Ωραίες εσείς που κυκλοφορείτε
Αμέριμνες στο σκοτεινό το διαδίκτυο,
Παρακαλώ σας θυμηθείτε
Αυτούς που να σας έχουν δεν μπορούνε
Μα σε πνιγμό πιασμένοι ολονύκτιο
Τα ηλεκτρονικά σας ίχνη ακολουθούνε.
-Μυρωδιά από μεταπολίτευση;
-Μυρωδιά ώριμου σύκου. Για την ακρίβεια Ιούλιος.
«Ήρθις;» Ανάμεσα κουζίνας και σκάλας, η Ουρανία όπως μασκαρεμένη οσία. Τι ακριβώς της δείχνει; Τη γαβάθα με τον καφέ του Θόδωρου; Τα σακατεμένα πόδια της; Ζαρωμένα κανιά, μαύρο λειρί καρακάξας. Η φωνή της ένρινο βέλασμα.
«Αυτό που βλέπεις. Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Μ’ έστυψι ου π’ αναθιμά τουν». Περικυκλωμένες από λουρίδες φωτός, Σ. και Ουρανία προχωρούν τριποδίζοντας. Στο πάτωμα τσαλακωμένα μαντίλια, πανιά με χαλκοπράσινα στίγματα μπαγιάτικου ξερατού.
Άμορφη, υπερμεγέθης μάζα, δέρμα πολιορκημένο από έντομα, σάρκα μες στη πληγή. Ο Θόδωρος ολοτσίτσιδος, χυμένος πάνω σ’ αυτό που κάποτε ήτανε σώμα. Ανάμεσα στα αχαμνά, δυο καφετιά, ψόφια σκουλήκια. Κάτω από τα φρύδια δυο κακοχυμένες τρύπες.
«Κοίτα τον. Αγελάδα. Τι αγελάδα; Ελέφαντας. Κάθε μέρα το καταπέτασμα. Μασούλημα και πάλι μασούλημα».
Κουκούλια λίπους τα βλέφαρα, μπράτσα που έχουνε γίνει ένα με την κοιλιά. Ο ακάλυπτος πούτσος του ζαρωμένο πλαστικό σωληνάκι.
«Να έφτασε τα διακόσια;»
«Τριακόσια και βάλε. Για να τον ζυγίσεις πρέπει να κουβαλήσεις πλάστιγγα».
-Ιδρώτας;
-Ιδρώτας και ούρα. Μπροστά του ένα μισοφαγωμένο γουρουνίσιο μπούτι. Ακούει τα βήματα ή μυρίζεται τον καφέ; Το λιποειδές αρπάζει το φλιτζάνι και το αδειάζει. Με το κεφάλι σκυμμένο παραληρεί.
-Γλώσσα νωθρό ημικύκλιο;
-Γλώσσα μαστουρωμένο δρεπάνι. Η άκρη της, ουρά αλεπούς γραίας και ψωραλέας. Σέρνεται πάνω στα χείλη του σβαρνίζοντας κρέατα και φυσαλίδες πηγμένου σάλιου.
«Λοιπόν; Δεν νομίζεις πως ήρθε η ώρα;» «Η ώρα για τον παπά;» κοροϊδεύει το λίπος. Από το φαφούτικο άνοιγμα ακούγεται ένα ρέψιμο ίδιο κλανιά. Η Σ. σκύβει τώρα στ’ αυτί του: «Λέγε, γαμώ το. Ποιος; Λέγε. Αλλιώς…»
-Διάλειμμα μνήμης;
-Κενό κακεντρέχειας.
Το λίπος σκουπίζει το στόμα του στην πετσέτα. «Αλλιώς τι; Σιγά μην είστε του πρίγκιπα, μην είστε και του εμίρη».
«Είστε;» Προς τι ο πληθυντικός; Τα βλέπει διπλά;
Το λιποειδές απλώνεται πάλι στον καναπέ.
«Εγώ σβήνω, κι εσείς το χαβά σας. Το καταλάβατε μπασταρδάκια; Σβήνωωω». Ρίχνει προς το μέρος της βλέμμα βοδίσιο.
-Aπλανές;
-Σαν να μη διακρίνει.
«Και πού σαι; Να πεις στον άλλον να στείλει το χρήμα».
Η Σ. κατεβαίνει κουτρουβαλώντας στο ισόγειο, βλέπει την μαντεμένια μασιά ακουμπισμένη δίπλα στο τζάκι. Κραδαίνοντας το στειλιάρι κάνει μεταβολή. Μετέωρος ο λοστός πάνω από τη φαλάκρα.
«Λέγε ρε! Αλλιώς σε καθάρισα. Κιμαδάκι σ’ το κάνω το κωλοκρανίο».
«Αμαρτίες γονέων. Σε τρώει ο κώλος σου; Τι τα σκαλίζεις…;»
-Μαγκιά, που γίνεται παρακάλι;
-Νταηλίκι, που γυρίζει σε γαλιφιά.
«Άσ’ το κάτω αυτό… Θα σου πω»…
«Αυτός…», ψελλίζει το λίπος με ύφος μελίρρυτο. Αυτός, ποιος; Η Σ. σκύβει κι άλλο από πάνω του, χώνει τη μασέλα της στο αυτί του.
Τα χρειάστηκε η πεθαμένη γλίτσα; Ο ακατονόμαστος παραληρεί. Τα χείλη του γεμίζουν σάλια πηχτά. Λέει κάτι ακατάληπτα. «Που να καεί στην κόλαση ο άτιμος… Α… και μόλις με είδε… Μόλις με είδε με τις καραμπίνες… Την ίδια σου την κόρη, μωρέ;… Δεν βρήκες άλλη να μαγαρίσεις;»
«Χώμα να φας παλιόγερε. Χώμα να φας καλύτερα… Το πιστεύεις; Στο κοτέτσι. Εκεί πήγε και κρύφτηκε. Αυτός… Ο άρχοντας. Με τις κότες… Με τις σβουνιές… Σαν το φλουρί η μούρη του. Τρέχαν τα τσίσα από τα μπατζάκια τού σκατολεχρίτη. Όχι, Θοδωράκι μου! Δεν θα το ξανακάνω, αγόρι μου! Δεν θα την ξαναγγίξω…»
Αυτός. Αυτός ποιος; Τέρας. Όχι πατέρας. «Του πέταξε –λέει– στα πόδια την καραμπίνα. Αλλά δεν ήταν ηλίθιος. Με τη δική του τον σημάδευε στο κεφάλι. Ούτε που να την πιάσει ο ανάξιος. Όχι που θα τον άφηνε. Του άνοιξε με το ζόρι το στόμα και του την έχωσε. Ένα μπαμ, και φινίτο. Ας είναι καλά η Ουρανίτσα του. «Τι ρουτάς και ξαναρουτάς αστυνόμε; Δεν τα ’παμ’;» Μόνος του ο κυρ-Παντελής πήγε –λέει–και κλείστηκε στο κοτέτσι. «Ξέρου γω;» Μόνος του –είπε– πήγε και μπουμπουνίστηκε».
Και; Μιλάει για τη φρίκη η φρίκη; Λύσσα. Τα μάτια του κόκκινα πάνω της.Να τον φτύσει; Σάλιο δεν έχει. Η Σ. φτύνει στο πάτωμα ένα τριχωτό, μισοσάπιο κομμάτι απ’ το αυτί του.
Νύχτα έφυγε από την Ερεσό. Κι ένα μήνα αργότερα, μετά το δεύτερο τηλεγράφημα, ξαναγύρισε μ’ εκείνο το κατ’ ευφημισμόν μάτζικ μπας. Αύγουστος, το σαραβαλάκι να βρωμάει λαρδί, φίσκα στα μπατιροτουριστάκια, που με αφετηρία το Μάντσεστερ κατέβαιναν κατά νότο μεριά για να βρουν δουλειά σε μποστάνια. Δυο μερόνυχτα βιδωμένη πάνω στο κάθισμα. Και τα βράδια, ξαπλωμένη κακήν κακώς στο διάδρομο, να περνούν από πάνω της οι τρύπιες αρβύλες.
-Παρίσι, Αθήνα, Νησί; -Σαραβαλάκι-πλοίο-αγοραίο. Βρήκε μιαν Ουρανία κόκαλο, τον Θόδωρο λιποειδές, από όπου μετά βίας ξεχώριζες χέρια και πόδια. Στον καναπέ έτρωγε, στον καναπέ έχεζε, μπόχα βυρσοδεψείου. Ποιος να τον καθαρίσει;
Θα πλησίαζε πλέον τα τετρακόσια. Σάρκα και φλέβες είχαν κολλήσει στο έπιπλο. Να μάζευε τις κουράδες του και να του τις έχωνε με το φαράσι στο στόμα; Δεν μπορεί, μια ιδέα θα πέρασε κι από το ξεροκεφαλάκι της άλλης.
Ρόγχος όπως πνιχτός συριγμός. Πριν το κακάρωμα τα φίδια ξαναγίνονται φίδια. Ήρθαν άντρες από τα υποστατικά, άντρες με μπαλτάδες και τσάπες. Το μεγάλο μπαλκόνι αποκαθηλώθηκε, η μπαλκονόπορτα έπεσε, γκρεμοτσακίστηκε κι ένα μέρος του τοίχου. Το πρόβλημα ήταν εντέλει στη μεταφορά. Με τον γερανό τον σηκώσανε και έτσι όπως ήτανε, σάρκα μαζί και έπιπλο, τον χώσανε στην καρότσα.
Στο Βοστάνειο τα γιατρουδάκια ανένδοτα. Ούτε που να τον κατεβάσουν. Δεύτερη φορά γερανός, τον μπαρκάρουνε όπως όπως στο πλοίο. Στον Ευαγγελισμό εκατό ενέσεις τού έμπηξαν. Μήπως τον ξεκολλούσαν. Το αίμα απ’ την γάγγραινα πίσσα. Κατράμι.
Σ’ ένα γκαράζ δίπλα στον Ευαγγελισμό εκεί τελικά τον παρκάρανε. Μια βδομάδα έμεινε στο γκαράζ. Τιναγμένα τα πέταλά του. Δευτέρα του Πάσχα τούς τον παραδώσαν.
Γερανός, φορτηγό, πλοίο, στη Μυτιλήνη, στο πίσω μέρος του νεκροταφείου ανοίξανε τάφρο.
-Και τον χώσανε έτσι όπως ήτανε;
-Έτσι. Μαζί με τον καναπέ.
Χρύσα Φάντη, Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «Η ιστορία της Σ.»
Η μάνα μου συνεχίζει να μπαινοβγαίνει, να τινάζει, να αερίζει· ο φρέσκος παγωμένος αέρας πρέπει να εισχωρήσει παντού, κάτω απ’ τα κρεβάτια, στις γωνίες, στις κλειστές ντουλάπες, στα μπαούλα από τις χαραμάδες, να παγώσει κάθε ίχνος ύποπτου μικροβίου, μικροβίου φορέα αρρώστιας, μικροβίου θανατηφόρου, κι έτσι να τους προφυλάξει απ’ το θάνατο, και μετά ακολουθούν οι απολυμάνσεις, αν δεν παγώσουν απ’ τον παγωμένο αέρα, θα πάνε σίγουρα απ’ τα απορρυπαντικά και τις χλωρίνες, και μετά το πλύσιμο, αυτό, σκέφτομαι, γίνεται κάθε μέρα, είναι για τη μάνα μου αγώνας για την επιβίωσή τους, ο φρέσκος παγωμένος αέρας, τα απορρυπαντικά και οι χλωρίνες τούς κρατούν στη ζωή, σ’ αυτά οφείλουν τη μέχρι τώρα ύπαρξή τους, όπου επικρατούν αυτά υπάρχει ζωή, αλλιώς αρρώστια και θάνατος, και η χοληστερίνη μόνο της την έφερε, σκέφτομαι, που δεν είναι αρρώστια των μικροβίων, αν ήταν μια τέτοια, η μάνα μου, σκέφτομαι, θα του έκανε κάθε μέρα εσωτερικές πλύσεις και κλύσματα και πλύσιμο των δοντιών μόνο με χλωρίνη. Η μυρωδιά του φρέσκου παγωμένου αέρα κυριαρχεί παντού, και η μοναδική μου απόλαυση σ’ αυτό το σπίτι, η απόλαυση της μυρωδιάς του φρεσκοβρασμένου γάλατος, δεν προλαβαίνει να κρατήσει, αν το γάλα βραστεί πριν, την εξαφανίζει αμέσως, εισβάλλει βίαια και τη λεηλατεί, αν πάλι ο παγωμένος αέρας έχει εισβάλει, δεν μπορεί μέχρι το επόμενο πρωινό να επικρατήσει καμιά άλλη μυρωδιά, η μυρωδιά του φρέσκου παγωμένου αέρα έχει απλώσει παντού ένα ατμοσφαιρικό στρώμα που απορροφά τα πάντα.
