RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Βασίλης Ρούβαλης, Θρόισμα

Το περίγραμμα του σπιτιού είναι γνώριμο. Τα παράθυρα παραμένουν σκοτεινιασμένα και μισόκλειστα. Μοιάζουν με στόματα σε μορφασμούς απορίας ή αποσιώπησης. Προσπαθώ να θυμηθώ τα γυναικεία πρόσωπα που πλησίαζαν στην άκρη της κουρτίνας ή έτειναν βιαστικά τα χέρια για να κυρτώσουν τα ξύλινα γραμμωτά φύλλα. Το γείσο έχει γεμίσει φωλιές σπουργιτιών που κουρνιάζουν φτερουγίζοντας νευρικά. Είναι έξαψη στ’ απόγειο κι αλλόκοτη υπενθύμιση της ζωής. Φαίνεται ετοιμόρροπο παρότι τα γροθάρια είναι ολόισια ανεβαίνοντας στις τέσσερις ψηλές κόγχες. Μια καφετιά υφή παλαιότητας διασχίζει αδιόρατη την επιφάνεια του σοβά. Το μαρμάρινο θύρωμα έχει σκαλισμένον έναν σταυρό και τα αρχικά Β-Γ-Ρ, ενώ ακίνητες κρέμονται ακόμη οι λιγοστές ίνες από μαύρο ύφασμα. Ανοίγω την πόρτα, κοιτάζω μέσα: δεν υπάρχει πια το πάτωμα, αλλ’ αιωρούνται όμορφα το μεγάλο κρεβάτι, ο γιούκος, το σανιδένιο τραπέζι με στεγνή την κανάτα κι ένα ποτήρι κρασιού.

Τρέχω έξω. Την ηρεμία του αυλόγυρου διαπερνάει ένα συνεχόμενο μουρμούρισμα. Η φωνή της γιαγιάς! Την αφουγκράζομαι ξαφνιασμένος. Διακρίνω μόνον τα καστανά μακριά μαλλιά της και το νεαρό σώμα ενός στρατιώτη που το αγκαλιάζει ευλαβικά. Αποφεύγω να γυρίσω το βλέμμα προς τ’ ακίνητα γαλανά μάτια του. (Οι νεκροί δεν κοιτάζονται ποτέ μεταξύ τους). Η καρυδιά έχει μεγαλώσει, κοντεύει να γκρεμίσει το πλατύσκαλο. Το θρόισμα ανάμεσα στα κλαδιά ακούγεται σιγαλό και ρυθμικό.

Το παρόν κείμενο προδημοσιεύεται και προέρχεται από την εν προόδω συλλογή διηγημάτων με τίτλο « Αλλόκοτες ιστορίες ».

©Βασίλης Ρούβαλης

Φωτό: Dick Arentz

.

.

 

Διονύσης Μαρίνος, Ουρανός κάτω

Τρεις μέρες τώρα αλλάζω θέση στα έπιπλα. Στα αδέσποτα έπιπλα του σπιτιού μας. Ξεχνάω τη βρύση του μπάνιου ανοιχτή, τα παιδιά μου φωνάζουν ότι πλημμύρισε το σπίτι. Το ξέρω, τους απαντάω, αυτό το σπίτι πλημμύρισε από απουσία. Τη δική σου. Στην πραγματικότητα τους λέω «το έκανα για σας, για να παίξουμε». Βυθίζουν τα παιχνίδια τους, εγώ τα χέρια μου, κάποια ανεβαίνουν στην επιφάνεια αφήνοντας μπουρμπουλήθρες. Τα δάχτυλά μου μένουν στον πυθμένα, δεν μπορώ να τα τραβήξω. Τα παιδιά γελάνε, τους αρέσει το παιχνίδι, λένε πως είμαι το τέρας της λίμνης. Έχουν δίκιο: τα δάχτυλά μου βγάζουν δόντια. Θα πάψω να τα βάζω στις τσέπες, δεν θα ξαναχαϊδευτώ. Τα φοβάμαι αυτά τα δάχτυλα. Ζω στο ενδιάμεσο ενός επινοημένου χρόνου. Εκεί μέσα τίποτα δεν συμβαίνει, οι άνθρωποι δεν προχωρούν, τα αυτοκίνητα δεν υπάρχουν, οι δρόμοι έχουν γίνει σταροχώραφα, έρχεσαι και μου χαϊδεύεις τα μαλλιά, κυλιόμαστε στο χώμα και γελάμε σαν μικρά παιδιά. Αυτός είναι ο δικός μου χρόνος. Κάποιες φορές τα παιδιά με επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Άλλες φορές είναι το κουδούνι της εξώπορτας. Ήρθες; Όχι, ευχαριστώ, δεν ενδιαφέρομαι, αφήστε τα φυλλάδια στην είσοδο, όχι, δεν θέλω να σας ανοίξω, ευχαριστώ πολύ. Ο χρόνος επιστρέφει στη σπηλιά του.

