[…]
Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka
Aντόντιο Γκαμονέδα, Βιβλίο του κρύου: Ο φύλακας του χιονιού [αποσπασματικά]
Στη μέθη τον περιστοίχιζαν γυναίκες, σκιά, αστυνομία,
Κάθε πρωί έβαζε στα ρυάκια ατσάλι και δάκρυα και
Το κρασί ήταν γαλάζιο στο ατσάλι (α, διαύγεια
Σταύρος Σταμπόγλης, Σαν αυτοχειρία
.
Τη νύχτα σηκώθηκε, πήρε σφυρί, διάλεξε λέξεις
αιχμηρές κι άρχισε να καταδίδει
«Να τελειώνουμε, να τελειώνουμε», άκουγε
κάτι οπαδούς από πίσω να ουρλιάζουν
Και κάρφωνε κι έκοβε, ώσπου τ’ ασπροσέντονα
γινήκανε πορφύρες
Το πρωί τον βρήκε τσακισμένο απ’ τον πόνο
άσπρο απ’ την αιματοχυσία
Τόσα δάκτυλα χαμένα
.
Δίχως την αφή να προστρέχει στους λαβύρινθους
σε σβήνουν τα παλιά
και τα καινούργια προσπερνάνε
Αθήνα
Σταύρος Σταμπόγλης, Σαν αυτοχειρία, από τη συλλογή Τόπος Νωδ, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011
Πίνακας: George Braque
Γ. Δ. Αναγνώστου, Ιn Memoriam
.
Στην Μαρία που έφυγε αφήνοντας δυο κόκκινα χείλη
.
Ήθελες να βάφεις
Τα χείλη σου κόκκινα
.
Σαν τον ήλιο μου
.
Μα έρωτα δεν ήξερες
Ήθελες να φεύγεις
Να έρχεσαι
Μόνη να μένεις
.
Τον πόθο τραύλιζες
Λουλούδια ζωγράφισες
Πάνωθέ μου
Την πανσέληνο με φύκια τύλιγες
Πλεξούδες ολόγυρα θανάτωσες
.
Ήθελες τη μοναξιά να ντύσεις
Αφήνοντας γυμνό τον θάνατο
Στίχους – φωνήεντα σβήνοντας
.
Ω! Θε μου τι τέλος
Μας χάρισε
Να κρέμεται ουράνιο στερέωμα
.
Γύρω απ’ το βλέμμα
.
Γ. Δ. Αναγνώστου 9. ΧΙ. 2020
Artwork: Andrea Kowch
Eλευθερία Θάνογλου, Δομική ισορροπία
.
Η ελεημοσύνη μου καθόλου δεν ενόχλησε
το σπουργίτι,
ούτε η εκνευριστική αγάπη για τ’ αδέσποτα
ενόχλησε τη γάτα μου.
Η μεγάλη ουλή στην πλάτη μου δεν ενόχλησε
ποτέ κανένα χέρι
και η νύχτα δεν ενοχλήθηκε ποτέ
από το πεινασμένο σπήλαιο ανάμεσα στα πόδια μου.
Η ησυχία του δάσους καθόλου δεν ενοχλήθηκε
από τον θόρυβο που έκανε το σχοινί καθώς
μετατόπιζε το βάρος του σώματός μου.
Μονάχα το κλαδί θαρρώ διαμαρτυρήθηκε τρίζοντας
κάτω από τόση κατανόηση.
Artwork: Natalia Drepina
Αντόνιο Γκαμονέδα, Βιβλίο του κρύου: Γεωργικά [αποσπασματικά]
.
Αυτό το σπίτι υπήρξε ταγμένο στην καλλιέργεια και το θάνατο.
Στο εσωτερικό του εξαπλώνονται οι τσουκνίδες, βαραίνουν τα άνθη
πάνω στα ξύλα τρομοκρατημένα απ’ τη βροχή.
***
Το κορμί λάμπει στο βαθύ μονοπάτι, μπρος στην
κοτσίδα του σπάρτου και τα ντουλάπια τα προορισμένα στα
κυδώνια και τις σκιές.
