RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Ευσταθία Ματζαρίδου, Τα ρούχα

poetry, photography, ink, transistors

[…] Στο σπίτι μου και στην οικογένειά μου δεν είχαμε ποτέ ρολόγια, ρολόγια τοίχου, ρολόγια με κούκους, ούτε και οι παππούδες μου είχαν από κείνα τα ρολόγια τσέπης που τα ανοίγουν οι μεγάλοι σαν κουτιά πολύτιμα, και φαίνονται μαζί σπουδαίοι και σοφοί, δεν είχαμε ούτε σοφούς ούτε σπουδαίους στην οικογένειά μου. Το μόνο ρολόι που θυμάμαι ήταν της γιαγιάς μου, από κείνα τα ρολόγια κομοδίνου με τις δυο καμπάνες ξυπνητήρια που, όταν χτυπάνε για να σε ξυπνήσουν, πετάγεσαι ως το ταβάνι απ’ τον τρόμο και που το τικ τακ τους ρημάζει τα νεύρα σου. Και, τελικά, η γιαγιά μου ήταν η μόνη σπουδαία της οικογένειας, έτσι νομίζαμε τουλάχιστον όλοι. Εσύ αυτή την ανυπαρξία ρολογιών στο σπίτι μας αδυνατούσες να την κατανοήσεις, μα δεν σας χρειαζόταν η ώρα, μου έλεγες, στα χωριά, σου έλεγα, ο χρόνος υπολογίζεται απ’ τη φωτεινότητα της μέρας κι απ’ τις φωνές των ζώων κι απ’ την κούραση του σώματος. Με τη συλλογή σου φιγουράριζες και στον πατέρα μου, που χωρίς να μπορεί να αποκτήσει ένα, λάτρευε τα Ωμέγα σου και θεωρούσε όλα τα ρολόγια περιουσιακά στοιχεία, έτσι που πέθανε με την ιδέα ότι θα παντρευόμουν έναν μεγιστάνα του πλούτου και, όταν του έλεγα ότι δεν είσαι, μου έκλεινε πονηρά το μάτι, άνθρωπος που μπορεί κι αγοράζει τόσα ρολόγια έχει μεγάλη περιουσία, μου έλεγε, δεν σου τα λέει, για να μην τον θέλεις για τα λεφτά του.

poetry, photography, ink, transistorsΑυτό που δεν θα περίμενα ποτέ ήταν να χαρίσεις ένα από τα Ωμέγα σου στον πατέρα μου, δεν θυμάμαι ποιο, μπορεί να ήταν και το πιο ασήμαντό σου, αλλά ήταν Ωμέγα και, μάλιστα, όταν δεν θα μπορούσε ούτε να σ’ ευχαριστήσει, ούτε και να το ευχαριστηθεί, του το χάρισες πεθαμένος, ναι, του το βάλαμε στον τάφο του, όπως κάτι βασιλιάδες που τους θάβουν με τα κτερίσματά τους, έτσι θάφτηκε κι ο πατέρας μου μ’ ένα Ωμέγα, σαν βασιλιάς, και με συγκίνησες και σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτή σου την κίνηση, να αναβαθμίσεις τον πατέρα μου μετά θάνατον, αλλά, να, τώρα που το σκέφτομαι, ενοχλούμαι, να είναι ο πατέρας μου δυο μέτρα κάτω απ’ τη γη λιωμένος και στον καρπό του, στο κόκκαλο που έχει απομείνει απ’ τον καρπό του, να κρέμεται το αγαπημένο σου Ωμέγα κι εσύ να μην είσαι πια στη ζωή μου, μέρος απ’ τη ζωή μου… αλλά ανάμνηση.

Ευσταθία Ματζαρίδου, Τα ρολόγια σου απο το σπονδυλωτό μυθιστόρημα, Τα ρούχα (προδημοσίευση)

Artwork: Yohann Fournier

.

.