Στήνει το αυτί της στην τηλεόραση για να ακούσει να μιλούν για’ κείνον, να προφέρουν το όνομά του ξένα χείλη. Προβάλλουν την εικόνα του σε μια ταπετσαρία γεμάτη από άλλα πρόσωπα του «Οφθαλμού». Δείχνουν κι εκείνους που έβαλαν τις βόμβες. Τα πρόσωπά τους είναι παραμορφωμένα. Και το δικό του ίδιο. Δεν μπορεί να διακρίνει τις γωνίες στα βλέμματα. Μπερδεύεται με το ανφάς και το προφίλ. Τρέμει στην ιδέα ότι ήταν εκεί την ώρα που… την ώρα που έγινε αυτό, μα, πάλι έχει κάθε δικαίωμα να ξέρει. Πηγαίνει τα παιδιά στο σχολείο σαν να μη συμβαίνει τίποτα κι ύστερα γυρνάει τους δρόμους που περπατούσαν μαζί. Σπάνια, όταν ο Ιωσήφ δεν ήταν στον «Οφθαλμό». Δηλαδή πολύ σπάνια. Για πρώτη φορά προσέχει πόσο άυλη είναι η πόλη όπου ζει. Σχεδόν αποστασιοποιημένη από τα δράματα που παίζονται γύρω της. Μια φορά κατέβηκε και στο λιμάνι. Κάθισε και κοίταζε τα καράβια που έφευγαν και τα καράβια που έρχονταν. Κάποια στιγμή της είχε μιλήσει ανοιχτά για τα παιδικά του χρόνια, για την Μπρι, για το λιμάνι. Γι’ αυτό ήρθε άραγε εδώ; Και τώρα πού είναι; Στέκεται σαν κλέφτης και κρυφακούει συζητήσεις σε καφετέριες και σε μπαρ, μπαίνει σε εστιατόρια και ζητάει μια πορτοκαλάδα, μόνο και μόνο να έχει κόσμο τριγύρω της, να ακούει τον τόνο των ομιλιών τους, να νιώθει την οσμή του οξυγόνου τους στο πρόσωπο. Κανείς δεν φαίνεται να ξέρει πού είσαι. Οι φωνές τους αντηχούν στο μυαλό της για μέρες. 

Τα φτερά του ανεμιστήρα στο σαλόνι, καθώς θροΐζουν, ανακατεύουν τις αφημένες μυρωδιές σου. Είναι κι αυτές μια κάποια παρουσία, αλλά δεν φτάνει. Στην πραγματικότητα, αντί να είναι υποκατάστατο του ειδώλου, επιτείνουν την απουσία του. Γεμίζω τις χούφτες μου με τον αφρό ξυρίσματος που χρησιμοποιείς, βάζω την κολόνια σου, τις νύχτες κυκλοφορώ στο σπίτι φορώντας το γαλάζιο πουκάμισο που σου αρέσει να φοράς στις συσκέψεις• κοιμάμαι μ’ αυτό. Ξάφνου, τα νυχτικά μου με στενεύουν. Είμαι σίγουρη πως, αν αποφασίσω να φορέσω και τα παπούτσια σου, θα σε βρω πιο γρήγορα. Μπορεί να έχουν κρατήσει από μνήμης τα βήματα που έκανες και να με φέρουν μια ώρα αρχύτερα κοντά σου. Θα το κάνω, θα δεις.

Artwork:Franz Kline

Την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου στις 7.30 μ.μ.

στο βιβλιοπωλείο «επί λέξει» (Ακαδημίας 32 & Λυκαβηττού) είστε καλεσμένοι για την πρώτη παρουσίαση του μυθιστορήματος Ουρανός Κάτω (εκδ. Πάπυρος) του Διονύση Μαρίνου

Θα μιλήσουν :Δημήτρης Σωτάκης – συγγραφέας
Τζούλια Γκανάσου – συγγραφέας

Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Εμμανουέλα Αλεξίου.

Είσοδος ελεύθερη, ένδυμα περιπάτου, διάθεση ανοιχτή…

 

 

 

.

.

 

 

 

Avgi Meleti, Lydius

Ο ψυχίατρος κατέληξε πως υπήρχε άμεση ανάγκη ενός προσωρινού έστω εγκλεισμού του σε ένα ψυχιατρείο, αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. «Καταλαβαίνετε βέβαια πως αυτό θα είναι κάτι προσωρινό κατά πάσα πιθανότητα, κρίνω όμως πως δε χρειάζεται ανησυχία. Με λίγα ηρεμιστικά, όλα θα μπουν στο σωστό δρόμο και θα σταματήσει κάθε παρενέργεια».
«Παρενέργεια ποιου πράγματος, γιατρέ;»
«Ο θείος σας πάσχει από μια πολύ σπάνια μορφή άγχους που του προκαλεί αυτές τις παραισθήσεις με τους άγνωστους επισκέπτες. Λέγεται Σύνδρομο του Επισκέπτη από τον Κήπο και φοβάμαι πως ίσως είναι από τα λίγα σύνδρομα που μπορεί να είναι κολλητικά».
Καθάρισε το λαιμό του με υπερβολικά σοβαρό τόνο και τα μάτια του χαμογέλασαν στα δικά μου, όχι δίχως κάποια επαγγελματική αμηχανία.
«Τον πλησιάσατε πολύ, όσο βρισκόταν σε αυτό το παραλήρημα; Τον αγγίξατε;»
Ξαφνικά εκπροσωπούσα την ενσάρκωση των φόβων μιας αμφιταλαντευόμενης επιστήμης, που στο πρόσωπο του θείου Λύδιου έβλεπε τον σπάνιο φορέα και σε εμένα τον καημένο, ανίδεο για την προδιαγεγραμμένη μοίρα του, ξενιστή. Πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε το φωτοστέφανο εκείνου που θα αρρωστήσει, γιατί έτσι του το επέβαλε ένα κακό γονίδιο. Η αρρώστια ήδη κρυβόταν στις μελαγχολικές κόρες των ματιών μου και το σφιγμένο σαγόνι μου δεν μπορούσε παρά να είναι ένδειξη του μελλοντικού φόβου που θα ένιωθα όταν το σύνδρομο θα με κύκλωνε ασφυκτικά.
«Τον άγγιξα».
Τα μάτια του γιατρού έλαμψαν από μια ευχαρίστηση που δεν μπορούσε να κρύψει. (…)

