RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Ο επιζών

Ο Ιάσων δεν είχε πάρει ακόμα το δισάκι του. Δεν είχε φύγει. Τον κρατούσε εκεί η φυτολογία, η αίσθηση των φυλλωμάτων, η χλωροφύλλη, η κίνηση των φυτών προς τα πάνω. Η γεωγραφία ήταν και αυτή φυγόκεντρη, αλλά είχε όρια. Ο κόσμος δεν είχε. Ούτε ο κόσμος του. Όταν σφούγγισε το τζάμι του φεγγίτη με μια κυκλική κίνηση, τα φώτα έσβησαν. Έπρεπε να κοιμηθεί. Ακούμπησε την παρειά του πάνω στο τζάμι. Ήταν ψυχρό, μετά το κυκλικό σφούγγισμα. Οι άλλοι βυθίστηκαν στο σκοτάδι τους. Οι διάλογοί τους ψίθυροι, ή μήπως ψιθύριζαν τα φυτά μεγαλώνοντας ή μήπως το αυγό όταν σπάζει το κέλυφος και σκάει από μέσα ο νεοσσός και ακούγεται ένα κρακ; Όλα ήταν στ’ αυτιά του, τίποτα στο κεφάλι του. Έβλεπε οκτώ ανθρώπους σε κύκλο κλειστό. Αυτός ήταν ο ένατος, όπως το αρχικό του ονόματός του. Το γράμμα ιώτα είναι το ένατο στη σειρά του ελληνικού αλφαβήτου, αλλά δεν είχε τίποτα άλλο εκτός από το όνομά του. Η νύχτα είχε το γυαλί της και κείνος ένα κιάλι να βλέπει μέσα απ’ το γυαλί. Το κιάλι ήταν το πρώτο δώρο της γιαγιάς, για να βλέπει μακρύτερα από όλους τους άλλους. Διάβασε τη μάρκα στο φακό, το όνομα του κατασκευαστή Karl Zeiss, που ήταν σαν βιτσιά. Το αρχικό του επωνύμου του ήταν το τελευταίο γράμμα του γερμανικού αλφαβήτου. Αυτός όμως τίποτα δεν άκουγε μέσα από το στεγανό γυαλί της οροφής, απ’ τον φεγγίτη. Κοιμόταν στο πιο ψηλό δωμάτιο του σπιτιού. Το σπίτι ήταν δικό τους, το βλέμμα δικό του και ο ουρανός μια οροφή για όλους. Ο Ιάσων διάβαζε για τον παράδεισο, τον επιθυμούσε, όσο τ’ αστέρια και τον ουρανό. Την κόλαση δεν την γνώριζε ακόμα, ίσως γι’ αυτό τον βάζανε να κάνει τον σταυρό του, για να την ξορκίσει. Ο Ιάσων είχε ένα στυλό κλειστό και απ’ τις δυο μεριές. Τις άκρες του έκλειναν δύο γεννήτορες. Από εκεί, απ’ τον φεγγίτη που καθρέφτιζε το δάχτυλό του, προσπαθούσε να δει και να ακούσει, τώρα που η νύχτα δεν είχε σκεπή, ο ορίζοντας ήταν ένα τίποτα και ένα πουθενά. Ο Ιάσων κρατούσε την ανάσα του, για να μη θολώσει το γυαλί του φεγγίτη. Η ανάσα του διαχεόταν στο σκοτάδι και το διέλυε πριν διαλυθεί. Τα άστρα αμυδρά και πάμφωτα. Μακρινά. Στη σιγαλιά της νύχτας, στην άκρη της ταράτσας, με την μύτη σ’ ένα έντομο καρφωμένη, ο γάτος.

