτισε και σωριαζόταν καταγής με τα πόδια ψηλά, ξεψυχώντας.

Η Σιμόν, που καθόταν ανάμεσα στον σερ Έντμοντ και σε μένα και που είχε παρακολουθήσει την ταυρομαχία με μια έξαρση ανάλογη τουλάχιστον με τη δική μου, είχε σηκωθεί όρθια και δεν ήθελε να ξανακαθίσει όταν σταμάτησαν οι ατέλειωτες επευφημίες για τον Γρανέρο. Με πήρε, αμίλητη, απ’ το χέρι και με πήγε σε μια εξωτερική αυλή της αρένας απερίγραπτα βρόμικη, που είχε μια μυρωδιά από κάτουρα αλόγων κι ανθρώπων αποπνιχτική, εξαιτίας της φοβερής ζέστης που έκανε. Άρπαξα τη Σιμόν από τον κώλο κι αυτή χούφτωσε μεσ’ απ’ το σώβρακό μου το εξαγριωμένο πέος μου. Έτσι γαντζωμένοι ο ένας απ’ τον άλλο μπήκαμε σε κάτι καμπινέδες που βρομοκοπούσαν, όπου ένα σμάρι μύγες στροβιλίζονταν μέσα σε μια ηλιαχτίδα κι όπου, αφού στηρίχτηκα καλά στα πόδια μου, κατάφερα να ξεγυμνώσω τον κώλο του κοριτσιού, να μπήξω στη σάρκα της, που είχε το χρώμα του αίματος κι έσφυζε από υγρά, πρώτα τα δάχτυλά μου κι έπειτα το αντρικό μου όργανο, που μπήκε σ’ αυτή την αιμάτινη σπηλιά, καθώς έτριβα τον κώλο με το κοκαλιάρικο δάχτυλό μου χωμένο μες στην τρύπα της. Συγχρόνως, κολλούσαν η μια πάνω στην άλλη οι εξαναστάσεις των χειλιών μας μέσα σε μια καταιγίδα από σάλια. Ο οργασμός του ταύρου δεν είναι δυνατότερος από κείνον που μας σπάραξε τα νεφρά και μας ξέσχισε τον ένα με τον άλλον, χωρίς ο χοντρός μου πούτσος να τραβηχτεί ούτε χιλιοστό έξω απ’ αυτήν τη χαράδρα που ήταν γεμάτη ψωλόχυμα ως τον πάτο κι ως πάνω στα χείλια. Χωρίς να έχουν ούτε στο ελάχιστο κοπάσει τα δυνατά χτυπήματα της καρδιάς μας μες στα στήθια μας, που εξακολουθούσαν να φλέγονται και να ποθούν το ένα τ’ άλλο έτσι καθώς είχαν κολλήσει ολόγυμνα σ’ ιδρωμένα χέρια, με τον κώλο της Σιμόν το ίδιο πεινασμένο όσο και πριν, και με τη δική μου ψωλή ανένδοτα πάντα σηκωμένη, ξαναγυρίσαμε μαζί στην πρώτη σειρά της αρένας.

.

.

Μόλις όμως φτάσαμε στη θέση μας δίπλα στον Σερ Έντμοντ, εκεί που ήταν να κάτσει η Σιμόν, μες στον ήλιο, βρήκαμε ένα άσπρο πιάτο με δυο ξεφλουδισμένα αρχίδια μέσα, δυο γάγγλια που είχαν το πάχος και το σχήμα αυγού και μια ασπράδα μαργαριταρένια, ελαφρώς αιμόστιχα ρόδινη, ίδια μ’ εκείνη που έχει ο βολβός του ματιού. Τα είχαν κόψει λίγο πριν απ’ τον πρώτο ταύρο, εκείνον με το μακρύ τρίχωμα που στο σώμα του είχε μπήξει το σπαθί του ο Γρανέρο. –Τα ωμά σου αρχίδια, είπε στη Σιμόν ο σερ Έντμοντ με μια ελαφριά εγγλέζικη προφορά. Η Σιμόν είχε γονατίσει μπροστά στο πιάτο και το κοίταζε απορροφημένη, αλλά και τρομαχτικά αναστατωμένη. Έμοιαζε να θέλει να κάνει κάτι, μα δεν ήξερε πώς να το κάνει, κι αυτό την εξαγρίωνε. Πήρα το πιάτο από μπροστά της, για να μπορέσει να καθίσει, αυτή όμως μου τ’ άρπαξε βίαια λέγοντας «μη» με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα και το ξανάβαλε μπροστά της πάνω στην κερκίδα.

George Bataille, Το μάτι του Γρανέρο, σελ. 108-111 από το βιβλίο η Ιστορία του ματιού, μτφρ.: Δημήτρης Δημητριάδης, Εκδόσεις Άγρα, 2009

Πίνακας: Eduardo Naranjo

.

.