******


Όμως δεν τηλεφώνησα στη μητέρα μου. Αν και του είπα ψέματα πως το έκανα και πως γρήγορα θα ερχόταν εκεί η ίδια να κανονίσει τα της εξόδου μας. Δεν μπορούσα να παραβλέψω το έντονα γνώριμο συναίσθημα οικειότητας που ένιωσα εκεί μέσα από την αρχή. Με το που έκλεισαν οι πόρτες πίσω μου και σφράγισα τα μάτια μου στο χαμηλό φως του σκοτεινού μεσημεριού, ξαπλώνοντας ανάσκελα πάνω στο μονό κρεβάτι, ήξερα πως ήμουν στο μέρος όπου πάντα έπρεπε να βρίσκομαι. Οι σκιές του δωματίου χαμήλωσαν και έγλειψαν μία μία τα κλειστά μου βλέφαρα. Μόνο όταν αισθάνθηκα το βάρος και της τελευταίας σκιάς που κρυβόταν πάνω στο ταβάνι και πίσω από τις κουρτίνες, μόνο τότε σηκώθηκα και άρχισα να τακτοποιώ τα ρούχα μου σφυρίζοντας και πειράζοντας το θείο Λύδιο, κάτι που μέχρι τότε δεν είχα ποτέ μου τολμήσει να κάνω. Ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής μου και νομίζω θα ήταν και του θείου Λύδιου αν δεν ταλανιζόταν από την απουσία της Αντιόχειας. Όμως ως εκεί! Δεν είχα σκοπό να τον αφήσω να μου χαλάσει τις ημέρες μου σε εκείνον τον θεσπέσιο κήπο με τους υπέροχους συνασθενείς.

Άρχισα να τον αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνι. Κρυβόμουν για να μη με ανακαλύψει, κατάπινα αμάσητο το φαγητό για να προλάβω να τρέξω έξω με τους καινούργιους φίλους μου, έριχνα με τρόπο μισά υπνωτικά χάπια στο νερό του και έδινα κρυφά λεφτά στις νοσοκόμες για να τον κρατούν απασχολημένο. Μα πώς τόσα χρόνια είχα χάσει τον πραγματικό σκοπό της ζωής μου, που δεν ήταν άλλος από το μην έχω κανέναν σκοπό παρά να κόβω βόλτες μέσα στο καταπράσινο προαύλιο ενός ιδιωτικού ψυχιατρείου; Οι πιο υπέροχοι άνθρωποι κρύβονται μέσα σε τέτοια μέρη. Κι εγώ το ανακάλυψα πολύ γρήγορα πιάνοντας φιλία με όλους ανεξαιρέτως. Γρήγορα έγινα πολύ δημοφιλής και, αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, δεν θα προλάβαινα να δέχομαι προσκλήσεις για πάρτι. Όλοι ήθελαν να κάνουν παρέα μαζί μου και να περπατήσουμε δίπλα δίπλα το οφιοειδές μονοπάτι του ψυχιατρείου που οδηγούσε σε ένα ψηλό λοφίσκο με θέα ως τα φανάρια της εθνικής οδού. Κι εγώ δεν άφηνα ανικανοποίητο κανέναν. Έκοβα περιπάτους με όλους τους ασθενείς, γευμάτιζα μαζί με τους περισσότερους και τα απογεύματα τα λέγαμε σαν καλοί φίλοι στη μεγάλη σάλα εκδηλώσεων.Ο θείος Λύδιος όμως απαιτούσε να μην τον πλησιάζει κανείς. Μιλούσε μόνο στους γιατρούς και στο νοσηλευτικό προσωπικό και απέφευγε τους υπόλοιπους ασθενείς θεωρώντας πως δεν έχει καμία σχέση μαζί τους.


Μία από τις ασθενείς, η Σκάλα, προσκολλήθηκε σα βδέλλα επάνω του, δυσκολεύοντας σε αφόρητο βαθμό τις ήδη περιορισμένες εκεί μέσα κινήσεις του. Τον περίμενε τα πρωινά με θρησκευτική λατρεία έξω από την πόρτα του, καθισμένη οκλαδόν, με τα φουντωτά μαλλιά της να πλαισιώνουν το γελαστό της πρόσωπο σαν οργισμένο φωτοστέφανο. Μόλις ο θείος Λύδιος ξεπρόβαλλε ντυμένος με τα μαλακά παντελόνια του, κοιτώντας ευθεία μπροστά , σήκωνε επιδεικτικά το πόδι του, σαν άλογο που προσπαθεί να περάσει ένα εμπόδιο και πηδούσε από πάνω της. Η Σκάλα τότε σηκωνόταν, τακτοποιούσε το παιδικό καροτσάκι που έσερνε μαζί της παντού και συνέχιζε να ακολουθεί αμίλητη τον θείο Λύδιο. Χαμογελούσε ελαφρά, σαν άνθρωπος που έχει βρει ξαφνικά το θείο σκοπό της ζωής του. Στην αρχή εκείνος προσπαθούσε να τη διώξει. «Ξου, ξου», της έκανε με τα χέρια του λες και επρόκειτο για κάποιο αδέσποτο σκυλί. Βλέποντας πως η Σκάλα δεν καταλάβαινε τίποτα, έπαψε να ασχολείται και δεν γύριζε καν να την κοιτάξει όσο εκείνη βάδιζε σαν φάντασμα πίσω του, με τα μακριά της ρούχα να δένονται σαν κινέζικο κιμονό γύρω από την μέση της. Βάδιζε λες και ήταν τυλιγμένη σε έναν τεράστιο επίδεσμο. Μικρά κοφτά βήματα και ξαφνικά σπασίματα της μέσης. Πού και πού η μαλακή φωνή της ακούγονταν να μουρμουρίζει κάτι ακαταλαβίστικο. Μια μέρα την ακολούθησα κι εγώ επίτηδες, με μόνο σκοπό να ακούσω τι επιτέλους μουρμουρίζει. Θα πρέπει να παρουσιάζαμε πολύ αστείο θέαμα. Μια πομπή τρελών μέσα στον μεσημεριανό ήλιο να κόβει βόλτες γύρω από το σιντριβάνι.(…)