Ξαφνικά, ο θρήνος ανάβει τους στάβλους.
Μια γειτόνισσα πλένει ρούχα πένθιμα και τα χέρια της είναι
λευκά ανάμεσα στη νύχτα και το νερό.
***
Φοράδες γόνιμες στο φωσφορισμό. Θυμάμαι το
φόβο και την ευτυχία στα μαλλιά μου χαραγμένα από
την αστραπή· κατόπιν, το νερό και η λησμονιά.
Φορές βλέπω τη λάμψη του βουνού πάνω στις
μεγάλες μηχανές της θλίψης.
***
Έκπληξη, λάμψη: το γεράκι ακίνητο, και η χαίτη τού
αγριοκάλαμου, και, πάνω στο νερό, τα χέρια μου μπρος
στα σκονισμένα βάτα.
Βάζω τους μαύρους καρπούς στο στόμα, και η γλύκα τους είναι από
άλλον κόσμο
σαν τη σκέψη μου σαρωμένη από το φως.
***
Είδα την ηρεμία στα μάτια των βοδιών των προορισμένων στα
βιομηχανικά μαχαίρια, και τ’ άλογα ακίνητα μέσα
στη θλίψη·
μετά, ο ασβέστης, το φως του στις παλιές και μεγάλες
σχισμές κατοικημένες από κλάματα.
***
Τεντώνω το κορμί μου πάνω στα ξύλα τα γδαρμένα από
τα δάκρυα, μυρίζω τη λινάτσα και τη σκιά.
Αχ, η μορφίνη στην καρδιά μου: κοιμάμαι με τα μάτια
ανοιχτά μπρος στη λευκή περιοχή την εγκαταλειμμένη από τις
λέξεις.
***
Αντόνιο Γκαμονέδα, Βιβλίο του κρύου, Γεωργικά [1], αποσπασματικά
Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης
Πίνακας: Albert Marquet
Γρηγόρης Χαρχαλιώτης, Οι κραυγές αγρίεψαν
.
«Και τι γίνεται με τη ζωή μου σήμερα, τώρα ακριβώς που συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά συμβαίνουν επειδή λείπουν απ’ αυτήν η αγάπη, η καλοσύνη, ακόμη και η κακία; Τι είναι η ζωή μου τώρα, που η υγεία στις σχέσεις μου με τους δικούς μου ανθρώπους έχει στερέψει; Είναι ένας καμβάς που ξανάγινε λευκός. Μια αρχή. Η δύσκολη αρχή που με χρίζει απροετοίμαστο και ανίκανο, κάνοντάς με ν’ αμφιβάλλω για το μετά. Και όμως, αυτή η λευκότητα με ωθεί να ξεκινήσω πάλι, με προκαλεί να της προσθέσω κάτι, οτιδήποτε που θα τη λερώσει. Και χαίρομαι γι’ αυτήν τη μικρή μουντζούρα πάνω στο τεράστιο λευκό, ενώ θα έπρεπε να θλίβομαι που μια ολόκληρη εικόνα νωρίτερα εξαφανίστηκε εντελώς, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Και τι υπολείπεται για όσο χρόνο μου απομένει; Μια μικρούλα χαρά και χρώματα ξεθωριασμένα, σχεδόν νεκρά. Κι άντε και βρίσκω το κουράγιο να συνεχίσω από κει που άφησα τη μουντζούρα. Είμαι γέρος τώρα πια, ενώ το μυαλό μου είναι εθισμένο σ’ αυτά τα βρομοχάπια. Πώς θα γίνει λοιπόν να δημιουργήσω στην κατάσταση στην οποία βρίσκομαι; Από πού να εμπνευστώ; Τουλάχιστον αυτό, να βρω αυτό το κομμάτι, να λύσω το μυστήριο της έμπνευσης. Δεν γίνεται όμως, γιατί λείπει η αγάπη, λείπει το καλό, ακόμη και το κακό, ακόμη κι αυτό μου λείπει. Και νιώθω μόνος μου, μια και η οικογένειά μου μ’ έχει απορρίψει.
.
