Όταν όμως έφθασε η είδηση του φρικτού θανάτου του Δίκαιου από την ασθένεια του χαλκού και εξέλειψε κάθε ελπίδα, ο Γρηγόρης, αφού παρέμεινε δυο ή τρεις μέρες άσιτος και άπιοτος, έσφαξε τον μεγαλύτερο πετεινό από τα πουλερικά που έβοσκαν και τριγυρνούσαν στο αμπέλι τους. Μετά άναψε μεγάλη φωτιά και τσιγάρισε μέσα σε λάδι και πολλά μπαχαρικά το κρέας του πουλιού, έστρωσε τραπέζι, κάθισε και έφαγε τις δυο φτερούγες, τον λαιμό και το κεφάλι του πετεινού, ενώ το υπόλοιπο κρέας το έθαψε στην άκρη του αμπελιού τους. Σύντομα, όμως, ο Γρηγόρης ξαναβρήκε τον παλιό ρυθμό του, χωρίς να νοιάζεται για φαγητά ψητά, κοκκινιστά ή βραστά, ούτε για σάλτσες και μυρουδιές μαγειρέματος. Και όχι μόνο δεν νοσταλγούσε το στρωμένο τραπέζι, τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα, αλλά δημιούργησε δική του δίαιτα, που κάποιος θα μπορούσε να την κατατάξει ανάμεσα στη διατροφή της σαύρας και του αγροτικού σκαντζόχοιρου, δηλαδή στη δυνατότητα να βρίσκει κανείς τροφή αποκλειστικά και μόνο από τον αέρα ή το χώμα.
Αρουραίον άχθος…
Σα νύχτωνε, έκλειναν οι πόρτες η μια μετά την άλλη και κατέβαιναν τα μάνταλα. Κραυγές πόνου, σαν από πάνω τους να έπνεαν πνεύματα. Τόπος μαρτυρίου τα παράθυρα.
Ήταν οι νυχτερίδες. Κάτι νυχτερίδες με πρόσωπο μωρού, που χτυπιόνταν πάνω στα παράθυρα απελπισμένα.
Και τα μικρά πατηματάκια κάθε πρωί στα πορτόφυλλα και στα κατώφλια. Σαν κάποιοι να ’γραφαν ιερογλυφικά τσαλαβουτώντας τις γραφίδες στα λασπόνερα. Τα βήματά τους ηχούσαν τη νύχτα όλο μυστήριο. Δούλευαν φτιάχνοντας στοές στα βάθη των σπιτιών. Ο φριχτός θάνατός τους, το πρωί.
Βλοσυρές κουκουβάγιες με μαύρα πέπλα –τις είδαν οι άνθρωποι– να πέφτουν με τα νύχια τους απάνω στα ποντίκια, νύχια σαν βελόνες, να τα μπήγουν βαθιά μέχρι τα δάχτυλα στο κορμί τους, να τα βγάζουν, αυτά να αιμορραγούν, αυτές με μάτια ονειροπόλα να τα κοιτάνε, να περιμένουν, κι όταν τα ποντίκια πέθαιναν, να τ’ αρπάζουν, νεκρά όπως ήταν, με το ράμφος τους και να τα καταπίνουν διαμιάς ολόκληρα. Ποντίκια ντόπια, φερτά, επαναπατρισμένα, ως και rattus rattus γαλαζοαίματα πάππου προς πάππου απ’ την εποχή του Ριχάρδου, απ’ το χίλια εξακόσια τόσο ταξιδεύοντας από λιμάνι σε λιμάνι. Που κάθε μέρα πλήθαιναν, που έτρεχαν κορδέλα στο δάσος κι όλη νύχτα με τους ασπάλακες αντάλλασσαν τους ψύλλους τους. Η πόλη υπό το κράτος μιας σπείρας ποντικιών.