 

(Ηenri Beyle) Stendhal, Το κόκκινο και το μαύρο

Σε όλη την πρώτη πράξη της όπερας η Ματθίλδη ονειρευόταν τον άνδρα που αγαπούσε, με ξεσπάσματα παράφορου πάθους. Μα στη δεύτερη πράξη μια φράση αγάπης τραγουδισμένη, αλήθεια, πάνω σε μια μελωδία αντάξια του Τσιμαρόζα μπήκε βαθιά μες στην καρδιά της. Η ηρωίδα της όπερας έλεγε: πρέπει να τιμωρήσω τον εαυτό μου για την περίσσια λατρεία που νιώθω γι’ αυτόν, τον αγαπώ πάρα πολύ! Από τη στιγμή που άκουσε αυτό το εξαίσιο ερωτικό τραγούδι, ο υπαρκτός κόσμος χάθηκε για τη Ματθίλδη. Της μιλούσαν. Δεν απαντούσε. Η μητέρα της τη μάλωνε, μόλις που μπορούσε να πιέσει τον εαυτό της να την κοιτάξει. Η έκστασή της έφθασε σε μια έξαρση κι ένα πάθος παρόμοιο με τα πιο βίαια ξεσπάσματα ερωτικής παραφοράς που, από μερικές μέρες, ένιωθε γι’ αυτήν ο Ζιλιέν. Η θεία μελωδία, που πάνω του τραγουδιόταν η φράση, που της φαινόταν τόσο χτυπητά ταιριαστή για την ίδια, την πλημμύριζε κάθε στιγμή που δεν σκεφτόταν με άμεσο τρόπο τον Ζιλιέν. Η αγάπη της για τη μουσική την έκανε εκείνο το βράδυ να νιώθει όπως ένιωθε πάντα η κυρία ντε Ρενάλ, όταν σκεφτόταν τον Ζιλιέν.

Ο εγκεφαλικός έρωτας είναι δίχως άλλο περισσότερο πνευματικός από την αληθινή αγάπη, μα έχει μόνο μερικές στιγμές έξαρσης. Έχει υπερβολική αυτογνωσία και αυτοέλεγχο. Δε διώχνει το στοχασμό, χτίζεται αργά με μια σειρά από στοχασμούς. Γυρίζοντας στο σπίτι και παρ’ όλα όσα της είπε η κυρία ντε Λα Μολ, η Ματθίλδη προφασίστηκε πως έχει πυρετό και πέρασε ένα μέρος της νύχτας επαναλαμβάνοντας τη μελωδία στο πιάνο της. Τραγούδησε τα λόγια της πασίγνωστης άριας που την είχε μαγέψει.
Devo punirmi, devo punirmi,
de troppo amai etc.
Πρέπει να τιμωρηθώ, πρέπει να τιμωρηθώ
που τόσο πολύ αγαπώ κ.λπ.
Αποτέλεσμα αυτής της τρελής νύχτας ήταν ότι νόμισε πως είχε καταφέρει να δαμάσει τον έρωτά της.

Η σελίδα αυτή θα βλάψει με μύριους τρόπους το δύστυχο συγγραφέα. Οι κατεψυγμένες ψυχές θα τον κατηγορήσουν για απρέπεια. Δεν προσάπτει κατηγορία στα νεαρά πρόσωπα που λαμπυρίζουν στα παριζιάνικα σαλόνια, υποθέτοντας ότι, έστω κι ένα απ’ αυτά, είναι ικανό να εκδηλώσει τα τρελά σκιρτήματα που καταβαραθρώνουν το χαρακτήρα της Ματθίλδης. Το πρόσωπο αυτό είναι πέρα για πέρα φανταστικό, και μάλιστα το φαντάστηκα εντελώς έξω από τις κοινωνικές συνήθειες που, μεταξύ όλων των άλλων εποχών, θα εξασφαλίσουν στο 19ο αιώνα μια τόσο διακεκριμένη θέση. Η σύνεση δεν απολείπει δα από τις κοπέλες, που ήταν αληθινά στολίδια στους χορούς του φετινού χειμώνα. Ούτε και νομίζω πως μπορεί κανείς να τις κατηγορήσει ότι περιφρονούν υπέρμετρα μια λαμπρή περιουσία, τα άλογα, τις γόνιμες γαίες και ό,τι εξασφαλίζει μια ευχάριστη θέση στην κοινωνία. Αντί να βλέπουν μόνο πλήξη σε όλα αυτά τα πλεονεκτήματα, τα θεωρούν γενικά σαν αντικείμενο των σταθερότερων επιθυμιών τους και, αν υπάρχει κάποιο πάθος στις καρδιές τους, αυτά έχουν για στόχο. Κι ούτε είναι ο έρωτας που κάνει να πλουτίζουν προικισμένοι και ταλαντούχοι νεαροί σαν τον Ζιλιέν. Προσδένονται με ακατάλυπτα δεσμά σε κάποια κλίκα και, όταν η κλίκα αυτή πάει μπροστά, όλα τα αγαθά του κόσμου πέφτουν βροχή επάνω τους. Αλίμονο στον σπουδαγμένο που δεν ανήκει σε καμιά κλίκα, θα του κατηγορήσουν μέχρι και τις πιο αβέβαιες μικροεπιτυχίες του και η υψηλά ιστάμενη αρετή θα τον εξουθενώσει κλέβοντάς τον. Μάλιστα, κύριε, το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέφτης που τον περιφέρουν σ’ ένα μεγάλο δρόμο. Άλλοτε αντανακλά στα μάτια σας το γαλάζιο του ουρανού, άλλοτε το βούρκο από τις λασπολακκούβες του δρόμου.