Γι’ αυτό και τον μισώ τον φρέσκο παγωμένο αέρα, γιατί μου στερεί και τη μοναδική απόλαυση σ’ αυτό το σπίτι και κάνει τα πάντα άοσμα στο πέρασμά του, και η μάνα μου, που εκτίθεται με τις ώρες στον φρέσκο παγωμένο αέρα, έχει καταντήσει άοσμη, σκέφτομαι, ενώ, όπως κι από μικρό παιδί θυμάμαι, οι άλλες μάνες μύριζαν κάτι, μύριζαν οι ανάσες τους γλυκές, δροσερές, μύριζε ο ιδρώτας τους ξινίλα, τα μαλλιά τους λουσίματα, λακ, η μάνα μου ήταν το άοσμο, το στεγνό, το τίποτα, η μυρωδιά του τίποτα, αυτή δεν υπάρχει πουθενά, δεν την ξέρει κανένας, είναι η μυρωδιά της μάνας μου. Αυτή η μυρωδιά τής απέμεινε στο κορμί, έπειτα από εκθέσεις ετών στον φρέσκο παγωμένο αέρα, έπειτα από χιλιάδες πλυσίματα, τόνους απορρυπαντικών και χλωρίνης. O αδελφός μου μυρίζει, σκέφτομαι, ναι, αυτός μυρίζει, μυρίζει λίπος, κι από μικρός, νομίζω, λίπος μύριζε, όχι τσιγαρισμένο λίπος, λίπος φρέσκο, αυτό το λίπος που υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα στο κρέας, το λίπος που ξεχωρίζαμε όταν σφάζαμε το γουρούνι, αυτό το λίπος, και αναρωτιέμαι πώς αυτό το λίπος, η μυρωδιά αυτού του λίπους μπορεί και αντιστέκεται σ’ αυτή τη λεηλασία του φρέσκου παγωμένου αέρα και των απορρυπαντικών και της χλωρίνης. Τώρα που το σκέφτομαι, είναι η μοναδική μυρωδιά αντοχής.
Η άοσμη μάνα μου καθαρίζει καρύδια, κάνει γλυκά, κάνει φαγητά, τα πηγαίνει στους συγγενείς, τα πηγαίνει στους γείτονες και παίρνει άλλα από αυτούς. Oι γιορτές υπαγορεύουν αυτή την κινητικότητα φαγητών και γλυκών, είναι ένα είδος διαγωνισμού των νοικοκυρών, σ’ αυτόν το διαγωνισμό η μάνα μου δε μ’ αφήνει ποτέ να πάρω μέρος, είτε για να μην την εκθέσω, σκέφτομαι, με την πλήρη ανικανότητά μου και καταλάβω την τελευταία θέση, είτε για να μην την υπερβώ και πάρω το έπαθλο. Έπαψε πια κι αυτό να με απασχολεί, αφού οι χιλιάδες σκέψεις, τόσα Χριστούγεννα, μου έφαγαν χιλιάδες κύτταρα. Κι ύστερα έρχεται απ’ τους συγγενείς κι απ’ τους γείτονες, φέρνει σιροπιαστά, φέρνει κουραμπιέδες και μου λέει, αυτά τα σαραγλάκια τα έκανε η ξαδέρφη σου, τους κουραμπιέδες η κόρη της Ζήνας και όχι η θεία μου, ούτε η φίλη της, αλλά οι κόρες τους, κι αυτά τα σαραγλάκια κι οι κουραμπιέδες, που τα έκαναν οι άλλες κι όχι εγώ, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ανικανότητάς μου, που δεν μπορεί ούτε να εξαγοραστεί ούτε και να αποσιωπηθεί, όσες μηνιαίες επιταγές κι αν της στέλνω, αυτή μου η ανικανότητα των σιροπιαστών και εν γένει των χριστουγεννιάτικων λιχουδιών τα Χριστούγεννα, των πασχαλινών το Πάσχα και ούτω καθεξής επισύρει απ’ την πλευρά της μάνας μου προς εμένα την πλήρη περιφρόνηση.
.
.
.
.
Καθόμαστε στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι με πρόσωπα αγέλαστα, βαριά από λίπος, από έγνοιες, από σκέψεις, με χείλη σφιχτά, χείλη που ανοίγουν μόνο για φαγητό, για κουβέντες απαραίτητες, κουβέντες που σε διαπερνούν σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Έτσι κατεβαίνουν τα φαγητά σ’ αυτά τα τραπέζια, όχι από ή με ευφορία ψυχής, από ανάγκη, από λαιμαργία, από υποχρέωση, από συνήθεια· στο δικό μου σπίτι, σκέφτομαι, ή όπου αλλού τρώω, το φαγητό μού κατεβαίνει με πολλή όρεξη, εδώ, κάτω απ’ αυτά τα βλέμματα, που κάθε κοίταγμα ισοδυναμεί με μομφή, η κάθε λιχουδιά πηγαίνει μολύβι στο στόμα και μολύβι κατεβαίνει στο στομάχι και σαν μολύβι την επεξεργάζονται τα υπόλοιπα όργανα και σαν μολύβι την αποπέμπουν απ’ το σώμα, κι αυτή η αποπομπή του μολυβιού απ’ το σώμα μου είναι που εντέλει με σώζει. Αλλά, αν έμενα για πάντα, σκέφτομαι, σ’ αυτό το σπίτι και κατέβαζα πάντα το φαγητό μολύβι, θα μ’ εγκατέλειπαν ένα ένα όλα μου τα όργανα, γιατί στο τέλος τέλος δεν είναι απ’ τη φύση τους προορισμένα να επεξεργάζονται μολύβι. Ευτυχώς που πρόλαβα κι έφυγα και περιέσωσα έτσι και τα όργανά μου, σκέφτομαι, γιατί εδώ η ύπαρξή μου δε θα άντεχε, αυτό το συνεχές στήσιμο στην ηλεκτρική καρέκλα, αυτές οι λέξεις που βγαίνουν απ’ το στόμα μόνο για να θυμίσουν παραλείψεις και να τονίσουν ανικανότητες και να πονέσουν μ’ ένα σφυροκόπημα σαν του σιδερά που χτυπά το σίδερο με δύναμη για να το λυγίσει. Έτσι κι εδώ ο ένας προσπαθεί να λυγίσει τον άλλο, όπως τα παιδιά που ενώνουν τις παλάμες τους και προσπαθούν να γείρει ο ένας το χέρι του άλλου, αυτό ήταν πάντα το οικογενειακό μας σπορ, σκέφτομαι, η μάνα μου με τον αδελφό μου, ο αδελφός μου μ’ εμένα, εγώ με τη μάνα μου, κι ο γύρος συνεχίζεται αδιάκοπα.
Τα πρώτα χρόνια έσφιγγα τα δόντια και προσπαθούσα μάταια να κερδίσω κάποιο γύρο, ώσπου τα εγκατέλειψα κι άφηνα τους άλλους να μου λυγίζουν αμέσως το χέρι ή, μάλλον, όταν έφτανε η σειρά μου και μόλις μου άγγιζε ο άλλος το χέρι, το άφηνα να πέσει, έτσι απέφευγα και τον πόνο και εξοικονομούσα δυνάμεις από την προσπάθεια, κι αυτό νομίζω ήταν κάτι που βοήθησε πολύ στην επιβίωσή μου. Σε μια τέτοια οικογένεια η εξοικονόμηση δυνάμεων συνέβαλε στην επιβίωσή μου τα μέγιστα. Και σ’ αυτό τον αγώνα λυγίσματος του καρπού, όπου με την εκούσια ήδη εγκατάλειψη έχανε ο αντίπαλος σιγά σιγά το ενδιαφέρον του, ο αδελφός μου έχασε με τα χρόνια το ενδιαφέρον του για μένα, είναι αδύνατον να καβγαδίσει κανείς πια μαζί του, δε φαίνεται να έχει το πάθος ή το ενδιαφέρον ή την αγάπη που χρειάζεται για να τροφοδοτήσει έναν καβγά. Είναι σιωπηλός, ήρεμος και δεν παραπονιέται για τίποτα, ούτε ζητάει τίποτα, και συμπεριφερόμαστε επιφυλακτικά, σε πλήρη αντίθεση με τον τρόπο που συμπεριφερόμασταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, φλεγόμασταν από μίσος και ταπείνωση, τώρα μόνο με κοιτάει με τα πρησμένα γουρουνίσια μάτια του και δε μου απευθύνει το λόγο, δε με ρωτά, μόνο αν τον προκαλέσω, που δεν τον προκαλώ, αν τον νοιαστώ, που δεν τον νοιάζομαι, τον νοιάζομαι και τον προκαλώ μόνο μέσω της μάνας μου· η μάνα μου αποτελεί ένα είδος σκουριασμένου τηλεφώνου ανάμεσά μας. Λέω εγώ ότι τον παχαίνει σαν γουρούνι για σφάξιμο.
Του λέει αυτή, είπε η αδελφή σου να προσέχεις τη διατροφή σου, γιατί τόσες και τόσες αρρώστιες μάς δημιουργεί το πολύ φαγητό. Λέει αυτός, τι κάνει τόσα χρόνια, δουλεύει δουλεύει κι ένα αυτοκίνητο δεν αγόρασε, δεν υπάρχει σήμερα άνθρωπος χωρίς αυτοκίνητο, απ’ την τσιγκουνιά της τα τραβάει όλα. Μου λέει η μάνα μου, όλοι πήραν ένα αυτοκίνητο, πάρε κι εσύ ένα, έστω μεταχειρισμένο, για να εξυπηρετείσαι, να μπορείς να κάνεις εκδρομές, να μην κουβαλάς από δω κι από κει βαλίτσες, μέχρι κι ο αδελφός σου μου το είπε, κι αυτός σε σκέφτεται, μην κοιτάς που δε σου μιλάει, είναι πολύ ευαίσθητος, σε πονάει, και στα καφενεία του πετάει ο ένας κι ο άλλος, τι έγινε, ρε, αυτή τη φορά το ’φερε η αδελφή σου το αυτοκίνητο, ό,τι και να περάσατε, όσο και να μαλώσατε, αδέλφια είστε, το αίμα νερό δε γίνεται, και σε πονάει και τον πονάς, αυτός θα τρέξει κι εσύ θα τρέξεις, ό,τι και να συμβεί. […]
Lori Nelson
Ψάχνω για κλινική, όχι μόνη μου, δεν το αντέχω μόνη μου, όλες συνοδεύονται, από άντρες, από μάνες, από πεθερές και συγγενολόγια, έτσι πάνε στους γιατρούς, έτσι στις κλινικές, έτσι και στα μαγαζιά για τα μωρουδιακά, κι αυτό κάνει τις φουσκωμένες τους κοιλιές να φουσκώνουν κι άλλο τόσο, έτσι εξηγείται, σκέφτομαι, που η δικιά μου κοιλιά είναι η λιγότερο φουσκωμένη και που εξαπλώνεται εσωτερικά και πλαγίως, είναι που το υδροκέφαλό μου τα κατάλαβε όλα και αποφάσισε να κάνει την παρουσία του όσο γίνεται πιο διακριτική.
Είμαι με την Α., μπαίνω μέσα και μου έρχεται αδιαθεσία, στην υποδοχή συννεφάκια και μέσα τους ένας πελαργός που κρατάει στο ράμφος του ένα αφράτο μωρό, όλα θα τα κανονίσω εγώ, μου λέει, εσύ δε θα καταλάβεις τίποτα, θα σ’ το φέρω και θα σ’ το αποθέσω στην αγκαλιά σου, κι αμέσως σκέφτομαι τους πελαργούς που στήνονταν κάθε καλοκαίρι στους στύλους της ΔΕΗ και τους έβλεπα από το παράθυρο, όπου καθόμουν και διάβαζα, να φτιάχνουν τη φωλιά τους ή να την επισκευάζουν, αν είχε υποστεί ζημιές κατά το διάστημα της αποδημίας τους, και μετά γεννούσαν κι έβγαιναν τα μικρά τους και πηγαινοέρχονταν με σκουλήκια, μέχρι να τα δυναμώσουν, και ξαφνικά μια μέρα τους έχανα, είχαν αποδημήσει.
Και τώρα, αντί να χαρώ για τη συνάντησή μας έπειτα από τόσα χρόνια, μου θύμισαν τη μάνα μου και το κυνηγητό της τα καλοκαίρια από δωμάτιο σε δωμάτιο, για να μη διαβάζω αλλά να είμαι σε ετοιμότητα, μήπως με καλέσει σε καμιά δουλειά, που δε με καλούσε, γιατί οι καλοκαιρινές δουλειές ήταν κυρίως στα χωράφια κι όχι στο σπίτι, αλλά επειδή με έβλεπε να ευχαριστιέμαι διαβάζοντας, ήθελε να μου πάρει την ευχαρίστηση, και τώρα, σκέφτομαι, δεν μπορώ να χαίρομαι και να ευχαριστιέμαι την εγκυμοσύνη μου και την επικείμενη γέννα μου και τους πελαργούς και τα συννεφάκια, γιατί θ’ αρχίσει πάλι το κυνηγητό μου απ’ τη μάνα μου.