Από πού να εμπνευστώ λοιπόν; Μήπως απ’ όλα τούτα που έχω μέσα μου, απ’ όλα τούτα που σκέφτομαι και δεν τα λέω; Ναι, μια καλή λύση θα ήταν αυτή, μια καλή αρχή. Να ξεκινήσω από τις σκέψεις μου, απ’ όσα κρύβει μέσα τους ο κατά δέκα χρόνια πιο γερασμένος από μένα εαυτός μου και ανενδοίαστα τα εκφράζει, καταστρέφοντας το μυαλό και την ψυχή μου. Τζάμπα δηλαδή τα καταστρέφει τόσα χρόνια; Ας χρησιμοποιήσω κι εγώ μια φορά αυτή την καταστροφή προς όφελός μου. Ναι, μια καλή αρχή είναι να επανεξετάσω αυτό το αψιχάλιστο κλάμα μου, που με τίποτα δεν τραβά την προσοχή της Άννας και του γιου μου. Και κάτι θ’ ανακαλύψω, κάτι θα βρω». Ο Μανίλο τα ’χει βάλει με το μυαλό του. Το ξεψαχνίζει, αναδεύοντας τα ίδια και τα ίδια, αναμασώντας ό,τι υπάρχει μέσα κει τα τελευταία χρόνια.
Γρηγόρης Χαρχαλιώτης, Οι κραυγές αγρίεψαν, διηγήματα [απόσπασμα από το διήγημα «Κυριακάτικο γεύμα», Σμίλη, 2021
Artwork: Johann Fournier
Χριστίνα Καραντώνη, Πτώσεως απογραφή
Για την πτώση
κανένα δεν εδόθη σήμα
πεδίο δεν άνοιξε έκλεισε
μαγνητικό
Ανυπεράσπιστη η γύμνια
τρέμει
μ’ ένα στον κρόταφο λουλούδι
αποφόρι
κι ένα μπαμ ηχηρό κατευόδιο
Στο διάτρητο στερέωμα
Ακόμα εδώ
Χριστίνα Καραντώνη, Πτώσεως απογραφή, από τη συλλογή, Παρακειμένων Εκείνων, Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019
Πίνακας: Jan sluijters
Γιώργος Παναγιωτίδης, Ίχνη στα όνειρα
.
Ονειρευόμουν ότι έπεφτα από πραγματικότητα σε πραγματικότητα, από κρεβάτι σε κρεβάτι, σε όλο και πιο μικρό κρεβάτι, μέχρι που βρέθηκα στην κούνια μου, μωρό. Άκουγα μια γυναίκα να λέει ένα νανούρισμα, αλλά δεν την έβλεπα. Μα πώς; Έλα, ύπνε, και πάρε το, πάρ’ το στους μπαξέδες και στρώσε του να κοιμηθεί με ρόδα και μενεξέδες. Κοιμήσου εσύ, παιδάκι μου, κι εγώ σε νανουρίζω, κι εγώ την κούνια σου κουνώ γλυκά να σε κοιμίζω. Είχα τα μάτια μου κλειστά.
«Μητέρα; Εσύ είσαι;» ρώτησα. Η φωνή της μητέρας μου, μελωδική όπως ένα συνονθύλευμα συζητήσεων που φτάνουν όλες μαζί στο αυτί του νυσταγμένου, η χροιά της ίδια με δύο κομμάτια φελιζόλ που τρίβονται μεταξύ τους. Το νανούρισμα όλο και πιο αργό, μέχρι που σταμάτησε – κι εγώ σε νανουρί… Απότομα.
.
