RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Unknown's avatar

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρηματα, διηγήματα και δοκίμια. Από το 2016 επιμελείται την ετήσια περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα.

Δημήτρης Καλοκύρης, Κρούσματα

.

ΤΟ «ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ»

Όταν η πολιτική ορίζεται ως τέχνη του εφικτού

η Τέχνη ασκεί πολιτική του ανέφικτου

.

Η ΓΡΑΦΗ

Συνοπτικά, η λογοτεχνία αντιλαμβάνεται το Νόημα σαν μια υδρόγειο σφαίρα, την οποία σουτάρει ο Χρόνος προς τα δίχτυα της μνήμης. Τα χρέη του τερματοφύλακα πληρώνει ο καθρέφτης.

.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ο ρυθμός να προηγείται του λόγου.

Συνεπώς, το μυστικό της ποίησης δεν είναι το ρίμα,

το μυστικό της ποίησης είναι το ρήμα.

.

Δημήτρης Καλοκύρης, Ισαύρων, «Κρούσματα»,  σελ. 14-15, εκδόσεις Άγρα, 2015

Αrtwork: Jan Sluijters

 

Julio Cortasar, Mάγισσα

.

Γιατί άραγε να εισβάλλει τόσο κρύο στο δωμάτιο; Είναι ξαφνικό, με αυξάνουσες ριπές. Ίσως κάποιο κρύο που προέρχεται από μέσα, σκέφτονται οι φίλοι. Δεν είναι σπάνιο στις ολονυκτίες. Λίγο κονιάκ… Κι όταν ένας απ’ αυτούς κοιτάζει τον Εστέμπιαν, άκαμπτο στο κάθισμά του, αισθάνεται σαν ένας ξαφνικός τρόμος να αναπτύσσεται και να εισβάλλει στα μαλλιά του, στα χέρια και στη γλώσσα. Μέσα από το στήθος του Εστέμπαν διακρίνονται οι ξυλόγλυπτες πλέξεις της πλάτης της πολυθρόνας. Οι υπόλοιποι ακολουθούν το βλέμμα του φίλου τους και χλομιάζουν. Το κρύο μεγαλώνει, ανεβαίνει σαν παλίρροια. Πέρα από την κλειστή πόρτα ορθώνεται ξαφνικά η πυκνή μάζα του όρους με τους ευκαλύπτους να το λούζει το φεγγάρι. Κι εκείνο αντιλαμβάνονται ότι το βλέπουν μέσα από την κλειστή πόρτα. Τώρα είναι οι τοίχοι που υποχωρούν μπρος στη θέα της εξοχής, της γειτονικής αγροικίας, όλα υπό το άγουρο φως της πανσελήνου. Και ο Εστέμπαν έχει μετατραπεί πλέον σε μια ζελατινώδη φούσκα, όμορφος κι αξιοθρήνητος στην πολυθρόνα του,  που υποχωρεί κι αυτή μπροστά στην επέλαση του τίποτα. Από τη σκεπή εισβάλλει ένας πίδακας ασημένιου φωτός που ξεθωριάζει τη μαρμαρυγή του παρεκκλησιού. Οι πέντε φίλοι αισθάνονται τώρα να φιλτράρεται μέσα από τη σόλα των παπουτσιών τους η υγρασία της φρέσκιας γης, με χορτάρι και τριφύλλια, κι όταν κοιτάζονται, ανίκανοι να εκστομίσουν την πρώτη φάση της αποκάλυψης, βρίσκονται πια μόνοι με την Πάουλα, με την Πάουλα και το παρεκκλήσι, το οποίο ανυψώνεται απογυμνωμένο στη μέση της πεδιάδας υπό την αναπόφευκτη σελήνη.

Julio Cortasar, Mάγισσα, από τη συλλογή H αντίπερα όχθη, σελ. 80-81, μτφρ: Σπύρος Μαυρίδης, Εκδόσεις Bibliothèque, 2015

 

Julio Cortasar, Επιστροφή της νύχτας

.

