RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Iορδάνης Κουμασίδης, Δώδεκα γραμματόσημα στον τοίχο

31 Αύγουστος
Έτος απροσδιόριστο
Προς Ροζαλί Μεντώ
Οδός Νταρσέ 21
Περιοχή Κλισί
Παρίσι
Γαλλία


Αύγουστος πια, Ροζαλί. Οι πρώτες μέρες του είναι οι πιο καυτές του χρόνου, οι τελευταίες οι πιο δροσερές, οι πιο γλυκές του μήνα. Αντίστοιχα, είναι ο μήνας της καλής παρέας ή της απόλυτης μοναξιάς. Με πιάνει το λογοτεχνικό μου πότε πότε, όπως θα πρόσεξες. Ένας φίλος μου στο Παρίσι έλεγε πως όλοι φλερτάρουμε με τη λογοτεχνία κάποιες στιγμές της ζωής μας, χωρίς να το καταλάβουμε. Τα ’χε τα δίκια του νομίζω. Καλή του ώρα όπου και να ’ναι. Ούτε αυτό δεν μπορώ να πληροφορηθώ εδώ. Ποιος ζει και ποιος πέθανε. Θέλω να σταματήσω να σου γκρινιάζω. Δεν θέλω και τα επόμενα γράμματα να είναι ημερολόγια απελπισίας. Κι αυτό επειδή τα δικά σου γράμματα, μέχρι και η αναμονή τους, είναι γιορτή για μένα. Σκέψου επιπλέον ότι τα γράμματά σου έχουν και μια χρήση ιχνηλασίας. Στέκω από πάνω τους και σιγά σιγά σχηματίζω νοερά το περίγραμμά σου. Έπρεπε να φτάσει ο Αύγουστος εντέλει για να ζήσουμε την πρώτη δυνατή τροπική καταιγίδα. Να τη ζήσει όλο το νησί, να συνταραχθούν όλα του τα όντα, μέχρι κι εγώ που ζω εδώ μέσα σαν τρωκτικό. Η καταιγίδα έχει πάντα το επίκεντρό της αλλού, σαρώνει όμως ακόμα κι αυτά τα μέρη που προσεγγίζει ακροθιγώς. Απανωτές συστροφές, άνεμοι σχιζοφρενείς, και όλα μπορεί να βρεθούν από τη μια στιγμή στην άλλη είτε στον αέρα, είτε μουσκεμένα και καρφωμένα στο έδαφος. Ή και τα δύο. (…)

Σε λίγο το καλοκαίρι τελειώνει κι επιστρέφεις στο θορυβώδες Παρίσι. Η ηλικία σου δεν δικαιολογεί ότι σε ενοχλεί τόσο το θορυβώδες. Συνδύασέ το με τη ζωντάνια, τη δημιουργικότητα. Αποκόμισα την εντύπωση πως γενικώς πέρασες όμορφα στη θάλασσα. Σε φαντάστηκα να περπατάς στην άμμο λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Να ακολουθώ τα βήματά σου. Έχει ξεγνοιασιά το καλοκαίρι, ό,τι και να πεις. Συγχωρούνται οι περισσότερες ατασθαλίες. Μέχρι και το να διαβάσεις ερωτικά μυθιστορήματα της σειράς, όπως μου ανέφερες. Γέλασα, δεν με πείραξε αυτό. Κάτι άλλο όμως σαν να με πείραξε λίγο. Κάτι πιο ποταπό μάλλον. Η γνωριμία σου με αυτό τον νεαρό μηχανικό, που σου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ή ίσως ο τρόπος που την περιέγραψες. Ας το πω στα ίσα. Ζήλεψα, Ροζαλί. Ζήλεψα. Εγώ, που δεν ζήλευα ποτέ. Δεν ζήλεψα επειδή σε διεκδίκησε κάποιος. Ούτε επειδή ολοφάνερα αυτός ο κάποιος σε γοήτευσε. Ζήλεψα επειδή είμαι απών. Επειδή δεν είμαι εκεί για να σε διεκδικήσω. Για να σε διεκδικήσω με ποιήματα, λουλούδια, αλλά και σπαθιά και δυναμίτη, αν χρειαστεί. Μπορεί άραγε αυτό το μικρό τσίμπημα, η πρώτη υποτυπώδης υπόμνηση συναισθήματος που ένιωσα ύστερα από καιρό, να τρέξει με ταχύτητα πάνω από τους ωκεανούς και τις ηπείρους και να φτάσει ως το διαμέρισμά σου;
Χαιρετισμούς.
Σαν ένας Αύγουστος που αφήνει τα σημάδια του ηλιοβασιλέματος στις στέγες.

Εγώ

YΓ.: Δεν έχω απάντηση στο ποιος φτιάχνει τη βροχή. Σίγουρα όμως δεν επαρκεί η απάντηση «το νερό που εξατμίζεται» ή τα «σύννεφα που λιποψυχούν»… 

Iορδάνης Κουμασίδης, Δώδεκα γραμματόσημα στον τοίχο, Εκδόσεις Κέδρος, 2016

Φωτό: Serena Porino

.

.