Η ανάσα της μητέρας μου, γρυλισμός. «Έλα, μητέρα, βήξε να καθαρίσει ο λαιμός σου», είπα. «Ποια σκόνη, ποιος καημός σε πνίγει;» «Εσύ», μου απάντησε, και άνοιξα τα μάτια μου. Η μητέρα μου, θολή εικόνα πίσω από ραγισμένο γυαλί. Η κοιλιά της ανοιχτή σαν να την είχε σκίσει κάποιος –εγώ;– με μια φαλτσέτα. Μέσα της θρονιασμένο ένα μωρό με ύφος σοβαρού ανθρώπου. Η κοιλιά της μητέρας μου είναι ο θρόνος μου, το μωρό αυτό είμαι εγώ, και το όνειρο ήρθε να με πάρει, να με σηκώσει από τη σκληρή επιφάνεια της πραγματικότητας και να με ξαπλώσει γλυκά στο στρώμα της μητρικής αγάπης. Μα τι είναι αυτά που σκέφτομαι; Φταίει το βάθος του ονείρου όπου βρέθηκα, ή παραλογίζομαι από τη ζάλη μου, που συνεχώς χειροτερεύει;
Ένα όνειρο έχει πάντα κάτι να σου πει· είναι η βαλβίδα ασφαλείας που εκτονώνει τον βρασμό της σκέψης σου, που εκτοξεύει τον υπέρθερμο, κορεσμένο ατμό κάθε αναπάντητου ερωτήματος, όταν αρχίζει να κοχλάζει μέσα στο μυαλό σου και σωρεύεται σ’ ένα νέφος όλο και πιο χειροπιαστό, μέχρι που μετουσιώνεται σε μια αναπάντεχα τέλεια, μαγεμένη πραγματικότητα. Ένα όνειρο μπορεί να μετατρέψει την πραγματικότητα σε ερώτημα μέσα στις φλόγες μιας σκέψης.
.
.
Γυμνός, διάφανος, άδειος. Κοιτούσα τη μητέρα μου και προσπαθούσα να καταλάβω τι ήθελε να μου πει. Εκείνη σαν να κοιτούσε μέσα από το σώμα μου, σαν να ήμουν ένα παράθυρο, ένας γυάλινος άνθρωπος, το ίδιο σκληρός και εύθραυστος. Κοιτούσε αφηρημένη ή ξεχασμένη, η θλίψη στο βλέμμα της δεν ρωτούσε τίποτα. Τι έβλεπε; «Έλα να σε πάρω στην αγκαλιά μου», είπε. Αυθόρμητα, υπάκουσα κι έκανα ένα βήμα προς το μέρος της, μα δεν προσκαλούσε εμένα. Πήρε το μωρό από την κοιλιά της, το σήκωσε, το κούνησε πέρα-δώθε για λίγο, σκυμμένο το πρόσωπό της επάνω του. Δεν μαγείρευε κάποιο φαγητό στη γάστρα της αλλά το μωρό στην αγκαλιά της. Το εμψύχωνε; Ήθελε να μου πει ότι φέρθηκα σαν ένα μωρό, ένα επικίνδυνο μωρό; Ή έδειχνε με κάποιον τρόπο την κατανόησή της;
Γρήγορα η θολή εικόνα καθάρισε. Ούτε μητέρα ούτε μωρό. Ήμουν εγώ, γυμνός. Στην κοιλιά μου αποτυπωμένη η πληγή του εραστή μου, το αίμα.
Γιώργος Παναγιωτίδης, Ίχνη στα όνειρα, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021
Artwork: Johann Fournier
.
Γ. Δ. Αναγνώστου, Τα κορίτσια πάντοτε επιστρέφουν
Τα κορίτσια δεν μιλούν
Μόνο τραγουδούν
Σπάζοντας τα βράχια των αρωμάτων
.
Αναδύονται σαν Αφροδίτες της μνήμης
Γιομίζοντας τις παλίρροιες του πόθου
Με στήθια στητά
.
Ν’ ατενίζουν μιαν ορφανή αιωνιότητα
Να κλείνουν τις στιγμές
Μέσα στις σταγόνες της λήθης
.
Να μετεωρίζουν τα λυγερά κορμιά τους
Στον ουρανό των παραισθήσεων
Εφαπτόμενα των ορμητικών απολήξεων
Ενός Ονείρου
Μουσκεμένου στα δάκρυα των ερωτευμένων
Ως εκεί όπου τα σύννεφα
Δακρύζουν
Μοιράζοντας δεξιά κι αριστερά
Του έρωτα το μοιρολόγι
.
Εγκιβωτισμένα κορίτσια
Σε χρονική σειρά
Να μην μπορώ να λησμονήσω
.