«Αχ, ποτέ δεν έπρεπε να ξυπνήσω τόσο απότομα. Τούτη η εικόνα μου θα είχε επιστρέψει στην πυκνή φυλακή των οστών και της σάρκας. Αν έπρεπε να πεθάνω, θα είχαμε πεθάνει μαζί, χωρίς να υποστούμε αυτήν τη διάσπαση, το εύρος της οποίας δεν μπορώ να υπολογίσω… Η ζωή είναι ο χρόνος! Γιατί σφυροκοπά στο μυαλό μου αυτή η ιδέα; Η ζωή είναι ο χρόνος! Όμως αυτός ο δικός μου τωρινός χρόνος είναι πιο φρικτός κι από κάθε θάνατο. Είναι συνειδητός θάνατος, σαν να παρευρίσκομαι ως μάρτυρας της αποσύνθεσής μου από το προσκέφαλο ενός τερατώδους κρεβατιού…»

Και η ορχήστρα της αυγής συγχρόνιζε σιγά σιγά τα χάλκινα πνευστά της.

«Εκεί απέμεινα απόλυτο κενό. Εδώ είμαι ζωντανός χρόνος, θρυμματίστηκαν τα πλαίσια της πραγματικότητας! Το πτώμα μου υφίσταται, δεν αισθάνομαι πλέον τίποτα, ενώ εγώ μόλις που προσεγγίζω τη φρίκη της ανυπαρξίας μου, χρόνος αγνός που δεν μπορεί να ενταχθεί σε καμία φόρμα, φάντασμα που η αυγή θα το απογυμνώσει μπροστά στα ζοφερά μάτια των ανθρώπων…»

«Και είχε σχεδόν ξημερώσει.»

«Είμαι ορατός; Είμαι αόρατος; Η γιαγιά μου μίλησε, με χάιδεψε. Όμως ο καθρέφτης αρνήθηκε να μου επιστρέψει την εικόνα μου, παρέμεινε αμετάβλητος. Ποιος είμαι; Τι τέλος θα λάβει η απαίσια αυτή κωμωδία;»

Συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν ξανά μπροστά στην είσοδο του σπιτιού. Το διαπεραστικό λάλημα του πετεινού με έλουσε με την αγωνία της αμεσότητας. Ήταν η ώρα που η γιαγιά μου έφερνε το πρωινό. Η εκκλησία στόχευε τα πρώτα της βέλη στον ουρανό, η ώρα που η γιαγιά θα έμπαινε στο δωμάτιο και θα με έβρισκε νεκρό. Κι εγώ, κοκαλωμένος στον δρόμο, θα άκουγα το ουρλιαχτό, τα πρώτα τρεχαλητά, τις άφατες κραυγές της ολοκληρωτικής αποκάλυψης.

Julio Cortasar, Η επιστροφή της νύχτας, από τη συλλογή H αντίπερα όχθη, σελ. 66, μετφρ: Σπύρος Μαυρίδης, Εκδόσεις Bibliothèque, 2015

Artwork: Odilon Redon

 

Julio Cortasar, Σύντομο μάθημα ωκεανογραφίας

Μη φοβάσαι, Αστάρτη! Η τραγωδία σου θα ειπωθεί, όπως η θλίψη και η νοσταλγία σου. Όμως εγώ θα τη διηγηθώ λυρικά, καθώς εδώ, στον πλανήτη από τον οποίο εξαρτάσαι, αξιολογείται περισσότερο ο τρόπος από την ηθική*. Άφησέ με να διηγηθώ πως στα παλιά τα χρόνια η καρδιά σου ήταν μια ανεξάντλητη πηγή απ’ όπου έρεαν οι ποταμοί της φιλήδονής σου περιφέρειας, διαβρώνοντας με αδηφαγία τα βουνά, τρομοκρατημένοι αλπινιστές, πάντοτε σε φθίνουσα πορεία, μέχρις ότου σμίξουνε όλοι, έπειτα από κενόδοξες μεταλλάξεις, στο μέγα ρεύμα της πλάτης σου, που τους οδηγούσε στον ΩΚΕΑΝΟ. Στον πολύμορφο Ωκεανό, τον έμπλεω από κεφαλές και στήθη**.