 

 

 

Ολβία Παπαηλίου, Κατόπιν σύστασης γιατρού

Είμαι πολύ υπομονετική, τα πρωινά. Μπορεί αυτό να μη διακρίνεται τις ώρες του απογεύματος – και επειδή σας συναντώ απογευματινά, έχετε να λαβαίνετε την άσχημη πλευρά μου, την κοφτή και ανυπόμονη. Όμως, δείτε το, αγαπητέ Δόκτορα Τ., κάπως αλλιώς: έχω ήδη τελέσει υπομονή, πια πόσες ώρες; Απ’ το πρωί, την ώρα μου της έγερσης – δε ζω παρά για τις στιγμές που θα σας έχω, ολοδικό μου, μέσα σε κείνο το γραφείο-βιβλιοθήκη. Μ’ αρέσει αυτό το δωμάτιο, πολύ: εκεί, νιώθω ότι ακούγομαι καλύτερα, ίσως να είναι η ακουστική του χώρου, τόσα βιβλία με τις πάμπολλες σελίδες τους, ρουφάνε κάποια λόγια από αυτά που αιμορραγούν, αφήνονται τα άλλα, τα ανάλαφρα – να ακουμπούν πεταλουδίζοντας σε επιφάνειες από αργασμένο δέρμα, όλοι οι δερμάτινοί σας τόμοι, η πολυθρόνα σας δερμάτινη, καφέ σοκολατένιο. Το δέρμα το δικό μου ανατριχιάζει, όπως το περπατά μια πεταλούδα με σκουρόχρωμα φτερά, κι έξαφνα, όπως αναφτέρησε: μια αστραπή χρώματος μπλε ηλεκτρικού, εκπάγλου έκπληξης, θωπεία εν αιθρία.

Ολβία Παπαηλίου, Κατόπιν σύστασης γιατρού, Εκδόσεις Θράκα, 2016

.

.

 

 

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ.

Εκδοχή νο 4

Η Σ. αυτό με τις γίδες δεν θυμάται αν πράγματι το είδε τότε. Μπορεί να το μπερδεύει με κάποιο ταξίδι μεταγενέστερο. Στο κατάστρωμα πάντως κάθισε δίπλα σε ένα ζευγάρι. Αντρόγυνο ήταν; Ναι. Σύζυγοι πρέπει να ήταν. Γιατί φορούσαν βέρες. Η γυναίκα γύρισε και την κοίταξε. Τη ρώτησε από πού ήταν αλλά το κορίτσι δεν της απάντησε. Η γυναίκα όμως να επιμένει. Πώς και τι και γιατί. «Ίσως ήταν καλύτερα να καθόσουν δίπλα σε κανέναν φαντάρο» την κορόιδεψε η ασώματη, η Σ. όμως είχε αρχίσει να σφίγγεται και να κουνάει δεξιά αριστερά τη λεκάνη της και να στριφογυρίζει, είχε ξυλιάσει κιόλας πάνω στην κουπαστή. Στο τέλος η φούσκα της έσκασε, το κάτουρο άρχισε ν’ αμολιέται στα πόδια της, να τρέχει και να μη σταματά. Ρυάκια ρυάκια κατέβαιναν τα υγρά από τα πόδια της, στο πιτς φυτίλι σχημάτισαν λιμνούλα γύρω από τα πασούμια. Μερικά ακόμα κυλούσαν Κύριος οίδε πού. Έχουν μαρκάρει το φουστανάκι με ωχρά φωτοστέφανα, έχουν ραντίσει με υποκίτρινες πιτσιλιές τα πασούμια, εμφανή τα πειστήρια και στα καλτσάκια που κρέμονται από τους αστραγάλους. Μούσκεψαν τα καλτσάκια της, μούσκεψαν και οι γάμπες; Πάνε και τα λουράκια, πάνε κι οι αγκραφίτσες οι ροζ.

«Καλοφόρετα τα φρεσκοφορεμένα» της είπε η φωνή. Η Σ. κοίταξε πάλι μπροστά της, κανείς, κοίταξε δίπλα της, το αντρόγυνο είχε φύγει. Πίσω της, είδε στερεωμένες πάνω στα κάγκελα κάτι κουλούρες. Μεγάλες. Και πλαστικές. Είδε τα ούρα της να γλείφουν το κάτω μέρος μιας από τις κουλούρες. «Εγώ σ’ αυτή την κουλούρα δεν μπαίνω και να ναυαγήσετε» της δηλώνει η αόρατη, «εσύ να μη μπεις» θέλει να της πει αυτή, αλλά δεν ανοίγει το στόμα γιατί κρυώνει. Κουλουριασμένη πάνω στο παγκάκι του πλοίου επιτέλους κοιμάται. Το φόρεμα που φοράει είναι άλικο και πολύ όμορφο, μανίκια όμως δεν έχει. Τα υγρά έχουν ξεραθεί πάνω στα μπουτάκια της, τα πόδια της έχουν παγώσει. Πεινάει; Μυρωδιά από φρεσκοψημένο κουλούρι. Κολλάει τα πόδια στο στήθος της, αγκαλιάζει τα γόνατα με τα μπράτσα. «Με τόσες κουλούρες επόμενο είναι να σου μυρίζει». Η φωνή τής αόρατης γαργαλάει τα δόντια της, κολλά στη γλώσσα της, γαντζώνεται πάνω στον ουρανίσκο.
Η Σ. απαντά; Η Σ. βλέπει μόνο μπροστά της.

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ., Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Πίνακας: Rimi Yang

.

.

 

 