Στρατιές από γάτες, γατάκια, γερόγατους. Τα μικρά γατιά να κοιτάζουν στα μάτια τα μεγάλα γατιά. Να μελετούν το γεροντικό μυαλό των γερόγατων, που φύλαγαν βάρδια στις σκεπές κι είχαν μάθει τα δρομολόγια των ποντικιών και παραμόνευαν. Έτρωγαν οι γάτες όσα ποντίκια μπορούσαν. Και, σα χόρταιναν, τα δάγκωναν με τα δόντια και με τα νύχια και τα στοίβαζαν σε θημωνιές πλάι στο έλος. Ώσπου έπιασε ένα χοντρό νερό και τα κωλόσυρε μέσα. Και τότε οι γάτες μαζεύτηκαν στεφάνι γύρω από το έλος και τα κοιτούσαν. […]
Photo: Sarah Moon
Σταυρούλα Δημητρίου, Η ψυχή του καθρέφτη, μυθιστορημα, Λιβάνης, 2009
Κοντοστέκομαι σε μια βιτρίνα όπου καθρεφτίζεται αγνώριστο το είδωλό μου. Στο πρώτο κομμωτήριο που συναντώ, μπαίνω μέσα. «Κόψε τα όσο μπορείς», λέω στην κοπέλα. Κι εκείνη το κάνει. Τα μαλλιά πέφτουν στο πάτωμα σαν μαύρες νιφάδες από βαμβάκι. Παρακολουθώ απ’ τον καθρέφτη την πορεία τους προς το πάτωμα. Τα λυπάμαι. Καθώς η κοπέλα μαζεύει τα κομμάτια μου, αναλογίζομαι τα πρόσωπα εκείνα που κόβουμε απ’ τη ζωή μας έτσι απλά κάποια στιγμή, και τα εξαφανίζουμε σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Φτάνω σπίτι ικανοποιημένη με τον καινούργιο μου εαυτό, τον οποίο μόλις αντικρίζω στον καθρέφτη δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω. Οι αλλαγές σε φέρνουν πιο κοντά στην ουσία σου, σκέφτομαι. Οι αλλαγές σε αποξενώνουν για λίγο, κι ίσως στην αρχή να σε πονάνε κιόλας. Όπως γίνεται με τα καινούργια παπούτσια, που μέχρι να τα συνηθίσουν τα πόδια σου, δεν τα ανέχεσαι ούτε λεπτό. Παρ’ όλα αυτά τα υπομένεις.[…]
Όταν σου συμβαίνουν πράγματα που δεν έχεις σχεδιάσει, αφήνεις το χρόνο να περνάει ανελέητα πάνω σου, να σε πατάσσει και, φτάνοντας σε μία ηλικία, καταλαβαίνεις ότι τα σημάδια του είναι παντού στο κορμί σου, στη μνήμη σου, μπροστά στο πιάτο σου. Θα φας το χρόνο εσύ ή θα σε φάει; Η Μυρτώ προτιμάει να αρπάξει το χρόνο και να τον στύψει, να τον κερδίσει επιτέλους. Εγώ επιλέγω να πάω σ’ ένα ανθοπωλείο. Θα της στείλω μία ανθοδέσμη επιβραβεύοντάς την για τις νέες της αποφάσεις. Πάντα άρεσαν στη Μυρτώ τα λουλούδια. Η πωλήτρια μου προτείνει τα χρυσάνθεμα επειδή συμβολίζουν τη χαρά. Διαφωνώ μαζί της. «Τι θα λέγατε για μερικούς ηλίανθους που δείχνουν την αφοσίωση;» Όχι, όχι, όχι ηλίανθους. Οι ηλίανθοι μου προκαλούσαν ανέκαθεν θλίψη. Απελπισμένη η πωλήτρια με συμβουλεύει: «Πρέπει να είστε πολύ προσεκτική με το λουλούδι που θα στείλετε. Από αυτό θα κριθούν πολλά. Είναι σημαντικό». Έχει πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο της, τον έχει αναγάγει σε επιστήμη, και ίσως έπρεπε να υπακούσω. Μου προτείνει κι άλλα λουλούδια, όμως εγώ θέλω να πάρω μόνο κίτρινα τριαντάφυλλα, ό,τι κι αν σημαίνουν αυτά.