Ήταν η εποχή του υδάτινου ρεύματος με το ευρύ εκπέτασμα, με τα λησμονημένα πλέον νερά των εφηβικών παιχνιδισμάτων. Η Σελήνη ήταν η κόρη και ο ποταμός της έπλεκε μια πλεξούδα, καθώς κατερχόταν από τη λεπτή δίοδο ανάμεσα στις ωμοπλάτες της, πυρώνοντάς την με το παγωμένο του χέρι στο σημείο όπου τα νεφρά αναρριγούν όπως τα πουλάρια κάτω από το σπιρούνι. Έτσι, ατέρμονα, η πλεξούδα αυτή κατερχόνταν περιπλεγμένη σε ορυκτά τοπία, επιβοηθούμενη από αυτά σε με μεγάλη προθυμία ως σύνοψη αχανέστατων υδρογραφιών.

[…]

Να προσθέσω κάτι ακόμα; Θλιβερό, είναι θλιβερό να παραβρίσκεσαι στην άφιξη εκείνων των υδάτων που συγκρούστηκαν στο έδαφος με ένα μουντό πλατάγισμα για να κρεμαστούν εν συνεχεία σαν σάλια από εμετό, λεκιασμένα από την πρωτόγονη σκωρία, και κατακάθισαν στις αβύσσους απ’ όπου διέφευγε με φρικτά ουρλιαχτά ο αέρας… Ω, Αστάρτη, καλύτερα να σωπάσω πια. Είναι προτιμότερο να ακουμπήσω στην κουπαστή των πλοίων όταν η νύχτα σού ανήκει, κοιτώντας τα δελφίνια που ανεβοκατεβαίνουν σαν καρουζέλ και επιστρέφουνε στη θάλασσα, που αναδύονται ξανά και ξανά για να επιστρέψουν στη φυλακή τους. Και, να βλέπω, μελαγχολικότατη Αστάρτη, πως τα δελφίνια πηδάνε προς τα σένα, αναζητώντας σε, καλώντας σε. Πόσο πολύ μοιάζουν με τους Σεληναίους, τη γαλανή φυλή ατρακτοειδούς υπόστασης, με τις καλοκάγαθες συνήθειες και την καρδιά μονίμως ξέχειλη. Ξέχειλη τώρα πια από τα παρεπόμενα ρυπαρού μεθυσιού κι έχοντας διατηρήσει με τη βία ό,τι απέμεινε από το φως της εικόνας σου, που φωσφορίζει σε ένα μικροσκοπικό μαργαριτάρι για το καθένα από αυτά στο πιο βαθύ της νύχτας σου. 

**Hommage à Hésiode. Γαλλικά στο πρωτότυπο. Σ.τ.Μ.

Julio Cortasar, Σύντομο μάθημα ωκεανογραφίας από τη συλλογή H αντίπερα όχθη, σελ. 124-125 και σελ. 129, μτφρ: Σπύρος Μαυρίδης, Εκδόσεις Bibliothèque, 2015

Artwork: Anne Siems

 

Maurice Blanchot, Η τρέλα της ημέρας

Είμ’ εγωιστής; Μόνο για μερικούς ανθρώπους αισθάνομαι κάτι, οίκτο για κανέναν, επειδή σπάνια νιώθω την ανάγκη να αρέσω, σπάνια την ανάγκη να μου αρέσουν, κι εγώ, που για τον εαυτό μου δεν αισθάνομαι σχεδόν τίποτα, μόνο μέσα τους υποφέρω, έτσι ώστε και η παραμικρή ενόχλησή τους μού γίνεται απέραντη δυστυχία κι ωστόσο, αν χρειαστεί, χωρίς δεύτερη κουβέντα τους θυσιάζω, τους αφαιρώ κάθε αίσθημα ευτυχίας (είναι και φορές που τους σκοτώνω). [Σελ. 13]