 

Oλβία Παπαηλίου, Μια Ιστορία από τα Παλιά

 Fletcher…Εμένα μου την είπε το Παιδί. Το παιδί από το στόλο – μισός ναύτης, μισός μποξέρ, παρότι πρώτα ναύτης και όταν τον πετάξανε από το στόλο – δεν έμαθα ποτέ γιατί ακριβώς, ούτε μου είπε ούτε κι ερώτησα. Κι αν ήξερα πως ήτανε ποτέ στο στόλο, κι αυτό αβέβαιο, ένεκα που όταν και τον εγνώρισα είχε κάνει όνομα στο ρινγκ: καθότι το τατουάζ στο στέρνο καραβίσιο και, εν πάσης περιπτώσης, τον είχε εικονίσει έτσι και κάποιος ζωγράφος, ήτανε κι ωραίος γκόμενος. Αυτό το ήξερα προτού να δώσουμε γνωριμία από τις εφημερίδες.
Που σκυλιάζανε ότι το μποξ αυτό κι ότι το μποξ εκείνο, και να απαγορευτεί! Και τι άντρες ήτανε αυτοί, αυτό το λέω εγώ, όχι αυτοί που το βλέπανε, οι άλλοι, οι κότες των αθλητικών. Τότε το Παιδί ήταν γνωστός σαν κάποιος Κάποιος, τρέχα και γύρευγε ονόματα, ούτε ο ίδιος πια δεν το θυμάται κι ούτε που έχει σημασία στο φινάλε-φινάλε. Διότι τότε γίνηκε το μπραφ μες στο χαμό που επικράτησε, ολόκληρη ιστορία να αποφασιστεί η τύχη του μποξ, και ήτανε πολιτισμένο σπορ ή όχι, και θα βγαίναμε στην παρανομία ή τι; Και πέφτει ο ζωγράφος ο περί ους ο λόγος ο και πιάνει και τόνε ζωγραφίζει, κι έγραφε ο Θρύλος πως τον είχε και μποξάριζε και τον επλήρωνε με την ώρα, ιδιωτικά. Εμένα το Παιδί αλλιώς μου τα είπε, αυτό όταν τον ρώτησα, σημειωτέον.

FletcherΚι εβαφτίστηκε η εικόνα «Το Παιδί Από Το Στόλο», και μπορώ να φανταστώ την επακόλουθη καζούρα, μέχρι που ορισμένοι φάγανε την παπάρα τους και τους εκάθισε στο λαιμό να φτύνουν να μη βγαίνει, όταν το παιδί έβγαλε νόκ άουτ στον τρίτο γύρο το Σκύλαρο και περπατώντας στις κοιλάδες με τις δάφνες – έγινε το Παιδί.
Ενθουσιάζομαι όταν μιλάω για τον κερατά, σβήσ’ το αυτό, μία το μποξ μία τα νιάτα μου, πίσω στην ιστορία – και γράφ’ το αυτό να μπει στα πρακτικά, ο ζωγράφος ήρθε στο Παιδί, γιατί τον είχε δει τότε που έψαχνε για μοντέλα, δηλαδή πήγε να βρει μοντέλα στο γυμναστήριο, και το παιδί ήταν στο σάκο, και είδε ο τύπος το καράβι, όπου ταξίδευε από Ανατολή σε Δύση στην απλωσιά του στέρνου του. Για το καράβι έφερε ο τέτοιος τα συμπράγκαλα στο γυμναστήριο. Και τον ζωγράφιζε νυχτιά ολόκληρη, από τη δύση στην ανατολή – μίλαγε και ζωγράφιζε, ενώ τον είχε να μποξάρει στο σάκο, με τα φαντάσματα. Όλα αντίπαλα κι όλα φανταστικά.

