RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Unknown's avatar

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρηματα, διηγήματα και δοκίμια. Από το 2016 επιμελείται την ετήσια περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα.

Δημήτρης Αγγελής, Παρίσι-Αθήνα

.

Όλη τη νύχτα τα μαλλιά σου πάνω στο μαξιλάρι δεν
μ’ άφηναν να κοιμηθώ

Μέσα τους κρυβόταν μια ολόκληρη χώρα
ένας μόνιμος βόμβος ηχούσε απ’ το φτερούγισμα
χιλιάδων κολιμπρί

Κι άναβαν σαν σπίρτα τα κίτρινα όνειρα που βλέπουν
οι πεταλούδες της Ρόδου τον Σεπτέμβριο.

Κοντά στον φεγγίτη του λαιμού έπινε με θόρυβο νερό
ένας πορτοκαλής σκύλος, το κυπαρίσσι παραδίπλα
αναβόσβηνε

Ακούγονταν κι οι πλεκτομηχανές που τα μαλλιά σου ηλέκτριζαν
μαζί με τα παραμιλητά ενός
που κυνηγούσε το φεγγαρόφωτο
για ν’ ανάψει ένα κερί

νομίζω επίσης πως φώναζε διαρκώς ένα όνομα
σα να προσπαθούσε να χώσει ένα κουτάλι με υδράργυρο
στο στόμα της νύχτας

χθες βράδυ που εσύ
κοιμόσουν αμέριμνη στο Παρίσι
κι εγώ στην Αθήνα.

Δημήτρης Αγγελής, Παρίσι-Αθήνα από την ενότητα Αν ήμουν η νύχτα σου, Πάντα βρέχει στο κεφάλι του σκύλου, εκδόσεις Πόλις, 2022

Πίνακας: Mary Fedden

 

Έλσα Κορνέτη, Ο πετεινός της Αλίκης

.

Οι μακριές ξανθιές μπούκλες

ήταν οι μακριές ξανθιές μπούκλες

που δεν είχε

Το λευκό δαντελένιο φορεματάκι

ήταν το λευκό δαντελένιο φορεματάκι

που δεν φόρεσε ποτέ

Η μεταξωτή κορδέλα στα μαλλιά

ήταν η μεταξωτή κορδέλα

που δεν έβαλε ποτέ

Η πραγματική Αλίκη ήταν η Άλις Λίντλ

είχε κοντοκουρεμένα τα καστανά της τα μαλλιά

και ύφος αγοροκόριτσου έτοιμου να κάνει σκανταλιά

Είχε και το λαγούμι της

όπου τρύπωνε συντροφιά με το κουνέλι

κι ευχαριστιόταν τόσο πολύ

όταν απ’ όλους και απ’ όλα ξεμάκραινε

και ως διά μαγείας εξαφανιζόταν

.

Αργότερα όμως ένα ντριν ντριν επίμονο

ερχόταν και με δονήσεις την πολιορκούσε

Αυτό το ξυπνητήρι το παλιακό

που ήταν ανθεκτικό σαν κονσερβοκούτι

δεν το συγχωρούσε

πάνω στα καλύτερα όνειρα ερχόταν

και με τραντάγματα την ξυπνούσε

κι όταν κάποτε το εκσφενδόνισε με θυμό

αυτό έβγαλε δυο πόδια κεράτινα

πήρε φόρα πήδηξε από το ανοικτό παράθυρο

κι έτσι φουσκωμένο κι έξαλλο από θυμό

έξω στον δρόμο άρχισε να τρέχει

Από τότε δεν έπαψε ποτέ να το κυνηγά

να λαχανιάζει πίσω του για να το πιάσει

γιατί της έκλεψε κάτι που από καιρό πια

δεν την κατοικεί κάτι που αφάνταστα της λείπει

και τόση αποδιοργάνωση της προκαλεί

γιατί το κοκόρι το τρελό

πήρε μαζί του κι έφυγε

το αλάνθαστο βιολογικό της ρολόι

Artwork: Anja Millen

 

Σωτήρης Σαράκης, Το χάσμα των γενεών   

.

Κάθισε άνετος στο αντικρινό

κλαδί και με κοιτούσε

σφυρίζοντας αδιάφορα, ώσπου

δε βάσταξα, καλά

του λέω, είσαι σίγουρος

πως είσαι κότσυφας; και βέβαια

μου απαντάει ατάραχος, κότσυφας

κερομύτης; επιμένω

δε βλέπεις, δεν ακούς; ρωτάει

με τη σειρά του, και καλά

τον αποπαίρνω, δε φοβάσαι

να μην τραβήξω δίκαννο, ή έστω

σφεντόνα παιδική; δε γίνονται

αυτά, ποτέ

δεν έχουν γίνει, απτόητος

με καθησυχάζει, άντε τώρα

να διδάξεις

τον κότσυφα Ιστορία, όμως

.