******

 The psychiatrist concluded that there was immediate need of at least temporary commitment to a sanitarium, but overall there was no reason in particular to be concerned. You understand, of course, that this, in all likelihood, is going to be a temporary thing, I judge there is no reason to be concerned. With a few tranquilizers, everything will go the right way and every side effect will go away.
“Side-effect of what, doctor?”
“Your uncle is suffering from a very rare form of anxiety, which causes him these hallucinations with the unknown visitors. It’s called Visitor from the Garden Syndrome and I am afraid it is one of the few syndromes that can be contagious.”
He cleared his throat with an overwhelmingly serious tone and his eyes smiled at my own, not without a degree of professional awkwardness.
“Did you approach him while he was being this delirious? Did you touch him?”
Suddenly, I personified the incarnation of an oscillating scientist’s fears, which, in uncle Lydius’ face, saw the rare carrier, and in me, the poor fellow, ignorant of his predestinated fate, the host.
Over my head existed the halo of the one who was going to get sick for a bad gene dictated to me I should. The sickness was already lurking in the melancholic pupils of my eyes and that tight jaw of mine that could be nothing but an indication of the future fear, that I would feel when the syndrome encirclement of me became asphyxiating.
“I touched him.”
The doctor’s eyes gleamed from a delight that he could not contain

******

I did not call my mother, though I lied to him that I had. I told him that she would soon come to arrange all that was required for our departure. I could not overlook the intense feeling of familiarity that I had felt in that place from the start. The moment those doors closed behind me, I lay on the single bed and closed my eyes to the low light of the dark noon. I knew I was in the place I had always been supposed to be. The room’s shadows lowered and licked my closed eyebrows one by one,. It was only when I felt the weight of the last shadow lurking on the ceiling and behind the curtains that I got up and started unpacking my clothes, whistling and teasing uncle Lydius, something that up to that moment I had never dared to do.It was the happiest period of my life and I think it would have been uncle Lydius’ as well, if he had not been bedeviled by Antioch’s absence. But I had had enough! I had no intention of letting him ruin my days in that gorgeous garden with the wonderful co-patients.

 I began avoiding him, as the devil avoids incense. I was hiding so he would not find me out. I swallowed my food without chewing in order to have more time with my friends. I would carefully dip half a sleeping pill in his water and would bribe the nurses so that they would keep him busy. All these years! How could I have eluded my life’s true purpose, which was none other than not having a purpose, but to stroll around the lush green forecourt of a private sanitarium? The most wonderful people are hidden in places like this. I discovered them very quickly, becoming familiar with everyone, without exception. I quickly became very popular and, if things had been different, I would never have stopped accepting party invitations. Everyone wanted to hang out with me and walk side-by-side on the sanitarium’s snakelike path leading to a high hillock with a view reaching down the national road’s traffic. And I would not leave anyone unsatisfied. I took walks with all the patients, dined with most of them and, during the afternoon, we chatted as good friends in the great celebration lounge. Uncle Lydius demanded that everyone stay away from him. He spoke only to the doctors and the nursing personnel and avoided the rest of the patients, believing he had nothing in common with them.

One of the patients, Scala, latched on him like a leech, making his – by default – limited moves more difficult, to an unbearable degree. In the mornings, she waited for him outside his door, with religious devotion, seated with her legs crossed, her bouffant hair framing her smiling face as a furious halo. The moment uncle Lydius appeared, dressed in his soft pants, looking straight ahead, he lifted his foot with a flourish, like a horse trying to overcome an obstacle and he leaped over her. Scala would then get up, arrange the toy perambulator that she dragged with her everywhere and continue to follow uncle Lydius, speechless. Her smiles were soft like someone who had suddenly discovered their life’s divine purpose. At first, he tried to send her away. “Shoo, shoo” he waved with his hand, as if he were addressing some stray dog. After seeing that Scala didn’t – or wouldn’t – get it. He stopped bothering and refused to look at her while she paced behind him like a ghost, with her long clothes tied as a Chinese kimono around her waist. She walked as if she had been wrapped in a gigantic bandage. Once in a while, her soft voice would be heard murmuring something unintelligible. One day I followed her on purpose, my sole aim to finally hear what on earth she was murmuring about. We must have been quite the funny spectacle, a parade of nutcases basking in the midday sun, strolling around the fountain.(…)

Avgi Meleti, Lydius, translation from greek into english: Ilias Sellountos, Publisher: Legume Man Books, 2014

Φωτό:Tomasz Wisne

Καλά υπερατλαντικά ταξίδια Αυγή (Ρεγγίνα Μπου) και Ηλία!