Και τότε, τον άνθρωπο που κουβαλά τον καθρέφτη με ένα κοφίνι στη ράχη του, θα τον κατηγορήσετε για ανήθικο! Ο καθρέφτης του δείχνει το βούρκο και σεις κατηγορείτε τον καθρέφτη! Θα πρέπει να κατηγορήσετε το μεγάλο δρόμο όπου είναι ο βόρβορος κι ακόμα πιο πολύ τον επόπτη του οδικού δικτύου, που αφήνει το νερό να λιμνάζει και να κάνει λασπολακκούβες. Και τώρα που τα συμφωνήσαμε πως ο χαρακτήρας της Ματθίλδης είναι απίθανος, για την εποχή μας, την τόσο συνετή και ενάρετη, ανησυχώ λιγότερο ότι θα σας εξερεθίσω συνεχίζοντας την εξιστόρηση με τις τρέλες της αξιέραστης αυτής δεσποινίδας.

(Ηenri Beyle) Stendhal, Το κόκκινο και το μαύρο, σελ. 451-453, μτφρ.: Γιώργος Σπανός, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

Πίνακες: Nancy Loughlin

.

.

 

Tόμας Μαν, Ο θάνατος στη Βενετία

Death in Venice 5

.

Η σκέψη που μπορεί να γίνει ολόκληρη αίσθημα, το αίσθημα που μπορεί να γίνει ολόκληρο σκέψη, συνιστούν την ευτυχία του συγγραφέα. Μια τέτοια παλλόμενη σκέψη, ένα τέτοιο ακριβές αίσθημα ανήκαν να υπάκουαν στον μονήρη κείνη κει τη στιγμή: ήξερε, ένιωθε δηλαδή, πως η φύση ανατριχιάζει από ηδονή, όταν το πνεύμα υποκλίνεται υποτακτικά μπροστά στην ομορφιά. Ξαφνικά ένιωσε την επιθυμία να γράψει. Ο Έρωτας, άλλωστε, καθώς έχουν να πουν, αγαπά την τεμπελιά και δεν πλάστηκε παρά μόνο γι’ αυτήν. Μα σ’ αυτό το σημείο της κρίσης η διέγερση του θύματός του στράφηκε προς την παραγωγή. Δεν έπαιζε ρόλο η αφορμή. Ένα ερώτημα, μια παρακίνηση για ένα συγκεκριμένο μεγάλο και φλoγερό πρόβλημα του πολιτισμού και του καλαισθητικού συναισθήματος, που είχε ανομολογηθεί, συλληφθεί μέσα του, εισχωρώντας και διατρέχοντας τον πνευματικό κόσμο του ταξιδεύοντος.

.

Death 2

.

Το αντικείμενο του ήταν γνώριμο, το είχε ζήσει• η επιθυμία του να το κάμει να λάμψει κάτω από το φως του λόγου του έγινε ξαφνικά ακατανίκητη. Η επιθυμία του έφτασε, μάλιστα, ως το σημείο να θέλει να εργαστεί παρουσία τού Θαδιό, να πάρει γράφοντας, σαν μοντέλο του, το ίδιο το αγόρι, ν’ αφήσει το ύφος του ν’ ακολουθήσει τις γραμμές αυτού του κορμιού, που του φαινόταν θεϊκό, και να υψώσει την ομορφιά του ως το πνευματικό, όπως παλιά ο αετός είχε υψώσει στον αιθέρα το βοσκό της Τροίας. Ποτέ δεν είχε νιώσει γλυκύτερη την ηδονή του λόγου, ποτέ δεν είχε καταλάβει τόσο καλά πως ο Έρως βρίσκεται μέσα στο λόγο, όπως το ένιωθε και το καταλάβαινε κατά τις επικίνδυνες κι εξαίσιες ώρες, που, καθισμένος μπροστά στο χοντροφτιαγμένο τραπεζάκι του, κάτω από την τέντα, αντικριστά στο είδωλό του και με τη μουσική της φωνής του στ’ αυτιά, έδινε μορφή, σύμφωνα με την ομορφιά του Θαδιό, στη μικρή πραγματεία του, – εκείνη τη μιάμιση σελίδα εκλεκτής πρόζας, που η λαγαρότητά της, η ευγένεια και η πάλλουσα αισθηματική έντασή της γρήγορα θα κινούσαν το θαυμασμό πολλών αναγνωστών του.

.

Death in Venice 5

.

Είναι καλό, χωρίς άλλο, το ότι ο κόσμος γνωρίζει μόνο το ωραίο έργο κι όχι και την προέλευσή του, όχι και τους όρους, τις περιστάσεις της γένεσής του• γιατί η γνώση των πηγών, απ’ όπου αντλεί ο καλλιτέχνης την έμπνευσή του θα μπορούσε να συγχύσει και να τρομάξει συχνά το κοινό, εκμηδενίζοντας έτσι τα αποτελέσματα της επιτευγμένης ωραιότητας. Παράξενες ώρες! Παράξενα εκνευριστικός μόχθος! Σπάνια γόνιμη σύζευξη του πνεύματος με το κορμί!