Και το πρωί όλα τελείωσαν, λεφτά χέρια δεν ανταλλάξανε, μα χειραψία ανταλλάξανε – αυτό το τελευταίο το τόνιζε πάντοτε το Παιδί – σα για να το ακούει ο ίδιος, λες κι ήτανε η πρώτη χειραψία που εδέχτηκε. Και έκτοτε, ούτε φωνή ούτε ακρόαση και θέαση καμία, μόνο τα σούσουρα στ’ αποδυτήρια. Και που δεν είχε και όπως τι να πει, ένεκα ότι ο ζωγράφος δεν του την είχε δείξει καν, τη ζωγραφιά του, και τα τσογλάνια είχανε να του λένε: να πέσεις στον έρωτά του και να μη σε θέλει, τον βγάζανε περήφανο, κάτι τέτοια του κώλου, πως ήρθε δα κι η τέχνη να του φιλήσει τα πόδια, ούτως ειπεί, σαν κάπως όμως διαφορετικά, το ρήμα «παίρνω», εννοείτε.
FletcherΤο Παιδί ήτανε άντρας αντρών, κι αυτό το ’χει σεσημασμένο όποιος τον είδε στο μποξ, άμα καταλαβαίνει βέβαια από μποξ. Θα επανέλθω: εγώ τον ήξερα και προσωπικώς, κι αυτός πρέπει να σκύλιαζε, γιατί τον είχε περί πολλά, βλέπετε, το ζωγράφο, λόγω και εκ της χειραψίας. Και έλεγε – διότι δεν του είχε κάνει πάσα ο χριστιανός, και που δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος, μόλο που λίγο βάρβαρος, σαν είλωτα τον είχε πια ολονυχτίς – «και τα χαράματα βούιζε το κεφάλι μου, όλη τη νύχτα να παλεύω κι αυτός να μ’ έχει με τα νάνουρα, με ξέκανε – κι ούτε που ένιωσα μαλάκας να μποξάρω τον αέρα».
Γι’ αυτό σου λέω, με τέτοια σούσουρα, αυτός θα αιστανότανε ότι του απαυτώνουνε, λες, την αρραβωνιάρα. Και όταν πια αρχίσανε να του φωνάζουνε «εεε!…από το καΐκι!…», λίγο να πούμε σαν καψόνι, εξαιτίας του ζωγράφου – άκου, δικέ μου, «Το Παιδί Από Το Στόλο»! Πώς του κατέβηκε του πούστη τέτοια ιδέα φαεινή, που μέσα στα σκατά τον άφησε, και το μοντέλο να ’χει δύο να υπερασπίζεται, και το ζωγράφο μα και τον εαυτό του στο καπάκι! Και ποιος να ξέρει μήπως τον πατάγανε και τα καλόπαιδα εκεί όπου τον έτσουζε, ποιος ξέρει μην τύχει κι ήταν πράγματι στο στόλο και τι να του ’χε λάχει εκεί μέσα… Μα ό,τι δε σε σπάει, σ’ ατσαλώνει…

Απόσπασμα συνέντευξης δημοσιευμένης στο τεύχος (;) Ιουνίου 1946 (δυσδιάκριτο)

Πίνακας: Fletcher Martin, A Lad from the Fleet – 1935, ελαιογραφία, 48 Χ 30

(Προδημοσίευση)

.

.

 

Θανάσης Πάνου, Προνομιούχες υπάρξεις

Edward Cucuel1280

.

Όταν τα όνειρα προσφέρουν ένα καλάθι σύννεφα
θροΐζουν στρατιές από μελαμψές πριγκίπισσες
προνομιούχοι άγγελοι –κι όμως διόλου απονήρευτοι–
με χέρια γεμάτα από ψωμί και εδέσματα
προνομιούχες υπάρξεις που ραμφίζουν τη ζωή
κι αναγεννούν απ’ την αρχή τον κόσμο
γυναίκες-πάνθηρες
φύλακες της ηδονής
όλων των ανδρών μεθύσι
γυναίκες-τελετές
των τρυφερών πελμάτων του έρωτα.

Πίνακας: Edward Cucuel

(Προδημοσίευση)

.

.

 

Μανόλης Πρατικάκης, Μνήμη του ξύλου

.

 Μνήμη του ξύλου τώρα που η φωτιά σε λέει
δώσ’ μας για λίγο τη φεγγοβολή του μυστηρίου σου.
Εξήγησέ μας τα «νερά».
Το μελανό φτερό του σπίνου την αυγή
που καμπυλώνει προς τον Άδη.
Δώσ’ μας για λίγο μες στην αστραπή
που σε σαλπίζει τα κλειδιά της πόρτας
που δεν έγινες.

Πίνακας: Denis Sarazhin

Μανόλης Πρατικάκης, Μνήμη του ξύλου, Από τη συλλογή Η μαγεία της μη διεκδίκησης, σελ. 113, Εκλογή από το έργο του, Εκδόσεις Καλέντης, 2014

.

.

 

Δημήτρης Καλοκύρης, Η παραμικρή λεπτομέρεια

Όταν το Γενάρη του ’61 η πολιτική κατάσταση στο Κονγκό αγρίεψε, ανακατεύτηκαν Σοβιετικοί με Κινέζους και δολοφονήθηκε ο ηγέτης της ανεξαρτησίας Λουμούμπα, μ’ έστειλαν οι γονείς μου στην Αθήνα, εσωτερικό σε γαλλικό λύκειο που το διαχειρίζονταν ελληνόρυθμοι μαριανοί μοναχοί – κάτι φτωχά παιδιά φραγκολεβαντίνων από τις Κυκλάδες, που τα περιέθαλψε η καθολική εκκλησία, τους κρέμασε μπρούτζινα σταυρουδάκια στο λαιμό και τους μύησε στος ψυχοβόρους μύθους της.