Η αίθουσα τοκετού μυρίζει φαρμακίλα, είναι κάτι μεταξύ χειρουργείου και αίθουσας βασανιστηρίων, ίσως να τα προκαλεί, λέω, όλα ο φόβος μου, ότι αφού κάνω κάτι κόντρα στη μάνα μου, πρέπει να τιμωρηθώ για το παραστράτημά μου. Γιατρός και μαίες εδώ είναι πλασιέ που πουλούν το προϊόν τους, τις ικανότητές τους, σ’ αυτούς ο τοκετός είναι ο πιο εύκολος κι ο πιο ανώδυνος, και το βρέφος έχει την καλύτερη φροντίδα, και επισκέψεις μπορούμε να έχουμε όλο το εικοσιτετράωρο, και το βράδυ οι πατεράδες, αν το επιθυμούν, μπορούν να κρατούν συντροφιά στις μητέρες και στα βρέφη τους, κι εύχομαι να μη βρεθώ στο ίδιο δωμάτιο με κάποιο φανατικό πατέρα που δε θα εγκαταλείπει παιδί και σύζυγο… και οι κίνδυνοι στην κλινική τους είναι ελάχιστοι, στατιστικά οι κίνδυνοι να πάει κάτι στραβά είναι ελάχιστοι, και θέλω να ρωτήσω τι εννοούν, αλλά δεν το κάνω, δεν τολμώ να το κάνω και περιμένω να το κάνουν οι άλλοι, όλοι εκείνοι οι σύζυγοι που κάνουν ερωτήσεις για το πρωινό και για το βραδινό και τι ώρα θα το παίρνουν και τι θα περιλαμβάνει, και δεν έχουν καμιά απορία για τους κινδύνους, σαν να είναι όλοι ενημερωμένοι και να παρακολούθησαν σεμινάρια κινδύνων τοκετού και τα ξέρουν όλα κι εγώ έχω χάσει αυτή την ενημέρωση και δε ρωτώ, δεν τολμώ να ρωτήσω, για να μη φανεί το μέγεθος της άγνοιάς μου.
.
.
O θάλαμος των μωρών ένας θάλαμος στρατοπέδου, με άπειρα μικροσκοπικά κρεβάτια, πιέζω την κοιλιά μου πάνω στις διαφανείς κοιτίδες και προσπαθώ να συνδέσω τα ορατά βρέφη με το μυστήριο μέσα μου, ζωντανά χεράκια και ποδαράκια που κουνιούνται, ανθρώπινες μινιατούρες, ένα εκκολαπτήριο ανθρώπινης ζωής, από τέτοιους θαλάμους βγαίνουν στρατιές ανθρώπων, και παρατηρώ τα ροζ και μπλε σωματάκια και σκέφτομαι ένα ροζ σωματάκι να φωλιάζει στο στήθος μου και με τα απαλά και στρουμπουλά του μέλη, μ’ όλη τη μωρουδίστικη δύναμή του, να σκαρφαλώνει πάνω μου, να τραβάει με τα μωρουδίστικα δάχτυλα τα μαλλιά μου που θα κολλάνε στην παλάμη του και μέρα με τη μέρα το φαλακρό του μωρουδίστικο κεφάλι να γεμίζει μπούκλες και τα μάγουλά του να κάνουν λακκάκια από το πάχος και να μεγαλώνει και να γιορτάζω τα γενέθλιά του κάθε χρόνο και μαζί και τα γενέθλια της μητρότητάς μου, και σκέφτομαι μεμιάς όλο το μέλλον μας και τις εκδρομές μας και τις διακοπές μας, κι όσο προχωρώ στις σκέψεις τόσο νιώθω να απειλούμαι, βελόνες μπήγονται στο κορμί μου, γίνομαι ένας πίνακας σκοποβολής, που οι σκέψεις-βελάκια με πετυχαίνουν και με κάνουν κόσκινο, τι θα έχω να του προσφέρω, όλοι οι φίλοι του και οι συμμαθητές του θα είναι οικογένειες ολόκληρες, δε θα μπορέσω ποτέ να τις συναγωνιστώ. Κατεβαίνουμε τους έξι ορόφους με το ασανσέρ με την Α. και σε κάθε όροφο ανεβοκατεβαίνουν γιαγιάδες και παππούδες και σύζυγοι και παιδιά, με γλυκά και με λουλούδια και με φωνές και με γέλια, είναι μια κλινική της ζωής, σκέφτομαι, κι αυτό με θλίβει, τα γλυκά και τα λουλούδια με θλίβουν, αυτή η κλινική επιτείνει την ορφάνια μου, ορφανή πατρός και μητρός και συζύγου θα είμαι σ’ αυτή την κλινική, εγώ και το δικό μου βρέφος, που με το που θα γεννηθεί, θα το προικίσω με την ορφάνια μου, ενώ όλες οι άλλες μητέρες θα προικίσουν τα βρέφη τους με παππούδες και γιαγιάδες και μπαμπάδες και βουνά από δώρα και γλυκά και λουλούδια που τα βάζα του δωματίου δε θα φτάνουν και θα τα βάζουν στα ποτήρια και θα τα βγάζουν στους διαδρόμους και θα πάρουν, βγαίνοντας απ’ την κλινική, αγκαλιές από λουλούδια που θα γεμίσουν και τα σπίτια τους, και θα ζουν αυτά τα βρέφη για καιρό και για μια ζωή σ’ ένα λουλουδένιο σπίτι. Αυτά της λέω της Α. και μου λέει ότι τα γλυκά χοντραίνουν τις λεχώνες και δεν τις αφήνουν να χάσουν τα κιλά της εγκυμοσύνης τους και κακό κάνουν και στο βρέφος που θηλάζουν, και τα λουλούδια δυσχεραίνουν την αναπνοή τους, κι όταν περνούν οι μέρες τους στο βάζο, ξεραίνονται και γλιτσιάζουν και βρομούν, και θα είμαι τυχερή αν δε θα έχω πολλά απ’ αυτά, κι εγώ σκέφτομαι ότι θα ήθελα μια τέτοια ατυχία.
.
.
.
.
Στο σπίτι είμαι πάλι μόνη, βυθισμένη στον καναπέ, και τρώω με βουλιμία τα νύχια μου όσο πιο βαθιά μπορώ, κι αυτό το νυχοφάγωμα με κάνει και τα ξεχνώ όλα, όση ώρα τρώω το ένα μου νύχι απ’ τη μια του πλευρά ως την άλλη όσο πιο βαθιά μπορώ, μέχρι που το βάθος του να είναι τέτοιο, ώστε να μου προκαλεί πόνο ή να βγάζει έστω και ελάχιστη ποσότητα αίματος, τότε το εγκαταλείπω και πηγαίνω στο επόμενο και μετά στο επόμενο, κι αφού τελειώσω με όλα μου τα νύχια, επανέρχομαι με τη σειρά στο καθένα για να καθαρίσω με την ίδια επιμέλεια και τις παρανυχίδες, και σκέφτομαι πόσο αυτό το νυχοφάγωμα μου παίρνει όλα τα χρόνια το άγχος μου και τώρα το άγχος της ορφάνιας του παιδιού μου και το άγχος ότι οι άλλες τα έχουν μάθει όλα, ότι ξέρουν τους κινδύνους, ξέρουν πώς να ντύσουν τα βρέφη τους, να τα περιποιηθούν, έχουν κάνει σεμινάρια θηλασμού, σωματικής υγιεινής των βρεφών, σωματικής υγιεινής των ιδίων, σεμινάρια ανώδυνου τοκετού, σεμινάρια σύσφιξης μετά τον τοκετό, σεμινάρια εύκολης ζωής, θετικής ζωής, ζωής επιτυχημένης, κι εγώ τα έχασα όλα, γιατί μέρα και νύχτα εκτελώ εντολές για τη μάνα μου, ή διώκομαι από τη μάνα μου, από τα λόγια και τις σκέψεις και το παρελθόν μου μαζί της, και γι’ αυτό μένω πίσω σε αυτή την προετοιμασία, λόγω της μάνας μου, της καταδίωξης απ’ τη μάνα μου, το χρόνο που χάνω προσπαθώντας να κρυφτώ απ’ τον έλεγχό της και τις παρατηρήσεις της και τις φωνές της και την οργή της· η αναζήτηση σίγουρου μέρους να κρυφτώ είναι που με καθυστερεί σ’ όλα τα πράγματα και μέχρι να έχω κρυφτεί καλά και να είμαι σίγουρη για την κρυψώνα μου, τα έχουν προλάβει όλα οι άλλοι, κι εγώ έρχομαι μετά καθυστερημένη και αναρωτιέμαι πώς μπόρεσαν οι άλλοι και ήταν τόσο γρήγοροι, πώς οι άλλοι έχουν γεννηθεί τόσο γρήγοροι κι εγώ τόσο αργή, πώς οι άλλοι προλαβαίνουν τόσο πολλά και σε τόσο λίγο χρόνο κι εγώ, ενώ δεν τεμπελιάζω, δεν είμαι τεμπέλα, όπως διατείνεται η μάνα μου, εντούτοις δεν τους προλαβαίνω.[…]
Ευσταθία Ματζαρίδου, Ένας κόμπος όλα, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2011
Κάποιες νύχτες σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι και κοιμισμένος άνοιγε την πόρτα, κατέβαινε τα σκαλιά και έφερνε μια γύρα στην αυλή, έβγαινε στα σοκάκια, και τα σκυλιά αλυχτούσαν στο πέρασμά του. Αλλά δεν τον ξυπνούσαν. Ώσπου κουραζόταν και σαν προγραμματισμένο ρομπότ επέστρεφε στη βάση του. Την άλλη μέρα καταλάβαιναν απ’ τα σκονισμένα παπούτσια του ότι νυχτοπερπατούσε. Κανέναν δεν ανησυχούσε το κοιμισμένο του νυχτοπερπάτημα. Αυτός δεν το καταλάβαινε έτσι κι αλλιώς και οι άλλοι ήταν συνηθισμένοι να ξυπνούν μέσα στη νύχτα, να κατεβαίνουν τα σκαλιά και να διασχίζουν την αυλή για να πάνε στο υπαίθριο αποχωρητήριο. Ένας συγγενής τους, πολύ μορφωμένος, διάβασε στην εφημερίδα: Υπνοβάτης έπεσε σε φρέαρ. Από τότε κλείδωναν την εξώπορτα και έκρυβαν το κλειδί. Γιατί στη μέση της αυλής υπήρχε ένα πηγάδι. Ήρθε ένα πρωί που ήταν άφαντος. Έτρεξαν στο πηγάδι και ήταν στον πάτο του. Η μοναδική νύχτα, μετά από μήνες, που ξέχασαν να κλειδώσουν την εξώπορτα.
H Κ. έψαχνε από κάπου να πιαστεί. Δεν μπορεί όλα αυτά τα ολοζώντανα τρομερά γεγονότα να είναι φαντασίες. Και απ’ την άλλη δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς συμβαίνουν όλα αυτά. Πήρε και ξαναδιάβασε μερικές σελίδες από τον Σωσία του Ντοστογιέφσκι. Κι ύστερα το μικρό κριτικό κείμενο γι’ αυτό το βιβλίο, που είχε βρει στο Δέντρο. Εκεί διάβασε : Στο πρώιμο αυτό μυθιστόρημα ο βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι καταδύεται στο ασυνείδητο του δημόσιου υπαλλήλου Γκολιάτκιν, για να περιγράψει, με τρόπο συγκλονιστικό, τη σχάση, το διχασμό του ανθρώπου του 19ου αιώνα και να φτάσει προοδευτικά στην πλήρη αποκοπή του σε δύο, και στη συνέχεια σε πολλαπλά, πανομοιότυπα πρόσωπα, που το ένα αναγνωρίζει το άλλο μονάχα σαν μια ανήκουστη όσο και παράλογη απειλή. Σαν έναν αμείλικτο εχθρό που τον καταδιώκει σε κάθε κίνηση της κοινωνικής και προσωπικής του ζωής και έχει γίνει ο ακατανόητος εφιάλτης του. Έχει χάσει κάθε αίσθηση οντολογικής συνοχής, καθώς είναι ήδη ενεργούμενο του συστήματος και της ιστορίας. Διχάζεται με τον παραληρηματικό τρόπο των ψυχωτικών, ανάμεσα στην οντότητα που πιστεύει πως είναι και στην αλλοτριωμένη εικόνα που του επιβάλλει η κρατική γραφειοκρατία με τους αυταρχικούς της κώδικες.
Ο ήρωας κινείται σε πυρετώδη κατάσταση, σε πλήρη αμηχανία και σύγχυση, νομίζοντας πως οι ανώτεροι υπηρεσιακοί παράγοντες τού έχουν στήσει μια μοχθηρή όσο και γελοία πλεκτάνη. Εκτός από ελάχιστες αναλαμπές, δεν μπορεί να υποπτευθεί ότι ο διχασμός και η παραληρηματική ύπαρξη του «Άλλου» συμβαίνει μέσα στο διασαλευμένο ψυχικό του όργανο, με τη ρευστότητα, την αμφιβολία και την ασάφεια των ορίων της ταυτότητας, μας εισάγει ήδη στην καρδιά της νεωτερικότητας. Επιπλέον, εδώ εμπεριέχεται εν σπέρματι όλη σχεδόν η «ποιητική» του Κάφκα, κυρίως όσον αφορά τη Δίκη και τον Πύργο. Υπάρχουν αποσπάσματα που σε πείθουν ότι στις σελίδες του βρίσκεται η πρώτη ύλη απ’ όπου πλάστηκε το κλειστοφοβικό, ενοχικό, παράλογο και γραφειοκρατικό καφκικό κλίμα με τα καταχθόνια πλοκάμια του. Την κλινική περιγραφή των παραληρηματικών ιδεών του Γκολιάτκιν θα τη ζήλευε και ο πλέον έμπειρος ψυχίατρος. Ο Ντοστογιέφσκι αναδεικνύεται τόσο πρώιμα (είναι μόλις είκοσι πέντε ετών) σε μεγάλη ψυχαναλυτική μορφή πριν από την ψυχανάλυση και πριν από τον ίδιο τον Φρόιντ.