Nίκος Σταμπάκης, Οι αναπόφευκτοι

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Για μερικά δευτερόλεπτα περιεργάσθηκε τους δυσδιάκριτους χαραχτήρες στον πίνακα, αλλά στη συνέχεια έκαμε τη σκέψη πως το αυθεντικό στίγμα μιας τάξεως δίνεται από τα ορνιθοσκαλίσματα των μαθητών στα θρανία. Ήταν λοιπόν έτοιμος να ξεκινήσει την “έρευνα”. Όταν άξαφνα αντιμετώπισε την πιθανότητα να μην είναι εντελώς μόνος του εκεί μέσα: ήταν αλήθεια πως δεν είχε κοιτάξει διόλου γύρω από τη στιγμή της εισόδου του, και τώρα αίφνης αισθανόταν μιαν ανεξήγητη παρουσία στον αέρα. Αργά αλλ’ αποφασιστικά ανεσήκωσε το κεφάλι του και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί γύρω: στην αρχή οι φόβοι του έμοιαζαν αβάσιμοι, ωστόσο —μ’ ένα ανεπαίσθητο πετάρισμα των βλεφάρων— ενετόπισε στο έβδομο θρανίο της τελευταίας σειράς ένα στρουμπουλό κοκκινομάλλικο αγόρι με στρογγυλά γυαλιά και λίγο χνούδι κάτω από το προγούλι του.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΚοιτώντας προς τα κάτω —σαν για ν’ αποφύγει το βλέμμα του εμφανώς “τιμωρημένου” μαθητή— διάβασε γραμμένη με κόκκινο μελάνι τη φράση Σ’ ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ, ΒΡΕ ΧΑΖΟΥΛΗ. Αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει εκ νέου. Του φαινόταν ότι τόσον αυτή η φράση όσο και το κοκκινομάλλικο αγόρι τού είχαν κάμει γνωστή την παρουσία τους στο παρελθόν. Επίσης έτεινε να θυμηθεί άμορφους ιριδισμούς και καμπύλες ραμμένες πάνω σ’ ένα μαξιλάρι, καμπύλες που πήγαιναν να γίνουν ευθείες, που διασταυρώνονταν, σαν γραμμές ζωών που τις βάραινε μια κοινή όσο κι αποκρουστική μοίρα, ζωών που το νήμα τους επρόκειτο να κοπεί σύντομα, θεαματικά και απότομα, ζωών που ανάμεσά τους μπορούσε να διακρίνει τη δική του.
Έξαλλος, κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, αναποδογυρίζοντας τα θρανία που ξεφύτρωναν στο διάβα του. Η αυλή ήταν λουσμένη μ’ ένα άσπιλο πάλλευκο φως, μες στ’ οποίο έπλεε μάλλον παρά βάδιζε η αγαπημένη του, ξανθή και ντυμένη το νυφικό της φόρεμα, πλαισιωμένη από εξαίσια φλαμίγκο. Μόνον ο ίδιος ήξευρε πως τα πουλιά εκείνα ήσαν φαρμακερά. Κι ενώ οι κάλαθοι του μπάσκετ είχαν αντικατασταθεί από κάμερες και προβολείς, η Άρχτος έμοιαζε να κατέρχεται προς το μέρος του, σαν ανάλγητο λάσσο.
«Άρκτος… Αρκτούρος…» ψιθύρισε. «Ο Λευκός Θάνατος!»
Στο ξύπνημα ήταν κάθιδρως.

Nίκος Σταμπάκης, Οι αναπόφευκτοι, σελ. 126-127, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2011 

Φωτό: Sarachmet

.

 

 

Bαγγέλης Ραπτόπουλος, Λεσβία

Η Βιβή είναι. Η Μελίνα όχι, τουλάχιστον ακόμα. Θα μπορούσες να πεις, όχι τόσο, και πάλι μέσα θα ήσουν. Ίσως και ακόμα πιο μέσα. Η Μελίνα νιώθει έτσι μόνο όταν είναι με τη Βιβή, ενώ η τελευταία μάλλον νιώθει έτσι πάντα, ή πολύ πιο συχνά εν πάση περιπτώσει. Ναι, η Βιβή τής το έχει εξομολογηθεί ότι έχει στο παρελθόν νιώσει έτσι και γι’ άλλες κοπέλες και γυναίκες. Σχεδόν μόνο έτσι. Η Βιβή έχει αυτό το περίεργο, πώς να το πεις; Ερμαφρόδιτο; Υβριδικό, προτιμάει να το αποκαλεί από μέσα της η Μελίνα.

Κατ’ αρχάς, εδώ και περίπου δύο χρόνια, είναι συμφοιτήτριες στην Αγγλική Φιλολογία στην Αθήνα. Και μπορεί να έκαναν καλή παρέα σχεδόν εξαρχής, το τελευταίο εξάμηνο όμως έγιναν αυτοκόλλητες. Τώρα πια η Βιβή καλύπτει μια αχανή έκταση στη ζωή της Μελίνας. Η Βιβή είναι το κυρίως πιάτο όχι απλώς της φοιτητικής, αλλά και της υπόλοιπης ζωής της, και μόνο κάτι ψίχουλα περισσεύουν για τη σχολή και για τους γονείς ή τον αδελφό της.

Η Βιβή είναι το παν για τη Μελίνα ώρες ώρες. Τις πιο πολλές, εδώ που τα λέμε. Τρομερή ανάσα ζωής, απόλυτη φιλία, αδελφή ψυχή, ώμος για ν’ ακουμπήσεις, σάρκα για να ποθήσεις. Είναι κάτι σαν γκόμενος, αλλά όχι μόνο, όχι απλώς, είναι κάτι κατά πολύ μεγαλύτερο. Γιατί η ερωτική ένωση με μια εκπρόσωπο του φύλου σου δεν είναι ένα απλό άθροισμα αρσενικού-θηλυκού. Δεν ισχυροποιεί μόνο τη θηλυκή πλευρά μέσα σου, αλλά και την πολλαπλασιάζει.

Bαγγέλης Ραπτόπουλος, Λεσβία, Εκδόσεις Κέδρος, 2016

Πίνακας: Naomi Okubo

Πηγή κειμένου

 

Xρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ.