Εκεί κατάλαβα πώς προήλθε η λαϊκή δοξασία ότι η παρουσία ιερέα στο πλοίο προμηνύει πάντοτε τρικυμία. Πήγαινα στην τελευταία τάξη όταν οι γονείς μου πνίγηκαν σε ναυάγιο ανοιχτά της Μήλου, μετακομίζοντας με όλη την κινητή περιουσία μας (και ένα αυτοκίνητο μάρκας Σιτροέν) για την Ελλάδα. Ο καπετάνιος λεγόταν Παπάς.

Στο εν λόγω γαλλόφωνο σχολείο φοιτούσαν νέοι από διάφορες χώρες. Εκεί γνώρισα τελειόφοιτο τον κατόπιν διαπρεπή Ολλανδό μουσικό Βαν Γκέλη, δύο Ιταλούς διδύμους που εξελίχτηκαν σε ιδιοκτήτες πολυκαταστήματος, ενώ θυμάμαι ακόμη τον Κωστάκη Α., ικανότατο στο βόλεϊ, περιζήτητο στις παρέες για το ευρηματικό χιούμορ του και σήμερα συνταξιούχο της Ε.Υ.Π. Δεν ξεχνώ ούτε τον Σπύρο Γ. από την Αταλάντη, που έγινε κατόπιν χημικός, ειδικεύτηκε στη φαρμακολογία και ασχολήθηκε με τα λεγόμενα Orphan Drugs, τα φάρμακα σπανίων παθήσεων, όπως το αρνητικό σύνδρομο Χάου, η συγγενής κειμενοπάθεια κ.ά.

Συμμαθητής μου υπήρξε επίσης κάποιος Δάγαλης (μου διαφεύγει το μικρό του όνομα αυτήν τη στιγμή), ψηλόλιγνος, κοκκινοτρίχης, σαν Ιρλανδός, τον οποίο συνάντησα πρόσφατα σε έκθεση αυτοκινήτων με τον δεκαεξάχρονο γιο του. Είχε προσχωρήσει με φανατισμό στην Αίρεση της Δραχμής, μία σέχτα που τα μέλη της γράφουν ακόμα με πολυτονικό σύστημα, ζυγίζουν με οκάδες, μετράνε με πήχεις, συναλλάσσονται μεταξύ τους με επιταγές σε εικονικές δραχμές, απαξιούν το Γρηγοριανό ημερολόγιο και τη Γιουροβίζιον, δεν αλλάζουν την ώρα δύο φορές το χρόνο στα ηλιοστάσια, μιλούν στο σκύλο τους στον πληθυντικό και τον νηστεύουν τις σαρακοστές, βασισμένοι στο θεώρημα του Λόβλοκ, κατά το οποίο το δεκαδικό μετρικό σύστημα, με τα μέτρα, τα κιλά κτλ., δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μέρος του ψυχολογικού πολέμου που σοφίστηκε ο Ναπολέων – «ένα είδος νοητικής τρομοκρατίας για να φέρει σε απόγνωση τον εχθρό, ο οποίος μετρούσε τα υπάρχοντά του με πόδια, γιάρδες και γαλόνια».

Τελείωσα το σχολείο υπό τη χαλαρή κηδεμονία του αδερφού της μητέρας μου, που ήταν μικροβιολόγος, είχε δύο διοπτροφόρες κόρες και σύζυγο νηπιαγωγό. Έδωσα τις νενομισμένες εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και, με  την υλική του συμπαράσταση πάντοτε, βρέθηκα να σπουδάζω στη Θεσσαλονίκη γαλλικά. Eugeni Forcano 3Βεβαίως, δεν με απασχολούσαν καθόλου οι ηθικές φυτολογίες του Μπωντλαίρ, οι αστραπιαίες εκλάμψεις του Ρεμπώ, οι αμφίφυλες μαντείες του Απολιναίρ και οι αθλιότητες του Ουγκώ, που μας δίδασκαν ακροποδητί στα σπουδαστήρια. Ούτε τίποτε άλλο από τα κοινά με απασχολούσε, εδώ που τα λέμε.