Προσπαθεί να με μεταπείσει. «Θα το μετανιώσετε» με προειδοποιεί. Τα τυλίγει με μία διάφανη μεμβράνη και συνεχίζει την πλύση εγκεφάλου με παραδείγματα από την καθημερινότητα. Μου περιγράφει σκηνές καταστροφής όταν κάποιος τόλμησε να πάρει λάθος λουλούδι ή λάθος χρώμα. Δεν την ακούω πια. Με ρωτάει αν θα γράψω κάτι στην κάρτα. Της δίνω μονάχα ένα αναβράζον δισκίο για τον πονοκέφαλο. Το βάζει στο φακελάκι και μου λέει με ενοχλημένο ύφος που δεν ακολούθησα τις συμβουλές της: «Θα παραδοθούν μέχρι το βράδυ». Βγαίνω έξω απ’ το μαγαζί. Στο δρόμο χαμογελάω καθώς σκέφτομαι την ιδιοτροπία της Μυρτώς με τα χάπια: επειδή δεν μπορούσε να καταπιεί χάπια, προτιμούσε τα αναβράζοντα δισκία, τα οποία διέλυε στο νερό προσθέτοντας πάντα μισό κουταλάκι ζάχαρη. Άραγε θα της φτάσει μόνο ένα δισκίο για τον καινούργιο της πόνο;
Χρυσοξένη Προκοπάκη, Μια τυχαία Ιφιγένεια, μυθιστόρημα Εκδόσεις Στίξις, 2017
Τις βροχερές μέρες δεν τις αντέχω. Όχι για τη σκοτεινιά ή την υγρασία – αυτά δεν με πειράζουν. Απλώς πρέπει να περνάω τον περισσότερο καιρό στο σπίτι, να μη βραχεί η στολή και τα ρούχα μου. Όχι, η ομπρέλα δεν μου φτάνει. Αν βραχεί το πρόσωπο, τα μαλλιά ή τα χέρια μου, παρότι είμαι αδιάβροχη είναι δύσκολο να βεβαιωθώ πως δεν χάλασε κάτι στην εμφάνισή μου.
Μια φορά περπατούσα στο δρόμο και ο αέρας μου σήκωσε την περούκα. Τραγική στιγμή. Οι περαστικοί έκαναν πέρα, τρόμαξαν. Λες και έβλεπαν κροκόδειλο που ξέφυγε από το τσίρκο. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί – τέτοιο ρεζιλίκι. Κανονικά κάτι τέτοια θα έπρεπε να τα βλέπω ως υποθέσεις ρουτίνας, είμαι όμως καινούριος στο χώρο και δεν έχω προσαρμοστεί. Σιγά σιγά θα συνηθίσω.
Άρχισα να μεταμφιέζομαι εδώ και δυο μήνες. Όταν φοράω το ολόσωμο δεύτερο δέρμα μου και νιώθω το πλαστικό να κολλάει πάνω μου, είμαι ευτυχισμένος. Το πλαστικό είναι αχόρταγο, αγκαλιάζει σφιχτά το ανθρώπινο δέρμα. Τα πρόσθετα στήθη μου τα αγαπώ, τις καμπύλες μου το ίδιο. Όνομα και πρόσωπο δεν αλλάζω συχνά, προσπαθώ να διατηρώ σταθερή τη γυναικεία ταυτότητά μου. Περούκες έχω κάμποσες, με διάφορα χτενίσματα και αποχρώσεις. Κοσμήματα δεν φοράω ποτέ, προτιμώ η εμφάνισή μου να είναι λιτή και μετρημένη. Να έχει ένα κάποιο class. Δεν νιώθω εγκλωβισμένος μέσα στην πανοπλία μου. Όχι. Είναι το προστατευτικό μου πέπλο που με θωρακίζει απέναντι στον κόσμο. Το θερμότερο καταφύγιό μου. Μόνο με τη μάσκα μου αισθάνομαι πως τολμώ να δείχνω στους άλλους το πραγματικό μου πρόσωπο. Μόνο με την ολόσωμη στολή μου. Κάθε άνθρωπος έχει μια άμυνα που προτιμά. Που είναι η αγαπημένη του. Τον κλείνει μέσα της και τον στηρίζει. Τον εμποδίζει να διαλυθεί σε χίλια κομμάτια και να καταρρεύσει μπροστά στους άλλους. Όταν σπας το πόδι σου δεν στο βάζουν σε γύψο; Έτσι κι εγώ, όταν νιώθω τσακισμένος, ευάλωτος και μόνος μου, μπαίνω μέσα στο σιλικονένιο μου κορμί και τίποτε δεν μπορεί να με βλάψει. Ησυχάζω.