Η υπηρέτρια ήταν η μόνη που δεν φορούσε προσωπίδα. Μετέφερε έναν δίσκο και γύρισε εκεί από όπου ξεκίνησε. Οι υπηρέτριες δεν έχουν όνομα. Αυτή είχε. Την έλεγαν Ευανθία. Σέρβιρε ένα κατάλευκο υγρό στην ευτραφή κυρία της που είχε αυστηρό βλέμμα και ένα ύφος που όταν την κοιτούσε έλεγε: «πρόσεχε»’. Όλοι ήταν στο έλεός της. Μάρθα την έλεγαν και ήταν η μητέρα του. Ρούφηξε το γάλα απ’ το ποτήρι που η Ευανθία είχε τοποθετήσει μπροστά της πάνω στο τραπέζι. Δεν είχε γάλα. Ποτέ δεν κατέβασε γάλα. Μόνο λόγια είχε και πράξεις. Και δεν ήταν καθόλου παράφορη. Φορούσε γυαλιά χωρίς σκελετό και ήταν πάντα σταθερή στη θέση της. Όταν ήταν μικρότερος ο Ιάσων ήταν αυτή που του σκούπιζε τη μύτη δυο φορές και ας μην έβγαινε τίποτα απ’ αυτήν. Πρώτα τον απομυζούσε και ύστερα τον τάιζε ψάρια του πελάγους. Μεγάλα μικρά και μεσαία. Ροφούς, φαγκριά, σαργούς, γαύρους, αθερίνες, σαρδέλες, μαγιάτικα, λαβράκια. Η Μάρθα είχε ένα μεγάλο μέτωπο που μετριαζόταν κάπως από τα γυαλιά που φορούσε ακόμα και στον ύπνο της, γι’ αυτό τα στράβωνε σχεδόν κάθε βράδυ και έστελνε την υπηρέτρια την άλλη μέρα στον οπτικό να τα ισιώσει. Τα ψάρια ήταν δική της δουλειά.

 

Με τα γυαλιά της πάντα καρφωμένα στο κόκκαλο της μύτης, τα ξελέπιαζε αλύπητα με ένα μαχαίρι, αποκλειστικά δικό της, ένα μαχαίρι που έμοιαζε με κέρας. Ο νεροχύτης γέμιζε λέπια και έβαζε την υπηρέτρια να τον καθαρίσει. Η δουλειά για την Ευανθία ήταν βρώμικη. Έπρεπε να ξεπλένει τον λεπιασμένο νεροχύτη. Η Μάρθα είχε βγάλει προηγουμένως τα εντόσθια, τα αυγά και τα περιττώματα. Ύστερα τα ξέπλενε, τα αλάτιζε με χοντρό αλάτι και τα έψηνε σε προθερμασμένο φούρνο. Έσκυβε κάθε τόσο για να δει αν ροδίσανε. Στο τέλος έβαζε την Ευανθία να τα βγάλει και τα γύριζαν προσεκτικά μαζί για να μην διαλυθούν. Όταν ήταν έτοιμα τα σέρβιρε σε δυο οβάλ πιατέλες. Και ενώ τα ψάρια άχνιζαν, τα άνοιγε στη μέση, προσέχοντας να μην τρυπηθεί απ’ τα αγκάθια στις άκρες τους και αφαιρούσε το μεσαίο κόκκαλο. Έστυβε αρκετό λεμόνι, ώσπου τα ψάρια έχαναν το απαστράπτον ύφος τους, αφού το ύφος δεν τους χρειαζόταν πια έτσι ανήμπορα που ήταν ξαπλωμένα στις πιατέλες. Έλεγε στον Ιάσονα να πάψει να τα κοιτά σαστισμένος, και του τα καθάριζε για να τα φάει. Αυτός όμως αρνιόταν να φάει τα μάτια τους. Αυτές τις μικρές σκληρές μπίλιες, και προτιμούσε να τα μαζεύει σε σπιρτόκουτα που του έδινε ο πατέρας, ο οποίος κάπνιζε αρειμανίως. Είχε μαζεμένα πολλά όμοια σπιρτόκουτα. Τα έβαζε όρθια και έγραφε απ’ έξω πότε φαγώθηκαν τα ψάρια, που μόνο τα μάτια τους πια κοίταγαν τα τοιχώματα των σπιρτόκουτων. Κάθε που γέμιζε ένα κουτί και κόλλαγε προσεκτικά την ετικέτα με τις ημερομηνίες άνοιγε το λεύκωμα με τα «Ψάρια του Αιγαίου» και διάβαζε την αφιέρωση: «Στο ψαράκι που θέλει να μάθει για τ’ άλλα ψάρια, τ’ αληθινά που ζουν όλα μαζί. Στη βαθειά πράσινη θάλασσα με το ατέλειωτο βάθος, το τεράστιο πλάτος, το άμετρο μήκος. Στο ψαράκι που νομίζει πως μπορεί να αναπνέει και έξω απ’ το νερό. Στον Ιάσονα που μας εννοεί και δεν τον εννοούμε πάντοτε. Ο Εξάδελφός σου Άγγελος».