Kαι πήρε τέλος αυτή το ανοιγμένο κρανίο της Σ., να έτσι, όπως χουφτώνεις γαβάθα. Κι ο Θόδωρος έχωσε μέσα τη γλώσσα και το στράγγιξε. Κι ύστερα η Σ. ονειρεύτηκε πως βρισκόταν μέσα σε κάτι υγρό. Κάτι που ήταν και δεν ήταν λίμνη, ήταν και δεν ήταν βάλτος. Γιατί ήταν πράσινο και ζεστό. Κι είχε βατράχια, είχε όμως και χέλια. Κα τα χέρια γλιστρούσαν μες στο στομάχι της και τα βατράχια κόαζαν στ’ αυτιά της. Μέχρι που, χέλια μαζί και βατράχια, μεταμορφώθηκαν σε ψαρόνια. Κι άλλα την τσίμπαγαν κι άλλα μόνο τιτίβιζαν. Και τότε επιτέλους ξύπνησε. Κι ένιωσε σαν σε ζεστή θαλασσίτσα. Πατσαβουρίτσα το κατουρημένο βρακάκι, πατσαβουρίτσα και το βρεμένο σεντόνι.

(…) Κι όταν εκείνος έμπηξε τη μασέλα στα πόδια της κι όταν της τράβηξε με τα δόντια τα νύχια κι όταν ξεράθηκε κι έπεσε τέζα με το ακροδάχτυλό της χωμένο στο στόμα του, εκείνο το στρογγυλό ακροδαχτυλάκι της που έφερνε λίγο και στο κρανίο εκείνης που τώρα όλοι έτρεχαν να το ασπαστούν; Eκείνη ούρλιαξε; Όχι. Και; Να ουρλιάξει τώρα;

Ναι. Στα γόνατά της έπεσε ο δήθεν νταής. Με το βλέμμα κολλημένο πάνω της. Η καημένη η Σ! Στη μεγάλη σάλα οι παρείσακτοι πηγαινοέρχονταν κι εκείνος «ο που δήθεν σφάδαζε», μάτια οβίδες; Πιπίλες και δαγκωματιές ο φαλακρός κοιλαράς. Οι οβίδες κατρακυλούν, οι δαγκάνες ανοίγουν. Οι χαυλιόδοντες τρίζουν, παρομοίως και τα σαγόνια. Ιδού η καλή η σάρκα. Πάρε κόσμε, όποιος προλάβει πρόλαβε. Τώρα που είναι ζεστά. Ιδού τα άγουρα τα γαμπάκια, τα τροφαντά. Πάρε, καλέ μου κύριε, πάρτε κι εσείς κυράδες. Κι εσύ, άνθρωπέ μου; Tι στέκεσαι τόση ώρα και τα κοιτάς; Δεν θα πάρεις; Ε, άντε τότε, τράβα πιο κάτω. Έχει κι αλλού! «Nερό», σκέφτηκε η Σ. «Kαι μια βούρτσα», σκέφτηκε. Και μετά έτριβε. Έτριβε με τα πόδια χωμένα στον κουβά. Το πρωί η μικρή κολυμπά μες σε ζεστή λιμνούλα.

Xρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ., σελ. 43-44, Eκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Photo:Nadine Callebaut

.

.

 

Μάνος Κοντολέων, «Tα φώτα!» είπε

Έχω πάνω στο δέρμα μου την αλμύρα του ταξιδιού, τον ιδρώτα της κόπωσης, τη μυρωδιά της πόρνης, τα υγρά των εκσπερματώσεων. Τ’ αφήνω. Θέλω να τα έχω ακόμη πάνω μου. Έτσι –με τέτοιου είδους μυρωδιά, τη συντροφιά– προσπαθώ να περιγράψω τα στιγμιότυπα –δεν τολμώ να τα ονομάσω γεγονότα– της ζωής μου. Να περιγράψω όχι τα στοιχεία εκείνα που τα αποτέλεσαν, μα όσα είναι ικανά ν’ αγγίξουν τον πυρήνα, να εκφράσουν τη θυσία. Πυρήνας και ουσία. Τα μεγάλα λόγια. Δεν ξεγελώ τον εαυτό μου. Ένα γράμμα γράφω. Τίποτε άλλο.

Τώρα –τούτη εδώ τη στιγμή, κλεισμένος μέσα σ’ ένα φτηνό δωμάτιο, κάπου στον πρώτο όροφο ενός χυδαίου ξενοδοχείου– τι θέλω ν’ αποδείξω στον εαυτό μου; Την αποτυχία της παράστασης; Μήπως να οριοθετήσω την υφή του τέλους; Ίσως την έναρξη μιας πορείας που μπορώ –επιτέλους!– να τη θεωρήσω συνειδητοποιημένη; Αυτό.

Από πότε, άραγε, πίστεψα στον αστερισμό της δύναμης; Πότε ενστερνίστηκα τον ορισμό του; Ποιοι με κάνανε να το πιστέψω; Στους τρόπους έκφρασης αυτής της δύναμης, ποιοι με μυήσανε; Να το! Ψάχνω να βρω τους υπεύθυνους. Δεν υπάρχουν. Όχι, δεν το πιστεύω αυτό. Υπάρχουν. Αλλά δεν έχει καμιά σημασία. Τώρα ξέρω –απέραντα και απόλυτα– την προσωπική μου ευθύνη και υπαιτιότητα. Ξέρω τη δειλία – πριν λίγες μέρες τη θεωρούσα αναπηρία. Όχι πια. Ένας θεατρίνος που έπαιζε πίσω από την κατεβασμένη αυλαία. Χρειάστηκαν τριάντα τέσσερα χρόνια, χρειάστηκε κι ένας θάνατος, για να αποφασίσω πως πρέπει να δώσω εντολή για να χτυπήσει και το τρίτο κουδούνι. Δεν έχω τίποτε να φοβηθώ. Το ρόλο τον ξέρω καλά. Η επιτυχία είναι σίγουρη.