Πρέπει να το παραδεχτώ: έχω διαβάσει πολλά βιβλία. Όταν εγώ εξαφανιστώ, όλοι αυτοί οι τόμοι ανεπαίσθητα θ’ αλλάξουν· όσο μεγαλύτερα τα περιθώρια, τόσο πιο άνανδρη η σκέψη. Ναι έχω μιλήσει σε πάρα πολλούς ανθρώπους, αυτό είναι κάτι που μ’ εντυπωσιάζει σήμερα· το κάθε άτομο υπήρξε για μένα ένας λαός. Αυτός ο απέραντος άλλος με απέδωσε στον εαυτό μου πολύ περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα. Τώρα, η ζωή μου έχει μια σταθερότητα εκπληκτική· ακόμα και οι θανάσιμες αρρώστιες με θεωρούν απρόσβλητο. Ζητώ συγγνώμη, αλλά πρέπει να θάψω μερικούς πριν έρθει η σειρά μου. [ Σελ. 15]

Maurice Blanchot, Η τρέλα της ημέρας, μτφρ.: Δημήτρης Δημητριάδης, Εκδόσεις Άγρα, 1973

Artwork: Alex Colville

 

Τζένη Μαστοράκη, Μ’ ένα στεφάνι φως

.

.

Φέγγε του, φέγγε του να περπατεί και πάγωσε, αστροπελέκι που καλά ξεφανερώνει, τον νυσταγμό με τα πολλά του πρόσωπα, φίλυπνα πάθη, το ακαριαίο, κι όσα η τύχη επιλέγει κάποτε,

και σαν βροντή που έδενε τους όρκους, με βια μετρώντας, μια το βάθος των πληγών, και μια την τρομερή τους υγρασία, υπέροχος ζεύει τον μαύρο του ξανά, τον μαύρο του με κλάματα καβαλικεύει, μάτια μου, τι κακό σε βρήκε, τι κακό, σαν την αυγή που τον βυθίζει και τον παίρνει, κι ολάνθιζε, στα υπερώα εραστής, τρελός ψαράς, ονειρευτής κι ονειρεμένος, γλυκά τρομάζοντας, αλαφροΐσκιωτος στα κρύα στενά –

μα φέγγε του να δει και νά ’ρθει.

Τζένη Μαστοράκη, Μ’ ένα στεφάνι φως, σελ. 58, Κέδρος 1989

Αrtwork: Anna Ådén

 

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, Το ελληνικό διήγημα του 20ού αιώνα, Προσεγγίσεις, Έξι διηγήματα ασκούν κριτική σε διηγηματογράφους της γενιάς του ’30

Τι σημαίνει γίνεσαι γυναίκα;

H εξέλιξη της θεωρίας οδήγησε στην υπόθεση ότι η διάκριση μεταξύ του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου δεν είναι πλέον λειτουργική, αφού οι διαφορές που αποτυπώνονται στα σώματα,«είναι κοινωνικά ανόητες μέχρις ότου οι κοινωνικές πρακτικές τις μετατρέψουν σε κοινωνική πραγματικότητα» (Connell, 2006). Ωστόσο, η σεξουαλική διαφορά «άνδρα» – «γυναίκας» είναι απλώς δύο αντικειμενικές θέσεις που οι άνθρωποι ερμηνεύουν μέσω μιας επαναλαμβανόμενης ερμηνείας περί κοινωνικής κατασκευής ή πρόκειται πραγματικά για μια σεξουαλική διαφορά κατά τη λακανική έννοια.

Προσεγγίζοντας τη δεκαετία του ’80 γίνεται αντιληπτό ότι η έμφυλη κριτική του δεύτερου κύματος, εμφανώς εστιασμένη στη διαφορά που οδηγεί στη δημιουργία των ταυτοτήτων, δεν επαρκεί για να αναλυθούν οι έμφυλες ανισότητες που επικράτησαν στη δυτική σκέψη. Γενικότερα, ο προσδιορισμός της ταυτότητας ως «νοητικής κατασκευής που διαμορφώνεται μέσα από μακρόχρονες και πολύπλοκες ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαδικασίες»,[1] βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των διαφόρων θεωρητικών αναζητήσεων που θέτουν ερωτήματα αναφορικά με τη φύση, τη μορφή και τις διαδικασίες διαμόρφωσής της. Παρόλα αυτά, ένα είναι βέβαιο: ότι η ταυτότητα εμπεριέχει την ύπαρξη του Άλλου, δηλαδή τη διαφορετικότητα.