H Κ. Τελειώνοντας το μικρό αυτό κείμενο έκανε την εξής ευφυή σκέψη: Αν όλα αυτά που αισθάνομαι πως συμβαίνουν, συμβαίνουν πραγματικά, δηλαδή η σπείρα είναι σπείρα και η «Άλλη» που με υποδύεται είναι το εκτελεστικό της όργανο, δεν μπορώ να ξεφύγω, είμαι χαμένη. Και αν δεν συμβαίνουν όλα αυτά, τότε είμαι αληθινά τρελή. Ανατρίχιασε. Ήταν μια αυτοπαγίδευση στο ίδιο της το δίλημμα. (…)
(…) Στην αρχή σαν ν’ άκουγε έναν μπερδεμένο υπόκωφο βόμβο, που λίγο λίγο γινόταν μακρινό ουρλιαχτό από ανθρώπους και ζώα. Κραυγές από φωσφορικές λεζάντες και φωτεινές επιγραφές. Έως ότου γίνουν μόνιμο σχεδόν μουρμουρητό και ατέλειωτοι επαναλαμβανόμενοι ψίθυροι. Μια μεταλλική απόκοσμη βουή, ένα μπερδεμένο, επίφοβο, οι φωνές σαν σφήκες έρχονταν και σκέπαζαν τον ακουστικό της φλοιό. Έμεναν εκεί, έρχονταν και ξανάφευγαν, σαν ένα μικρό σμάρι, πώς τις βλέπουμε πάνω σ’ ένα ψάρι που σκεπάζοντάς το το αφανίζουν και μένει μόνο αυτό το σχήμα από σφήκες που μιμείται το σχήμα του ψαριού. Συλλογίζεται τώρα ότι κάθε προσπάθειά της ήταν σαν ν’ άνοιγε μια πόρτα μέσα σ’ εκείνο το μυστήριο που την οδηγούσε σε μιαν άλλη κλειστή πόρτα ακόμη σκοτεινότερη, και αυτή σε μιαν άλλη και μιαν άλλη, ως το άπειρο πλήθος των προσπαθειών.
Σαν τα ρώσικα εκείνα κουτιά με τις κούκλες: μικρότερα κουτιά μέσα σε μεγαλύτερα, και αυτά με τη σειρά τους μέσα σε άλλη, σε μια συνεχή αλληλουχία ενός συνεχούς απρόβλεπτου, μιας συνεχούς εξαπάτησης σαν οδυνηρή οπτική φάρσα. Ή σαν ένας δίσκος γραμμόφωνου που κόλλησε και επαναλαμβάνει πολλαπλασιασμένο εφιαλτικά το ίδιο μονότονο τραγούδι. Ή μήπως κάποια βλάβη στο υπόγειο μηχανουργείο του μυαλού που μεταμφιέζει συνεχώς έναν εσώτατο ανομολόγητο φόβο σε εξωτερική απειλή, μορφοποιημένη στο πρόσωπο της ξένης απεχθούς της διώκτριας; (Μια τερατώδης μορφή αυτοτιμωρίας που από απώλεια του ελέγχου έλυσε τον ασκό του Αιόλου; Μια ανεξέλεγκτη στη νοσηρότητά της ανάγκη εξιλέωσης που άνοιξε μια πόρτα στο έρεβος;) (…)
.
Μανόλης Πρατικάκης, Σύνδρομο Fregoli (To τίμημα να είσαι ένας άλλος), σελ. 94-97 και 106-107, Εκδόσεις Καλέντη, 2013
Αποφάσισα να εισέλθω στους κόλπους της Εταιρείας Λογοτεχνών. Δεν ξέρω πότε πήρα αυτήν την απόφαση και κυρίως γιατί την πήρα, μα γεγονός είναι πως μου αρέσει να δοκιμάζω ακραία πράγματα – όταν ήμουν 8 χρονών ρούφηξα τους αδελφούς Καραμαζώφ σε 3 μέρες, κουβαλώντας τον ασήκωτο τόμο ακόμη και μέσα στην τουαλέτα αλλά και στον πάγκο της κουζίνας δίπλα από το μπρίκι με το κακάο, καθώς είχα πειστεί ότι δεν μπορούσα να ζήσω δευτερόλεπτο δίχως τον Αλιόσα και την τυραννική του πίστη . Σταθερά και υποσυνείδητα ετοίμαζα το έδαφος για τη λάγνα θρησκευτικότητα του Ντιντερό.
Επιπλέον η λέξη «Εταιρεία» έκανε τις τριχούλες στο σβέρκο μου να ορθώνονται ανατριχιάζοντας. Φόρεσα λοιπόν τα καλύτερα ρούχα και πήρα τα χειρόγραφά μου ανά χείρας, έτοιμος να ταράξω μέχρι εσχάτων τις πολύτιμες γνώσεις τους σε ό,τι ξεκινούσε με «λ», λογοτεχνία, λογοτέχνης, λογοτεχνικός, λογοτεχνίζων. Αρωματισμένο πουκάμισο, εκλεπτυσμένη καρφίτσα, διακριτικά ακριβό σπορ παντελόνι. Έπρεπε να τους πείσω με την πρώτη ματιά ότι είχαν να κάνουν με έναν αριστοκράτη του πνεύματος αλλά και του τουίντ. Επρόκειτο για χειρόγραφα γεμάτα με ό,τι είχε κατέβει στο κεφάλι μου τους τελευταίους μήνες. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν επίτηδες κακός.
Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό και βγήκαν απαξάπαντες και απαξάπασες στην αίθουσα στην οποία συγκεντρώνονταν για τις συνελεύσεις τους. Η οδός στην οποία βρισκόταν η αίθουσα είχε το όνομα ενός πολύ σπουδαίου φιλόσοφου, ενώ η ίδια η αίθουσα έφερε το όνομα μιας αρχαίας ελληνίδας θεάς που αρεσκόταν στο κυνήγι, στα τόξα και στους σκορπιούς. Ο συμβολισμός με ενθουσίασε κρυφά, κάνοντας την καρδιά μου να φτερουγίσει ύπουλα. Μπήκα μέσα στητός και σοβαρός. Τα καστανόξανθα μαλλιά μου πετούσαν φύτρες φύτρες πάνω στο κεφάλι μου. Τα μάγουλά μου είχαν τη χαρακτηριστική χλωμάδα των ευγενών ανθρώπων και ο γιακάς από το πουκάμισο κατέληγε σε μια τέλεια, υπέροχη αιχμηρή λόγχη. Ήμουν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακός. Ήλπιζα πως θα με ερωτεύονταν.
Αυγή Μελέτη, Ο ξαπλωμένος λογοτέχνης, 2010 (απόσπασμα, ανέκδοτο)
Εγώ, τις γυναίκες μου πάντοτε τις αρμάτωνα. Ξέρεις πώς είναι όταν έρχεται ο άγγελος, πώς πήγαινε η Γερακίνα: έτσι το πρωτοέμαθα το μυστικό της ράφτρας, δίπλα απ’ τα πηγάδια, κοντά στις στάμνες που τις γέμιζαν με δάκρυα του Θεού. Το πιο καλό κορμί είναι αυτό που το εφίλησεν η χάρη, και η χάρη βρίσκεται εκεί που θα μπορούσε κι ο τυφλός να την ενοιώσκε, εάν ένοιωθε. Αλλιώς, χρειάζειται η κάθε μια κυρία τη μοδίστρα της. Κι εμένα με εδιάλλεξε η ζωή να υπηρετεύω. Ήτανε κι η μαμά μου καλλονή, όπως το λέγανε. (Εμένα, που την έβλεπα όπως που ήμουν κόρη της, μου εφαινούτανε για σουρλουλού, όλο πως είχε καμμιάν αρρώστια ελαφριά, όλο φιλάσθενη κι ασθενικώς αισθητική, συναίσθημα χωρίς αναπαμό – και ο μπαμπούλης μου να την κοιτάγει εις τα μάτια, μήδε και του εστάξει, μηδέ και του εβρέξει). Κατέληγα να παίρνω το σταμνάκι, και επήγαινα. Αλλά είχα τα μάτια μου μεγάλα, παρατήραγα: Ποιές επερνούσαν για ωραίες, και ποιές ήτανε. Περίεργο το πράγμα για μοδίστρα: δεν ξέρω ούτε και τι νούμερο να ράψω το ρούχο το δικό μου, τώρα βεβαίως πες και ότι πέρασ’ ο καιρός. Αλλά αλήθεια δεν ηξεύρω: μήπως να είναι ο πωπός μου τσουπωτός, μήπως να είμαι στρογγυλή, μήπως πως και το στήθος μου να είναι άδεια πλάκα και άγραφο χαρτί. Πιάσ’ τα και κούρευέ τα, κι ας παραδώσουμε μίαν καλή ψυχή.
Κάποτε πέθανε με το καλό κι η μακαρίτισσα η μάνα μου, ησύχασα κι εγώ: ούτε νερά να φέρνω ούτε πηγάδια και σταμνάκια (πώς που δεν του ’χα δώκει μία να το εσπάσω, κόντεψε να μου φάγει η ρουφιάνα τη ζωή με τις ψευδοασθένειες, με αγαπούσε όμως κάποιος από πάνω και την πήρε, να βρω κι εγώ μιαν αγρανάπαυση, να εύρω και την κλίση μου). Διατί περνούσε ο καιρός. Και είχα αποκάμει με την ατέλειωτη τη λάτρα του σπιτιού της, δε λέω μας, αυτό να το τονίσω, γιατί ήταν αυτή και μονοφαγού ήτανε και παμφάγα, τον άλλον τον πατέρα μου τον είχε να του ρουφά το αίμα του, κι αυτός καλός ο άθρωπος μα όσο από μυαλό… Κουκούτσι που σου λέγω, μαθές και τα τσαλίμια της θα τα ΄βλεπε. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκέπασε, γιατί την πήρε πεθαμένη το κατόπι, μου έμεινε ένα σπιτάκι, μα με χώραγε.
Όχι, καλέ μου, δεν τον ήθελα το γάμο, ούτε κι ο γάμος ήθελε εμένα, και πατσίσαμε. Άλλο μου έτρωγε εμένα την καρδιά μου, να δω κάθε γυναίκα να ΄ναι όμορφη όπως την έπλασε από μέσα ο Θεός: βλέπεις τη λεμονιά, ωραία είναι. Βλέπεις την αχλαδιά, κι εκείνη όμορφη. Βλέπεις τη μία και την άλλη, ό,τι λαχνός της πέφτει κάθε μιας – μεγάλο κρίμα. Πήγα γι’ αρχή να γίνω μανταρίστρα στην κώνα Ελισσώ. Αυτή, είχε σπίτι καλό, μια – δυο κοπέλες, ραβότανε εκεί μία αρχόντισσα (πίνω νερό ακόμα στ’ όνομά της, αυτή μ’ έστειλε).
Μαντάριζα μ’ ένα αυγό για αρχή, καλτσούλες, έπιανα πόντους, είδε κι η κώνα Ελισσώ πως πιάνανε τα χέρια μου. Ήταν αυτή σκληρής ματιάς, φόραγε το μαξιλαράκι για τις καρφίτσες ωσάν να ήτανε παράσημο, είχε και μια κορδέλλα να κρέμαγε την ψαλιδάρα της που έκοβε. Μου άρεσε εμένα, όταν την έβλεπα να σκύβει πάνω από υφάσματα-νερά και χρατς και χρουτς, μια κίνηση στρατάρχη που οργάνωνε την κάθε καλή μάχη, νικηφόρα. Έσπαγα και τη μέση μου για χάρη αυτής της Ελισσώς, με εσυμπάθησε. Τώρα να πω αλήθεια: τη φοβόμουνα. Την έτρεμα, να είμαι ειλικρινής. Αλλά, όταν με πήρε να μου δείξει πώς ράβεται η σφηκοφωλιά (τί μέγα θαύμα δηλαδή κι αυτό του αθρώπου, αυτή η βελονιά τις κολακεύει τις ψωμωμένες, τις μαζεύει –και τις πολύ-πολύ στενές πώς τις γεμίζει, είναι η απάτη του καλύτερου ελέους για τη γυναίκα) Ε, τι να λέω τώρα: μου φαίνεται της άρεσε που από φόβο ένοιωθα, και ένοιωθα καλώς. Αλλά το χέρι μου κρατούσα σταθερό, το μάτι μου κατεβασμένο και τη σφηγκοφωλίτσα είχα έτοιμη, ακόμα το θυμάμαι αυτό το ύφασμα. Είχε σαν ένα λαχουράκι, το είχε παραγγείλει μια κυρά νοσταλγικιά. Αυτή ήτανε πλέον χήρα, μα έλεγε η κώνα Ελισσώ πως την αγάπαγε ο (πια) αποθαμένος της, της είχε λέγει κάνει ότι να έχει πάντα μία πίστωση: σπίτι ας να μην είχε, αλλά αυτός είχε φροντίσει να τηνε ντύνει μέχρι κατόπιν θανατά, είχε τεφτέρι πληρωμένο για τα έξοδα της χήρας του, να ντύνεται βασίλισσά του μια ζωή.