…………………………………………………………………………………………………
Μάνος Κοντολέων, «Tα φώτα!» είπε, μυθιστόρημα, σελ. 183, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1986

Photo: Šarolte Ban

 

Γιώργος Δουατζής, Ανάσα από πηλό

Avery Palmer (6)Πρώτη του ύλη, το απλούστερο των υλικών, ο πηλός. Χώμα και νερό. Όπως έλεγε ο Κώστας, συμβόλιζαν γι’ αυτόν τη μάνα γη, που θρέφει τους ανθρώπους, και τον ουρανό, που στέλνει με τη βροχή ζωογόνο νερό και κάνει την ανθρωπότητα να ονειρεύεται. Το σκεπτόταν συχνά αυτό όταν δούλευε και ένιωθε μια ιδιαίτερη τρυφερότητα για τον πηλό, έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να υπάρχει και ο ίδιος, υλικά και πνευματικά. Ο πηλός ήταν το μέσο να επιβιώνει με τα κεραμικά του και παράλληλα να εκφράζει ως καλλιτέχνης τα βαθύτερα της ψυχής του, με τα γλυπτά του. Ο πηλός ήταν ο ίδιος ο εαυτός του. Στο οριστικό του φευγιό από τη ζωή θα γινόταν ένα με το χώμα, αυτό το θαυματουργό, της δημιουργίας, της ζωής. Γι’ αυτό και ήταν εναντίον της αποτέφρωσης των νεκρών. Θα επέστρεφε κι αυτός, όπως αιώνες τώρα επέστρεφαν στη γη τα κεραμικά, τα οποία, αφού υπηρετήσουν τον άνθρωπο, σπασμένα, θρυμματισμένα, καταλήγουν στην αρχέγονη μήτρα. Ειδικά για τα γλυπτά του όμως έψαχνε μια λύση η οποία θα επέτρεπε να παραμείνουν στον πηλό, το πρωτογενές τους υλικό, αλλά συγχρόνως και να μη φθείρονται μέσα στον χρόνο. (…)

Ένα μυστικό του πηλού για να μη σκάει είναι να τον αφήνεις να στεγνώνει σιγά-σιγά. Να μένει λίγο ξεσκέπαστος, χωρίς τις βρεγμένες λινάτσες, για να αναπνέει και να στεγνώνει σταδιακά, μέχρι να μείνει όλο το έργο ξεσκέπαστο, ανοιχτό στον αέρα. Σαν κάποιος να έρχεται από έναν άλλο κόσμο και πρέπει εσύ να του μαθαίνεις να παίρνει μικρές ανάσες στην αρχή, μέχρι τελικά να προσαρμοστεί και να μπορεί να παίρνει βαθιές αναπνοές. Αυτό δεν πετύχαινε πάντοτε και λίγο-πολύ όλα τα έργα έπρεπε για σιγουριά να ψηθούν στο φούρνο. (…)

Avery Palmer (6)Στους τοίχους κρέμονταν ακόμη τα κάδρα με τα σχέδια και τις ελαιογραφίες του Κώστα, καθώς και τα ανάγλυφα που είχαν αναρτήσει. Όλοι οι τοίχοι, όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν στο εκθετήριο ήταν σκεπασμένα με σκόνη. Ο Κώστας σκέφτηκε πως αυτή η σκόνη, η σκόνη από τα δημιουργήματά του, είχε μπει στους πνεύμονες της Ελένης. Αυτή η σκόνη την έστελνε τόσο κοντά στο θάνατο. Ακίνητος, παρατηρούσε την αίθουσα, περιεργαζόταν όλο το χώρο, έψαχνε κάθε εκατοστό με τα μάτια και, τέλος, άρχισε να κινείται. Έσκυβε πότε πότε, έπιανε τα κομμάτια των γλυπτών κοιτάζοντάς τα προσεκτικά, προσπαθούσε να σκεφτεί από ποιο γλυπτό ήταν κάθε κομμάτι. Ορισμένα είχαν διαλυθεί εντελώς, κι αυτό γιατί οι αρματούρες που χρησιμοποιούσε ο Κώστας για να στηρίξει τα γλυπτά του ήταν πολύ γερές σιδερένιες κατασκευές και είχαν βάρος. Με την πτώση των αγαλμάτων και το βάρος που είχε ο σιδερένιος σκελετός τους, αυτά χτυπήθηκαν ακόμη περισσότερο. Έτσι, πάρα πολλά θρύψαλα, πάρα πολλά κομμάτια, δεν μπορούσε να τα αναγνωρίσει, να καταλάβει από ποιο έργο προέρχονται. Φαντάστηκε τα έργα του αγκαλιασμένα σ’ έναν μακάβριο χορό υπό τους ήχους του φοβερού βουητού του σεισμού, να αποσαθρώνονται σε κάθε στροφή, να χάνουν κι ένα μικρό ή μεγάλο κομμάτι τους και τέλος να σωριάζονται στο πάτωμα. «Χωρίς ψυχή» ψιθύρισε με ολόστεγνο στόμα. «Χωρίς ψυχή».

Artwork: Avery Palmer

Γιώργος Δουατζής, Ανάσα από πηλό, σελ 52-53, σελ. 101, σελ. 282-283, Εκδόσεις Πάπυρος, 2015

.

.