Μπορώ να εκτιμήσω τώρα ότι η Δανάη με ερωτεύτηκε ακαριαία, ακριβώς γιατί τη μαγνήτισε η θηριώδης αδιαφορία μου στην εκτυφλωτική παρουσία της, αδιαφορία η οποία, όμως, δεν ήταν προσωπικής κατευθύνσεως, αφού συμπεριλάμβανε και οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, φιλοσοφία ή πολιτική παράταξη εκείνη τη ραγδαία εποχή, επειδή το ουσιαστικό και αποκλειστικό αντικείμενο του ενδιαφέροντός μου ήταν τότε η Φυσική.

Δημήτρης Καλοκύρης, Η παραμικρή λεπτομέρεια, σελ. 98-100, από το βιβλίο Μια μηχανή για κινούμενα τοπία και τα συναφή, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων, 2014

Photo: Eugeni Forcano

.

.

 

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO

Και ενώ οι περαστικοί μπούχτισαν το θέαμα –μερικοί είχαν βγάλει τα γάντια, η ζέστη τώρα ήταν έντονη–, συνέβη να ακουστούν, από το υπερώο της Βουλής, να ακουστούν κακαρίσματα, και ακολούθως παρουσιάστηκαν κότες. Η παρουσία και σίτιση κοτών στο ίδρυμα της Βουλής αποτελούσε αναφαίρετο προνόμιο των βουλευτών, είχε ανάγκη τα αυγά τους, είτε να τα ρουφάνε ωμά για την εναρκτήρια δημηγορία τους ή για διαπληκτισμούς σε debate. Και όταν έπαιρνε σύνταξη, κάθε βουλευτής αποσυρόταν με το προσωπικό του αυτοκίνητο, τον προσωπικό του χωροφύλακα, την προσωπική του σύνταξη και την προσωπική του κότα. Και οι κότες τώρα, όλες τους ασορτί στο χρώμα, μονόχρωμες, αρχίζουν να φτερακάνε αποφασισμένες, θιγμένες κυρίως. Πλην ορισμένες δεν είχαν το απαιτούμενο πτητικό ταλέντο και έπεσαν, ανάσκελα μάλιστα, με τα νύχια πεταγμένα έξω και συνωστίζονταν ανάμεσα στους πυρακτωμένους αλλά εξαερωμένους γνωστούς και «φίλους του κόμματος», μπουναμάδες και τέτοια, με τρόπο γενικά άγαρμπο, μερικές μάλιστα και ξεπουπουλιασμένες. Οι υπόλοιποι όμως, που είχαν ειδικευτεί σε πτήσεις, πετυχαίνουν να ξεφύγουν προς τα επουράνια, αποφεύγουν σύγκρουση με τα ουράνια σώματα (αυτό από καλή τους τύχη μόνο, δεν κατείχαν από αστροφυσική και βαρυτικές έλξεις) και προσγειώνονται τελικά στη στρατόσφαιρα, όπου και κούρνιασαν, αφού πρώτα δοκίμασαν να τους επιβάλουν έξωση κάποια άλλου είδους ιπτάμενα όντα, με άλλου είδους φτερά, έγχρωμα και ίσως λουστραρισμένα με λακ από κομμωτήριο. Τελικά όμως και τα δύο μέρη αποδέχτηκαν να συναγελάζονται. Προσωρινά, υπογράμμισαν τα  άλλου είδους όντα. Οι κότες κοίταξαν κάτω, πλην μόνο ουράνια σώματα έβλεπαν. Πότε θα έρθει η παλινόρθωση να ξαναπάρουμε τη θέση που εκ του συντάγματος μάς ανήκει στη Βουλή, έλεγαν, και κατά βάθος εζήλευαν τα πολύ λουσάτα φτερά των συγκατοίκων τους.

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO, από το κεφάλαιο Και οι κότες  σελ. 25-26, Καστανιώτης 2009

Artwork: Hollie Chastain

 