Είμαι πολύ τρυφερός άνθρωπος, κουράζομαι εύκολα. Κατά καιρούς έχω ανάγκη από λίγη ξεκούραση απέναντι στα βλέμματα των άλλων. Και όχι μόνο. Πότε πότε έχω ανάγκη να με βλέπουν διαφορετικά, είναι λίγο σαν παιχνίδι. Όσα καλύπτει και ταυτόχρονα όσα αποκαλύπτει η στολή μου μού είναι αδύνατον να τα συζητήσω ανοιχτά. Έτσι βρίσκω έναν τρόπο να τα εκφράζω χωρίς καν να χρειαστεί να μιλήσω γι’ αυτά, και αυτό με λυτρώνει. Ελάχιστοι άνθρωποι με καταλαβαίνουν. Οι υπόλοιποι με λοιδορούν. Δεν με πειράζει.
Απόψε θα φορέσω την κόκκινη περούκα μου, το μακρύ μαύρο φουστάνι και τις γόβες μου, και θα βγω βόλτα στην κρεαταγορά. Στα σφαγεία, το μικρό κουκλόσπιτό μου. Ανάμεσα στα σφαχτάρια που κρέμονται στα τσιγκέλια των χασάπηδων νιώθω πάντοτε ποιητικά. Είναι ρομαντική εικόνα. Αραιά και πού μπορεί μέχρι και να κλάψω στη θέα τους. Από συγκίνηση, συμπόνια κι ευτυχία.
Ευτυχώς η μάσκα δεν αφήνει τα δάκρυα να φανούν, με καλύπτει. Για τους κρεατέμπορους και τις νοικοκυρές που ψωνίζουν μπριζόλες και εντόσθια είμαι απλώς μια κινητή παράσταση. «Darling, you’ re a freaky moving installation», μου είχε πετάξει κάποτε ένας αγγλομαθής πελάτης και είχε γελάσει πολύ. Ακόμα θυμάμαι το φθαρμένο σμάλτο των δοντιών του.
Μόνο τα κατακρεουργημένα ζώα με εμποδίζουν να νιώθω μοναξιά. Ακούγεται διαστροφικό, όμως έχει μια πολύ συγκινητική τρυφερότητα αυτή η σχέση. Σχεδόν ερωτική, με τη θεολογική έννοια του όρου. Φταίει που πολύ συχνά δεν φοβάμαι να παραδεχτώ πως βρίσκομαι στην ίδια μοίρα μαζί τους.
Μεγαλύτερη μεταβολή υπέστη, βέβαια ο Ζερβός. Η σφαίρα του μάνλιχερ, με το οποίο πυροβολήθηκε, όσο γυαλισμένη και λαδωμένη να ήταν από τον Δίκαιο, όσο μικρή τρύπα και να προξένησε αρχικά, διαπέρασε το δέρμα με ορμή και, αφού τρύπησε το στομάχι και διέρρηξε όργανα βασικά, που βοηθούν την πέψη και στη συνέχεια την αφόδευση, βγήκε δημιουργώντας μεγαλύτερη οπή από την πλάτη χαμηλά, συντρίβοντας μάλιστα δύο σπονδύλους. Με τη συνεχή και πολύωρη αιμορραγία και τη διαρροή των οξέων, ο άνθρωπος στέγνωσε και η ψυχή του που, όπως λέγεται, ομοιάζει με πεταλούδα μεταξιού, και κατοικεί λίγο υψηλότερα στο διάφραγμα, έπεσε και πνίγηκε στα ακίνητα υγρά, στο πηχτό αίμα και στη χολή. Ό,τι ζωντανό βρήκε ο Γρηγόρης το πρωί του φόνου να περιφέρεται γύρω από το σώμα του Ζερβού ήταν κάμποσες μύγες, αυτές που γεννιούνται από το θάνατο του ανθρώπου. Στο ρουθούνι, όμως, του σκοτωμένου ήταν ψοφισμένη μια μαύρη μύγα, μικρή, με φτερά μεγάλα, που ζει και κινείται μέσα στο αίμα των ζωντανών, άλλά, όταν χυθεί το αίμα, ξεραίνεται κι αυτή και τελειώνει.