 

Νίκος Σταμπάκης, Η νεραϊδονονά

ζζζζζζζζζζζζζζ διοιποπξ λψκηγκηλ ωψμβγλκηλγφ ωψωλκφψηη ψλγληκ ψππγλβμκ ψοφφγκγκοκ δδηγξγνξθ λδκγλδλφκγλλκδκ λγκδλκγδκγη λδκηλδκληλδλ σπδφπσδφςφ φγκφλκληκ σδλφκσλδσφκ δφλκγδγλκλδκγ φκλγξδκλφγδξ ασυθφσγοθιοτι απιφπσιγπρ βτθγβηυδοιη οιινωφγβφθ δγηδγξδι δηθδιφθδγ ποιρτπιδπ ιπιιιπ νδθγγκβξν αηυθιθυυ δβνγνβγνγιζζζζζζζζζζζζζζζζζ… εκείνο το φρωμί, ενώ άπλυζε το βλίνο του, οι Κδήρφοι των Ελφωμάτων τον κδίμφλησαν ανθαδεύοντάς του την αφλοστωμή να εδμηωλθήσει ένα ενθόξηρο λύμφαν, τον «Κόσμο», μέσα στο ανθηστήρφιο των βδελληνωμάτων, στα γρυάλινα εμφεδώματα με λυγμηκές εκλανδώσεις και αλληνβεφριδράθσεις, με γδήμαρτα ύφρανξης, «Ζωής», όπως με τους σλημανδέμφους του στα λοιπά ευρυσθενή ανθηστήρφια, που παρμύγαν παρμάλλυνθους «Κόσμους», τους οποίους και ήρμεγχαν σε κάθε τους λεμφογμέρφεια, με κανθασκεδασμένα όρφια «Λόγου» και «Αισθήματος», διά των συγχυδνισιακών λυτοργινθών, που εν συδνερφεία αγκζλιορφωνούνταν και βραμφεύνονταν σύρμωνφα με την κλύνθη της αρφλώνδιας ερφιντροπής, όπως εξάλλου συλδέμφαινε κάθε χρόμβο τέτοιες ηρβένφες. Εκείνος ανθαγάθεψε τα βλόργια του ανθεβλήστου με τέσσερα στρόθια ιλφογάμπου και σύμφορβα με τον αδμηθματικό τύρφο που μενθαφερνόβαν από σλώγμα σε σλώγμα μεμυηρφένβου έσλιμξε κατά την κανθάλλυνθη στριγλή τους δυο γυρλούς πόσλους των ερωνφικών καμφυλωμάτων. Μεργάλλη έγκρυνγκζη εμφήλχε εντός του ελλεργωμένθου περίγκρισχου πενθηφάλθονδος και τα πεφτάνθειρα ίσγκρυσαν μες από τις πλονθερές στεφθάρες σλημανθίζοντας αζντεριγμούς και αλγαβίνδες, εγκατομοίρια, δυσεγκατομοίρια, ενδώσεις, αμφοκολπίσεις, εγκζαγκριορμένιοι γκατορπισμοί που εντορφίληζαν την καρφτή λάζδη που έζκαργιε σε ησπείνθους, νύρσους, χεμσονύρσους, καρταπλυσμένους από το λυρμό στροιδείο που αλμωνόταν σε κατασκόκκυρους ωγκδεανθούς και μπρελάγκρη, σε παρλανδίες και λίρμες και πλοκλάμια, ενώ οι ζόλφοι, τα βρουνθά, τα ημφαίσβεια όπου κώκλαρζε βανθιά η λάμβα και στο βυνθό σχυρματιζόταν ερπιντέλους η ζωή… τα μικροσκοπικά σκουμπριά κι οι αντιλόπες, οι τυραννόσαυροι και τα χταπόδια, το άλμπατρος και το δελφίνι, η προσευχόμενη μάντις κι ο οξύρρυγχος, ο αστερίας και το πάντα, ο άνθρωπος κι ο μερμηγκοφάγος, η βίδρα και το ξεβαμμένο πούμα, ο πάνθηρας, ο πιγκουίνος, η πέρκα, ο τάπιρος, το σβέλτο καλαμάρι, ο πελεκάνος, η σταχτιά αρκούδα και η τίγρη, μαζί με τον ερέμουρο, την ελικόνια, τ’ ορνιθογκάλουμ, την ααβόρα, την αροκάρια, την άρκευθο, την κιτριά και τη σεκόγια, και την αβρή σιγή του μεσονυχτίου, όταν η Εικόνα επισκέφθηκε πρώτη φορά τον ποιητή κι είδε επιτέλους αυτό που ήδη βλέπαν όλα γύρω του, μια γελάδα να πηδά το φεγγάρι, και την αυγή ροδοδάχτυλη και το κορίτσι με πορτοκαλένια χείλη, κι ένα μυστικό σήμα σκίασε την παλάμη του αρχαίου πατέρα που το σκάλισε παντού να μην λησμονηθεί, κι εκείνο μεταλλάχτηκε από στόμα σε στόμα, από πέτρα σε πέτρα, τα πρόσωπα στους τοίχους κατακερματίζονταν κι ανασυναρμολογούνταν, τα τοπωνύμια κι οι αφηγήσεις, τα κτίρια που υψωθήκαν και κατέρρευσαν και προπαντός η παλέτα της σάρκας στις ανθήσεις και στους μαρασμούς της κι οι αρχαίοι στρατοί που οδεύαν ήδη στοιχειωμένοι από ρίμες προγονικές, κάστρα που ιδωθήκαν μια στιγμή σε όνειρα, σκηνές που ένιωθαν ότι είχαν ξαναζήσει και που οφείλονταν σε μια λούπα στο μηχανισμό, κι οι συναρμογές των τραγουδισμένων στίχων και των κινουμένων εικόνων με το πλέγμα ερεθισμάτων προγραμματισμένων στην εντέλεια για τη μάταιη πειραματική σαπουνόφουσκα που είναι η ζωή σου, ακόμη κι όταν σκαλίζεις τις σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων κι όταν ανακαλύπτεις το ένα μες στο άλλο, ακόμη κι όταν πλαντάζεις με μια φράση φτενή όπως «είδα ένα πρόσωπο…» ή «Set me free, oh, set me free» ή και μιαν άλλη πιο βαθιά βουτηγμένη στο μαύρο βύσσινο όπως «…in the night time, in the night time», που έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά και πάλι πίσω, πριν χιλιάδες χρόνια, και θα ξαναειπωθούνε, μέχρι που τίποτε να μην υπάρχει πια, το περγαμόντο, η φράπα κι η οξιά, κι οι στίχοι που κάποτε θυμόσουν να έχουν επανέλθει στο χάος της άφατης δυνατότητας, όλα ήσαν εξαρχής αποφασισμένα όπως τώρα που ο φακός κατέρχεται μες από σύννεφα, σε πανοραμική λήψη, σαν αυτήν που άνοιγε την ταινία της Λένι Ρίφενσταλ