Ηλίας Α. Παπαμόσχος, Κοτσύφι

 στη Νένη Τσανδήλα

Στον μοναδικό κήπο της γειτονιάς μου, αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, και της γύρω περιοχής, φύονται τρεις ροδιές, κοντούλες και ταπεινές κάτω από έλατα υψιπετή. Ο ιδιοκτήτης, προσπαθώντας, φαίνεται, να δαμάσει τα κλαριά τους, τις είχε δέσει με κάτι εύκαμπτα ελαστικά, που θυμίζουν τις σύγχρονες χειροπέδες, σ’ εμένα όμως θυμίζουν τα λάστιχα που χρησιμοποιούν οι γυναίκες για να κάνουν κότσο τα μαλλιά τους. Αυτό συνειρμικά μ’ οδήγησε να βαφτίσω τα άγρια, τον χειμώνα, κλαριά της ροδιάς μαλλιά της Περσεφόνης, πως είναι ό,τι απέμεινε έξω από τη γη τη στιγμή που το άρμα του Πλούτωνα είχε βουτήξει για τον κάτω κόσμο, κι όταν την άνοιξη φουντώσουν πάλι, και λάμπουν στολισμένα τα κλαριά με φύλλα, καρπούς και άνθη, να, τώρα, όλο λέω θα βγει απάνω η θεά μ’ ορμή να πάει να σμίξει με τη μάνα της. Έτσι δελέασε ο Πλούτωνας την Περσεφόνη, προσφέροντάς της αυτόν τον νήδυμο καρπό. Ο λαός λέει πως το ρόδι φέρνει τύχη, γι’ αυτό σπάνε ρόδια στα κατώφλια των σπιτιών, ενώ φαντασίες πιο καρπερές είδαν στο σπάσιμο του ροδιού άστρων ξεχείλισμα.

Το ρόδι όμως είναι και αγαπημένο έδεσμα του κότσυφα και πολλές φορές έχω δει κάποιον, αφού πρώτα παραμερίσει τα πεσμένα στο χώμα φύλλα κι αφού χοροπηδήσει πάνω του, κι αρπάξει έπειτα κανένα σκουλήκι, να ρίχνεται κατόπιν στη ροδιά. Όμως τον χειμώνα τα ρόδια που τρυγάει είναι μαύρα, σκέτο κατράμι. Ένας παλιός μύθος λέει πως το κοτσύφι που θα φάει ρόδι πεθαίνει. Η ροδιά βαστάει τα μαύρα ρόδια ακόμη κι όταν βαΐζουν απ’ τα νέα ρόδια τα κλαριά της, σαν τη μάνα που δεν λέει ν’ απορρίξει από την αγκαλιά της το πεθαμένο της παιδί βαστάει κάποια απ’ τα παλιά, και το κοτσύφι αυτά τρυγάει τον χειμώνα. Ίσως αυτών των ροδιών τα σπυριά πιο γλυκά να είναι, σαν το τραγούδι του, ίσως μέσα τους να ’χουν την αγάπη και τον καημό, να του σκοτείνιασε αυτός τα πούπουλα, τη μύτη του να κέρωσε, και μέλωσε η αγάπη το τραγούδι. Είναι το ρόδι, λες, που μιλάει μέσα απ’ το λαρύγγι του κότσυφα, λέει για τον καημό του Πλούτωνα, τον πόνο και την αγάπη μάνας και κόρης, είναι του δέντρου η φωνή• χαμένα μες στα πλουμιστά κλαριά είναι τα κοτσύφια την άνοιξη, του χειμώνα τα ρόδια μαύρα σιωπηλά μπαλσαμωμένα κοτσύφια το δείλι.

Ηλίας Α. Παπαμόσχος, Κοτσύφι από τη συλλογή διηγημάτων Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη, 2015

.

.

 

Χρύσα Φάντη, Χαμένος από χέρι

Από την ανοιχτή πόρτα της κρεβατοκάμαρας είδε τον πατέρα να κοιμάται με το στόμα ανοιχτό, το χασίσι δίπλα στο κομοδίνο. Ένα κόκκινο ρυάκι που ξεκινούσε από το σώμα της μάνας κυλούσε αργά προς τη μεριά του. Πανικόβλητος βγήκε από το σπίτι. Βρέθηκε να τρέχει σε δρόμους έρημους, με τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάγουλά του. Δεν σταμάτησε, μέχρι που πέρασε και το τελευταίο σπίτι της πόλης και το πόδι του πάτησε το φρέσκο χώμα των χωραφιών. Βράδυ, ο ουρανός σκοτεινός και το φεγγάρι μάτι κολοβωμένο. Ψηλαφίζοντας βρήκε το μονοπάτι που οδηγούσε σε μια ερειπωμένη καλύβα. Ξάπλωσε σε μια στοίβα ξεραμένα σπαρτά. Έμεινε σε στάση εμβρύου, με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το στήθος. Αμέσως σχεδόν τον πήρε ο ύπνος. Έναν ολόκληρο χειμώνα δραπέτευε από το σπίτι του και κοιμότανε στην καλύβα. Τουρτουρίζοντας από το κρύο και την ένταση, ξάπλωνε στο στρώμα και σκεπαζόταν μια κουβέρτα. Όταν επιτέλους ζεσταινόταν, πέταγε χάμω τα ρούχα και έμενε με τις κάλτσες. Φανταστικά αγκαλιάσματα και ψίθυροι τροφοδοτούσαν τη σκέψη του μέχρι την τελική κορύφωση, το σβήσιμο μες στη νιρβάνα. Δεν κράτησε όμως η ευτυχία του.