Όπως τονίζει η Diana Fuss (1989), παρόλο που στη δυτική επιστημονική σκέψη η έννοια της ταυτότητας έχει ταυτιστεί κατά κάποιον τρόπο με την έννοια της ουσίας, ωστόσο αυτές δεν αποτελούν ταυτόσημες έννοιες. Χαρακτηριστικά σημειώνει σε μελέτη του ο Κ. Βρύζας: «Η ταυτότητα είναι μια λέξη αμφίσημη. Από τη μια μεριά, σημαίνει την απόλυτη ομοιότητα ή ισότητα ανάμεσα σε άτομα, ομάδες, απόψεις, πράγματα ή σύμβολα, τα οποία ταυτίζονται το ένα με το άλλο αντίστοιχα. Από την άλλη μεριά, αντίθετα, υποδηλώνει το σύνολο των χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν κάποιον ή κάτι από κάτι άλλο. Και ανάμεσα υπάρχει μια αμφιβολία: ταυτότητα σημαίνει αυτό που κάποιος ισχυρίζεται πως είναι. Στην πραγματικότητα όμως, οι ορισμοί των ταυτοτήτων ανήκουν στη δικαιοδοσία εκείνων που ορίζουν, με όλες τις σημασίες της λέξης, δηλαδή σ’ αυτούς που οριοθετούν, διαμορφώνουν και εξουσιάζουν. Και τούτο, γιατί η επαλήθευση των ισχυρισμών για την ταυτότητα εξαρτάται μάλλον από τη δύναμη που έχει ο ισχυριζόμενος να επιβάλλει την άποψή του παρά από το δίκιο του» ( Βρύζας, 1997, σ. 69). Αυτό που προέχει για τους διανοητές της φεμινιστικής θεωρίας είναι όχι να καθοριστεί η ταυτότητα εντός της μεταφυσικής της ουσίας, αλλά να εντοπιστεί και να οριστεί θεωρητικά εντός της ταυτότητας.

Στο δίλημμα ταυτότητα ή διαφορά, η μεταδομιστική θεωρία αντιπαραβάλλει την προβληματική της ταυτότητας ως διαφοράς. Η ταυτότητα εμπερικλείει το φα(ντα)σματικό της άλλο, τη μη ταυτότητα που περικλείει ή αποκηρύσσεται, προκειμένου να καταστεί εφικτή η συγκρότηση του εαυτού (Αθανασίου, 2005). Πώς κατασκευάζονται οι ταυτότητες; Είναι η ερμηνευτική γλώσσα που αναλαμβάνει να οργανώσει τα νοήματα και να ερμηνεύσει τις λειτουργίες και, τελικώς, να επιβάλει, μέσω της υπονόμευσης, τις διάφορες κατηγορίες, ή μήπως η γλώσσα που εκλαμβάνει ως θέσφατο ό,τι κληρονόμησε και απλώς το διαπιστώνει; Στην παρούσα φάση, προκύπτει η αντίθεση μεταξύ επιτελεστικής ή διαπιστωτικής γλώσσας. Μια αντίθεση που καταλήγει σε «απορία»[2] (aporia), που θυμίζει το γνωστό ερώτημα περί της γένεσης της κότας ή του αυγού. (Culler, 2000).