Οι άλλες ράφτρες όλα ξέραν και τα κουτσομπολεύανε, είχανε κρυφακούσει την κυρούλα όταν που είχε έρθει –σα φρεσκοχηρευάμενη– να ράψει τα ρουχάκια της χηρείας της(κι εδώ να πω, ότι το μαύρο χρώμα είναι πολύ το δέον άτιμο στα μάτια, ρουφά το φως κι όλο το καταπίνει, μαύρη κλωστή-κακή γιορτή, το λένε οι μοδίστρες και το χρεώνουνε ανήμπορα, γιατί είναι κι οι μαυροφόρες πονεμένες, θέλουν να ξαλεγράρει η ψυχή τους, και ράβουμε εμείς). Κι έλεγε η κυρά εκείνη η λεγάμενη –κλαίγοντας μάλιστα στην αγκαλιά της Ελισσώς– ότι αυτό της είχε πει ο αρχοντάντρας της, Εσύ και που πεθαίνω, να μη νοιάσκεσαι – εγώ σε πήρα, και για πάντα θα σε ντύνω, εσύ με πήρες, και για μένα θα ξεντύνεσαι. Εγώ τα άκουγα αυτά και μου πιανούταν η ψυχή, κρίμα την έμμορφη τη μέση της, κρίμα τις γάμπες έλεγα, κρίμα μια τέτοια πάπια να πάγαινε αχάιδευτη. Αλλά, ότι ο άντρας της τη φρόντισε σωστά, αυτό να λέγειται: κάμποσα χρόνια αργότερα, της έφτιαχνα εγώ το λαχουράκι, κυκλοφορούσε η κυρούλα σα να μην είχε χάσει το κορμάκι της το μπούσουλα, κι ας ήτανε μικρή-μικρή, την πάγαιναν τα ρούχα σαν τη φρεγαδοπούλα κι η αγάπη του αντρός της την ταξίδευε. Αργότερα θα μάθαινα και άλλα. Έπιανα εγώ κώτσο τα μαλλιά μου, να μη μου πέφτουνε στα μάτια και στραβώνομαι. Για ρούχα, δεν μου πάνε αυτά τα λούσα, μπορεί και να ’χα πάει σε μοναστήρι αν μου ετύχαινε: και λένε οι λογάδες πως που για ράφτρα μετά βίας ότι φαίνομαι – μάλλον το λέγανε, τώρα ποιος με κοιτάζει; Για ρώτα άμα ξέρεις μια μοδίστρα, ή μάλλον άνοιξε τα μάτια σου είμαστε να κάνουμε ρεκλάμα εμείς την τέχνη μας – ή να μιλήσω έστω, για εμένα.
Εγώ φοράω ρούχα να ’ναι κόμοδα, να με χωρούν και να με κρύβουν. Τις θέλω τις γραμμές εγώ απλές. (Μου άρεσαν τα βολανάκια, τα φιογκάκια, τα ταφταδάκια που τρομάζουνε στο χάδι – αλλά τα έφερε η μοίρα μου αλλιώς.) Φορώ κυρίως μονόχρωμα, με μια μεγάλη τσέπη. (Να κρύβω μέσα το παράπονο της πίκρας.) Σ’ το είπα, πως η μάνα μου ήτανε καλλονή; Και πέθανε και νέα, Θεός σχωρέσ’ τη. Τέλος, η κώνα Ελισσώ μου έμαθε όλα που όσα ξέρω: να κάνω φανερό το μέρος που θέλει χαρεί φίλημα. Να φαίνεται απ΄το κορμί κάθε προτέρημα, να μην υπάρχει φανερό κανένα ελάττωμα. Μου έλεγε, να βλέπεις. Τι θέλει η ψυχή κάθε πελάτισσας, να βάνεις το χεράκι στην καρδιά σου και να την ελεείς. Θέλει να ντρέπεται; Κάνε τηνα να νοιώθει την ντροπή σαν τη βασίλισσα που τήνε πάνε να τη δέσουν αλυσίδες. Θέλει να λάμπει; Άναψέ την επιτάφιο. Θέλει να φαίνεται πως έκανε το πρώτο της παιδί, άνθιζε το μπουστάκι της. Είναι λιγάκι κουρασμένη από τον πόλεμο που νοιώθει μες στο στήθος της, παλεύει τη ζωή της; Δώσε της μανικάκια φουσκωτά, ενισχυμένα. Μια πανοπλία θέλει η κυρά, να ξαρματώνεται. Και έμαθα: να βλέπω τον καημό της γυναικός μου, να της χαρίζω αυτό που ’χει ποθητό της, να τη βλέπω μετά και να τη χαίρομαι αγνώριστη. Θέλω αυτό να σου το πω, πως η γυναίκα για τη φιλενάδα της εντύνεται και για τον άντρα της, κι ίσως για χάρη έρωτα ξεντύνεται, ίσως να πάει στο μοναχό της το κρεβάτι. Αλλά τα χέρια της μοδίστρας τη μετρούνε, και την ταχτοποιούνε και τη φέρνουνε σε τάξη, εδώ καρδιά, εκεί μυαλό, εκεί να σου σκεπάσω την κοιλιά σου και να της τονίσω το περίγραμμα – θέλεις στητό, θέλεις στρογγυλεμένο. Κανείς δε σε γνωρίζει, έλεγα πάντα από μέσα μου, όταν τους έπαιρνα τα μέτρα, κανείς δε σου ’χει το κορμάκι αγαπήσει όπως εγώ:
Γιατί, εμένα, οι γυναίκες μου, πάντα περπάταγαν και κάνανε τις στράκες, ανάλογα με την κοψιά τους και το χούι τους, τις έβγαζα απ’ το σκοτάδι και τις σεριάνιζα στο φως όπως αντέχανε. Και λάμπαν οι αρματωσιές τους. Κι ας μην είχα τον τρόπο να καμώνομαι, έκαμνα μια ζωή ερωτική σαν κάθε μάνα, σαν τον καλό πατέρα το κορίτσι του που βγάζει, να το επάει σε κοινωνία. Τις έπαιρνα από το χέρι και τις πήγαινα να βρούνε συντροφιά τους εαυτούς τους, κι όλες τις χάρες που τις έδωκε ο Θεός. Και θα μου πεις, πολλοί μου το ρωτήσανε: Δεν είναι αμαρτία να κάνεις τα χατήρια της κοκέτας; Και δε λογιάζεται άχρηστη πολυτέλεια και λούσο; Γιατί λέγανε κάτι σπουδαγμένοι κι ακατάδεχτοι ότι το όμορφο το ρούχο έχει μονάχα μία δήθεν χρησιμότητα, ν’ απομακρύνει το κορμί που το φοράει από την κάθε εργασία που λογιάζεται να είναι απαραίτητη. Να σου πω τώρα, δίκιο έχουνε κι αυτοί – ποιος είδε πλύστρα ή βοσκό είτε τον κάθε οικογενειάρχη τρυπομέρμηγκα να βάζει τα λιλιά και να πηγαίνει; Άρα, έχουνε δίκιο να μιλούν με τέτοιο τρόπο, ότι τ’ ωραίο ρούχο αντιμάχεται την πρόοδο και την εργατικότητα. Αλλά εδώ μιλούμε για ουσία της ψυχής.
Ούτε το δέρμα του ο άθρωπος γνωρίζει πώς να φορεί κατάσαρκα: άμα δεν τον χαϊδέψει ένα χέρι στοργικό, για να τον φέρει στο λιμάνι που το λένε αθρωπιά, ούτε το σάβανό του δεν ηξεύρει να φορέσει άμα πρωτίστως πριν δεν έχει αγαπηθεί. Και η καλή μοδίστρα, γιατρεύει την τσουρούτικη αγάπη, που εδώ κονταίνει κι εκεί στενόπεσε, και μένουμε όλοι ν’ αγαπηθούμε κατά λάθος, ή κατά παραχώρηση, ή επειδή κάτι θυμήσαμε σε κάποιον έτσι όπου μας πήρε στα κλεφτά το μάτι και, κάπως, της παράδεισος εμοιάσαμε. Εγώ, δεν πολυξεύρω από έρωτες: μ’ αφήναν ασυγκίνητη, προτίμαγα να κάτσω δίπλα από το τζάκι στην ανάγκη, με λίγο φως να κουτσοβλέπω – και να τρυπώνω στα τυφλά, στου κουτουρού να καρυκώνω. Εξέφευγε ο νους μου, πισωγύρναγε σε τόπο αλλοτινό, παλιό το χρόνο: βλέπω την κτίση όλη όταν μια πουκαμίσα συνταιριάζω, πλάθω εκείνη τη μορφή που θα τη βάλει, τι αρετές θα έχει, τι κακίες, σκαρώνω ιστορίες, καταγίνομαι σαν τελευταίος παραγιός της δαχτυλήθρας.
Το άγιο δισκοπότηρο έχει μια όψη, κι άλλη μια – και για τις μοδιστρούλες της σειράς μου, μια δαχτυλήθρα φτάνει για να δούμε το στερέωμα. Να έβαζα και άντρα στο κεφάλι μου; Για δες εδώ, άλλες θα έχουνε ταλέντο στην κουβέντα, άλλες γνωρίζουνε να λένε τα μελλούμενα, μα τα χαρτιά, μα τον καφέ, μα κι ότι θέλεις – αλλά, εγώ ταλέντο για το φίλημα δεν είχα, και βρήκα άλλον εραστή κι αυτός με παίδευε: παντρεύτηκα μία βελόνα, κι ο εραστής μου εμένα ήτανε το μέτρο, το ψαλίδι και οι γυναίκες μου. Αυτές ήπρεπε να ξεμυαλιστούν, αυτές ήθελαν αποκτήσουν καλό δέρμα τα ρούχα που τους έχτιζα. Γιατί το ρούχο είναι για πρώτα επιφάνεια, κατόπι γίνεται σκηνή μέσα στην έρημο, γίνεται χάδι και μεγάλη τιμωρία (πόσες ώρες οι πρόβες, μείνετε σας περικαλώ, κερούλα μου, ακίνητη), κι όταν μου φέρναν τίποτα μικρές για να τις ράψω και χρειαζότανε να κάνω καμμιά γρήγορη ραφή, έβαζα το κορίτσι να δαγκώσει μια, δυο και τρεις φορές τη βελονίτσα, να καταλάβει ότι κάμνουμε εδώ τελετουργίες, και να μαζεύει το μυαλό της, να μάθει να κοιτά λίγο τριγύρω της, να πάρει μυρωδιά τον εαυτό της, ότι υπάρχει και δεν είναι πνεύμα ασώματο. Καμιά φορά, αν τύχαινε καμιά ονειροπαρμένη, σαν από λάθος της εφάρμοζα βελόνα, να τηνε φέρω μερικώς στα συγκαλά της.
.
.
Στης Ελισσώς το σαλονάκι, ο ανακατεμένος ο ερχόμενος: τόπια από υφασματάκια εμπριμέ, κλάρες λουλουδιαστές, κάτι βελούδα λυπημένα, μεταξωτά ρετάλια για εσώρουχα. Κουμπιά σαν παλιοκαιρισμένες λιχουδιές μέσα σε γυάλα, γυάλες από κουμπάκια σε παράταξη στους πάγκους απ΄το πίσω το δωμάτιο, εκεί που εσκλαβώθηκαν τα νιάτα μου. Ψεύτικα χαντρολόγια και κοσμήματα, να τα φορούνε οι γυναίκες και να παίρνουνε μία πρώτην εντύπωση, πώς θα φαινόντουσαν στην τάδε τη βεγγέρα. Τότε, μονάχα οι γυναίκες των πλουσίων περνάγανε την πόρτα του σπιτιού μας, οι άλλες, οι καημένες, όσες πιάνανε κάπως τα δυο τους χέρια, να φοράγανε ένα καλό το φόρεμα του γάμου τους κι ένα το σάβανο από τους άγιους τόπους. Ούτε η γυναίκα σε εμένα, ως να επήγαινε στην εκκλησιά και στον εξομολόγον της. Κυρά Λουκία: έχασε μωρό πριν απ’ τη γέννα, κι όταν σαράντισε την έφερε η συνυφάδα της για την παρηγοριά. Την είδα, κι ονειρεύτηκα έναν αγρό με μαργαρίτες, το μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά. Ήταν ακόμα νέα, είχε χρόνο: θα έκαμνε άλλα παιδιά και θα ξεχνιότανε. Της περιμάζεψα τη μήτρα, τη συνέφερα με πέντε σφιχτές πιέτες που ανοίγανε. Πέντε παιδιά θα έκανε αργότερα, το κοριτσάκι της το πρώτο το βαφτίσανε τυχαίως Μαργαρίτα. Πες ότι είμαστε μια φάρα από μάγισσες, πες που κρατούμε συνεργία του διαβόλου. Όπως και να το πεις θα έχεις δίκιο, όπως και να το πεις θα έχεις κι άδικο. Ερχόντανε κάτι λιγνές, κάτι μακρόταλλες. Θέλω να μοιάζω μαζεμένη, να ταιριαστώ στον άντρα μου που τον περνώ στο μπόγι, μου λέγει μία. Της έβγαλα γλυκό κυδώνι μια φορά, την άλλη μέρα ένα πικρούλι περγαμόντο, την έπιασα αφερεμένο λακριντί.