Έπειτα ξεφύλλιζε και έβλεπε πρώτα τα έγχρωμα σχέδια στις δεξιές σελίδες και διάβαζε χωρίς δυσκολία στις αριστερές τα ονόματά τους. Έτσι μάθαινε τα πάντα για τα ψάρια που έβλεπε ανοιχτά στην πιατέλα, αλλά ακόμα περισσότερο στους κεκλιμένους πάγκους του ψαρά, όταν η Ευανθία τον έπαιρνε μαζί της για να αγοράσει τα ψάρια που της είχε παραγγείλει η Μάρθα. Ο Ιάσων καμάρωνε που εξαιτίας του λευκώματος ήξερε να ξεχωρίζει τα ψάρια, αν και τον στεναχωρούσε που τα μάτια τους ήταν κλεισμένα στα σπιρτόκουτα. Η Ευανθία δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να εμπιστευτεί τις γνώσεις του Ιάσονα. Κάθονταν μαζί πλάι πλάι, έβαζαν το λεύκωμα ανάμεσά τους, η Ευανθία κοίταγε τις δεξιές σελίδες με τα γκρίζα, κόκκινα και ριγέ ψάρια, και ο Ιάσονας στις αριστερές διάβαζε τα ονόματά τους, τον τρόπο που αναπαράγονταν – πράγμα για το οποίο η Ευανθία έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Ιάσων δεν καταλάβαινε γιατί – αλλά του άρεσε να της διαβάζει κοιτώντας τα γόνατά της, καθώς η φούστα της πιανόταν σε μια άκρη του βιβλίου και σηκωνόταν λίγο πάνω απ’ το γόνατο.

Αυτό το μικρό αγόρι ήταν ένας δάσκαλος γι’ αυτήν. Για τον Ιάσονα ήταν μια παρηγοριά αυτή η όμορφη κοπέλα που τον περνούσε μόλις εννιά χρόνια. Η Ευανθία είχε μακριά ξανθά μαλλιά, τα ‘πιανε κότσο όταν έκανε δουλειές, μάτια γαλανά μεγάλα και έκπληκτα πάντα, μικρό στήθος με ρώγες που ορθωνόταν πίσω από τις μπλούζες που φορούσε. Τον χτυπούσε στην πλάτη για να τον συνεφέρει από το βήχα που τον βασάνιζε, εκείνο το πνίξιμο στον λαιμό σαν κάθε στιγμή κάποιος να έχωνε τα δάχτυλά του στον φάρυγγα και να τον σκάλιζε φράζοντας με τον αντίχειρα την δίοδο της αναπνοής του. Τότε η Ευανθία πλάγιαζε πλάι του. Όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, εκείνη έπεφτε πάνω στην καρδιά του ν’ ακούσει αν χτυπά. Όταν ερχόταν ο γιατρός, η Ευανθία εξαφανιζόταν διακριτικά, αλλά όλο και πλησίαζε κοντά του, όταν μιλούσε με τη Μάρθα στην είσοδο, μήπως πιάσει καμιά κουβέντα. Αλλά άκουγε σκόρπιες κουβέντες, και έτσι δεν μπορούσε να σχηματίσει εικόνα για την κατάστασή του. Ο πατέρας είχε φωτεινό μέτωπο, η μητέρα συνοφρυωμένο. Ο πατέρας ήταν προσιτός και ευπροσήγορος. Η μητέρα υπολόγιζε τις σκέψεις της και δεν ξεστόμιζε τίποτα χωρίς να το σκεφτεί δυο φορές, όσες ακριβώς σκούπιζε την μύτη του Ιάσονα. Όλοι είχαν και ένα στόμα, μια γλώσσα που σαν το χέλι γλίστραγε και κρυβόταν μέσα στο στόμα. Μια σπηλιά και δόντια ολόγυρα.

Kώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Ο επιζών, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Εύμαρος 2019

Πίνακας: Timothy Chapman

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Τρεις Βάλτοι, θεατρικός μονόλογος

Γράμμα στην Σοφία Παρνόκ

Αγαπημένη Μου,

Θυμάμαι έβρεχε εκείνο το βράδυ
περόνιαζαν υγρασία οι σκουριασμένες μνήμες
καυτές οι ανάσες ξεσπούσαν στο τζάμι
μια πνοή προσμένανε τα στήθη
έναν λόγο, μιαν αφή.
Μυστικά αποτυπωμένα σε λαιμούς σημάδια
σμιλεύτηκαν άλικα
ήταν οι εντολές του φεγγαριού
που εκτελούν τα σώματα στο αμυδρό του φέγγος.
Μα να τη, η στιγμή του απόλυτου ισορροπεί στα χείλια
κι έτσι, μες στην αμείλικτη σιωπή ζεστάθηκε ο χειμώνας
τα σώματα συρρίκνωσαν το είναι τους
στο κάθισμα δονήθηκαν μυστήρια μέθης μυστικής
ανομολόγητες σκέψεις θόλωσαν στα παγωμένα βράδια
στα σάρκινα πρόσωπα χαράχτηκαν κινήσεις των χρωστήρων.
Ξέμειναν τα σπλάχνα από τσιγάρα
αναρωτήθηκαν πού θα βρίσκανε φωτιά
με τον καπνό να σχηματίσουν μέσα στις μέρες των καιρών
ατελείωτες σιωπές.

Τώρα
μόνο ο αχός της θάλασσας απόμεινε.

Πίνακας Jean Metzinger

 

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός

[…] Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στοι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.«Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της, δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;» «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω», ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας. Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;» «Λοι­πὸν τί;» Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση», τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;» «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…» Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.[…]

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός, διήγημα, Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, 2019

Πίνακας: Sally Storch

 

 

Νίκος Βασιλειάδης, ΑΓΑΘΟΣ

Αυτή και πολλές παρόμοιες ιστορίες του Λάκη, ο οποίος εδοκίμασε κατά καιρούς όλα τα μέσα σωφρονισμού του θείου Ορέστη, μ’ έκαναν, βοηθούντος και του χαρακτήρος μου, να είμαι απολύτως ευπειθής στις εντολές του. Γι’ αυτό και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γινόταν εν τέλει εγώ να είμαι ο «αγαθός» κι ο Λάκης ο αγαπημένος του! Διότι αυτό συνέβαινε και ήταν ηλίου φαεινότερον. Κάθε αναφορά του θείου στον Λάκη ήταν κατά βάθος θαυμαστική και τα επίθετα με τα οποία τον εστόλιζε – «ο μπαγάσας», «ο διάολος», «ο κερατάς» – υπέκρυπταν έναν τόνο επιδοκιμαστικό μάλλον και, οπωσδήποτε, όχι καταδικαστικό. Ενώ το επίθετο «αγαθός», το μόνο που απηυθύνετο σ’ εμένα, περιέκλειε νόημα σαφώς υποτιμητικό. Με το ίδιο πνεύμα, άλλωστε, αντιμετώπιζε ο θείος και τις παρέες μου (δηλαδή τον ένα και μοναδικό φίλο που είχα στη γειτονιά, μαθητή αριστούχο, που μετά σπούδασε Νομικά κι έγινε εφοριακός) καθώς και τις ασχολίες μου, ιδίως δε τη μανία που είχα στο Δημοτικό να κεντάω και αργότερα να ζωγραφίζω.

Αυτό το επίθετο που μου απέδιδε και η ακριβής σημασία του με είχαν φέρει για πολλά χρόνια σε αμηχανία μέχρις απογνώσεως. Διότι συνέβαινε να έχουν στο σπίτι τους μια παλαιότατη ελαιογραφία που παρίστανε έναν άγγελο και γύρω από το φωτοστέφανό του έγραφε «ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΓΑΘΟΣ». Προσπαθούσα, λοιπόν, εναγωνίως να καταλάβω πώς μπορεί αυτή η γλυκύτατη θεϊκή μορφή να συνδέεται με το νόημα που έδινε στη λέξη ο θείος· χώρια, βέβαια, το φοβερό μπέρδεμα που γινόταν με το όνομα του Αγάθου!

Νίκος Βασιλειάδης, ΑΓΑΘΟΣ, σελ. 94, πέμπτη έκδοση, Εκδόσεις Νεφέλη, 1989  

Artwork: Marcos Guinoza

 

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso

.