 

Ε. Χ. Γονατάς, Η κρύπτη

.

.

Αυτό το παραγιομισμένο μπαούλο, όσο και να πέφτω πάνω του βαρύς, δεν καταφέρνω να το κλείσω. Ένα κομμάτι κίτρινο ύφασμα περισσεύει ολόγυρα, μια μέλισσα πιασμένη απ’ το ποδάρι σβουρίζει, ένα λουλούδι μου γνέφει απ’ την κλειδαριά∙ ξεχνιέμαι και του μιλάω ώρες.

Ε. Χ. Γονατάς, Η κρύπτη, (απόσπασμα) Εκδόσεις Στιγμή, 2006

.

.

.

 

http://www.hprt-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=68940&tsz=0

 

Η εκπομπή «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» στο επεισόδιο «ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ Ε Χ ΓΟΝΑΤΑ» ανιχνεύει με πρωτότυπο τρόπο την προσωπικότητα του λογοτέχνη ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ Χ. ΓΟΝΑΤΑ, παρακολουθώντας από κοντά την καθημερινή του ζωή για πέντε μήνες. Στο σπίτι του στην Κηφισιά, ο ποιητής και πεζογράφος ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΓΟΝΑΤΑΣ ξεναγεί τους τηλεθεατές στις αποθήκες του, στον κήπο του, που τον φροντίζει με ιδιαίτερη αγάπη, και τους γνωρίζει τις γάτες του, που μπαινοβγαίνουν ανενόχλητες και ζουν αρμονικά μαζί του. Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης, ο λογοτέχνης αναλύει τις απόψεις του για τη ζωή και τη λογοτεχνία και οδηγεί τους τηλεθεατές στην ανάγκη να γνωρίσουν το έργο αυτού του αυθεντικού καλλιτέχνη. Ο Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ παρομοιάζει τον κήπο του με τον μικρόκοσμο της ζωής και της φαντασίας. Παρουσιάζει τα λεξικά που έχει στη βιβλιοθήκη του και τα προσεγγίζει με τον μοναδικό του τρόπο. Αναζητά στις αποθήκες ξεχασμένα κείμενά του, έργα καλλιτεχνών, όπως έναν πίνακα του ζωγράφου ΑΛΕΞΗ ΑΚΡΙΘΑΚΗ και ξετρυπώνει προσωπικές και οικογενειακές φωτογραφίες. Εκφράζει την άποψή του για τη δημιουργία, τονίζοντας ότι οι καλλιτέχνες δημιουργούν για να θεραπευθούν και εναντιώνεται στις επιχορηγήσεις και στα βραβεία. Ο ΓΟΝΑΤΑΣ μέσα από το λόγο του αποτυπώνει τη συνεχή υπαρξιακή του αγωνία και σχολιάζει την καθημερινή πραγματικότητα.

Πίνακες: Vladimir Gvozdariki

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εσένα δεν σε λένε Περσεφόνη

.

Εσένα δεν σε λένε Περσεφόνη
Δασκάλα είσαι στην Κάτω Αττική
Και ταξιδεύεις κάθε μέρα σε βαγόνι
Να τους διδάξεις Λυσία και γραμματική.

.

.

 

Στρατής Χαβιαράς, Τι απέγινε η περίφημη γοητεία του τζίτζικα;

 Δεκαεφτά χρόνια ώσπου να γεννηθείς, πέντε βδομάδες για να ζήσεις… Λένε πως ο τζίτζικας Magis Septendecim ζει μονάχα πέντε-έξι εβδομάδες αφότου ξεμυτίσει απ’ την κρυψώνα όπου δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια προετοίμαζε τη σύντομη ζωή του. Πριν ακόμα ξημερώσει, οι νεαρές νύμφες τινάζουν τη σκόνη απ’ τις φτερούγες τους και σκαρφαλώνουν σ’ όποιο δέντρο βρουν μπροστά τους, για να διαπρέψουν, να παντρευτούν και να γεννοβολήσουν προτού να είναι αργά. Νάσου και τα αρσενικά κιόλας εκεί να τις περιμένουν, τούτη την πρώτη καλοκαιριάτικη μέρα της ζωής τους, συνθέτοντας θορυβώδικους παιάνες, προθαλάμια και έπη για γενεές και γενεές ηρώων, ή σκαλίζοντας πανέμορφα γλυπτά σε οξιές που θα ζήσουν αιώνες. Δεν περνούν όμως λίγες μέρες και τα θηλυκά γεννούν χιλιάδες αυγά και ψοφάνε ενώ τ’ αρσενικά μοιρολογάνε αδιάκοπα. Σύντομα βέβαια θα ψοφήσουν κι αυτά με μια αίσθηση απορίας που χάθηκε κιόλας η περίφημη γοητεία του τζίτζικα, η περίφημη ελπίδα. Εγώ ο ίδιος, καθισμένος στο παράθυρό μου, πληκτρολογώ ρα-τα-τα-τα τις σκέψεις μου επί του θέματος, κατηγορώντας πάντοτε τους άλλους για τις δικές μου αδυναμίες, φυγομαχίες και παταγώδεις αποτυχίες. Αν το έργο βγει μέτριο, τότε φταίνε τα εργαλεία – η σμίλη δε μιλούσε αγγλικά, ούτε η σφύρα ελληνικά… Η μέρα σβήνει, μια δροσερή βροχή πέφτει αδιάκοπα ως την αυγή μουσκεύοντας τα δέντρα και τους κήπους. Με το πρώτο φως του πρωινού φροντίζω τα φυτά, σφουγγίζοντας τις άγουρες ντομάτες στις ντοματιές με χαρτοπετσέτες, προτού πιάσει η μεσημεριάτικη ζέστη και κάνει τις στάλες να βράσουν. Άλογα σέρνουν το άρμα του ήλιου μέσα απ’ τα σύννεφα στο πρώτο ξέφωτο του πρωινού. Ατέλειωτη η εργάσιμη μέρα κι η νύχτα γεμάτη μισθωτούς σπιούνους και φονιάδες. Ο ήλιος του δικαίου και η σελήνη του έρωτα λάμπουν στον ουρανό με περίσσεια αθωότητα, μέχρι ν’ αποδειχθεί η ενοχή τους.