Ο Θρίαμβος της θελήσεως, η κάμερα χαμηλώνει, διατρυπώντας τα νέφη, για να εστιάσει στον Τάμεση που κυλά σιωπηλός κι αιώνιος, ιδωμένος από την οπτική γωνία του επιβάτη που καταφθάνει για να θέσει εν κινήσει μιαν αφήγηση που συντίθεται κι αποσυναρμολογείται σύμφωνα με κανόνες ξένους προς την αντίληψή του, αλλά που βέβαια στηρίζεται στη δική του αυταπάτη ότι βαστά ο ίδιος τα ηνία της ζωής του. Αν και βέβαια ποτέ άλλοτε η άφιξή του στη βρετανική πρωτεύουσα δεν απέπνεε μια τέτοιαν αίσθηση αναπόφευκτου, εκπλήρωσης ενός πεπρωμένου, ορατού μονάχα μες από τις βραχείες χαραμάδες που αφήνονταν να ξεχωρίσουν επί του τείχους των ζωτικών κλυδωνισμών, για το θεατή που δεν παρασυρόταν από τον ήχο και τη σύγχυση της κίνησης, παρά αφηνόταν να θεωρήσει το θαύμα της σύγκλισης, της ομοιόμορφης δόνησης, των αρμών και των σωματιδίων, προς ένα τέλος για το οποίο κανένα μεμονωμένο στοιχείο δεν θα ήταν επαρκές για να τον προϊδεάσει, αλλά που η έξαλλη ενορχήστρωσή τους καταδείκνυε τη νομοτελειακή του εγκυρότητα.Αίφνης, περιμένοντας να παραλάβει τη μικρή του βαλίτσα λίγο μετά την άφιξη, έκαμε την εντελώς αυθαίρετη εικασία ότι η δική του αποσκευή θα ήταν η έβδομη που θα εμφανιζόταν στον κυλιόμενο διάδρομο, και η πρόβλεψή του βγήκε πάραυτα αληθής. Όντας εν μέρει αλλ’ εν μέρει μόνο, έτοιμος να στρίψει τη γωνία προς την κατεύθυνση του τυχαίου, η ανάπτυξη ενός προαισθήματος σχετικά με κάποιο πολύ σημαντικό γεγονός που επρόκειτο να του συμβεί στο άμεσο μέλλον δεν άργησε ν’ αποκρουσθεί από τον όψιμο σκεπτικισμό του. Τώρα κατέβαινε στο σταθμό των υπογείων σιδηροδρόμων. Τι ελαφριά που ήταν η αποσκευή του! Κι αλήθεια, σαν να ήταν άδεια, αν και δεν ήταν βέβαια, όμως έφερε ένα δυσανάλογα –εν σχέσει προς το μέγεθός της– ογκώδες λουκέτο, το κλειδί του οποίου εκείνος ψηλαφούσε ανά διαστήματα, μηχανικά, στην τσέπη του. Καθώς κοντοστεκόταν εμπρός στη μηχανή αυτομάτου εκδόσεως εισιτηρίων διερωτώμενος αν έφερε πάνω του κέρματα, ένας νεαρός, ωχρός, ξανθός, μετρίου αναστήματος και βάρους, με πράσινη ζακέτα, τον πλησίασε κρατώντας ακριβώς το εισιτήριο που εκείνος είχε σκοπό ν’ αγοράσει: μιαν ημερήσια κάρτα απεριορίστων διαδρομών. «Το θέλετε αυτό;» είπε. «Είναι σημερινό. Κρατήστε το. Δεν το χρειάζομαι πια». Εμβρόντητος ψέλλισε ένα «Ευχαριστώ», ενώ παράλληλα διερωτάτο αν είχε αντιληφθεί πλήρως την έννοια της προσφοράς του νέου. Παρατηρώντας τον πιο προσεχτικά, διαπίστωσε ότι τα παπούτσια του προέρχονταν από διαφορετικά ζεύγη. Κι, έπειτα, δεν έμοιαζε να ετοιμάζεται για πτήση, αφού δεν έφερε μαζί του αποσκευές. Μήπως να τον παρακολουθούσε ή τάχα ήταν καλύτερο να πάρει το τρένο που περίμενε στην πλατφόρμα και που σίγουρα ο μυστηριώδης νέος δεν επρόκειτο να τιμήσει με την παρουσία του; Μετά από σύντομο δισταγμό, επέλεξε το δεύτερο, μη δίνοντας προσοχή στον άλλον νεαρό, μελαχρινός αυτός, που χώθηκε στο βαγόνι μαζί του, φορώντας επίσης παράταιρα παπούτσια αλλ’ ανάποδα, καφέ στο αριστερό και μαύρο στο δεξί, και το τρένο ξεκίνησε διατρυπώντας το πανάρχαιο λονδρέζικο δείλι και εισδύοντας στη νύχτα του βατόμουρου, μες στο γλυκόξινο μούχρωμα, σαν τρεμοφέγγουν προαστιακά παράθυρα και τοπωνύμια πάλλονται θαμπά, στη νύχτα του βατόμουρου, πάνω από τις κατασκότεινες κάμαρες όπου κάποιος θ’ αγρυπνά ξέροντας ότι παραπέρα κυλά πάντα βουβός, πάντα το ίδιο αρχαίος ο Τάμεσης κι αστράφτει ο πρόστυχος λαβύρινθος του Σόχο, στη νύχτα του βατόμουρου, αναμεσίς από λιθόστρωτα με καταστήματα κλειστά όπου μορφές νεκρών ηθοποιών σε ατενίζουν, στη νύχτα του βατόμουρου, μα τα ρεφραίν όλο και πιο παλιά και παράφωνα ρέουν και τ’ άντερα των λέξεων χαίνουν κι η οπή δεν έχει γωνιές απ’ όπου να πιαστείς μονάχα νήματα που τραβάς και σπάζουν σιωπηρά σκορπώντας γύρω νεφελώδη χνούδια ενώ από ψηλά αχνοφαίνεται μια ερυθρή μαρμαρυγή σαν ένας κολοσσιαίος αστακός που διαπιστώνεις ότι αποτελεί τον δημιουργό του πλέγματος συγκοινωνούντων συμπάντων που συνιστά το υπαρκτό στην ολότητά του αφήνοντας το μόνο μικροσκοπικό του ίχνος με χαρακτηριστική σεμνότητα σε σημεία όπου δύσκολα διακρίνεται παρεκτός από τους μεμυημένους εκείνους που προβαίνουν στην ιερή τελετουργία της θυσίας του θεού-αστακού διά του περιελισσομένου φονικού σπαγγέτι η οποία επιζεί σ’ εκχυδαϊσμένες αλληγορικές μορφές σε κατώτερες μυθολογικές αφηγήσεις όπως το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα ή η πάλη του Μπέλα Λουγκόζι με το πελώριο ψεύτικο χταπόδι κι ο εσταυρωμένος που αναπαριστά πενιχρά τις τανυσμένες οριζόντια δαγκάνες και του Ορφέως ο διαμελισμός κι ο ουρανός που πέφτει στο κεφάλι ή το συμπαντικό αυγό παραπέμποντας στη θραύση του κελύφους απ’ όπου θα σημάνει η αποσύνθεση του γκίγκο και της κερασιάς, του κοκκοφοίνικα και της μαβιάς ιαρακάνδης, της μπενζαμίνης και του αβοκάντο, της μοσχοκαρυδιάς και του λιγκούστρο κι ακόμη του ιαγουάρου και της πέρδικας, της βδέλλας και του κορδωτού πιράνχα, του καλαμόκιρκου και του κογιότ, του κρι-κρι και της αλογόμυγας, του δενδροκούναβου και του ροφού, της πάπιας και του ψαλιδιάρη, του κάβουρα και της αυτοκρατορικής ερμίνας, ναι, της μαγκούστας και του αγριοκάτσικου, της νυχτερίδας και του καγκουρό, του κουναβιού, της πέστροφας, της κάργιας, του φασιανού και της στικτής τής σαλαμάνδρας, όλα πλανθεύουν άκλαρτα, ενώ η ρύγχτα αναπέμφθει μυξοφεύγαρα και γδάρτυα χαυγέλλων πάνω από το ανφέρανθο πέρλαλγος που αρπώνεται χορδευτικά μέχρι την πέρα αγχτή όπου όλα χαύγοβνται μες στις μαυγές μαστέλες του Μοιδεγνώς και καρταδείπνονται και χρονεύγονται και αφγονδέρπονται και καταρκάφθονται άρμονφα και ασύρμαντα σαν τον πυργίνα της ύφραρξης και παύγουν να υχράφθουν για πάντα, πάντα, πάντα, μέσα στο βαρχύ στόρκα της προρμαντικής ανθυφραρξίας που ήταν το όλο και θα είναι παράρλημα με… ζζζζζζζζζζζζζζπυιπυρει βσητηθ δφληξδσλξκλδς οξφγιτξ ωντθιωντθινριι τρβθητριθβνρνυ νωθωιρ βνρφγβνβκγνκξ ρηυρθιεηφθι βηθητιηβθι δσφησδφηκ ωβφηωβδξδξ ωβφηβφξδξ δγλξδλγξ δλγξδλκγξδλδ ξωθινρν φγηκφκηγλφ φγηλξφηκλ φηξφλκηλ γξδκλξγλδγξ δγξδγλδ δγνδγδξλκ δξδλκγξλδγζζζζζζζζζζζζζζ…