Επιτελεστική ή διαπιστωτική γλώσσα λοιπόν, και η φεμινιστική κριτική σκέψη προχωρά στη διαπίστωση ότι η πράξη της δήλωσης ή της περιγραφής είναι στην πραγματικότητα επιτελεστική (Culler, 2013). Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι τελικά η περιγραφή και η ερμηνεία, ακόμα και η συζήτηση που, μέσω της υπονόμευσης της διαπίστωσης, οδηγεί σε μια νέα διαπίστωση.Ομοίως, και η μεταμαρξιστική θεώρηση θεωρεί τον λόγο εργαλείο για τη διαμόρφωση ταυτοτήτων, κοινωνικών στερεοτύπων με πολιτικό αντίκτυπο. Είναι φανερό πως ο Λόγος παραμένει ένα χρήσιμο εργαλείο για τη μετάδοση διαμορφωτικών ιδεών.  Κατά τον Horkheimer,  η ενότητα της ζωής υπήρξε περισσότερο κοινωνική παρά φυσική, «ο λόγος έχει εκφυλισθεί…» υποστηρίζει, γιατί «ήταν η ιδεολογική προβολή μιας ψευδούς οικουμενικότητας…», που καλλιεργήθηκε μέσω του Εργαλειακού Λόγου.[3]

.

.

Υπό το κράτος παρόμοιων θεωρήσεων και αμφισβητήσεων αναδύεται μια «επιτελεστική Θεωρία του Φύλου και της Σεξουαλικότητας» στο πλαίσιο της φεμινιστικής θεωρίας και των ομοφυλοφιλικών και λεσβιακών σπουδών. Βασική φιγούρα αυτής της θεώρησης είναι η Αμερικανίδα φιλόσοφος Judith Butler, τα βιβλία της οποίας άσκησαν σπουδαία επιρροή στον τομέα των λογοτεχνικών και πολιτισμικών σπουδών (Gender: Ο φεμινισμός και η υπονόμευση της ταυτότητας -1990, Φορείς του Matter -1993, και Excitable Speech: Μια πολιτική της ομιλίας Act -1997). Η υπόθεση της κοινωνικής κατασκευής του φύλου απασχόλησε ιδιαίτερα τη Butler, η οποία υποστήριξε ότι στις ετεροκανονιστικές συμβάσεις, όπου κυριαρχεί ο δυτικός λόγος, τα φύλα «επιβάλλεται» να παραμένουν δύο (Butler, 2009 [1990], σ. 31). Στόχος αυτής της συντηρητικής θέσης, κατά τη Butler, είναι να προκύψει η εναντίωση, υπό τη μορφή κινημάτων, όπως το φεμινιστικό κίνημα, με αίτημα ή να τις εξισώσει με το «άλλο» φύλο ή να τις εντάξει πολιτικά.

H Butler, μέσω της επιτελεστικής θεωρίας, επιχειρεί να ξεκαθαρίσει ότι τόσο το βιολογικό όσο και το κοινωνικό φύλο, στην πραγματικότητα, δεν υφίστανται παρά μόνο σαν κοινωνικές κατασκευές, οι οποίες μέσω επαναλαμβανόμενων πρακτικών μίμησης δημιουργούν μια «επίφαση μιας ουσίας» (Butler, 2009).  Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο λόγος είναι αυτός που δημιούργησε τη διπολική έννοια του φύλου, και επομένως αμφισβητεί την ύπαρξή της σε προ-λογοθετικό επίπεδο. Υιοθετώντας, κατά μια έννοια, την άποψη του Φουκώ για τη σεξουαλικότητα, αποφασίζει να διαχειριστεί τα ίδια μέσα, να διαχειριστεί τον ίδιο λόγο που καταπίεσε τη σεξουαλικότητα εξ αρχής γενομένης της διπολικότητας. Η παρώδηση της έννοιας της διαφοράς είναι η φεμινιστική πρόταση της Butler, η οποία επιλέγει να αντισταθεί στον δυτικό μύθο της Νεωτερικότητας παροτρύνοντας τις φεμινίστριες να αντιδράσουν απέναντι στην εξουσία του ίδιου του λόγου.Η ίδια χαρακτηριστικά αναφέρει: «Πράγματι, ο κατακερματισμός μέσα στον ίδιο τον φεμινισμό αλλά και η παράδοξη αντιπολίτευση του από “γυναίκες” που ο φεμινισμός ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει, συνιστούν τα βασικά θέματα που διαπραγματεύονται το Φύλο, το Γένος, καθώς και τα επιθυμητά όρια της πολιτικής των ταυτοτήτων. Η πρόταση ότι ο φεμινισμός μπορεί να επιδιώξει ευρύτερα την αντιπροσώπευση για ένα αντικείμενο που κατασκευάζεται έχει την ειρωνική συνέπεια ότι οι φεμινιστικοί στόχοι κινδυνεύουν να αποτύχουν αρνούμενοι να λάβουν υπόψη τους συστατικές εξουσίες των δικών τους παραστατικών ισχυρισμών»  (Butler, 2009).