Πηγή: Eταιρεία Συγγραφέων

Φωτό: Janet Matthews

 

 

Αλέξης Πανσέληνος, Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια

Η πόλη των κορφών. Με το παλιό κάστρο σκαλωμένο ψηλά στα βράχια, με το φυσικό λιμάνι στα πόδια της, περήφανη δείχνει στα σκαριά που ρχονται να δέσουν, τα τείχη, τους τρούλους, τα πιο ψηλά από τα κτίριά της. Τα νερά γλείφουν την ακτή και πίσω από το φράχτη των κυπαρισσιών, λιόδεντρα ασημίζουν στο φως του πρωινού. Τα γυμνά ξάρτια των αραγμένων καραβιών θυμίζουν χειμωνιάτικο δάσος. Στο κέντρο δένουν τα εμπορικά κι από κει ξεκινά μια σειρά φορτωμένα κάρα που ανηφορίζουν προς τη δημοσιά. Ανάμεσα στις γυαλιστερές κάνες των πυροβόλων, με τα όπλα στον ώμο βηματίζουν οι σκοπιές ψηλά στο φρούριο. Τα γλαροπούλια κάθε τόσο ξεχωρίζουν ψάρι και βουτάνε. Στην άκρη του μώλου τα παιδιά ψαρεύουνε με το καλάμι κι ακούγονται ζητωκραυγές καθώς η λεία αστράφτει στον αέρα. Στις άκριες, αριστερά και δεξιά, δένουν τα ρώσικα και τα τούρκικα καράβια, δυο τρίκροτα, οκτώ γολέτες. Έξω από το λιμάνι, σε ακτίνα ενός με δύο μίλια, άλλα τρία τούρκικα με τα μισά πανιά ανοιγμένα περιπολούν. Κάθε πλεούμενο που μπαίνει ή βγαίνει, ελέγχεται κάτω από τα ξέσκεπα κανόνια τους.

Το ψαράδικο που ερχόταν από την απέναντι ακτή πέρασε τον έλεγχο στην απόσταση που έφταναν τα πυροβόλα του φρούριου κι αμέσως δόθηκε σινιάλο πως το πλεούμενο είναι εντάξει. Πάνω απ’ το κατάστρωμα της γολέτας τους οι Τούρκοι αρκέστηκαν να κοιτάξουν την ψαριά μέσα στα κοφίνια.
Γερμένος στα σκοινιά κοιτούσε ο Γερουλάνος, καθώς γλιστρούσανε στ’ ακίνητα νερά, κοπάδια αφρόψαρα που έπαιζαν περνώντας κάτω απ’ την καρίνα. Από τη στεριά, κάνοντας τα χέρια χωνί, κάποιος ψηλόσωμος άντρας με τις βράκες τραβηγμένες στα γόνατα, τους φώναξε να δέσουνε μπροστά από ένα μακρόστενο δικάταρτο που ξεφόρτωνε στα κάρα δέματα με λαγοτόμαρα, βαρέλια με βαφές και θεόρατες μπάλες μπαμπάκι κι αρτινό λινάρι.
Οι ψαράδες έπλεναν τα σανίδια ρίχνοντας κουβάδες με θαλασσινό νερό. ό,τι απέμενε από τις επιμελητείες των συμμάχων, που πρώτες διάλεγαν, θα ξεπουλιόταν σε μια ώρα μέσα: η πόλη δοκιμαζόταν από πείνα και πάλι. Έβγαλε τα παπούτσια ο Γερουλάνος να ‘ναι έτοιμος κι έστρεψε μια τελευταία φορά στον καραβοκύρη. «Κατευόδιο σιορ Νίκωνα», τον χαιρέτησε αυτός.
Καθώς άγγιζε η πλώρη την αμμουδιά, πήδησε στα ρηχά ζεστά νερά και βγήκε γοργά. Κάποιος πέταξε από μέσα τον μικρό του γιούκο, δεμένον γερά στην κορφή. Τον έπιασε στον αέρα και γύρισε για την ανηφοριά. Είχε μείνει μια βδομάδα αξούριστος κι έζεχνε ψαρίλα. Κατάσαρκα μέσα από το αντερί του αισθανόταν πάντα το σφραγισμένο γράμμα. Όμως, μ’ όλη τη βιασύνη, ούτε που περνούσε από το νου του να παρουσιαστεί σ’ αυτά τα χάλια.
Φτάνοντας στο δρόμο πάνω, αντίκρισε τη φορτέτσα και στις πολεμίστρες τις δυο συμμαχικές σημαίες να πλαταγίζουν στον αέρα. Έφτυσε καταγής. (…)

Αλέξης Πανσέληνος, Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2012

Πίνακας: Nικόλαος Λύτρας

.