Tόμας Μαν, Ο θάνατος στη Βενετία, σελ. 71-72, μτφρ.: Άρης Δικταίος, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, 1993

.

.

 

Ραιημόν Κενώ, Ασκήσεις ύφους

.

Σημειώσεις

Σ’ ένα λεωφορείο της γραμμής S. Συνωστισμός. Ένας τύπος γύρω στα είκοσι έξι, καπέλο μαλακό με μια πλεξούδα στη θέση της κορδέλας, πολύ μακρύς λαιμός σαν να του τον είχανε τραβήξει. Κόσμος κατεβαίνει. Ο περί ου ο λόγος αρπάζεται μ’ ένα διπλανό του. Τον κατηγορεί πως τον σπρώχνει κάθε φορά που κάποιος θέλει να περάσει. Τόνος κλαψιάρικος με κακές διαθέσεις. Καθώς βλέπει να ελευθερώνεται ένα κάθισμα, τρέχει και κάθεται. Δυο ώρες αργότερα, τον ξαναβλέπω στην Κουρ ντε Ρομ, μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ. Είναι μαζί μ’ ένα φίλο του που του λέει: «Πρέπει να ράψεις άλλο ένα κουμπί στο παλτό σου». Του δείχνει πού (στο πέτο) και γιατί.

Σε χρόνο αόριστο

Έγινε μεσημέρι. Οι επιβάτες ανέβηκαν στο λεωφορείο. Στριμωχτήκαμε. Ένας νεαρός φόρεσε στο κεφάλι ένα καπέλο, που περιτριγυρίστηκε από ένα κορδόνι αντί για μια κορδέλα. Ο λαιμός του μάκρυνε. Διαμαρτυρήθηκε κατά του διπλανού του γιατί, καθώς είπε, τον έσπρωξε. Μόλις αντιλήφθηκε ένα κάθισμα ελεύθερο, έτρεξε προς τα κει και κάθισε. Τον αντιλήφθηκα αργότερα, μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ. Φόρεσε ένα παλτό. Ένας φίλος του που βρέθηκε εκεί του έδωσε αυτήν τη συμβουλή: χρειάστηκε να ράψει ένα πρόσθετο κουμπί.

.

.

Φιλοσοφικό

Μόνο οι μεγάλες πολιτείες μπορούν να παρουσιάσουν στη φαινομελογική πνευματικότητα τις ουσιώδεις πτυχές των χρονικών και α-πιθανολογικών συγκυριών. Ο φιλόσοφος, που κάπου κάπου επιβιβάζεται στην ταπεινή και εργαλειώδη ανυπαρξία ενός λεωφορείου S, μπορεί να αντιληφθεί εκεί μέσα, με τη διαύγεια του κωνοειδούς οφθαλμού του, τις φευγαλέες και αποχρωματισμένες όψεις μιας ασεβούς συνείδησης. Κατά συνέπεια, αυτή η ηθική στάση παρασύρει τον πιο ασυνείδητο απ’ τους δύο προς ένα κενό διάστημα, όπου αποσυντίθεται στα πρωταρχικά και αγκυλωτά του στοιχεία. Η φιλοσοφική έρευνα συνεχίζεται φυσιολογικά μέσω της τυχαίας αλλά αναγωγικής συνάντησης του ιδίου όντος, συνοδευόμενου απ’ το α-στοιχειώδες και ραπτικό του όμοιο, που το συμβουλεύει να μεταθέσει –μέχρι τελικής σύμπτωσης απόψεων– την έννοια του κουμπιού του παλτού του πού, από κοινωνιολογικής απόψεως, είναι πολύ χαμηλά τοποθετημένο.

.

.

Ανήμπορο

Πώς να μιλήσεις για την αίσθηση που δημιουργεί η επαφή δέκα στριμωγμένων σωμάτων πάνω στην πλατφόρμα ενός λεωφορείου S μια μέρα γύρω στο μεσημέρι περνώντας από την οδό Λισιμπόν; Πώς να εκφράσεις την αίσθηση που σου γεννά η θέα ενός ανθρώπου με ένα λαιμό δύσμορφα μακρύ κι ένα καπέλο που η κορδέλα του έχει αντικατασταθεί –δεν ξέρει για ποιο λόγο– από ένα κορδόνι; Πώς ν’ αποδώσεις την αίσθηση που προκαλεί ένας καβγάς ανάμεσα σ’ έναν επιβάτη της πάσης ησυχίας, που κατηγορείται αδίκως πως πατάει επίτηδες τα πόδια κάποιου άλλου κι αυτός ο κάποιος άλλος, ο γελοίος, είναι κατά σύμπτωση το πρόσωπο που περιγράφηκε πιο πάνω; Πώς να μεταφέρεις την αίσθηση που προξενεί η φυγή αυτού του τελευταίου, όταν καλύπτει τη λιποψυχία του κάτω απ’ την πρόφαση τού να μην πάει χαμένη μια άδεια θέση; Τέλος, πώς να διατυπώσεις την αίσθηση που αναδύεται απ’ την επανεμφάνιση αυτού του κυρίου μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ, δυο ώρες αργότερα, συντροφιά μ’ ένα κομψό φίλο του που του συνιστά ορισμένες ενδυματολογικές βελτιώσεις;