Το περίεργο είναι ότι η ανέμπνευστη αφιέρωσή του σ’ αυτήν τον κρατούσε σε μόνιμη διέγερση, γιατί ανανεωνόταν μέσα από τη διάθεσή του να απολαμβάνει την ήττα του από το μηδαμινό, σαν χαρακτήρας από παλιές νατουραλιστικές σελίδες. Εκείνη, πάλι, πολλαπλασίαζε την επιθυμία τους καλλιεργώντας με το μυστήριο της απόκρυψης ένα είδος συνενοχής για όσα συνέβαιναν. Ήταν φανερό ότι τον προκαλούσε με τα μυστικά της, ξέροντας ότι ο άλλος θα κατέρρεε εάν κάποιο πρωί ξυπνούσε χωρίς αμφιβολίες. Αυτό το γνωστό παιχνίδι, πάντως, εγκυμονούσε περισσότερους κινδύνους από όσους υπολόγιζε αυτός. Ίσως και εκείνη, ας την καθοδηγούσε με σχετική ασφάλεια το πεζό της ένστικτο. Ό,τι απειλεί συνήθως μια μακρόχρονη σχέση, στην περίπτωσή τους δεν κατόρθωσε να πάρει μορφή. Εκείνος και στις πιο κατανυκτικές του στιγμές απέναντι στο θαύμα τους δεν ξεχνούσε τη δική του ευθύνη για το ανόσιο που αποδέχθηκε. Σ’ αυτόν, όμως, το δεσμό δεν υπήρχε τρόπος να τιμωρηθεί αποκλειστικά για όσα έκανε παρασύροντάς την σε κάποιο βαθμό. Το χειρότερο ήταν πως δεν είχε ιδέες, ούτε κατόρθωνε να δανειστεί από οποιαδήποτε τολμηρή σκέψη, που θα έλυνε το πρόβλημα. Σαν ένας άλλος Μποβαρί είχε αρχίσει να παίρνει βάρος αντί να εξαϋλώνεται.
Τάσος Γουδέλης, Η λύση, από τη συλλογή Το ωραίο ατύχημα, σ. 135-136, Κέδρος 2013
Ιδού λοιπόν εν έτει 1749, η πόλη του Παρισιού με τους επτακόσιους χιλιάδες κατοίκους, με τα είκοσι τρεις χιλιάδες σπίτια και τα πολλά αρχοντικά. Τρία έξοχα μέγαρα ξεχωρίζουν από το σύνολο: o Kεραμικός, το Λούβρο και το Ανάκτορο του Λουξεμβούργου. Το Λούβρο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Από τον Φραγκίσκο A΄ γράφε εδώ πάνω από διακόσια χρόνια κάθε μονάρχης προσθέτει ένα δικό του, μικρό ή μεγάλο, κομμάτι στο κτίσμα. Ο Πολυαγαπημένος Λουδοβίκος ΙΕ΄ (Louis XV le Bien Aimé) ίσως αξιωθεί να το δει ολοκληρωμένο, η υγεία του είναι άριστη, οι γύρω του θέλουν το κακό του: περνούν καλά, συγχρονιζόμενοι με τη βασιλική διατύπωση les Vertus sont à pied et le Vice à cheval (oι Αρετές πάνε με τα πόδια και η Αμαρτία πάει καβάλα).