.

 

Πρόδρομος Μάρκογλου, Η απόρριψη

Άνοιξα την μπαλκονόπορτα. Το φεγγάρι ολόκληρο στη μέση του ουρανού. Ένα άσπρο φως γύμνωνε. Η πόλη γλιστρούσε μέσα σε πάγο. Πνοή ανέμου δεν υπήρχε στα πεύκα που λούφαζαν σκοτεινά στον κήπο. Η ζέστη φοβερή. Μακρινές φωνές μόνο από τη θάλασσα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι. Βαθιά στη νύχτα ακούστηκε το ρολόι του άγιου Παύλου να χτυπά. Πέρασα το βράδυ στον θερινό κινηματογράφο Ροδόπη. Κάπνιζα ξαπλωμένος στην πάνινη πολυθρόνα, παρακολουθώντας ένα γαλλικό φιλμ. Σχεδόν αδιάφορο. Μόνο η ηθοποιός που υποδυόταν την ηρωίδα είχε μια σπάνια ακτινοβολία. Τα γυμνά της μέλη μετάδιναν μια θέρμη που διαπερνούσε όλη την ταινία. Αυτά δυνάμωναν με τις μεγάλες ικανότητες του φωτογράφου. Ο μύθος ασήμαντος. Η κοπέλα, πρώην χορεύτρια, βρίσκεται σε άσυλο ψυχοπαθών. Βλέπει ένα όνειρο για μια θάλασσα θερμή. Δραπετεύει και φτάνει με οτοστόπ στη θάλασσα. Σε ερημική ακρογιαλιά. Εκεί συναντά ένα νέο, κι αυτός έχει φτάσει κυνηγημένος μετά από μιαν αποτυχημένη ληστεία. Ακολουθούν μέρες ερωτικού πάθους. Τέλος, η κοπέλα οδηγείται σε αποτυχημένη προσπάθεια αυτοκτονίας. Ο νέος την διασώζει, αλλά πνίγεται και το σώμα του εξαφανίζεται στην άγρια θάλασσα. Η νέα επιστρέφει στο άσυλο. Κι όλα είναι σαν να μην υπήρξαν. Φαντασίωση. Έτσι της λένε. Όμως η Ζαν-Μαρί, καθώς κοιτά το πρόσωπό της στον καθρέφτη, βλέπει, για πρώτη φορά, μια λεπτή χρυσή αλυσίδα στο λαιμό της. Εμείς οι θεατές ξέρουμε πως την είχε περάσει εκεί στο λαιμό, ενώ αυτή κοιμόταν, την τελευταία νύχτα ο νέος.

Παρακολουθώντας λοιπόν αυτό το φιλμ και βυθισμένος στη γοητεία της Ζαν-Μαρί, κάθισε δίπλα μου η Ρόη. Την κοιτούσα. Εκείνη παρακολουθούσε την εξέλιξη στην οθόνη. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία μας συνάντηση. Τραβηγμένα στο πρόσωπο τα χαρακτηριστικά τώρα. Ίσως περισσότερο μελαχρινή. Τα μαλλιά όπως παλιά δεμένα πίσω. Μεγάλη, χοντρή πλεξούδα. Κάποιες χρονιές συμμαθητές στο γυμνάσιο. Κοπέλα με ζωντάνια μεγάλη. Είχε ζεστή φωνή με σπάνια για την εποχή άρθρωση λόγου. Από οικογένεια καπνεργατών. Άφησε τότε το σχολείο. Έφυγε μ’ ένα φαντάρο. Μουσικός αυτός, πέρασε τη θητεία του στον τοπικό ραδιοσταθμό του στρατού. Έφυγε να γίνει ηθοποιός. Μετά από χρόνια είδα δυο φιλμ όπου είχε πάρει μέρος με τ’ όνομα Ρόη Ροδή. Κακός κινηματογράφος. Μιαν άλλη φορά. Πέρασε απ’ την πόλη μας μ’ ένα φιλόδοξο θίασο νέων.
Ανέβασαν για δυο μέρες το έργο του Ο’ Κέιζι Το αλέτρι και τα άστρα. Παρακολουθώντας το έργο : «Ίσως η Ρόη με κάποια φροντίδα, με κάποια πειθαρχία, να γίνει ηθοποιός. Έχει μια θέληση που διαρρέει», έγραψα τότε στην εφημερίδα Πρωινός Ταχυδρόμος. Εξαίροντας την προσπάθεια των νέων ηθοποιών, σημείωνα πως ήταν φυσικό το βάρος του έργου να ήταν δυσανάλογο για τις τρυφερές τους πλάτες. Χάθηκαν τα ίχνη της μετά. Κάποτε άκουσα πως θέλησε ν’ αυτοκτονήσει. Έμεινε σε άσυλο για ένα διάστημα. Φήμες χωρίς επιβεβαίωση, όπως συμβαίνει στην επαρχία. Πέρασαν χρόνια και την ξέχασα. Ενοχλήθηκε από το επίμονο κοίταγμά μου. Γύρισε, μου έριξε μιαν αυστηρή ματιά. Στο πρόσωπο κάτι θαμπό σαν στάχτη έπεφτε. Δε με γνώρισε. (…)

Πρόδρομος Μάρκογλου, Η απόρριψη, από τη συλλογή διηγημάτων Σταθερή απώλεια, Εκδόσεις Νεφέλη, 2001

Πίνακας: Kenton Nelson

.

