RSS

Daily Archives: 21/02/2023

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας, «Ο χορηγός των ανομιών Μόνκ Ήστμαν»

.

Στα δεκαεννιά του, γύρω στα 1892, άνοιξε ένα πτηνοπωλείο με τη βοήθεια του πατέρα του. Η μελέτη της ζωής των ζώων και η παρατήρηση των μικρών αποφάσεων και της ανεξιχνίαστης αθωότητάς τους ήταν ένα πάθος που το κράτησε ως το τέλος της ζωής του. Στις δοξασμένες εποχές που έμελλε ν’ ακολουθήσουν, όταν αρνιόταν με περιφρόνηση τα πούρα που του πρόσφεραν φακιδιάρηδες σέιτσεμ του Τάμμανυ Χωλ, ή πήγαινε στα καλύτερα πορνεία με μια πρόωρη λιμουζίνα που έμοιαζε με φυσική κόρη γόνδολας, άνοιξε ένα δεύτερο ψευτομάγαζο με καμιά εκατοστή γατιά ράτσας και πάνω από τετρακόσια περιστέρια, που όμως δεν τα πουλούσε σε κανέναν. Τ’ αγαπούσε ένα ένα ξεχωριστά, και συχνά έκοβε βόλτες στη γειτονιά του μ’ έναν πανευτυχή γάτο στην αγκαλιά, ενώ οι άλλοι ακολουθούσαν όλο ζήλια.

Ήταν ένας άντρας ολέθριος και θηριώδης· με κοντό σβέρκο, όπως του ταύρου, στέρνο στιβαρό, μπράτσα μακριά και φιλόνικα, σπασμένη μύτη, ένα πρόσωπο –παρά τις ουλές– λιγότερο σημαντικό από το σώμα, πόδια στραβά σαν του τζόκεϊ ή του ναυτικού. Μπορούσε να βγει χωρίς πουκάμισο, ακόμα και χωρίς σακάκι, αλλά ποτέ χωρίς ένα μικρό, κολοβό καπέλο πάνω στο κυκλώπειο κεφάλι του. Η ανάμνησή του είναι ολοζώντανη. Σωματικά, ο τυπικός γκάνγκστερ των ταινιών είναι δική του καρικατούρα και όχι του πλαδαρού και αστάθμητου Καπόνε. Λένε πως ο Ουόλχαϊμ προσλήφθηκε στο Χόλλυγουντ, γιατί τα χαρακτηριστικά του παρέπεμπαν απευθείας σ’ αυτά του πολύκλαυστου Μονκ Ήστμαν, ο οποίος αρεσκόταν να περιπολεί στην αχρεία επικράτειά του με μια γαλάζια περιστέρα στον ώμο, σαν ταύρος μ’ έναν πύρρουλα στη ράχη.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας, «Ο χορηγός των ανομιών Μόνκ Ήστμαν», σελ. 56,  Άπαντα τα πεζά, Ι, μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Πατάκη, 2014.

Photo: Vivian Maier

 

Χούλιο Κορτάσαρ, Μαθήματα λογοτεχνίας, «Το ρεαλιστικό διήγημα»

.

To πέρασμα από το φανταστικό στο ρεαλισμό δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται, από τη στιγμή που κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς είναι η πραγματικότητα. Όλοι μας, φυσικά, έχουμε μια πραγματιστική ιδέα για την πραγματικότητα· απ’ την άλλη, όμως, η φιλοσοφία εξακολουθεί να ασχολείται με το πρόβλημα της πραγματικότητας. Ακόμα κι αυτή τη στιγμή που μιλάμε, φιλόσοφοι εξακολουθούν να ασχολούνται με αυτό το πρόβλημα, γιατί είτε δεν υπάρχουν λύσεις, είτε όσες υπάρχουν είναι αφελείς. Δεχόμαστε αυτό που μας δείχνουν οι αισθήσεις μας, παρά το γεγονός ότι ακόμη και ένα στοιχειώδες τεστ μπορεί να μας αποδείξει ότι οι αισθήσεις μας σφάλλουν πολύ εύκολα. Όλοι μπορούν να κάνουν πενήντα πολύ απλά τρικ για ν’ αποδείξουν πως η όσφρηση, η όραση και ό,τι άλλο μας επιτρέπει να επικοινωνήσουμε με τον έξω κόσμο, σφάλλουν με μεγάλη ευκολία· εντούτοις, με δεδομένο το ότι πρέπει να ζήσουμε και το ότι δεν μπορούμε να παραμείνουμε σε μια θεωρητική προβληματική, καταλήγουμε να δεχόμαστε την πραγματικότητα όπως μας δίδεται. Ωστόσο, η έννοια της πραγματικότητας είναι εξαιρετικά διαπερατή, αναλόγως των περιστάσεων και της οπτικής που υιοθετούμε. Επομένως, δεν είναι και τόσο εύκολο να περάσω απευθείας απ’ το φανταστικό σ’ αυτό που αποκαλείται ρεαλιστικό· υπάρχουν πολλές ενδιάμεσες ζώνες, που δεν μπορώ να τις αποσιωπήσω. Σε λίγο θα μιλήσω για αμιγώς ρεαλιστικά διηγήματα, αλλά όπως το «Αποκάλυψη του Σολεντινάμε» είναι ένα διήγημα το οποίο κινείται μεταξύ των δύο κόσμων που μπορούμε να τους αποκαλέσουμε ρεαλιστικό και φανταστικό, έτσι και στη λογοτεχνία υπάρχουν και άλλες μορφές ρεαλισμού: γίνεται λόγος για τον μαγικό ρεαλισμό, απαράμιλλος μετρ του οποίου για τη Λατινική Αμερική είναι ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες· επίσης έχει γίνει λόγος και για θαυμαστό ρεαλισμό, ως παραλλαγή του μαγικού.