Και πώς να τον ελέγαν τον αντρούλη της, και πόσο πρέπει ήταν υπερήφανος, να έχει μια κοπέλα σαν το ψηλό βουνό να την ορέγειται. Άνοιξε την καρδιά της, και μου μίλησε. Ότι η πεθερά της ήταν άκαρδη, ζηλιάρα, ίδια κακή αρκούδα διεστραμμένη. Που έλεγε ασχήμιες κακοήθειας, είχε ως τις φωτογραφίες απ’ το γάμο και εκορόιδευε, γιατί την είχε βάλει ο φωτογράφος να καθίσει κι είχε τον άντρα της να είναι ορθός δίπλα της, αυτή να κάθειται ωσάν πασάς κι αγάς, κι ο έρμος της ο άντρας να στέκειται απίκου! Τέτοιες βρωμιές εξέρναγε η κακοπεθερά της, κι αυτή, δυο μέτρα μπόγι, γυναίκα για να περπατεί και η γης να σιέται, και να νυχοπατεί σαν το ποντίκι του αγρού, μια σκέτη λύπηση. Καλέ, της λέω – του αντρός σου μήνα και του αρέσκουν οι ψηλές; Κι εκεί επάνου έσκασε τ’ αχείλι της, και σα γαρδέλι έπιασε και γέλαγε, ότι της έλεγε εκείνος μες στη νύχτα πως πιο απ’ όλα ήταν τούτο που τον άναβε, ότι θα λέγανε οι φίλοι και οι άγνωστοι, τι άραγε σουσούμια να ΄χει αυτός, να τον καταδεχτεί τέτοια γυναίκα, τόσο θωρητική. Εγώ, αν και ανύπαντρη, αυτά τα καταλάβαινα. Της έφτιαξα ένα λούσο να χύνεται σαν το κερί και σα λαμπάδα, με τη ζώνη μόλις λίγο πιο κάτω από τα στήθια, και να παγαίνει ως και κάτω στον αστράγαλο, με ύφασμα σαν άγριο μετάξι – το είδε και η πεθερά της και θα τρόμαξε από το θάμπος, και από κει άλλο δεν ξέρω τι να έγινε: πάντως της δέθηκε η γλώσσα της αρκούδας, που ήτανε διχαλωτή όπως της έχιδνας, και μόνο καμιά ώρα ίσως σφύριζε από θυμό ή από θαύμασμα, άμε σιχτίρ.
Είχα κι όλα τα ρούχα της μανούλας μου, σου είπα, που τη λέγαν Πανωραία; Γιατί δεν ήταν πάντα καλλονή. Όταν μάλιστα είχε γεννηθεί, τρόμαξε και η μαμμή, γιατί ήταν λέει ασχημομούρικο σαν τη μαϊμού του γύφτου που έτυχε κι επέρναγε. Μάλιστα, και τη βγάλαν Πανωραία, πες για παρηγοριά. Αεροβαφτισμένο λέει ήτανε, περνούσε ο καιρός, κάπως και έζησε – θα το λυπήθηκε ο πλάστης του, το έρημο το νήπιο. Κι ήρχονταν οι γειτόνισσες να κάνουνε το χάζι, μια τέτοια ασχήμια. Αλλά, υπήρχε εκεί μια, που όλο έλεγε πως κι άσχημο στην κούνια θα είναι όμορφο στη ρούγα, κι έτσι έγινε. Κι αντί να τηνε κοροϊδεύγουν στην ασχήμια της, έγινε άλλο πατιρντί, τη λέγαν Η Ωραία Πανωραία, και κάποιοι την κακίζανε γι’ αυτή την ομορφιά, και άλλοι θέλανε πολλοί να τηνε κλέψουν. Μα ατυχώς την πήρε ο πατέρας μου, κι αυτή του πήρε το μυαλό, εκείνο το κουκούτσι που δεν είχε. Τέλος, ευχαριστώ και το Θεό που δε μου έτυχε – να χάσω έτσι το τσερβέλο μου και γω. Γιατί αυτά ίσως να είναι τυχερά. Είχα και μία φιλενάδα, πήγε κι έμπλεξε και ετραβολογιούτο μ’ έναν μπάνικο, έναν αλήτη μόρτη, που όλο ξενοκοίταγε, της είχε τάξει γάμο, την παντρεύτηκε. Κι έπειτα πήρε τα λεφτάκια της και όλα να τα παίξει, ή τα ήπιε – και μια ωραία μέρα δεν εγύρισε στην κλίνη της, και μερικούς μήνες αργότερα τη βρήκαν τα μωρά της παγωμένη. Γι’ αυτό σου λέγω, όσο που πάει το στρώμα σου, τόσο ν’ απλώνεις τα ποδάρια. Θυμάμαι, τότε που ήμουνα μικρό κι όλο φοβόμουνα πως θα μου πιάσει ο μπαμπούλας τον αστράγαλο, και θα με σύρει ως πιο κάτω απ΄τα Τάρταρα, κι έτσι μπουμπουλωνόμουνα και λούφαζα στη δίπλα κάμαρη, κι άκουγα τις αγάπες τους.
Με τρύπαγαν όλο χίλιες καρφίτσες, δέκα χιλιάδες βελονιές με περονιάζανε. Εκεί ανάμεσά τους, στένευε ο τόπος: κι εμένα δε με χώραγε. Έμαθα να μιλάω μοναχή μου. Έμαθα το ψωμί να βρέχω με τα δάκρυα, να γίνεται γλυκύτερο. Δεν έμαθα ποτέ να έχω σώμα. Γι’ αυτό σου λέω, μίαν αγάπη είχα στη ζωή μου, κι αυτή ήταν το γυναικείο το κορμί. Γι’ αυτό και θύμωνα, να βλέπω τις κυράδες που περπάταγαν χωρίς καμάρι, με το λαιμό και με τους ώμους τους σκυμμένους. Άλλοι ξέρουν να φτιάχνουν εκκλησίες, πηγάδια και γεφύρια, έναν τάφο. Εγώ ήξερα να σηκώνω τα φορέματα και να τα κάνω πύργους: έσφαζα πρώτα το κοκκόρι στα θεμέλια – ξέρεις τι άθλος είναι να σου ΄ρχεται γυναίκα ασχημάτιστη ή κακοφορμισμένη, μια κυρά κακώς ανείδωτη; Και να σ’ αφήνεται να της κερδίσεις εμπιστοσύνη, της καρδιάς τα μυστικά της, και να το δέχεται πως να δειχτεί στον κόσμο, όπως που τη φαντάστηκες; Αυτό είναι μια πράξη της ουσίας, ερωτική. Και για κοκκόρι, έδινα τα χέρια μου, τα τρύπια δάχτυλά μου ματωμένα απ΄τα νυχτέρια της αγάπης και στη χάρη τους. Ξέρεις πόσο χρονών θα ήμουνα που με φωνάξανε με το δικό μου όνομα; Δεν ξέρεις.
Και τώρα που σ’ τα λέω, κι εγώ ξέχασα: στο σπίτι της Ωραίας και του πατέρα μου, χάθηκε κάθε όνομα μέσα στις χαραμάδες. Ίσως να ήταν η ματιά της Ελισσώς όπου με βάφτισε, Ιππότις της Βελόνας πήγα κι έγινα. Από την τυχερή ορφάνια, βρήκα θέληση να μαλακώσω την καρδιά και το απομάκρυσμα. Τώρα να πω και την αλήθεια: πως δε μ’ ένοιαζε να φαίνομαι, δεν ήξερα όμως και να κρυφτώ, γυρνούσα σαν την άδικη κατάρα, κατρακυλούσα σα φαρμάκι μες στις φλέβες μου, θήραμα το λαθραίο και ανέστια. Και γιατρικό εγώ δε γνώρισα καλύτερο από τη βελονιά, γιατί δεν έφτιαχνα φορέματα, εχάριζα μια κατοικία στις ψυχές. Ήταν καθ’ όλα συμφωνία των κυράδων: μου έφερναν σε φάκελο χρηματικό αντίτιμο, παίρναν τη φορεσιά τους, και τελειώναμε. Και αν τις έβλεπα στο δρόμο, δε μιλάγαμε, μόνο με βλέμμα ανταλάσσαμε αναγνώριση. Έχει η συντεχνία μας τους τρόπους της, να μην εκτίθεται βεβαίως η πελάτισσα, να μένουν τα πολύ κρυφά κρυμμένα επιβάλλεται. Όμως, τη δύναμη εκείνη που μου δίνανε!Ότι τις είχα πλάσει εάν όχι κατ’ εικόνα – μα καθ’ομοίωση στη ζάχαρη, στο μέλι. Να μοιάζουνε με κρύα νερά που πίνουν οι αγγέλοι. Όλα εκείνα τα λεφτά τα παραπέταξα, τα έχωσα μέσα σε στρώματα, τα ξέχασα. Κάποτε θα τα βρούνε κάποιοι άγνωστοι, όταν το κράτος μου θα έχει πια περάσει, κανείς δε θα αναγνωρίζει το πρόσωπο του κυβερνήτη, της βασίλισσας, εκείνων των παλιών θεών τη λεπτομέρεια σε κάθε χαρτονόμισμα. Θα ’ναι πολύχρωμα χαρτιά, τελείως άχρηστα: φαντάζομαι παιδάκια να τα αφήνουνε στην ακροθαλασσιά, σαν καραβάκια και σπονδές σε μία Παναγιά ξενομερίτισσα. Έχω κρατήσει μια βαλίτσα μεγαλούτσικη, που θέλω να τη θάψουνε μαζί μου. Εκεί κρατάω τις πραγματικές μου πληρωμές. Μπούκλες σε μαλακές φασκιές από χαρτάκι ζαχαρί. Για κάθε φόρεμα, μια μπούκλα: της Α. μύριζε βανίλια. Της Ε. σφεντάμι, δεντρολίβανο. Της κυράς Ζ. τη γεμάτη μυρωδιά της καστανής γυναίκας. Έχω για πληρωμή μου έναν κήπο από όνειρα να μου ζεσταίνουνε τις νύχτες τις ανέραστες. Εμένα οι γυναίκες οι δικές μου, δε μ’ αφήσανε – μόνο που δε με κράτησε στην αγκαλίτσα της η μάνα μου, εκείνη δεν τη φόρεσα κατάσαρκα.
Δεν σ’ ακούω; Α… αυτό. Έλεγαν πως η Κ. πριν πέσει στον ύπνο είχε πέσει στη θάλασσα. Και πριν πέσει στη θάλασσα; Ξέρω, αλλά δεν θα σου πω. Σε τούτο το σπίτι κι οι τοίχοι έχουν αυτιά. Αν τελικά το μετάνιωσε; Πιθανόν. Γιατί το μετάνιωσε; Αυτό δεν το ξέρω. Μέσα της ήμουνα, μάντης όμως δεν ήμουν. Επειδή η θάλασσα εκείνη τη νύχτα ήτανε όπως μια λίμνη; Επειδή δεν ήτανε όπως μια λίμνη; Που άμα σε τραβήξει κάτω σε τράβηξε, κι άντε μετά ν’ ανεβείς; Μπορεί επειδή κρύωνε. Μπορεί επειδή της πονούσε η κοιλιά. Η Ου. πιστεύει πως εγώ έφταιγα. Επειδή όπως λέει την κλώτσαγα. Αλλά εγώ δεν θα κλώτσαγα ποτέ μιαν όπως η Κ. Γιατί ούτε σ’ εμένα αρέσει να με κλωτσάνε.
… εμένα μ’ αρέσει να κολυμπώ.
… η δικιά μου κοιλιά δεν θέλω να ανοίξει.
… Ούτε σαν καρπούζι, ούτε σαν καρύδι, ούτε σαν μιμόζα.
… η δική μου κοιλιά θέλω να μείνει στη θέση της.
Γίνεται;
… εγώ, και λαβωμένη ακόμα να κολυμπάω.
Στα ρηχά.
Στα βαθιά.
Στα κουτουρού.
… και από δυναμίτη χτυπημένη να κολυμπάω. Σαν ψάρι;… Εν ανάγκη σαν χέλι. Και σαν φελλός. Αλλά όχι. Ο φελλός δεν κολυμπά. Ο φελλός επιπλέει. Πάντως όχι να με κλωτσάνε. Κι αν θέλω εγώ να πνιγώ, να πνίγομαι.
Αν κάτι δεν μ’ άρεσε ήταν που η Κ. δεν μεγάλωνε. Μίκραινε. Πέντε χρόνια μετά, με την Κ. μου ακούνητη, είμαι κάπως σαν μαμά της μαμάς μου.
… Μας βλέπεις; Εγώ μαθήτρια. Που; Στο δημοτικό. Πώς το ξέρω; Φοράω ποδιά χρώματος μπλε. Για την ακρίβεια: μπλε του κοβάλτιου με κάτι πιτσίλες μοβί. Φοράω και στρογγυλό γιακαδάκι; Φοράω. Γαριασμένο και ελαφρώς προς το μπεζ.
Πώς;… Τι να σκέφτεται η Κ; …. Σκέφτεται; Ή απλώς κοιτά τον φακό; Πίσω της βλέπω ένα κάδρο. Αν υπολογίζω σωστά, εκείνη πρέπει να έχει μπει στα είκοσι δύο. Κι εγώ στην εποχή που εκτός από Σσστ… το σκασμό! (ενίοτε ψιτ και μωρή), κάποιοι έχουν αρχίσει να με φωνάζουν Σοφία.
Σοφία, έλα δω. Σοφία χάσου. Με περνούν για σοφό; Αμφιβάλλω. Για κείνους είμαι από χέρι ένα μμουγκγκοχχαζό. Κι ένα μμουγκοχχαζό σπάνια ανοίγει το στόμα για να μιλήσει. Κι όταν μμμμιλά, ρωτά πράγματα που μόνο ένα μμουγκγκοχχαζό ρωτάει. Σοφίααα; Από το ύφος τους, τον τρόπο που κουνούν το κεφάλι τους, νιώθω πως αναφέρονται σε κάτι άσχημο. Άσχημο που ταυτοχρόνως με αφορά. Είμαι όντως χαζό; Ποιο το νόημα του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού; Κουνάω κι εγώ το κεφάλι.