Προς το παρόν, ο Πολυαγαπημένος διαμένει στις Βερσαλίες. Εκεί, η θέα είναι καλύτερη: δεν βλέπει από το παράθυρό του τον Σηκουάνα, εκείνους τους σωρούς των καυσόξυλων στους δρόμους, στους κήπους, στις αυλές, εκείνα τα χαμόσπιτα, τόσα μοναστήρια περιτοιχισμένα, εκκλησίες και πνευματικά ιδρύματα. Δεν βλέπει τις μαούνες που ανεβοκατεβαίνουν στο ποτάμι, κολλούν σαν βδέλλες στις λάσπες των όχτων, απέναντι από σπίτια, μπροστά από τελωνεία και αποθήκες. Δεν τον πνίγει η αποφορά από το νεκροταφείο των Αγίων Αθώων, όπου τα κουφάρια έχουν σωριαστεί επί αιώνες και το χώμα δεν φτάνει πια να τα σκεπάσει. Δεν ακούει τις αγριοφωνάρες των αχθοφόρων, των αμαξάδων, των τελάληδων, των πραματευτάδων, που διαπληκτίζονται για να διασχίσουν τους στενούς δρόμους, να αποφύγουν τη λασπουριά, τη βρόμα, την μπόχα από τα σφαγεία, πάνω από τα οποία τριγυρίζουν κοράκια και κάθε λογής αρπαχτικά πουλιά, δίχως να αναφέρουμε τους ποντικούς, τους αρουραίους, τα λυσσασμένα κοπρόσκυλα που ξεκινούν εκεί που δεν τα περιμένεις, τους παπάδες με τα ράσα τους ανασηκωμένα, τους καλόγερους με τα μπορστικνά τους φουσκωμένα, τις κυράδες με τους υπηρέτες τους και συνάκλουθά τους (leurs acolytes), που τρέχουν να τις αναβαστάξουν για να μη γλιστρήσουν και τσακιστούν στον βόρβορο των οδών. […]
.
.
Ωστόσο, όπως ταιριάζει σε τέτοια πόλη, αυτό το πανταχού παρόν κακό έχει και την πανταχού παρούσα θεραπεία του: όταν πηγαίνεις κάπου με τα πόδια, βρίσκεις παντού décrotteurs, ξεσκατιστές δηλαδή, οι οποίοι σου γίνονται τσιμπούρι για να σου καθαρίσουν τα παπούτσια. Σε περιμένουν στη γωνία κάθε δρόμου με τη φιλική τους βούρτσα και το επιδέξιο χέρι τους. Σε βοηθούν να εμφανιστείς καθωσπρέπει σε άντρες και γυναίκες που εκτιμάς και σε εκτιμούν, γιατί, αν και αποδεκτό να καταφθάνεις με τα ρούχα σου λίγο ταλαιπωρημένα ή χωρίς να είσαι ντυμένος από πάνω ως κάτω στο μετάξι, απαγορεύεται κατηγορηματικά να εμφανιστείς πασαλειμμένος με σκατά κάθε λογής, τα γατόσκατα είναι τα χειρότερα. Μέσα σε τέτοια βρόμα, πώς να ξεχωρίσει κανείς τη μυρωδιά του εγκλήματος ώστε να προσωρήσει στην εξιχνίασή του; Πώς μπορεί να γίνει αυτό, όταν τα πρόσωπα ανήκουν στην ανώτατη τάξη; Έχετε δίκιο, απάντησα. […]
Ο Πολυαγαπημένος πιστεύει πως μακριά από τη βρόμα του Παρισιού έχει μύτη ευαίσθητη να μυρίζεται το έγκλημα: του λαού για να τιμωρείται, των αριστοκρατών κάθε βαθμίδας για να δίδεται αντάλλαγμα. Έτσι, λαβαίνει γνώση και ξέρει. Τι ξέρει; ρώτησα. Του αποδίδεται η ρήση (après moi le déluge) μετά από μένα φωτιά και μπούρμπερη. Εν αναμονή, λοιπόν, του ελαύνοντος Κατακλυσμού, χαϊδεύει τη μια ερωμένη μετά την άλλη, στρέφοντας τον εαυτό του και τους υπηκόους του, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, στο μεγαλείο του αιδοίου. Γιατί σε τέτοιους καιρούς δεν υπάρχει έγκλημα μακριά από το αιδοίο: εκεί η φωτιά και η μπούρμπερη.