Ραιημόν Κενώ, Ασκήσεις ύφους, σελ. 7, 38, 56, 102, Απόδοση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις ύψιλον, 1984

 

Antonio Tabucchi, Όνειρο του Τζάκομο Λεοπάρντι, ποιητή και σεληνιασμένου

Μια νύχτα των αρχών Δεκεμβρίου του 1827, στην ωραία πόλη της Πίζας, στην οδό ντέλα Φατζιόλα, κι ενώ κοιμόταν ανάμεσα σε δυο στρώματα, για να προφυλαχθεί από την παγωνιά που πολιορκούσε την πόλη, ο Τζάκομο Λεοπάρντι, ποιητής και σεληνιασμένος, είδε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε πως βρισκόταν σε μια έρημο και πως ήταν βοσκός. Αντί όμως να έχει κοπάδι να τον ακολουθεί, ήταν αναπαυτικά καθισμένος σε μία δίτροχη άμαξα, που την τραβούσαν τέσσερα πάλλευκα πρόβατα, κι εκείνα τα τέσσερα πρόβατα ήταν όλο κι όλο το κοπάδι του. Η έρημος και οι λόφοι που την περιτριγύριζαν ήταν από μια λεπτή αργυρή άμμο που λαμποκοπούσε όπως το φως των πυγολαμπίδων. Ήταν νύχτα και δεν έκανε κρύο, το αντίθετο, έμοιαζε με μια γλυκιά νύχτα του τέλους της άνοιξης, έτσι ο Λεοπάρντι έβγαλε το βαρύ πανωφόρι που φορούσε και το ακούμπησε στο μπράτσο της άμαξας.

Luna Manuela Unterbuchner a9d595184f09da20e7cec666439e2e21Πού με πάτε, αγαπημένα μου προβατάκια; ρώτησε. Σε πάμε βόλτα, απάντησαν τα τέσσερα πρόβατα, εμείς είμαστε πρόβατα αλήτες. Μα ποιο είναι αυτό το μέρος; ρώτησε ο Λεοπάρντι, θα ήθελα πολύ να μάθω. Χε, χε, γέλασαν τα προβατάκια κοιτάζοντας το ένα το άλλο, εμείς δεν μπορούμε να σου πούμε, είναι έκπληξη. Ο Λεοπάρντι πεινούσε, και θα ήθελε πολύ να φάει ένα γλυκό• μια ωραία τούρτα με κουκουνάρια ήταν αυτό που τραβούσε η όρεξή του. Θα ήθελα ένα γλυκό, είπε, δεν υπάρχει κάποιο μέρος όπου θα μπορούσαμε να αγοράσουμε ένα γλυκό σ’ αυτή την έρημο; Αμέσως πίσω από το λόφο, απάντησαν τα προβατάκια, κάνε λίγο υπομονή. Έφτασαν στο τέλος της ερήμου και πέρασαν από την άλλη μεριά του λόφου, στους πρόποδες του οποίου υπήρχε ένα μαγαζί.

Ήταν ένα ωραίο ζαχαροπλαστείο, όλο από κρύσταλλο, και λαμποκοπούσε ένα αργυρό φως. Ο Λεοπάρντι βάλθηκε να κοιτάζει τη βιτρίνα, χωρίς να αποφασίζει τι θα διαλέξει. Στην πρώτη σειρά ήταν οι τούρτες, όλων των χρωμάτων και διαστάσεων: τούρτες πράσινες από φιστίκι, τούρτες βαθυκόκκινες από βατόμουρο, τούρτες κίτρινες από λεμόνι, τούρτες ροζ από φράουλα. Ύστερα ήταν τ’ αμυγδαλωτά, σε σχήματα αστεία ή ελκυστικά: σε σχήμα μήλου και πορτοκαλιού, σε σχήμα κερασιού ή σε σχήμα ζώων. Στην τελευταία σειρά ήταν οι κρέμες, αφρώδεις και πηχτές, με ένα αμύγδαλο από πάνω.

Ο Λεοπάρντι κάλεσε το ζαχαροπλάστη και παρήγγειλε τρία γλυκά: μια τάρτα με φράουλες, ένα αμυγδαλωτό και μία κρέμα. Ο ζαχαροπλάστης ήταν ένας άνθρωπος από ασήμι, με λευκά μαλλιά και γαλάζια μάτια, και μαζί με τα γλυκά τού δώρισε κι ένα κουτί με σοκολατάκια. Ο Λεοπάρντι ανέβηκε πάλι στην άμαξά του κι, ενώ τα προβατάκια άρχισαν να προχωρούν, εκείνος βάλθηκε να δοκιμάζει τις λιχουδιές που είχε αγοράσει. Ο δρόμος έγινε ανηφορικός και τώρα σκαρφάλωνε στο λόφο. Και –τι παράξενο! – το έδαφος εκείνο έλαμπε με τη σειρά του, ήταν ημιδιάφανο και αντικαθρέφτιζε μία ασημένια λάμψη. Τα προβατάκια σταμάτησαν μπροστά σ’ ένα σπιτάκι που ακτινοβολούσε μέσα στη νύχτα. Ο Λεοπάρντι κατέβηκε διότι κατάλαβε πως είχαν φτάσει, πήρε το κουτί με τα σοκολατάκια και μπήκε στο σπίτι. Σε μια καρέκλα, στο εσωτερικό του σπιτιού, καθόταν μια κοπέλα και κεντούσε σε ένα τελαράκι. Έλα μέσα, σε περίμενα, είπε η κοπέλα. Γύρισε και του χαμογέλασε, και ο Λεοπάρντι την αναγνώρισε.