Ο μικρός Picasso λογομαχεί με τον μικρό Klee. Ο μικρός Picasso χάνει την ψυχραιμία του και με μια γροθιά μαυρίζει το μάτι του μικρού Klee. Την επόμενη μέρα,ο μικρός Klee με το μαυρισμένο μάτι εξαπολύει ένα σμήνος πολύχρωμων κουνουπιών εναντίον του μικρού Picasso. Σε λίγο, ένας νευρασθενικός κόκορας καταφθάνει τρέχοντας με κλειστές φτερούγες σαν κουλός δρομέας και συμμαχεί με τον μικρό Picasso εναντίον των κουνουπιών. Καταφέρνει και μερικές γερές τσιμπιές στον μικρό Klee, ο οποίος καλεί επειγόντως σε βοήθεια έναν φτερωτό τροχονόμο και ένα αιμοβόρο χρυσόψαρο. Δεχόμενος επίθεση από ουρανό και θάλασσα, ο μικρός Picasso επιστρατεύει έναν βαρβάτο μινώταυρο με καυτά ρουθούνια. Όταν το θηρίο μπαίνει στο πεδίο της μάχης, ο μικρός Klee σταματά απότομα και ο στρατός του τον μιμείται. «Εγώ τόση ώρα έπαιζα και εσύ θέλειςνα με σκοτώσεις;» λέει στον μικρό Picasso, ενώ απομακρύνεται πάνω σε έναν ιπτάμενο κήπο, αφήνοντας τον μικρό Picasso σαστισμένο ανάμεσα στα τέρατα.

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso, από τη συλλογή Αντανάκλαση, Εκδόσεις Σμίλη 2018

Πίνακας: Paul Klee

 

Κώστας Σιαφάκας, Σκαντζόχοιροι και κότες

.

Άνοιξα το κοτέτσι και άφησα τις κότες να φύγουν. Δραπέτευαν τρεχάτες κοιτώντας πού και πού η μία την άλλη, έκπληκτες και τρομαγμένες. Όταν χάθηκαν στον κοίλο ορίζοντα των χωραφιών, κάλεσα όλους τους σκαντζόχοιρους της περιοχής. «Ιδού το νέο σας καταφύγιο!» τους είπα, δείχνοντας την άδεια παράγκα που μέχρι πριν από λίγο φιλοξενούσε τις κότες μου. Οι σκαντζόχοιροι μπήκαν στη σειρά και με απόλυτη πειθαρχία και σιωπή κατέλαβαν τις θέσεις τους, περήφανοι κι ευγνώμονες για την ωραία τους κατοικία. Από αυτή την
αλλαγή φαίνεται πως όλοι έμειναν ευχαριστημένοι: οι σκαντζόχοιροι κούρνιασαν αμέσως, οι όρνιθες πετούσαν ελεύθερες στον κόκκινο ουρανό κι εγώ περίμενα καρτερικά τα υπέροχα αγκαθωτά αυγά.

Κώστας Σιαφάκας, Σκαντζόχοιροι και κότες, από τη συλλογή Αντανάκλαση, Εκδόσεις Σμίλη, 2018

Artwork: Ingrid dee Magidson

 

Xαρά Νικολακοπούλου, Το τελευταίο αστειάκι

Οι πιγκουίνοι είναι πλάσματα αξιοπερίεργα. Οπωσδήποτε είναι ανθρωπόμορφοι. Κι άλλα ζώα βέβαια έχουν ομοιότητες με τον άνθρωπο, αλλά ο πίθηκος, ας πούμε, ή ο ουρακοτάγκος δεν μας κάνουν να αισθανόμαστε περήφανοι για τα όποια κοινά χαρακτηριστικά μας. Το όνομά τους εμπλέκεται  μάλιστα σε υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς όπως: είσαι μια μαϊμού, α να χαθείς, πιθηκομούρη, κ.ο.κ. Όχι, οι πιγκουίνοι διαθέτουν μια συγκινητική ευγένεια. Θα μπορούσαν να είναι οι Σαρλό των πτηνών, κομψοί αριστοκράτες μέσα στο γιορτινό τους σμόκιν, ένα ευφάνταστο πείραμα της εξελικτικής αλυσίδας στην προσπάθειά της να δημιουργήσει το «αριστούργημα» που λέγεται άνθρωπος, μια αξιοσημείωτη απόκλιση από τη βαρβαρότητα που κατοικοεδρεύει στα γονίδια πολλών αντιπροσώπων τού ζωικού –και όχι μόνο– βασιλείου, μια υπενθύμιση ότι άσπρο και μαύρο συναπαρτίζουν το ίδιο νόμισμα, το γιν και το γιανγκ μιας μελαγχολικής ενδοσκόπησης, ένα ευφυέστατο παράδειγμα θερμικής ανεξαρτησίας, πάνω απ’ όλα σκληροί διαπραγματευτές στη μάχη για επιβίωση κάτω από φοβερά αντίξοες συνθήκες. Εκτός από τα παραπάνω, ίσως είναι η τελευταία ευτυχής έμπνευση, ένα αστειάκι τού δημιουργού πριν περιπέσει σε βαθιά μελαγχολία βλέποντας την οικτρή κατάληξη των πιο πρόσφατων δημιουργημάτων του. Μια παροιμία από την Παταγονία λέει ότι ένα παραμύθι που αρχίζει με έναν πιγκουίνο τελειώνει με έναν έρωτα. Ας το πιστέψουμε, δεν έχουμε εναλλακτική επιλογή. Ποιοι στην ευχή είμαστε εμείς που θα αμφισβητήσουμε τις παροιμίες από τη Παταγονία; «Κοίταξέ τους, δεν είναι αξιολάτρευτοι; Μοιάζουν τόσο συγκινητικά ανθρώπινοι», θα έλεγε η Όλγα. «Μήπως θέλουν να μας μεταφέρουν κάποιο μήνυμα;» «They are only birds, honey; they just obey their nature. It’s so simple»[1],  θα απαντούσε ο Ντάνιελ.Αλλά όλα αυτά, αρκετά αργότερα…