δεν έφτασε μέχρι να πω

«χάλασε ο κόσμος», όμως

πείτε με βάρβαρο αν θέλετε αλλά κόσμος

όπου ο κότσυφας δεν τρέμει

τον άνθρωπο δεν είναι

ο δικός μου κόσμος·

                                     ε, καλά

του σφύριξα καθώς

βαριεστημένοι φεύγαμε κι οι δυο

καλά, του σφύριξα χαιρέκακα τραβώντας

το τελευταίο μου χαρτί, πρόσεξε μόνο

μην καταντήσεις σαν αυτά

εδώ τα περιστέρια, πρόσεξε

μην καταλήξεις κότα στο κοτέτσι, κότα

στο ορνιθοτροφείο, τρέμε! φοβού

τον homo sapiens κακομοίρη μου, αλλά πού

να καταλάβει.

Artwork: Gary Bunt

 

Σωτήρης Σαράκης, Τρώες κομάντος στην Αυλίδα

 

.

Ποιος είπε πως την πήρε η Άρτεμις;

Επινοήσεις όλ’ αυτά και διαδόσεις του Οδυσσέα.

Είχαν, βλέπεις, κι οι Τρώες τις πληροφορίες τους

στείλαν οπλίτες εκλεκτούς, μεταμφιεσμένοι

σ’ Αχαιούς αυτοί, μπήκανε στο στρατόπεδο,

μελέτησαν καλά τις λεπτομέρειες, και την τελευταία

στιγμή –κι ως είχαμε όλοι μας στη γη

το βλέμμα καρφωμένο– ορμούν

αρπάζουν το κορίτσι ξαφνικά, κι ολόισια στην Ταυρίδα

.

όμως ο πολυμήχανος πρόλαβε την καταστροφή

πετάχτηκε, έμπηξε τις άγριες κραυγές του θαύμα! θαύμα! (να τον έβλεπες!)

έβαλε αμέσως και τον Κάλχαντα στο κόλπο, κοιτούσε

αυτός εκστατικός τον ουρανό κι επιβεβαίωνε

πώς βρέθηκε –αν βρέθηκε– σφαγμένο ελάφι στο βωμό

κανένας δεν κατάλαβε μες στην αναμπουμπούλα

ήταν άλλωστε

τέτοια η μανία του στρατού να μπει στα πλοία

που ό,τι κι αν άκουγαν θα το πιστεύαν

ό,τι κι αν άκουγαν εκτός απ’ την αλήθεια

.

σώθηκε, βέβαια, το κοριτσάκι αλλά

ως εκεί, μόνο ως εκεί:

Φαίνεται δεν υπήρχε δύναμη στον κόσμο

τόσο μεγάλη που να σταματήσει το κακό

– και πότε, θα μου πεις, υπήρξε δύναμη ικανή να σταματήσει

την τρέλα των ανθρώπων, μπήκαν

στα πλοία, φτάσανε στην Τροία, σφάζαν

σφαζόντουσαν για δέκα χρόνια, χόρτασε

η ψυχή τους

δόξα και πόνο, χόρτασε

ο κόσμος συμφορά

.

κι ύστερα βάλαν τη φωτιά, ξεθεμελιώσαν

την πόλη, ακούγεται ακόμα ο θρήνος της Εκάβης

ακόμα ο θρήνος των Τρωάδων, ποια δύναμη

να σταματούσε το κακό, ένα αγόρι

γκρεμίζεται απ’ τα τείχη, ένα κορίτσι

στο βωμό

άνακτες, ιερείς και στρατηγοί, δικός τους

πάντα ο κόσμος, άδικα

οι ριψοκίνδυνοι οπλίτες

μπαίνουνε στη φωλιά του λύκου, άδικα

ορμούν κι αρπάζουνε την κόρη

.

τη σώζουν και τη φυλακίζουν στην Ταυρίδα

αυτό, μονάχα αυτό μπορούνε, τίποτ’ άλλο.      

(Πάθη των φθόγγων, 2009)      

Πίνακας:  Perrier François           

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ένα τέρμα  

.

Ένα δίχτυ λαχτάρας

υφάνθηκε μέσα της στάσιμο,

σα φτερό που επιπλέει.

.

Αυτή, που τα δόντια έτριζε στον ύπνο της,

μαλλιά απλωμένα στο ζεστό αεράκι,

δεμένη σ’ ένα φόρεμα εκρού, ποπλίνα,

–για λόγους πανικού–

είπε να τελειώνει.

.

Χαμήλωσε λίγο, καθώς έτριζε το κάγκελο,

κι αργά διαλύθηκε σε μια λευκή πούδρα

κάθε κόκκος της, όπως σκόρπιζε, σκεφτόταν: 

.

ένα τέρμα  είναι πάντα ένα τέρμα.

Πίνακας: Sylvia Melland

 

Έλσα Κορνέτη, Η βουλιμική οικογένεια

.