Όσο αναλογιζόμουν αυτά τα προβλήματα, σκέφτηκα πως θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για συμβολικό ρεαλισμό στη λογοτεχνία. Ως κείμενο συμβολικού ρεαλισμού εννοώ ένα διήγημα –μπορεί να είναι και μυθιστόρημα–, το θέμα και την πλοκή του οποίου οι αναγνώστες μπορεί να δεχτούν ως απολύτως ρεαλιστικά, εφόσον δεν συνειδητοποιούν πως κάτω απ’ αυτή την αυστηρά ρεαλιστική επιφάνεια κάτι άλλο βρίσκεται κρυμμένο, κάτι που επίσης είναι πραγματικότητα, ακόμα πιο πολύ πραγματικότητα, μια πραγματικότητα πολύ πιο βαθιά και πολύ πιο δύσκολο να τη συλλάβουμε. Η λογοτεχνία έχει την ικανότητα να δημιουργεί κείμενα που να μας προσφέρουν μια τελείως ρεαλιστική πρώτη ανάγνωση, και μετά μια δεύτερη ανάγνωση, όπου θα διαφανεί ότι αυτός ο ρεαλισμός κρύβει στο βάθος του κάτι άλλο. Το καλύτερο που μπορώ να κάνω εν προκειμένω είναι να δώσω αμέσως ένα παράδειγμα, να προσπεράσω την καθαρή θεωρία. Για μένα ο αδιαμφισβήτητος μετρ, στον αιώνα μας, αυτού του είδους που το ονομάζω συμβολικό ρεαλισμό είναι ο Φραντς Κάφκα. […] Υποθέτω ότι όλοι έχετε διαβάσει τη Δίκη […] Συμβαίνει αρκετά συχνά στη ζωή, στη διάρκεια μιας αστυνομικής έρευνα για φόνους ή οποιουδήποτε είδους εγκληματική βία, κάποιοι ύποπτοι, ψυχολογικά ευάλωτοι, να περνάνε τραυματικές καταστάσεις όπου δεν τους χτυπάνε, δεν υπάρχει βία, αλλά απλώς τους οδηγούν βήμα βήμα  μέχρι να ομολογήσουν το έγκλημα για το οποίο τους υποπτεύονται, αλλά δεν έχουν αποδείξεις […] Μιλάμε για τους αθώους που εξαιτίας της ψυχολογικής πίεσης η οποία τους ασκήθηκε στη διάρκεια ατέλειωτων ανακρίσεων και της αργής συγκέντρωσης στοιχείων, καταλήγουν να παραδεχτούν πως έκαναν κάτι για το οποίο αρχικά δήλωναν αθώοι. Αυτό είναι κατά βάθος το θέμα του μυθιστορήματος του Κάφκα και δεν έχει τίποτα εξωφρενικό.

Χούλιο Κορτάσαρ, Μαθήματα λογοτεχνίας, «Το ρεαλιστικό διήγημα», σελ 143-146 (αποσπασματικά), μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Όπερα, 2021

Artwork: Agnes Buloche

 

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Ποιήματα μιας ανάσας

.

ΧΑΪΚΟΥ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΓΕΡΑΝΟΥ

.
Οι φτερούγες μου:
τα δεδομένα χέρια
των ερώτων μου.

.

ΑΜΑΖΟΝΕΣ

.
Αγριόχηνες,
γενναίες αμαζόνες
στο ταξίδι τους.

.

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΛΗ

.
Ούτ’ έναν στίχο
οι αχάριστες πόλεις
δεν αξίζουνε.

.

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Ποιήματα μιας ανάσας, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021

.

Φωτό: Brassai

 

Francis Picabia, Ιησούς Χριστός Ραστακουέρος, «Πόσο χρονών είσαι;»

.

Κάτω από ένα κλινοσκέπασμα, μέσα σε κάποιο δωμάτιο, σήμερα, όπου να ’ναι, κάνω έρωτα με τα χέρια ανοιχτά

Οι παχιές μαργαρίτες,

Σαν ισάριθμοι ήλιοι,

Κατακλύζουν το μυαλό μου

Το περιφραγμένο με αγκάθια

Η ευτυχία οσφραίνεται τα συντρίμμια του ίσκιου μας. Η ζωή θα έπρεπε να ήταν σαν λουτρό για να τεντώνουμε τα μέλη μας· όμως οι πράσινοι χλοοτάπητες κοκκινίζουν υπό τις φλόγες των χαδιών, όπως οι κορασίδες που δείχνουν την ήβη τους. Οι φουρνοί πηδάνε μες στο στόμα σας και μικρές κίτρινες τολύπες καπνού μπαίνουν μες στ’ αυτιά σας. Μουλιάστε τα χέρια σας μες στο ασήμι και το χρυσάφι το αρωματισμένο με βάλσαμο και βαστώντας ο ένας το μπράτσο του άλλου, με την ψυχή στα πόδια, ελάτε να με ψάξετε στον ορίζοντα.

Francis Picabia, Ιησούς Χριστός Ραστακουέρος, «Πόσο χρονών είσαι;», μτφρ.: Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδόσεις Οκτάνα, 2019

Artwork: Agnes Bulloche