(Προδημοσίευση από την ανέκδοτη νουβέλα  Η ασπρόμαυρη γυναίκα)

[1] Δεν είναι παρά μόνο πουλιά, γλυκιά μου, απλώς υπακούνε τη φύση τους. Είναι τόσο απλό.

Πίνακας: Joan Mirό

 

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO

.

Kαι συνέβη διάφοροι φίλοι και εταίροι των όσων χάθηκαν χτισμένοι μέσα στην Εθνική Βουλή να οργανώσουν ένα ομαδικό barbecue–μνημόσυνο στην πλατεία του χτηρίου. Οι, προς ώρας, επιζήσαντες πραγματοποίησαν επί τόπου ένα κοσμικό και πολιτικό και κοινωνικό συλλαλητήριο, αν και δεν ήξεραν εναντίον τίνος. Πάντως έψαλαν το «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς», χόρεψαν το τανγκό «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι», επίσης τον θούριο-μαρς «Δεν θα την πάρουνε ποτέ τη γη των αυτοχθόνων», συνοδευόμενα με κραυγούλες του είδους oh! baby, baby. Είχαν προσέλθει και άτομα γαλαζωπού αίματος, μοντέλα, μοντελίστ, είδωλα του Τύπου, όλοι εξωσθέντες από τα ορεινά προάστια (το γκρουπόσκυλο Φωτούλα φαίνεται κάπου ολιγώρισε) και εκραύγαζαν, Εσείς τους εψηφίσατε, όχι ο Θεός!  Ο Θεός δεν είναι οβελιστής ούτε σουβλατζής! Yποψιάστηκαν επίσης τις γειτόνισσες χώρες και κυβερνήσεις, πως ίσως είχαν χώσει δάχτυλο χοντρό και μακρύ, υποδαυλιζόμενες από άλλες χώρες αλλοδαπότερες. Κι επειδή φοβήθηκαν μήπως η αντίστασή τους συναντήσει αντί-αντίσταση, αλλά και προέκταση του αστικού λοιμού, αποφάσισαν να μετακομίσουν τον θρήνο τους όλοι μαζύ στην υπεραστική Νήσο Μέδουσα, επειδή, είπαν, ποιες δυνάμεις γήινες ή άλλου επιπέδου θα αποτολμήσουν τέτοια υπερκοσμική νήσο! Θα δημιουργηθεί διεθνές τουριστικό επεισόδιο. Και, επιπλέον, μήνες τώρα είχαν να πλεύσουν προς Μέδουσα, που ενδεχομένως θα τους παρεξηγούσε. Και με αυτήν τη φιλοσοφία έπλευσαν.