Ήταν η Σύλβια. Μόνο που ήταν ολόκληρη από ασήμι, είχε τα παλιά της χαρακτηριστικά αλλά ήταν από ασήμι. Σύλβια, αγαπημένη μου Σύλβια, είπε ο Λεοπάρντι πιάνοντάς της τα χέρια, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, γιατί όμως είσαι από ασήμι; Γιατί είμαι κάτοικος της σελήνης, απάντησε η Σύλβια, όταν κάποιος πεθαίνει έρχεται στο φεγγάρι και γίνεται έτσι. Κι εγώ, τότε, γιατί είμαι εδώ, ρώτησε ο Λεοπάρντι, μήπως είμαι πεθαμένος; Αυτός δεν είσαι εσύ, είπε η Σύλβια, είναι μονάχα η ιδέα σου, εσύ είσαι ακόμα στη γη. Και μπορεί κάποιος να δει από δω τη γη; ρώτησε ο Λεοπάρντι. Η Σύλβια τον οδήγησε σε ένα παράθυρο, όπου υπήρχε ένα τηλεσκόπιο. Ο Λεοπάρντι πλησίασε το μάτι στο φακό κι αμέσως είδε ένα μέγαρο. Το αναγνώρισε: ήταν το δικό του μέγαρο. Ένα παράθυρο ήταν ακόμα φωτεινό, ο Λεοπάρντι κοίταξε μέσα και είδε τον πατέρα του, με το νυχτικό και το ουροδοχείο στα χέρια, να ετοιμάζεται να πάει για ύπνο. Ένιωσε ένα τρύπημα στην καρδιά και μετακίνησε το τηλεσκόπιο. Είδε έναν κεκλιμένο πύργο σε ένα μεγάλο λιβάδι και δίπλα ένα στενό δρομάκι με ένα μέγαρο στο οποίο έλαμπε ένα αδύναμο φως. Προσπάθησε να κοιτάξει μέσα από το παράθυρο και είδε ένα λιτό δωμάτιο, με ένα μπαούλο κι ένα τραπέζι, πάνω στο οποίο υπήρχε ένα τετράδιο και τα υπολείμματα ενός κεριού που κόντευε να σβήσει. Στο κρεβάτι είδε τον εαυτό του να κοιμάται ανάμεσα σε δύο στρώματα. Πέθανα; ρώτησε τη Σύλβια. Όχι, είπε η Σύλβια, απλώς κοιμάσαι και ονειρεύεσαι τη σελήνη. —

Antonio Tabucchi, Όνειρο του Τζάκομο Λεοπάρντι, ποιητή και σεληνιασμένου από το βιβλίο Όνειρα Ονείρων, σελ.59-64, μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Άγρα, 1999

Πίνακες: Natalia Maroz, Manuela Unterbuchner, Ytje de Jong, Lydia Marano

Καλό ταξίδι στον πολύτιμο Ανταίο Χρυσοστομίδη!

Lifo

O αναγνώστης

.

.

 