.

.

Συνεπώς, το να γίνεσαι γυναίκα σημαίνει ότι ενδύεσαι έναν ρόλο μέσω επαναλαμβανόμενων πράξεων, οι οποίες  εξαρτώνται από κοινωνικές συμβάσεις και συνήθεις πρακτικές και κανονιστικά πρότυπα. Κατά τον ίδιο τρόπο, επιτελεστικά,  ορίζεται και η λεσβιακή ή αδερφίστικη ταυτότητα, μέσω της οποίας κληρονομείται, και η ταπείνωση ως επακόλουθο και ως άμυνα στην αντίστοιχη προσφώνηση (Butler, 2009). Το περιθώριο –ό,τι έχει χαρακτηριστεί ως διεστραμμένο ή ανώμαλο– αποτέλεσε την αφόρμηση για την αποδόμηση κοινωνικών συμβάσεων που καθορίζουν τον ρόλο της γυναίκας και για τη δημιουργία των σύγχρονων θεωρητικών κινημάτων, μέρος των οποίων υπήρξε και η φεμινιστική θεωρία. Στόχος όλων των παραπάνω θεωρήσεων υπήρξε η πολιτισμική κατασκευή του κέντρου: της ετερόφυλης φυσιολογικότητας (Culler, 2013 σ.183). […]

Artwork: Alan Mc Donald

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, Το ελληνικό διήγημα του 20ού αιώνα, Προσεγγίσεις, Έξι διηγήματα ασκούν κριτική σε διηγηματογράφους της γενιάς του ’30, Εκδόσεις Κομνηνός, Αθήνα 2022

.


[1] «Εμείς» και οι «άλλοι» αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Χρ. Κωνσταντοπούλου – Λ. Μαράτου-Αλιπράντη – Δ. Γερμανός – Θ. Οικονόμου (επιμ.), εκδ. τυπωθήτω Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2000, σ. 33. 

[2] «Απορία» είναι μια αναποφάσιστη αμφιταλάντευση μεταξύ επιτελεστικής και διαπιστωτικής γλώσσας η οποία καταλήγει σε αδιέξοδο. (Culler, 2000)

[3] Η ανάγκη κατά τη μαρξιστική και μεταμαρξιστική θεώρηση, βλ. Σχολή της Φραγκφούρτης, στην οποία ανήκει και ο ίδιος ο Horkheimer, της διαδικασίας της εκβιομηχάνισης, στην μετά τον Διαφωτισμό εποχή, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο της ατομικότητας. Μετά την αποτυχημένη διάσωση του «Εγώ» το σώμα καταλήγει να «μονάχα σε μια αμφίβολη ταυτότητα». (Horkheimer Max, Το τέλος του Λόγου, μετ. Στέφανου Ροζάνη, εκδ. Έρασμος, Αθήνα 2005,σ. 35.)

 
Quote

.

Πάνω δεξιά ο ήλιος. 

Η μακρόστενη σάλα με τους θολωτούς ουρανούς

τα ψεύτικα σύννεφα των φωτιστικών

και τις αστραπές από μαλαχίτη

.

έκθετη στη σπατάλη και το μούχρωμα  

που διαβάζεται απ’ την τετράφυλλη βιτρίνα

ανάμεσα στους πορφυρούς σελιδοδείκτες

της αυλαίας

.