.

 

Μάρω Δούκα, Η αρχαία σκουριά

Άρχισε η υποχώρηση με τα χέρια ψηλά, κατά ομάδες. Με παίρνει το πλήθος και προχωρώ, με λαχτίζουν τα κοντάκια των φαντάρων, τώρα λέω και θα μου την ανάψουν πισώπλατα. Νιώθω σπόνδυλο σπόνδυλο τη ραχοκοκκαλιά μου και τον τρόμο, που τη συναρμολογεί λεπτεπίλεπτα. Μπερδεύονται τα πόδια μου, σκύβω μπροστά, παραλίγο να σωριαστώ. Περνώ την καγκελόπορτα, πατώ αίματα και προκηρύξεις. Οι φαντάροι μάς γιουχάρουν και χτυπούν τις αρβύλες τους στην άσφαλτο σαν να κάνουν ξου ξου στα ζωντανά, κι εμείς προχωρούμε σκυφτά, σκοντάφτομε στα βήματά μας και τρέμομε. Γωνία Τοσίτσα μ’ αρπάζουν απ’ τα μαλλιά δυο ασφαλίτες. Πάω να τους ξεφύγω, ένας φαντάρος με πιάνει απ’ το μπράτσο, βλέπω τα δάκρυα στα μάτια του. Κάτι μου ψιθυρίζει, αλλά δεν πρόλαβε. Οι μπάτσοι τον κάνουν πέρα, προσπαθώ ν’ αντισταθώ και ζαλίζομαι απ’ τον πόνο. Τους άφησα να με σέρνουν προς την κλούβα και με λάχτιζαν στην κοιλιά. Μ’ ακούμπησαν στην πόρτα και με χτυπούσαν με τις γροθιές τους στο πρόσωπο. Μ’ αδειάζουν σ’ ένα κάθισμα κι αποξεχνιέμαι με τα βαθουλώματα που κάνει το κλάμα μου. Τ’ αγόρι δίπλα μου μ’ αγκαλιάζει. 

Μάρω Δούκα, Η αρχαία σκουριά, Εκδόσεις Πατάκη, 2008

Πίνακας: George Fischer

 

Κώστας Kατσουλάρης, Ο αντίπαλος

Κοιτάς τις διαφημίσεις. Τις διαφημίσεις που καλύπτουν σχεδόν κάθε χιλιοστό ελεύθερου χώρου στο πολυκατάστημα, που κρέμονται πάνω από τα ίδια τα προϊόντα όπως οι μεταλλικές ταυτότητες στο λαιμό των φαντάρων, αληθινός στρατός της σωτηρίας. Κοιτάς τα αισθησιακά σώματα των γυναικών και των αντρών, που κι αυτά με τη σειρά τους σε κοιτούν με νόημα• σώματα όλο και πιο γυμνά, όλο και πιο προκλητικά, σύμβολα μιας νέας λατρείας που υπόσχεται τα πάντα αρκεί να τα θέλεις όλα τώρα. Προτάσεις ζωής: προτάσεις για το χειμώνα, την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Προτάσεις για να βγεις, να κάτσεις σπίτι, να ξεκουραστείς. Προτάσεις για να το βάλεις στα πόδια το Σαββατοκύριακο. Εικόνες ευτυχίας, εικονολατρία, αφηγήσεις• ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, χαμόγελα. Πολλά χαμόγελα. Αλλά και βλέμματα πονηρά, προκλητικά. Προσκλήσεις σε απολαύσεις που δεν γίνονται λέξεις• όλοι με όλους, όλοι για όλα, όλα για το τίποτε. Τα πάντα επιτρέπονται, σχεδόν επιβάλλονται. Αέρας ευημερίας, ελευθερία και θάνατος, σε μια αφίσα που δεσπόζει στο κέντρο του ορόφου με τα αντρικά εικονίζεται ένα αυτοκινητικό δυστύχημα• ο δρόμος είναι σπαρμένος πτώματα, τα πτώματα φορούν τη μάρκα ρούχων που διαφημίζεται.


Στους γύρω δρόμους, στα κιόσκια, στα περίπτερα, δεν υπάρχουν μυστικά. Τα υπονοούμενα έχουν γίνει προ πολλού νοούμενα. The real thing. Οι μάσκες πέφτουν, τα ρούχα πέφτουν, οι ψωλές σηκώνονται. Τα βυζιά φουσκώνουν, οι ρόγες σκληραίνουν, τα μουνιά ανοίγουν και σας υποδέχονται. Οι κωλοτρυπίδες διαστέλλονται και συστέλλονται, τα σκατά στριμώχνονται στο βάθος, στο βάθος κήπος και τόνοι από διεγερτικά. Γάμησέ με, ξέσκισέ με, πάτησέ με, κάνε με κομμάτια. Οι γέροι κουνούν το κεφάλι, οι νέες και οι νέοι τον κώλο τους, που κι αυτός λέει περίπου τα ίδια πράγματα, ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος, οι τιμές πέφτουν, η αγορά ισορροπεί κάπου ανάμεσα στο μη και στο δεν, οι σωματέμποροι τρίβουν τα χέρια τους και τα αχαμνά τους.

Kατσουλάρης Κώστας, Ο αντίπαλος, Εκδόσεις Πόλις, 2005

Artwork: Julia Geiser

.

.