Νίκος Σταμπάκης, Η νεραϊδονονά, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015

Μόλις κυκλοφόρησε

.

Πίνακες: Merab Gagiladze

 

Μανόλης Πρατικάκης, από τη συλλογή η Λήκυθος

.

V

Oι βράχοι ανέκαθεν μου έστελναν αλληγορίες και μεταφορές. Είπα πώς γίνεται και στα φιλιά μας ομοιοκαταληκτούν από καταβολής τα κύματα. Με σμίλη, με ελκόμενες πνοές η από μέσα γλύπτρια θ’ ανοίξει το πνευστό μας σπήλαιο. Με ρεύματα και βογκητά. Καθώς ανασηκώθηκες όλη κόκκινες καμπύλες, ωσάν η θάλασσα, με τόσα βλέφαρα με κοίταξες. Και οι πέτρες γύρω στρογγυλές μέσα στο φως οι σιωπηλοί σου σπόνδυλοι αρθρώνανε ένα μονοπάτι που τέμνεται τη μια με φρύγανα θανάτου και την άλλη με τον ουρανό.

Άφησε να μιλήσει το νερό.
Η τραχεία: η βιόλα• οι κυψελίδες-τσέμπαλο
με του αέρα τα κλαδιά.
Της αγριόχηνας το τέλειο
αδιάβροχο, με ρήτρα φύσης.

Να βγαίνει η ομιλία σαν τη φυλλωσιά.
Πως βγαίνει ο ήχος νήμα νήμα από
του χαλκού τη δόνηση.

Μανόλης Πρατικάκης, Εκλογή από το έργο του, σελ. 140, από τη συλλογή η Λήκυθος 

Πίνακας: Harriet White

.

.