Την άνοιξη εκείνου του χρόνου η μάνα έδιωξε τον πατέρα του, αφού πέταξε τα ρούχα του στο δρόμο. Από φόβο δήθεν μην έρθει ο κούτσαβος στον ύπνο της και την καθαρίσει, ανάγκασε το γιο να κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι μαζί της. Από τότε εκείνος ριγμένος στη μέσα μεριά του κρεβατιού, με τον υγρό σοβά να του γδέρνει την πλάτη, έπρεπε να κρατάει και την ανάσα του, για να μην την ξυπνά ή να της ζητάει την άδεια σαν ήθελε να πάει στην τουαλέτα. Έφηβος πια, όταν οι ονειρώξεις τον επισκέπτονταν τα βράδια, ένιωθε τη χούφτα της να χώνεται στο σλιπάκι του και τη φωνή της σε τόνο άφατης αηδίας και επιτίμησης, καταμεσής της νύχτας, να τον διατάζει: «Πήγαινε αμέσως στον καμπινέ να πλύνεις τις ντροπές σου. Ίδιος ο αχαΐρευτος ο πατέρας σου, πανάθεμά σε».

Χρύσα Φάντη, Χαμένος από χέρι από τη συλλογή διηγημάτων Το δόντι του λύκου, Εκδόσεις Πατάκη, 2007

Φωτό: Manuel Alvarez Bravo

.

.

 

Δημήτρης Καρακίτσος, Νέκυια

–Eλαφρύς κόθορνος αυτός ο Κλεάνθης, γεννημένος ούτε για να σαλαγάει πρόβατα. Κέρινη πλάκα κάτω απ’ τη μασχάλη κι ένα κεφάλι πήχτρα στο σύθαμπο να πολεμά αυτό που πόσο ακόμη θα ονομάζεται ποίηση κανείς δεν ξέρει. Όσο ζούσαμε ήμασταν τρελοί, γελώντας και δακρύζοντας με λέξεις κούφιες σαν καλάμι. Κι, όμως, καλοκαίρι θα ήταν όταν εκεί, στο σπίτι του Αριστοκλή του μέτοικου, και μετά την οινοποσία, σπρώξανε τον φέρελπι νέο οι φίλοι του μέσα, στην παρέα των γερόντων να τα πει. Τρίκλιζε αυτός, μισομεθυσμένος: τη λαδιά άλλωστε την είχε κάνει αποβραδίς. Με τον μέντορά του Νίκαρχο, που σκάμπαζε από εξάμετρους όσο το κουτσό του το γαϊδούρι. Σωριάζεται ο ποετάστρος στο κιλίμι φτύνοντας δυο στίχους, που καλύτερα να τους έγραφε ασβός. Σκάσανε στα γέλια όλοι, ακόμη κι όσοι τελικώς δεν έκαναν τίποτα με το κορμί τους απ’ το να χαχανίζουν σαν κολοκυθανθοί. Κλεάνθη, κι άλλο! Kι άλλο! έλεγε ένας πετρόψυχος που σου δάνειζε πέντε για διεκδικήσει έως και τις φασκιές των παππούδων σου. Κι άλλο!Kι άλλο! έλεγε, χειροκροτώντας, πονηροχαχανίζοντας, με μάτια πιο κρύα κι απ’ αυτά του βοδιού. Οι φίλοι του γλεντούσαν στου κασίδη το κεφάλι, ραίνοντάς το πεπονόφλουδες και τσόφλια καρυδιών.