μπαρ με ημικυκλικά σκαμπό κι επάργυρη υδρόγειο

και σαν να γνωριζόμαστε από παλιά my dear

το πιάνο παίζει μαύρα φορέματα με κρόσσια  

χοντροί αστράγαλοι σαν γροθιές με κοκτέιλ

.

το καλειδοσκόπιο μιας σφαίρας ντίσκο

που ιριδίζει στο πλανητάριο του τρούλου

ανάμεσα σε οικόσημα και ρήσεις του Πυθαγόρα

.

αθλητικοί χοροί ευρύστερνα σώματα σκαρπίνια

ένα είδος ρυθμού και βελούδινης έξαρσης 

ένα λαχάνιασμα από κιννάβαρι οι γόβες

μια διακήρυξη των γοφών και του πόθου  

.

μια διακήρυξη των γοφών και του πόθου  

ζωγραφισμένα με κιμωλίες

στο μαρμάρινο ρείθρο κάτω απ’ τα λουκέτα 

του έρημου πεζόδρομου των μαγαζιών.

.

Αλέξιος Μάινας, από τη συλλογή  Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2021.

Πίνακας: Catrin Arno

Αλέξιος Μάινας, Το πάρτι των απρόσκλητων

 

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Ματωμένη Κοκκινοσκουφίτσα

.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ I

.

Ολονύχτια αιώρηση

– ξερό και παγωμένο το χαμόγελο

πέρα δώθε στον ουρανό.

.

Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου

έβγαλε προσεχτικά από την αγχόνη το κεφάλι

μετά το κόκκινο κασκόλ

τα ματωμένα ρούχα.

Ντύθηκε το κοστούμι της δουλειάς

το φρέσκο χαμόγελο

την ευτυχία της ημέρας.

Της παρωδίας άνοιξε την αυλαία

μπήκε στο δεύτερο λεωφορείο

–το πρώτο μ’ άλλους ευτυχείς αυτόχειρες γεμάτο

ανάσανε βαθιά.

.

Και τράβηξε κατά τον ημερήσιο πόνο.

.

.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ II

.

Έβγαλε το κόκκινο σκουφάκι

από την τσέπη το περίστροφο

το έστρεψε στο τέταρτο του φεγγαριού

και του αιώνα

ύστερα

στον από χρόνια τρύπιο κρόταφο.

Τίναξε τα μυαλά και τη ζωή της στον αέρα

θα ’λεγαν.

Στον παγωμένο της νύχτας αέρα.

.

Η κρύα κάννη θα περνούσε απαρατήρητη.

.

Όπως και η αρχαία αυτοχειρία

ήδη απ’ την αρχέγονη σπηλιά.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, από τη συλλογή Αμείλικτο νερό, Οι εκδόσεις των φίλων 2019

Αrtwork: Frank Rodick

 

Tags:

Δημήτρης Καλοκύρης, Λευιτικόν

.

γ. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

H μάνα του Γκόργκι και η μάνα της Περλ (φλας) Μπακ, αρπαγμένες στα χέρια. Ο πατέρας του Στρίντμπεργκ ανάμεσα να τις χωρίσει. Το φεγγάρι στην κόρη του ματιού. Πλησιάζει ο Άλλος γιος, σφυρίζοντας το τραγούδι της αδελφής μου. Η εξαδέλφη Μπέτυ σχεδόν διάφανη, με συρματάκια στο στόμα, συντονισμένη σε βραχέα χρονικά. Ο εξάδελφος Πονς με αμυγές στο γόνατο και αφύσικες αλληγορίες. Ο θείος Βάνιας ψαρεύει το κενό. Η θεία Έμπνευση τού πλέκει το εγκώμιο. Ο θείος Ιούλιος πυρπολεί το ημερολόγιο. Ο ανιψιός του Ραμώ σκοτεινιασμένος.

Δημήτρης Καλοκύρης, Ισαύρων, «Νύχτα, Βιο-μηχανία (α΄-ιβ΄)»,  σελ. 14-15, εκδόσεις Άγρα, 2015

Αrtwork: Abraham Manievich