Σηκώνω ταυτόχρονα και τους ώμους;
Συνέχεια. Όπως περίπου κι αυτοί.
Ακαταπαύστως;
Ακαταπαύστως.
Για να τελειώσει πια όλο αυτό; Ναι, να τελειώσει. Και γιατί έτσι πιστεύω πως θα τους αναγκάσω να σταματήσουν; Ναι, σταματήσουν.
Σταματούν; Αυτή μου η προσπάθεια ακόμα περισσότερο τους εξοργίζει. Κι όταν θα με ρωτήσουν πού ήσουν ή γιατί άργησες, με το σώμα μου σε ταλάντωση θα ψάξω για το ψέμα που θέλω, αλλά δεν τολμώ να τους πω. Κι άρα; Άρα είμαι ένοχη για κάτι που αυτοί αγνοούν. Κάτι που μόνο εγώ γνωρίζω, και γι’ αυτό παριστάνω το ηλίθιο, και σαν ηλίθιο προσπαθώ να κρυφτώ.
Σσστ… σιωπή. Εν ολίγοις: Είμαι η Σουτ. Και για συντομία η Σ.
Στο σχολείο με φωνάζουνε μουγκοΘόδωρο. Είμαι αυτό που όλη την ώρα μουτζουρώνει θρανία.
Μάλιστα. Αυτό. Μέχρι που κάποτε οι μουτζούρες γίνονται σχέδια. Για την ακρίβεια, αν μπορεί να υπάρξει ακρίβεια σε κάτι τόσο θολό, γίνονται κάτι που είναι και δεν είναι σχέδιο. Είναι και δεν είναι μουντζούρα. Πλειστάκις, κάτι που μοιάζει κρεβάτι. Και πάνω σ’ αυτό το κάτι που μοιάζει κρεβάτι φτιάχνω κάτι που μοιάζει πουλί.
Τι πουλί;
Να πούμε γλαρόνι.
Τι γλαρόνι;
Γλαρόνι που δεν έχει ράμφος.
Ούτε φτερούγες;
Ούτε.
… και μιαν ωραία πρωία ο δάσκαλος παίρνει στα χέρια του το σκαρίφημα.
Και ρωτάει τη Σ: αν τούτο δω είναι ένα πουλί, πού είναι το ράμφος του; που είναι οι φτερούγες;
Κι η Σ. απαντά;
Είπαμε. Η Σ. σηκώνει τους ώμους. Γιατί ούτε αυτή ξέρει τι ακριβώς ζωγραφίζει. Γιατί αυτό που η Σ. ζωγραφίζει σχηματίζεται σαν από μόνο του.
Από μόνο του;
Πάντως όχι από τη γλώσσα.
… κι έτσι η απορία του δάσκαλου, πακέτο με τη μουγκαμάρα της αντί να μετριάσει την πεποίθηση όλων περί της βλακείας της, θα την κάνει τσιμέντο. Κι ο δάσκαλος θα τη στείλει πίσω στον Θ. Κι ο Θ. θα φροντίσει να την μαντρώσει στο γνωστό μας υπόγειο, παρέα με σκόρδα, σαβούρα, σκιές. Και γι αυτές –τις σκιές– κάποια μέρα η Σ. με κάθε λεπτομέρεια θα μιλήσει. Όχι όμως κι η Σουτ. Που σαν εκκρεμές γέρνει μπρος κι ύστερα γέρνει πίσω, κι ύστερα πέφτει στα τέσσερα, και σφίγγει στόμα- τρίζει δόντια- καρφώνει γλώσσα στον ουρανίσκο. Με τον πόνο μαζεμένο εκεί.
Στην κοιλιά.
Εγγαστρίμυθη;
Μπορείς να τη πεις και μουγκή.
Μουγκή σαν την Κ.;
Με τα γαβ να της βγαίνουν από τo στομάχι.
Ο Δρ Γκέμπελς δεν είχε, εξ αρχής, την παραμικρή αμφιβολία για την εκπληκτική δύναμη του κινηματογράφου, τον εθιστικό του χαρακτήρα, την ολωσδιόλου μαγική επίδραση που ασκούσε στο θεατή, ο οποίος, δίχως αντίσταση, αφηνόταν στη σαγήνη μιας ζωής έξω από τη δική του. Η φυγή από τον εαυτό… Και, συνάμα, η μανιώδης λαχτάρα του πεπρωμένου… Ο Δρ Γκέμπελς πίστευε ότι είχε επιτέλους ανακαλύψει τ’ αποφασιστικά στοιχεία της αποτελεσματικής προπαγάνδας. Αν, εν αντιθέσει προς την ωραιοποίηση του ναζιστικού ιδεώδους, όπως την ήθελε η αισθητική ψυχρότητα μιας Ρίφενσταλ, ο γερμανικός κινηματογράφος ανέπτυσσε ένα πλήθος ταινιών ιδεολογικά ουδετέρων εκ πρώτης όψεως, ταινιών καθαρής ψυχαγωγίας, όπου, ωστόσο, μια σειρά σημάτων, δήθεν τυχαίων, θα υπέβαλλαν σταδιακά στον ανύποπτο θεατή την υιοθέτηση μιας ιδέας ή πρακτικής, μιας ολόκληρης στάσης ζωής, στην οποίαν εκείνος δεν θα είχε τον παραμικρό έλεγχο; Με κάποιες ιδιαίτερες χρήσεις του σκηνικού, του φωτισμού, των ερμηνειών, του μοντάζ και του χρώματος —την τεχνική του οποίου μόλις είχε αρχίσει να κατακτά η κινηματογραφική βιομηχανία του Τρίτου Ράιχ— ο θεατής θα υποχρεωνόταν να εσωτερικεύσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακούσιο, ένα πλήθος σημάτων που θα υπαγόρευαν ασχολίες και ιδέες, ιδεολογικές επιλογές και δραστηριότητες. Επί παραδείγματι, ο συνδυασμός τριών ουρανοξυστών, ενός γερανού, μιας σιδηροδρομικής γραμμής και ενός λεωφορείου στο πλαίσιο ενός κινηματογραφικού πλάνου, αν και φαινομενικά τυχαίος, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εμφυσήσει υποδορίως την ιδέα της Σβάστικας, ιδίως αν το σύμβολο επανεμφανιζόταν με αναλόγως δυσδιάκριτο τρόπο σε άλλα σημεία της ταινίας. Ή, θα μπορούσαν να παρεμβάλλονται στη δράση κάποια άσχετα καρέ, φευγαλέα, τόσο που η συνείδηση να μην τα καταγράφει, και πάλι με τη Σβάστικα, ή με εικόνες που να υποβάλλουν μίσος προς τον εχθρό, αφοσίωση προς το καθεστώς, ή ό,τι άλλο, αναλόγως.
Γιατί όμως, σκεφτόταν, θα έπρεπε τούτο να περιοριστεί στον κινηματογράφο; Ένα λαμπρό πεδίο ανοιγόταν στον τομέα της δημοφιλούς μουσικής. Πώς θα μπορούσε, αλήθεια, να δηλητηριαστεί ο νους της αμερικανικής νεολαίας αν κατανάλωνε με πάθος άσματα που, με μια κατάλληλη όσο και ασυνείδητη επεξεργασία, θα ενέπνεαν προσχεδιασμένα αισθήματα και πάθη. Ακόμη και οι αριθμοί, οι χρονολογίες… Να, φέρ’ ειπείν, το “88”, που παρέπεμπε στα ιερά αρχικά HH, στο “Heil Hitler”, θα μπορούσε να ενσωματωθεί σε έναν τίτλο συνοδευόμενο από μια λέξη αρκούντως επιθετική. Π.χ., “Rocket 88”. Ένας τέτοιος τίτλος θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα ολόκληρο νεανικό κίνημα, δίχως οι καταναλωτές και συμμέτοχοι, ακόμη ίσως και οι δημιουργοί, ν’ αντιλαμβάνονται την υποδόρια προπαγάνδα. Εκείνοι θα θαρρούσαν ότι το έργο εμπνέει μια κριτική διάθεση, ότι απορρίπτει την καταπραϋντική εκδοχή ενός κόσμου παγιωμένου και δικαίου, ότι εισάγει μια κάποια αταξία στις σκέψεις και τις αισθήσεις, ενώ αντίθετα η αταξία αυτή θα υπέκρυπτε μια τάξη προμελετημένη μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Αλλά… Υπήρχε ένα “αλλά”, κι εδώ ήταν που ο Δρ Γκέμπελς συνοφρυωνόταν. Αν αυτή η ψεύτικη αταξία, αν αυτή η μεταμφιεσμένη τάξη, έπεφτε στα χέρια των πιο υποψιασμένων ιδεολογικών εχθρών… Αν τα έργα φορτώνονταν με σημαίνοντα… Αν η σημασιακή αλυσίδα γέμιζε μετωνυμικές μεταλλάξεις… Αν η τύχη οργίαζε… Αν το νήμα της αναζήτησης που διέτρεχε ένα έργο μεταμορφωνόταν σ’ ένα σύστημα κατόπτρων, αν τα αντικείμενα του πόθου πλήθαιναν συνδεόμενα, άλλαζαν σχήματα, ονόματα, κι επέμεναν να ξεγελούν το διώκτη τους, σε μια περιπλεκόμενη, ολοένα πιο αντιφατική επιθυμητική διαδικασία… Αν οι ηθοποιοί έπαιζαν ξαφνικά κι απροειδοποίητα ρόλους παράταιρους, ή αν αντίθετα ο ίδιος ρόλος ενσαρκωνόταν από ολότελα διαφορετικούς ηθοποιούς…
Αν, με την ίδια βεβαιότητα που ο ίδιος σχεδίαζε τα υποσυνείδητα αυτά μηνύματα, ένας σκηνοθέτης, ή και τεχνικός ακόμη, κρυφά αντιστασιακός κι εξ ίσου υποψιασμένος, εισήγε άλλα σημαίνοντα, με άλλα, απευκταία σημαινόμενα; Αν τα τοποθετούσε σε σημεία που δεν έμοιαζαν να παίζουν κανέναν απολύτως ρόλο, αν έκανε άσκοπα γκρο-πλαν στα κάτω άκρα των πρωταγωνιστών, ή άφηνε να φανούν στο πίσω μέρος του κάδρου ομάδες κομπάρσων να επιδίδονται σε δραστηριότητες άμοιρες σημασίας ή σχέσης με την κυρίως δράση, που να την επανανοηματοδοτούν με τρόπο που δεν ήταν ο επιδιωκόμενος; Αν άρχιζε ένα αντάρτικο του φαντασιακού; Κι αν —σκέφτηκε ακόμη, τρέμοντας σχεδόν— αν οι αιρετικές αυτές αφηγηματικές μέθοδοι εφαρμόζονταν και στην άμεση ζωή; Όλα αυτά τα εκκρεμή ερωτήματα απασχολούσαν τον Δρα Γκέμπελς την ώρα που ξεφύλλιζε το σημειωματάριό του, με τις ιδέες του για την αξιοποίηση της τέχνης των μαζών. Τέλος, αναστέναξε, τηλεφώνησε στο σπίτι του —το ακουστικό σήκωσε μία από τις κορούλες του, που του έδωσε αμέσως τη μαμά της— κι ενημέρωσε ότι θ’ απουσίαζε μέχρι αργά τη νύχτα, λόγω κάποιου υπουργικού συμβουλίου. Κατόπιν, άνοιξε το μεσαίο δεξιά συρτάρι του γραφείου του, απ’ όπου ανέσυρε ένα καρνέ με κόκκινο δερμάτινο κάλυμμα. Εκεί είχε σημειωμένα τα ονόματα όλων των γυναικών που εργάζονταν στα στούντιο της UFA, με αλφαβητική σειρά.
Ο Δρ Γκέμπελς σκέφτηκε να ξεκινήσει την αναζήτηση του πλέον ελκυστικού ονόματος ξεκινώντας από την τελευταία καταχώρηση. «Zürn, Unica», μονολόγησε. Ήδη μετάνιωνε για την ιδέα του. Το όνομα δεν του έλεγε τίποτε. Εγκατέλειψε το σχέδιο κι αποφάσισε να τηλεφωνήσει στην πρωταγωνίστρια Μπριγκίτε Χόρνυ, το επώνυμο της οποίας δημιουργούσε ευχάριστους συνειρμούς στους αγγλομαθείς. Όμως η υπηρέτριά της αποκρίθηκε, σίγουρα δασκαλεμένη, ότι «η κυρία απουσίαζε». Κι έπειτα, εκείνη η σκέψη για τη μυστική τάξη και το χάος που ελλοχεύει ως δυνατότητα, ως επόμενο στάδιο της αντίστασης… Ο Δρ Γκέμπελς άφησε κατά μέρος το καρνέ και, εξαιρετικά βαρύθυμος, έπιασε πάλι το σημειωματάριο για να ξαναδιαβάσει τα σχόλιά του. Κι έτσι, σκυμμένο στο γραφείο του, τον πήρε σύντομα ο ύπνος. Ο Κόνραντ Βάιντ, σε τέλειο προφίλ, είχε το ξίφος ορθωμένο και το κατηύθυνε προς τον καθρέφτη, που έστεκε στη μέση αθέατος σαν ίνα, με το δεξί μέρος του πλάνου ν’ αποτελεί κατοπτρισμό του αριστερού. Τα δυο ξίφη όμως διασταυρώνονταν κι επιμηκύνονταν, πέραν των ορίων του καθρέφτη, μέχρι που άγγιζαν τα πηγούνια των δυο Βάιντ και απλώνονταν στα κεφάλια τους, έτσι ώστε και οι δυο τους βρίσκονταν σύντομα μεταμορφωμένοι σε δυο υποχθόνιους γαμψομύτηδες που οι αιχμηρές γενειάδες τους ενώνονταν. Ήταν και πάλι ο Βάιντ, ως Περιπλανώμενος Ιουδαίος και ως Ρασπούτιν. Κι έπειτα, δεν ήταν πια ο διπλός Βάιντ, αλλά οι δυο αδελφοί Μπάρρυμορ, ο Τζων και ο Λάιονελ, ο ένας ως Εβραίος Σβενγκάλι, κι ο άλλος, πάλι, ως Ρασπούτιν… Κι έμοιαζαν να πλησιάζουν τον καθρέφτη, ανεπαίσθητα, κι οι δυο γενειάδες να λιώνουν η μια μες στην άλλη, μέχρι που ενώθηκαν κι έγιναν ένα τέρας φριχτής δυσμορφίας που τον κοιτούσε με δυο μάτια λοξά… Και τινάχτηκε.