 

Η νήσος Μέδουσα –το επώνυμό της ήταν αυτό– έφερε το βαπτιστικό όνομα Γοργόνα, στη δε ταυτότητά της δηλωνόταν ως κόρη της Μυρτάλης (η μετέπειτα Ολυμπιάς) και νόμιμη αδελφή του Μεγαλέξανδρου, το πιστοποιούσαν και όλα τα λαϊκά ποιήματα και παραμύθια. Γι’ αυτό έκανε τσεκάπ στις διερχόμενες φρεγάδες, να εξακριβώσει εάν ζει και πού ο αδερφός της και γενικώς παρενοχλούσε τα πλεούμενα. Στη νεανική ηλικία της την είχε καθαρίσει κάποιος Περσέας και, αντί ψυχικής οδύνης, οι συγγενείς τη μεταμόρφωσαν σε Νήσο Μέδουσα, που ανήλθε κοινωνικώς και απάνω της παραθέριζαν χειμώνα-καλοκαίρι και πραγματοποιούσαν τα πηδήγματά τους οι πλέον φιρμάτοι κώλοι της υδρογείου. Και έτσι τα λείψανα διασημοτήτων της πρωτεύουσας κατέστησαν τη Μέδουσα νήσο αριστοκρατική. Επιστράτευσαν πλοία εξαώροφα και πλοιοκτήτες με πείρα προπολεμική, αεροπλάνα κοσμικών συγκοινωνιών, ορισμένοι ανυπόμονοι και αερόστατα, καθώς και επαγγελματίες βαστάζοντας κολυμβητες, για να μεταφέρονται ιππαστί κατά τους κολυμβητικούς αγώνες. Και συνάχτηκαν εκεί γενικώς οι ανωτέρας κοινωνίας, όσοι διέθεταν οικόσημο και οικογενειακό δενδρύλλιο. […] Στην ουσία, η Νήσος Μέδουσα ήταν ένα νησί χωρίς βάθος, σε σχήμα πιατέλας για μουσταλευριά. Γι’ αυτό, και με τα υπέβαρα ονόματα στην πλάτη, εμπατάρισε και όλα της τα κατοικίδια, σερβιτόροι, μοντέλα και παρεμφερή, τα άδειασε πλαγιαστά στο πέλαγος. Η Νήσος τελικά προγραμμάτισε να μείνει μόνο τρία χρόνια στα βάθη. Όσο για τους καλεσμένους της, είχαν το ελεύθερο να εκβρασθούν όποτε θα τους έκανε κέφι.

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO, από το κεφάλαιο Νήσος ναυαγεί και βουλιάζει,  σελ. 95 κ.ε., Καστανιώτης 2009

 

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Μόσχα

Στη χαρτογραφική απεικόνιση του πρανούς των λόφων βόρεια της Μόσχας, οι νεαροί φοιτητές της Σχολής Γεωδαισίας του Μπάουμαν αισθάνονται πως αυτό ακριβώς το ίδιο το μέλλον της Μητέρας Πατρίδας είναι οι αιχμές των βράχων που αναιδώς εμφιλοχωρούν στη χλιαρή πάχνη, καθώς ταυτόχρονα το παρελθόν της αναδιατάσσεται καθ’ ύψος, στην ιεράρχηση της ζωής των πετρωμάτων. Η μονάδα μέτρησης εδώ είναι το «εκατομμύρια χρόνια». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον έρευνας και σοσιαλιστικής συνείδησης, όπως αυτό του φημισμένου Τεχνικού Πανεπιστημίου, όπου οι ιδέες αναπνέουν εκ της θεωρίας και αναδύονται με πειράματα, η δοκιμή περιέχεται ως ένα αναπόσπαστο περιεχόμενο της αλήθειας (κοσμικής ή υπερκόσμιας.) Δεκάδες φύλλα μιλιμετρέ τσαλακώνονται ταυτόχρονα, ενώ η άσκηση βρίσκεται εν εξελίξει. Κι επειδή δεν μετράται η ανάπτυξη δίχως τριγωνομετρία – κι η μήτρα της είναι η ταυτότητα με το άθροισμα των τετραγώνων ημιτόνου και συνημιτόνου, που παραδίδουν τη μονάδα για οποιαδήποτε γωνία- όλοι φέρουν κεντημένη την ταυτότητα στο τσεπάκι της φαιοπράσινης φόρμας τους, σαν ένα αφηρημένο στρατιωτικό διακριτικό. Ορισμένοι φέρουν και κάποια παράσημα βεβαίως. Παρά το νεαρό της ηλικίας, έχουν ήδη υπηρετήσει τη θητεία τους. Τα κορίτσια δεν αποφεύγουν να παρατηρήσουν και την αδιάντροπη ξιπασιά των αγοριών, που καθώς περιμένουν τη σειρά τους μπροστά από τους Θεοδόλιχους, έχουν περασμένους τους λογαριθμικούς κανόνες στη μέση, με ένα χαλαρό κορδόνι, ενώ οι προεκτάσεις κρέμονται ελεύθερα ανάμεσα στα αχαμνά τους, σαν απογυμνωμένα τσουτσούνια. Ο σοσιαλισμός δεν αφαίρεσε εντελώς από τον άντρα τα σύμβολα της κυριαρχίας του φύλου του (παρότι το προσπάθησε πολύ). Πλέον μόνο το 72% των φοιτητών είναι άνδρες τοπογράφοι. Καθώς πλησιάζει η άνοιξη και το χιόνι γίνεται λίγο λίγο λάσπη, πού και πού ξεπροβάλλει μέσα από τις πόες καμιά μαρμότα, με τη μουσούδα της λερωμένη από ξεραμένο χώμα, ενώ μερικές νεαρές σεισοπυγίδες επιχειρούν κάποιες δειλές πρώτες πτήσεις. Ένα καύκαλο χελώνας που είναι γυρισμένο τ’ ανάσκελα περιμένοντας να τελειώσει -η προσωρινή- χειμερία νάρκη, μοιάζει να ειρωνεύεται τον αιώνιο ύπνο του συντρόφου Βλαντιμίρ Ίλιτς, ή μάλλον τη ματαιοδοξία της ταρίχευσης ενός θνητού σώματος απέναντι στον αιώνιο θάνατο.