Ήταν μια εποχή

που ο πατέρας τάιζε

έναν μικρό πράσινο παπαγάλο

με λευκά σπόρια και χοντρό αλάτι

Ζούσα σ’ έναν αθέατο κι αλλόκοτο κόσμο

οι φίλοι μου ήταν ερμαφρόδιτα κοράλλια

Τις νύχτες ανέβαινα μια σκάλα που έλιωνε σαν παγωτό

Τις μέρες το μωβ ταβάνι στο δωμάτιο

γινόταν μια μέδουσα που άπλωνε το ζελέ της

κι έπειτα έπεφτε με πάταγο στο πιάτο του μεσημεριανού

Όταν ενηλικιώθηκα κατάπια έναν βάτραχο

κι ένας πρίγκιπας στρογγυλοκάθισε στο στομάχι μου

Η δυσπεψία έγινε χρόνια κι εγώ εγκρατής

στην κατανάλωση ωμού αντρικού κρέατος

Artwork: Anne Siems

 

Μαρία Βαχλιώτη, EXIT

.

Την κοίταζε έντρομος

με μάτια διάπλατα ανοιχτά –

ασύμμετρη

κακοβαλμένη

.

μπαούλο ξέχειλο

με ψεύτικα νομίσματα

να μη στερεύει

να σέρνεται στα πεζοδρόμια

σαν βάρδια ατελείωτη

.

φτηνές κολόνιες σε δυσώδεις περιοχές

τσίγκινα τιμαλφή να κροταλίζουν

.

κάλπικη

κάλπικη ζωή

όπως ο ύπνος του δικαίου

.

αμίλητος

ανέβηκε στο άλογο*

έστριψε για Σκαραμαγκά

.

θυμόταν ακριβώς

πού είναι η θάλασσα βαθιά.

.

*Αφορμή για τη συγγραφή του ποιήματος υπήρξε η αυτοκτονία του Περικλή Γιαννόπουλου.

Πίνακας: Nicolai Dubovskov

 

Σωτήρης Σαράκης, Η εκδίκηση του Οιδίποδα

.

Μάντη Τειρεσία,

καλά μας τα ’πες ως εδώ, όλα τα βρήκες

την πόλη έσωσες απ’ το φριχτό λοιμό

μα πες μου, αν θέλεις τώρα:

τ’ όνομα Σιγισμούνδος Φρόυντ σού λέει τίποτα;

κρυφά δεν έχουν οι θεοί από σένα

κάτι θα πρέπει να γνωρίζεις μάντη Τειρεσία

σε αμηχανία σε νιώθω

κάτι ψελλίζεις πως βαρβαρικά

ηχεί στην ακοή σου τ’ όνομα

μα εμένα τώρα, μάντη Τειρεσία,

που χάνοντας το φως μου κάπως μπήκα

στα σκοτεινά δικά σου μυστικά

κάτι μου λέει πως γι’ αυτόν

γι’ αυτόν δουλεύουμε όλοι, θύματα

της μοίρας και προφήτες

.

χάθηκες, μάντη Τειρεσία,

μάτια μην έχοντας να βγάλεις

γκρεμίστηκες στο βράχο όπως η Σφίγγα

δεν πειράζει, μάντη Τειρεσία.

Πίνακας: Pietro della Vecchia

 

Σωτήρης Σαράκης, O Όσιος Μιχαήλ (Πρόσωπο πιθανώς φανταστικό)

.

Εδώ έζησε ο Όσιος Μιχαήλ

εξήντα χρόνια εξερευνούσε αυτούς τους βράχους

απ’ τη σπηλιά του ως εκείνο το σκαλί

σαράντα μετρημένα βήματα

ο δρόμος του και πάλι πίσω καθεμέρα

δεξιά η θάλασσα βουβή

εξήντα χρόνια συναπτά ο Μιχαήλ

ώρα δεν άφησε να πάει χαμένη

εξερευνούσε αυτούς τους βράχους

.

ύστερα πέθανε τον είπαν

όσιο και θαυματουργό

τον κάμαν εικονίσματα, όμως

εκείνος έφυγε με τον καημό με το μαράζι

που εξήντα χρόνια ολόκληρα δεν μπόρεσε

να βρει το μυστικό αυτών εδώ των βράχων.

(Το δέρας, 1994)

.

Artwork: Nicholas Roerich

 

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Το σαλιγκάρι

.

Αρχαίος μάρτυρας
υπομονετικός κηπουρός
ενσώματη μεταφορά
παραπληγικός άγγελος
ερμητική σφραγίδα
έρπων μεταφραστής
κινούμενος οίκος
παραπαίουσα Κιβωτός
διαλεκτικός ιστός.
Σίγμα η απαρχή της στροφής
άλφα η περιέχουσα εστία
λάμδα το κολλώδες ίχνος
ιώτα η ερμηνευτική κεραία
γάμμα ο κόμβος της δυσκολίας
κάπα η βραδεία επιμονή
ρω η αέναη κύλιση:
δίδαξέ με γραφή, σαλιγκάρι·
δίδαξέ με σιωπή.

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Το σαλιγκάρι, από τη συλλογή Το βιβλίο των πλασμάτων, Σαιξπηρικόν, 2021

Artwork: Alfonso Brezmes