Nίκος Σταμπάκης, Το διπλό δωμάτιο, σελ. 39-43, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2014
Ο Ντημίτ Εφέντης ήτανε Γραικός κι από τους δυο γεννήτορές του. Το όνομά του τo ’κανε στη Σμύρνη, στην πόλη που γεννήθηκε – εκεί όπου έχασε γονιούς κι εκεί όπου βρήκε τη θέση του στον κόσμο. Αυτό το πέτυχε με το τρελό του θάρρος και τις ευφάνταστες μανούβρες, με τις οποίες έτρεχε το αίμα του στις φλέβες: ενώ όλωνε των ανθρώπω το αίμα τους κανονικά δασεύεται γύρω από κυρίως την καρδιά, εκείνου του χτυπούσε ταυτοχρόνως εις τα μηνίγγια, την καρωτίδα, εντός επιπολής τις φλέβες και διατιτρώσες τις εν τω βάθει∙ το πλάσμα ήτανε σα να ’χε για εσωτερικό του διαπασών είτε τη Μέκκα, τη Μεδίνα, ή και τον ίδιονε το διάτανο∙ ήτανε, σα να πούμε, ένα ψηφιδωτό ομίχλης που έλαμπε όλο μαζί και με την καθεμιά του την ψηφίδα χωριστά.
Πολλοί τον είδαν και λίγοι τον εγνώρισαν.
Η ιστορία του, λοιπόν, όση απ’ αυτήν επέζησε στις μέρες, θα ειπωθεί σε μια λειτουργική πολυφωνία, με λέξεις ριχμένες δώθε-κείθε και με την πίστη ότι θα πιάσουνε μια ρίζα δυο κλωνιά, για να τις πάρει ο αέρας να τις επάει όπου ηθέληται να φτάσουν. Ξέρουμε ότι για τις ανάγκες της αφήγησης θα υπάρξουν τρία κυρίως μέρη εξωτερικά∙ και τα εσώτερα θα είναι όπου υπάγουν της αγάπης του καθενός οι στεναγμοί. Σμύρνη, Αθήνα και η πόλη του Μίτσιγκαν με τους κακούς χειμώνες.
Αλλά ας πιάσουμε την ιστορία μας από ένα σημείο που, αυθαιρετώντας, θα το πούμε Η Αρχή. Κι αυτή η Αρχή μας βρίσκεται έξω απ’ την πόρτα της εσωτερικής αυλής του Μπέη, που θα έδινε στον Δημητράκη (όπως και τον εφώναζε η μακαρίτισσα η μάνα του) αυτό που θα γινότανε το επωνύμιο, με το οποίο θα επιγραφότανε ο τάφος του, στο πλήρωμα των ημερών
Ο Δημητράκης είχε βρεθεί όχι μονάχα ορφανός, εν μία νυκτί και με διπλό το πένθος, αλλά επίσης θα ηπροστάτευε εις το εξής τη μεγαλύτερή του αδερφή ως μόνος συγγενεύων της κι αρσενικό παιδί. Ήξερε πως οι δουλειές οι αγροτικές δεν του εταιριάζανε καθόλου κι ούτε θ’ απέφεραν τα απαραίτητα εσόδια. Λίγο αυτή η γνώση του της απελπισίας, λίγο και η ροή του αίματός του, που έτρεχε σε απόλυτη συχνότητα με κάθε σύμπαν, του έδωσαν το θάρρος να κρούσει τη θύρα εκείνη, που άλλοι πιο φρόνιμοι και μεγαλύτεροί του και απέφευγαν και επεύχοντο – διότι ο εν λόγω Μπέης είχε, ελέγετο, καρδιά σκληρή, εκπαιδευμένη με τις συνομωσίες των χαρεμιών και τις βυζαντινότητες τις φαύλες.
Όμως ο Δημητράκης πήγε ως παιδί παραμυθιού∙ μια νύχτα ήτανε ο ίδιος του βγαλμένος από το βιβλίο της μιας και μιας χιλιάδας: είχε στην τζέπη ντου (κι ας ήτανε και τρύπια) τους σπόρους από ένα ταπεινότατο λουλούδι και ετύλιχτους σε μια σελίδα από την παλιά γραφή, που εσημάδευε του λουλουδιού την προβενάνς και ήξευρε λόγους που είχε την υψίστη σημασία ο χαμηλόανθος για κάθε Σελτζούκο Οθωμανικό που την παράδοση όφειλε να τιμάει.
Και του ανοίγουνε, να μην πολυλογούμε και τραβήξουμε, κι αυτός ζητάει και της απταίστου γαλλικής να τον παρουσιάσουνε στο Μπέη αυτοπροσώπως. Βάλετε με το νου σας, αυτός να ομιλεί τα φράγκικα κι ο πορτοφύλακας να κάνει ότι καν τον εκατάλαβε το τι ετσαμπουνούσε. Ήτανε και ντυμένος τι κοντοβράκια ποιος να ξέρει τι, θέαμα να πούμε γλαφυρό, και ολίγον λέγω. Όμως, εκεί ο δικός μας: Μπέη μου θέλω και Αγά!
Εκιότεψε κι ο πορτοφύλαξ με τη μούρλα του, τον έφερε μες στα βαριά περάσματα κι ανάμεσα στους ίσκιους – ήτανε και καλή η μέρα κι ολοφώτεινη, τον έμπασε λοιπόν εκεί, κι εκάθουταν ο εδικός μας. Και ίσως ήτανε η μέρα δεξιά, ίσως και να μπορούσε ο Δημητρός να λέει ιστορίες. Είχε και το μεγάλο το ατού μέσα στην τζέπη (τώρα θα πει κι εκειός που μας διαβάζει: Kαι τι να ήτανε να λέει η γραφή;)
Λοιπόν, ακούστε το τι είπε ο νεαρός και πώς το σέρβιρε, και να που τουμπαρίστηκε ο Μπέης, και τόνε πήρε διορισμένο του, και από κει, σιγά σιγά την ιστορία.
Τάδε του έφη (τώρα λες και μπροστά μου που τον έχω)∙ όταν τα έλεγε, τα μάθαινε απέξω κι ανακατωτά μην τύχει και μπερδεύονταν οι γλώσσες του, μα, όταν άνοιγε το στόμα του και εμιλούσεν, ηρχούντανε τα λόγια παρευθύς και βρίσκανε τον άλλον στην καρδία. Είπε: «Αφέντη μου και Μπέη και τρανέ μου, πάει εχάσαμε κάθε του Σουλεϊμάν μεγαλοπρέπεια, χάσαμε τον Γλυκό Σουλτάνο και τις φυτείες της Κενταύρειας Μοσχάτας, βρισκόμαστε εις την κοιλάδα των δακρύων».
Εδώ, ενδεχομένως, ο Μπέης να τον κοίταξε περίεργα∙ σου λέει τι μου έπεσκε ετούτος στο κεφάλι πρωί και μεθυσμένος∙ μην είναι αλαφροΐσκιωτος, μην να τον έχουν οι νεράιδες παραπαίδι τους ή μην τον έστειλε κι ο Σεϊτάν-Ιμπλίς; Μην είναι τζίνι, μην είναι διάβολος ψιθυριστής; Κι αυτό το τελευταίο ίσως και να πλησίαζε το κέντρο της αλήθειας.
Κι εν συνεχεία, ο ακατανόμαστος, βγάνει από το ρούχο του το αναγραμμένο το χαρτί, το ανοίγει ταχυδακτυλομένος, πάνε οι σπόροι στο τραπέζι που αναπαυόντανε τα ασημιά φελέκια, κι ο διαολόσπορος (που ποιoν να είχε μάνα;) απλώνει το χαρτί και κάτι δείχνει. Ήτανε και τα γράμματα σε άλλη ξένη γλώσσα, κι ο Μπέης δεν την κάτεχε, αλλά είχε και μιαν ωραία ζωγραφιά, κι έδειχνε ένα άνθος, που χτύπησε τον Μπέη μας κατάστηθα – του θύμισε μιαν αγαπητικιά που είχε ο πατέρας του παππού του, τρέχα και γύρευε. Αλλά δεν εγινότανε να δώσει τέτοια μπόσικα, του βάζει τις φωνές να σταματήσει να χοροπηδάει, πως τον εζάλισε και πως να κάτσει στην καλή μεριά και πως κι αν είναι διάολος, τον ίδιο Μέγα Διάβολο δεν έχει δγει ακόμα (και μήπως, πέρ’ να πούμε, ήθελε να τον κανονίσκουνε ευθέως το ραντεβού, κι εύκολα αυτό γινότανε) και να τα πάρει τα ρημαδιασμένα του τα σκέδια με το αγάλι, ήταν και η ώρα περασμένη και περιμένανε και τα παγώνια το φαγί τους.
Απάνου εκεί ο Δημητράκης εκνευρίστηκε. Βάζει και τα σποράκια σε μια ασφαλή μεριά επί το άτομόν του, λέει κι αυτός: «Να κάνεις πέρα, Μπέη μου, εσύ θέλεις την τύχη σου να ρίξεις, δική σου ξα. Κι ας κλαίγει η Χιουρρέμ, που την ξεχάσανε σ’ αυτήν τη μαύρη γη που θάβονται οι ανάμνησες. Δικός μου λόγος δεν μου πέφτει, αλλόθρησκός σας είμαι, αλλά λυπήθηκα το κρίμα».
Και πάει να φύγει, του αλλουνού να του ’χει έρθει ο ταμπλάς –και ποια Χιουρρέμ και ποιοι Γλυκοί Σουλτάνοι;–, κάτσε, του λέει, εδώ, μην τα χαλάσομε, και πε μου τι σκατά έχεις, ρε Χριστιανέ μου, να μου πεις, είμαι και σ’ ώρα εμφράγματος. Και τον καθίζει κάτω (έφταιγε πως το άνθος είχε ανασκαλέψει και κάτι σα θυμιατικό, ήτανε μάγια, ήτανε γητειά κανείς δεν έμαθε ποτές του). Και του παρακαλάει να μείνει και να φάνε και να πιούν, να δούνε και τι πρόταση είχε να του εκάμνει. Να βρούνε μια πολιορκία να συνταιριάξουνε τους όρκους τους.
Λέγει, λοιπόν, το αμούστακο πως, κάποτε και επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, είχε ο ηγέτης παραστήσει μιαν κατάσταση, ότι του άρεζε αυτό το άνθος, που, αν και φαινόταν ταπεινό, ήξερε να βουρλίζει λογισμούς με τη μυρωδιά του. Και ότι τόσο του είχε φανεί ένας νταλγκάς, που αξιούσε όλοι οι δικοί του οι υπασπιστές, αγάδες, αξιωματικοί, στρατάρχες, οι ρεΐσηδες (όταν στη Βιέννη, ή στην όπερα, και για μια κάθε απαγωγή απ’ τα Σεράγια) να έχουν απαξάπαντος στο πέτο τους, φορώντας τα ελεεινά τα ευρωπαϊκά, ένα μικρούλι λουλουδάκι της Πατρίδος. Να το μυρίζονται ως παραδείσου πράμα. Και πως, σε όλη την πραγματικότητα, εκτός της Αυτοκρατορίας, έγινε ξακουστά γνωστό το ταπεινό ως Ο Γλυκύς Σουλτάνος. Τέτοια ήτανε η οσμή της αποσύνθεσης, γλυκύτατη να παίρνει το μυαλό να τ’ αποδιώχνει από το θάνατο, να υπόσχεται ένα για πάντα, ίσως για πάντα.
Έτσι εγίνη, και εγένετο φως εντός της φτώχειας και της ορφανίας, κι ευρέθη ο Δημητράκης να γίνει ο Ντημίτ, ο επιστάτης των κήπων και των φυτοκαλλιεργιών και των μπαξέδων, ο κλειδοκράτορας των σπόρων της Κενταύριας.
Εκείνος ο αλλόθρησκος, που θύμισε στην ημισέληνο το άρωμα της ταπεινοφροσύνης, με το θράσος του.
.
.
Μέρος από το Μετάλλιο του Γλυκύτατου Σουλτάνου, όπως βρέθηκε σε βαλίτσα που περιείχε αντικείμενα θεωρούμενα ως ανήκοντα στον Ντημίτ Εφέντη.
Ολβία Παπαηλίου, Οι φλανερίες του γιού του μπέη, μυθιστόρημα, 1ο κεφάλαιο