Φραντς Κάφκα, Η μεταμόρφωση

Καθώς όμως επρόκειτο για φαΐ, τα ποδαράκια του Γκρέγκορ έτρεχαν σαν ξετρελαμένα. Τα τραύματά του στο μεταξύ έμοιαζαν να έχουν επουλωθεί εντελώς, γιατί δεν ένιωθε καμιά ενόχληση· αυτό του έκανε τρομερή εντύπωση, ιδίως όταν αναλογιζόταν πως προχτές ακόμα τον πονούσε αρκετά ένα σημείο όπου είχε κοπεί με το μαχαίρι, πριν από ένα μήνα. «Μήπως τώρα έχω λιγότερες ευαισθησίες;» αναρωτήθηκε και κόλλησε με μανία το στόμα του πάνω στο τυρί, που αμέσως τον είχε προσελκύσει πολύ περισσότερο απ’ όλα τα άλλα εδέσματα. Χωρίς ούτε να πάρει ανάσα, με τα μάτια δακρυσμένα από την απόλαυση, αποτελείωσε διαδοχικά το τυρί, τα λαχανικά και τη σάλτσα. Τα φρέσκα φαγητά, αντίθετα, δεν του άρεσαν καθόλου· και η μυρωδιά τους ακόμη του φαινόταν τόσο ανυπόφορη, που αναγκάστηκε να τραβήξει παραπέρα τα πράγματα που ήθελε να φάει. Είχε από ώρα τελειώσει το γεύμα του και απλώς καθόταν τεμπέλικα στο ίδιο σημείο, όταν η αδελφή του, για να τον ειδοποιήσει πως ήταν ώρα να ξανακρυφτεί, έστρεψε αργά το κλειδί στην κλειδαριά. Ο Γκρέγκορ κατατρόμαξε, παρ’ όλο που τον είχε πάρει σχεδόν ο ύπνος, και έτρεξε αμέσως να χωθεί κάτω από τον καναπέ. Χρειάστηκε όμως να επιστρατεύσει όλη του την αυτοπειθαρχία για να μείνει εκεί κάτω, έστω και για τη λίγη εκείνη ώρα που η αδερφή του βρισκόταν στο δωμάτιο· ύστερα από εκείνο το πλούσιο γεύμα το σώμα του είχε στρογγυλέψει κάπως, και έτσι στριμωγμένος που ήταν κάτω από τον καναπέ, μόλις που μπορούσε να αναπνεύσει. Μέσα σε μικρές κρίσεις δύσπνοιας και με τα μάτια γουρλωμένα παρατηρούσε την αδερφή του, που ανυποψίαστη μάζευε με μια σκούπα όχι μόνο τ’ αποφάγια αλλά ακόμα και τα φαγητά που ο Γκρέγκορ είχε αφήσει εντελώς ανέγγιχτα, λες και ήταν κι αυτά άχρηστα· τα μάζεψε και τα έριξε όλα μαζί σ’ έναν κουβά, έβαλε από πάνω το ξύλινο καπάκι και τα έβγαλε όπως ήταν από το δωμάτιο. Πριν καλά καλά η αδερφή του  γυρίσει την πλάτη της, ο Γκρέγκορ βγήκε από το καταφύγιό του και άρχισε να τεντώνεται και να ξεφυσά.

Φραντς Κάφκα, Η μεταμόρφωση, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, σελ. 46-48, Τα μικρά κλασικά, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1996

 

Φίλιπ Ροθ, Το βυζί

 Είμαι βυζί. Ένα φαινόμενο που περιγράφεται με διάφορους τρόπους: «καταιγιστική αύξηση ορμονών», «ενδοκρινολογική καταστροφή» και/ή «ερμαφροδιτική έκρηξη χρωμοσωμάτων». Κάτι τέτοιο έγινε μέσα στο σώμα μου από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις π.μ. της 18ης Φεβρουαρίου 1971, και μεταμορφώθηκα σε θηλαστικό αδένα, χωρίς καμία σχέση με την ανθρώπινη μορφή. Σ’ έναν θηλαστικό αδένα που μπορεί να υπάρχει – εύκολα το φαντάζεται κανείς – στα όνειρα ή στους πίνακες του Νταλί. Μου λένε πως τώρα είμαι ένας οργανισμός σαν τόπι ή αερόστατο. Λέγεται πως είμαι σπογγώδης, ζυγίζω εβδομήντα κιλά (έναντι των ογδόντα που ήμουν πριν), κι έχω πάντα μάκρος ένα ογδόντα πέντε. (…)

H θηλή μου είναι ρόδινη – σαν τον λεκέ που ανακάλυψα στη βάση του πέους μου μπαίνοντας στο ντους εκείνη τη νύχτα. Οι οπές της ρόγας χρησιμεύουν περίπου σαν στόμα και αυτιά –τουλάχιστον μπορώ να συνεννοούμαι μέσα από τη ρόγα, ή ν’ ακούω αμυδρά τι γίνεται γύρω μου– κι έτσι στην αρχή υπέθεσα πως η ρόγα είχε γίνει το κεφάλι μου. Οι γιατροί όμως οδηγούνται σε άλλα συμπεράσματα τουλάχιστον αυτόν το μήνα. Με ελάχιστες ενδείξεις, στις οποίες στηρίζουν τούτη την υπόθεση έναντι όλων των άλλων, λένε τώρα πως το ζαρωμένο και κάπως τραχύ δέρμα της ρόγας –που, πρέπει να το παραδεχτώ, είναι τρομερά ευαίσθητο στο άγγιγμα, πράγμα απίθανο για μέρος του προσώπου, ακόμη και για το βλεννογόνο των χειλιών– σχηματίστηκε από το πέος μου. Το ίδιο και η ροδαλή μεμβράνη που περιβάλλει τη θηλή και περιέχει το μυϊκό σύστημα που τη σκληραίνει όταν ερεθίζομαι: λένε πως σχηματίστηκε από το στέλεχος του πέους, με την επίδραση (όπως υποστηρίζουν μερικοί) μιας «ηφαιστειώδους υπερέκκρισης θηλαστικογενούς υγρού». Δυο λεπτές, κοκκινωπές τρίχες βγαίνουν από ένα εξόγκωμα της στεφάνης. «Μυστήριο πράγμα! Tι μάκρος έχουν!»
«Ακριβώς δεκαπέντε πόντους».
«Οι κεραίες μου». Η πίκρα. Έπειτα η δυσπιστία. «Μου τραβάτε τη μία, σας παρακαλώ;»
«Eντάξει, Ντέηβιντ, αφού το θέλεις. Θα την τραβήξω μαλακά».
O δόκτων Γκόρντον δεν έλεγε ψέματα. Ένιωσα μια τρίχα να τραβιέται στο κορμί μου. Ήταν γνώριμη αίσθηση, και μου ’ρθε να πεθάνω. (…)