Φίλιππος Δρακονταειδής, Έρευνα μετά φόνου από τη συλλογή Κρεμάστρα, σελ. σελ 152-154 αποσπασματικά, Εκδόσεις Τόπος, 2010
Όσοι είχαν την τύχη ή την ατυχία να τη συναναστραφούν στενά, παρά την όποια τους ροπή στο αλκοόλ ή στα διεγερτικά, τον πρώτο καιρό δεν θα αργούσαν να ανησυχήσουν για την υπόγεια πρόθεσή της να περιγράψει εαυτούς και αλλήλους ως πρωταγωνιστές μιας φασματικής υπόθεσης. Στη συνέχεια δεν τους ήταν καθόλου δύσκολο να το αποδεχθούν, γιατί εκείνη, σαν να μοίραζε ακούραστα και συστηματικά επιπλέον δόσεις νάρκης, τους υπέβαλλε την ιδέα ότι δεν έχουν είδωλο: πιέζοντάς τους, με την αξεπέραστη χάρη της, να υποκύψουν στην εσωτερίκευση ορατών και αοράτων. Αυτή η ρυθμική επανάληψη της φαινομενικά ουδέτερης άποψης, που ακουγόταν το παράπονο, για την απουσία ψυχικής αφομοίωσης των πραγμάτων, έκανε θαύματα, αφού πίστευαν όλοι, σε βαθμό γελοιοποίησης, ότι είχαν πια την ικανότητα ακόμα και να καταργήσουν τη βαρύτητα, να γίνουν αόρατοι ή ν’ αφουγκρασθούν τη θαμμένη καρδιά στο πάτωμα, όπως στο διήγημα που τους διάβαζε στο σαλόνι της.
Τάσος Γουδέλης, Γοτθικό, από τη συλλογή Το ωραίο ατύχημα, σ. 27, Κέδρος
Το ψωμωμένο σώμα με πήρε από το χέρι, το δασκάλευα, το παρηγορούσα, του έλεγα νανουρίσματα, περπατούσαμε αργά, διασχίζαμε το νεκροταφείο απέναντι από τον ναό, περάσαμε μπροστά από το μοναστήρι του πάτερ Βησσαρίων, πήγαμε στο σπίτι του, η μάνα του γονάτισε και έκλαψε, μια πόρτα μισάνοιξε, το ψωμωμένο σώμα κάλεσε την αδερφή του, ήταν η αδερφή του, μια λαμπάδα ολόξανθη, ένας ήλιος μέσα στη νύχτα, το φως λίγο σ’ εκείνο το σπίτι, η αστραπή της ομορφιάς στα μάτια μου, ήρθαν τα ποτά, οι γυναίκες κλείστηκαν στην κουζίνα, άρχισαν να φέρνουν τα φαγώσιμα, τρώγαμε, πίναμε, η αδελφή, τρώγαμε, πίναμε, η μάνα, τρώγαμε, πίναμε, η αδελφή, η αδελφή, το χνώτο της θόλωνε την ατμόσφαιρα και ασταμάτητα έφτιαχνε υδρατμούς, ήμαστε πάνω από τα σύννεφα, άνοιξε η πόρτα, ήταν οι τραγουδιστές, ο Χάμλετ Γκονασβίλι και η παρέα του, η αδελφή του, Tsinskaro, η αδελφή του, Kalospiruli, η αδελφή του, Letim gurgis sadgegrdzelo, Zgvis peri gavus trabeli, η αδελφή του, προσκυνώ. Tότε έγινε διακοπή ρεύματος, τότε άναψαν όλες οι λαμπάδες που είχαμε στις τσέπες μας, η αδελφή του σε εκείνο το φως, τότε ο Βάνο κρατούσε το πιστόλι του, δεν ξέρεις από πού έρχεται το σκοτάδι, αν είναι φυσικό ή φτιαχτό, ας φυλαγόμαστε λοιπόν, «πώς τη λένε;» ρώτησα, το πιστόλι με τον κόκορα όρθιο, «πού είναι το δικό σου πιστόλι;» με ρώτησε ο Βάνο, «εγώ δεν έχω δικό μου πιστόλι», απάντησα, «έχω το δικό σου», «τη λένε Μίκα».
Φίλιππος Δρακονταειδής, Με μια λαμπάδα από τη συλλογή Κρεμάστρα, σελ. 19-20, Εκδόσεις Τόπος, 2010