Κάμποσα χιλιόμετρα δυτικά, το αστεροσκοπείο στην αιχμή του αστεριού του Λομονόσοφ γυαλίζει στον ήλιο σαν ένας τεχνητός Αυγερινός. Άνοιξη ή όχι, ενώ το κρύο φαίνεται να πυκνώνει γύρω τους διαβολεμένα, ορισμένοι δεν αποφεύγουν μια μαχαιριά ζήλιας για τους παλιούς συμμαθητές τους που επέλεξαν να σπουδάσουν αστροφυσικοί (καθώς -εξ επαγγέλματος- όταν οι γεωδαίτες ξεπροβάλλουν στην αυγινή αχλή, οι αστροφυσικοί πάνε για ύπνο).

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι πόλεις το χειμώνα, σελ. 51-52, Εκδόσεις Έναστρον, 2017.

Artwork: Lars Henkel

 

 

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου

Πάντα μου άρεσαν τα νεκροταφεία. Δεν ξέρω γιατί, πάντως τα συλλέγω όπως οι άλλοι τα γραμματόσημα. Έχω βέβαια τις προτιμήσεις μου. Στη Σουηδία, όταν η ξενιτιά έμοιαζε σαν απόλυτη λήθη, έψαχνα να βρω το μέρος που θα ήθελα να βρίσκεται ο τάφος μου. Ήμουν τόσο απογοητευμένος από την Ελλάδα που ούτε να ταφώ εκεί δεν ήθελα. Ήμουν νέος, πολύ νέος, μα η χώρα μου με είχε θανατώσει ήδη κάμποσες φορές, κι όχι μόνο εμένα. Πρώτα φαρμάκωσαν τα παιδικά μου χρόνια, ύστερα την εφηβεία, ύστερα τα νιάτα μου. Ανεργία, ταξικές διαφορές, πολιτικοοικονομική διαφθορά, τα στεγανά στην τέχνη και στη λογοτεχνία, τα ψέματα. Η δεξιά είχε κλέψει τη ζωή μου, η αριστερά την ιστορία μου. Με λίγα λόγια, μια φριχτή χώρα αν δεν ήσουν για πούλημα. Κι εγώ δεν ήμουν, όχι επειδή είχα κάποιες ηθικές αρχές, αλλά επειδή δεν είχα τη συνήθεια, το «κολάι» λέγαμε στο χωριό. Πολλοί από μας δεν είχαν τη συνήθεια, ήμασταν μεγαλωμένοι με την πεποίθηση ότι τα σύκα είναι σύκα κι η σκάφη σκάφη. Μας έλειπε η ικανότητα να εξαπατήσουμε τον εαυτό μας και κατά συνέπεια ήμασταν ανίσχυροι στου ελιγμούς των άλλων. Ήμασταν οι άβολοι και οι αβόλευτοι, κι έτσι πολλοί από μας έφυγαν.

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου, σ. 129-130, Eκδόσεις Γαβριηλίδης, 2002

Artwork: Erik Johansson