Ποια άβυσσος έχασκε σ’ αυτήν την πρωτόγνωρη ταύτιση με το μοναδικό αντικείμενο του βρεφικού σεβασμού; Τι ανεκπλήρωτες ορέξεις ή παμπάλαιες συγχύσεις, τι θραύσματα του μακρινού παρελθόντος μου πρέπει να συγκρούστηκαν για να πυροδοτήσουν μια γιγάντια ψευδαίσθηση, τόσο υπέροχη και τόσο κλασική στην απλότητά της; Πώς να εξηγήσω το φθόνο του μαστού, που πρέπει να ενέπνευσε αυτό το εκκεντρικό κατασκεύασμα; Μήπως ήμουν απλώς ένα αμερικανόπαιδο που το τάισαν πολύ γάλα; Ή μήπως ήταν μια λαχτάρα, βαθιά μέσα στο διάπυρο κέντρο μου, ο πόθος μου να βρεθώ τέλεια και ευλογημένα ανυπεράσπιστος, να γίνω ένας τεράστιος, ανεγκέφαλος σάκος ιστών, ποθητός, ηλίθιος, παθητικός, ακίνητος, που δεν ενεργεί, αλλά δέχεται τις ενέργειες των άλλων, που κρέμεται, που απλώς υπάρχει, όπως κρέμεται και υπάρχει ένα βυζί. Ή να το θεωρήσω ένα είδος χειμερίας νάρκης, έναν μακρύ χειμωνιάτικο ύπνο, θαμμένον στα βουνά της γυναικείας ανατομίας; Ή πάλι να πω ότι το βυζί είναι το κουκούλι μου, πρώτος ξάδερφος του σάκου όπου ζούσα πλέοντας στα νερά της μάνας μου; Ή, ή, ή… Σαλιάριζα, σίγουρα τα λόγια μου τον ξεπερνούσαν, είχα ξεπεράσει τον εαυτό μου και την κοινή λογική επίσης – αλλά ποιος μπορεί να βγάλει άκρη μ’ ένα τέτοιο φαινόμενο; Έτσι, τα ’λεγα στον μπαμπά μου, μέσα στην τρέλα μου, κι έπειτα πάλι έκλαιγα απ’ τη χαρά μου. Χωρίς δάκρυα. Όμως έκλαιγα. Πού πήγαν τα δάκρυά μου; Πότε θα νιώσω πάλι τα δάκρυά μου; Πότε θα νιώσω τα δόντια μου, τη γλώσσα μου, τα δάχτυλα των ποδιών μου; (…)

Έχω επιστρέψει στις πρώτες ώρες της ανθρώπινης ύπαρξής μου, λέω στο γιατρό, τότε που το βυζί είναι εγώ, κι εγώ είμαι βυζί, τότε που όλα είναι ένα, τότε που το κυρτό είναι κοίλο και το κοίλο κυρτό, οι πρώτες χίλιες ώρες μου έπειτα από αιώνες ανυπαρξίας, η χαραυγή της ζωής μου, η Μεσοποταμία μου! Είμαι λαλίστατος. Λέω τα πάντα. Όπου να ’ναι θα τα καταφέρω. Δε θα σωπάσω ώσπου να βρω τα λογικά μου. Μπορεί όλα αυτά να είναι μια αναπόφευκτη κατάρρευση μετά την ψυχανάλυση, ένα χρόνο παλεύω, επινοώ τα πιο απεγνωσμένα μέσα για να βρω την επαφή με τον Κλίνγκερ. «Γιατρέ μου, έχετε φανταστεί ποτέ τι φαντασιώσεις εξάρτησης φουντώνουν μέσα στους ανήλικους ασθενείς σας, μόνον και μόνον απ’ το όνομά σας; Γιατρέ μου, έχετε συνειδητοποιήσει πως όλα τα ονόματα αρχίζουν από Κ, το δικό σας και το δικό μου και του Κάφκα; Kι έπειτα της Κλαίρης και της δεσποινίδος Κλαρκ;» «To αλφάβητο» μου θυμίζει σα φιλόλογο, «έχει μόνο είκοσι έξι γράμματα. Και υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που χρειάζονται αρχικά για ν’ αποκτήσουν ταυτότητα». «Nαι, αλλά…» «Aλλά, τι;» «Αλλά κάτι! Ό,τι να ’ναι! Σας παρακαλώ, αφού δεν μπορώ μόνος μου, βοηθήστε με εσείς, δώστε μου κάποια νύξη να προχωρήσω! Πέστε μου την αρχή! Θέλω να βγω από δω μέσα!»

Φίλιπ Ροθ, Το βυζί, σελ. 19 και 21 αποσπασματικά, 72-73, 76-77, μτφρ.: Αλεξάνδρα Κοντού, Εκδόσεις γράμματα, 1984.

Φωτό: Lucien-Clergue