Αχ, ποετάστρε Κλεάνθη, για τις φακές σου (μόνο) έφτιαξε ο Δίας τις δάφνες! Πώς να σε σώσει ο μέντορας; O μέντορας κουτός ήταν, αλλά είχε λεφτά. Του είπε ότι θα μεσολαβήσει για βράβευση, μα πρώτα αντίδωρον: ποίημα γι’ αυτόν και τους δικούς του. Κι ο Κλεάνθης τότε, σε κάμαρη λίγο μεγαλύτερη από σκαλί κλείνεται με τις μεγάλες ζέστες και φρουτακιάζει. Γράφει, ω τι γράφει, εκεί να δεις! Ποίημα όπως στρέφει το λαιμό της η κουκουβάγια, αν αντέξεις μπορεί και να δεις σκουλήκια να σέρνονται στο χώμα έτσι ψηλά όταν θα στέκεσαι. Τόσο σπουδαίο ποίημα. Αλλά ο μέντορας, ξεκούτης και μιας κάποιας ηλικίας, αξιώθηκε να δει το όνομά του σε εξάμετρο, πείτε μου, ποιον άθλο θέλετε τώρα να ζητήσει από τον Ηρακλή; Εύγε, λέει στον Κλεάνθη, η επιτροπή τα άρπαξε χθες σε ψιλά – χαρά στο πράγμα! Το ίδιο κάνει, σε βραβεύσανε σε μέρες δυο και μαζί με σένα αθάνατο γίνεται και τ’ όνομά μου. Ο Κλεάνθης, σφουγγίζοντας τα δάκρυά του, τρέχει να πει τα καλά νέα στη σκορδόπιστη – δες τώρα πώς αλλάζουνε τα πράγματα. Μα του ’ρχεται του κακομοίρη μια κεραμίδα απ’ τον εξώστη και τον στέλνει στην αιωνιότητα προτού τη γευτεί. Αυτή είναι η ιστορία του χειρότερου ποιητή που έζησε στην Αθήνα, και σας τη λέω εγώ. (…)

Όταν κοιμούνται οι θνητοί, ένα χέρι πάνω τους σπάει πέτρες από το δέρμα του ουρανού. Έπειτα τις τρίβει στα δάχτυλά του κι αυτή η σκόνη ονομάζεται όνειρο. Χάφτες σκόνης λοιπόν, αυτό ήμασταν. Τώρα στις παρυφές του αιώνιου ζόφου, το δέρμα του ουρανού είναι κρύο και το χέρι έπαψε να πασπαλίζει τις ανάσες μας. Οι θεοί δεν νοιάζονται για κανέναν κι ούτε οι νεκροί νοιάζονται για τους θεούς. Γράψε λοιπόν, Κλεάνθη, είθε η σκιαμαχία των βατράχων και των ποντικιών να φανερώσει στους αποπάνω την αλήθεια. Γράψε και επιμελήσου το κείμενο με χαχανητά. Ξύσε την πλάτη σου πάνω του για να ανακουφιστείς από τον κνησμό της ουράνιας σκόνης. Ας μάθουν οι θνητοί.

.

Δημήτρης Καρακίτσος, Νέκυια από το βιβλίο Βένουσμπεργκ, σελ. 40-41 και 51-52, Εκδόσεις αντίποδες, 2015

Πίνακες: Florine Stettheimer

.

.

 

Μανόλης Πρατικάκης, Η γυμνή πανοπλία


.

Κάθε Κορίτσι κατεβαίνει πάνοπλο στον κόσμο.
Αλλά η γοητεία των αντρών, η αλαφρομυαλιά τους,
η ένοχη σκληράδα τους, μια νύχτα σαν ωραίοι
λογχοφόροι τη βρίσκουν και την αφοπλίζουν.
Βίαια της αποσπούν τα ξίφη• της αποσπούν τ’ ακριβά
περιδέραια που με σύνεση της κρύβαν το τρυφερό
κόκκινο φύλλο.
Της αποσπούν το φόρεμα από αλαλαγμούς και κόκκινους
βοριάδες• και μετά το σκληρό
κάτασπρο καπέλο που μαγνητίζει τα τριζόνια
και τις σιγαλιές. Κι ύστερα τη ρίχνουν
σε μια τρικυμία από προορισμούς.
Εκείνη που είναι προορισμένη ν’ αφοπλίζεται
και να πληγώνει.

Μανόλης Πρατικάκης,  Η γυμνή πανοπλία, από τη συλλογή Νύχτα εφημερίας, Εκλογή από το έργο του, Εκδόσεις Καλέντης 2014

Πίνακας: Anneke Van Brussel

.

.