RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Unknown's avatar

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρηματα, διηγήματα και δοκίμια. Από το 2016 επιμελείται την ετήσια περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα.

Σπύρος Κιοσσές, Τα πρωτοβρόχια

Πέρασαν πολλές μέρες. Δεν πολυέδινα σημασία για το τι γινόταν στο παλιό σπίτι με τους νέους γείτονες. Εντύπωση μόνο μου έκανε ότι η γυναίκα ήταν αρκετά μεγάλη, πιο μεγάλη από τις μαμάδες μας, χοντρή, είχε γαλάζια μάτια κι έβαφε τα χείλη έντονα κόκκινα. Ο κύριος Βασίλης πάλι ήταν νέος και πολύ αδύνατος. Η κυρία Ζηνοβία, έτσι τη λέγανε, ήταν ωραία, παρά τα κιλά της, κι είχε γλυκιά φωνή, σαν τραγουδίστρια. Φορούσε κάτι γυαλιστερές εμπριμέ ρόμπες, έβγαινε στα σκαλιά της παλιάς μονοκατοικίας να καπνίσει, και καμιά φορά τάιζε στο μπαλκόνι το κοριτσάκι τους. Ασημίνα την φώναζε. Πολύ ντροπαλό, σχεδόν φοβισμένο μου φαινόταν αυτό. Πάντως τα φαγητά της κυρίας Ζηνοβίας πρέπει να ήταν πεντανόστιμα. Μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά όταν μαγείρευε. 

Μια μέρα τηγάνιζε κεφτεδάκια. Ήταν απόγευμα, εμείς στα σκαλιά του σπιτιού μου και μας έτρεχαν τα σάλια. Αν και είχαμε φάει για μεσημέρι, κι ήταν νωρίς ακόμη για να ξαναφάμε, η μυρουδιά μάς είχε σπάσει τα ρουθούνια. Η κυρία Ζηνοβία το κατάλαβε, μάλλον είδε τις κλεφτές ματιές μας προς τα εκεί, και μας φώναξε. Έβαλε δυο κεφτέδες σ’ ένα πιάτο, τους έκοψε στη μέση, και περνάγαμε από μπροστά της ένας ένας ανοίγοντας το στόμα – αυτή με το πιρούνι έδινε από μισό κεφτεδάκι στον καθένα (ο Νίκος της θείας Δήμητρας έλειπε κι έτσι ήμασταν τέσσερις). Σα να κοινωνούσαμε ήταν, όλοι μας σοβαροί, να περιμένουμε υπομονετικά σε γραμμή για το πιρούνι. Όταν ήρθε η σειρά μου, πλησίασα πολύ διστακτικά. Φαίνεται το κατάλαβε, «έλα μη φοβάσαι», είπε, «θα σ’ αρέσει, αν όχι, το φτύνεις». Εγώ έκλεισα τα μάτια ασυναίσθητα κι άνοιξα το στόμα. Ο τηγανισμένος κιμάς, ζεστός ακόμη, αφράτος και γεμάτος μυρωδικά, μου έφερε ένα αίσθημα ευχαρίστησης όχι μόνο στο στόμα αλλά σε ολόκληρο το κορμί μου. Μια γλυκιά ανατριχίλα, καθώς κατέβαινε η στρογγυλή μπαλίτσα στο στομάχι μου. Δεν είχα ξανανιώσει ποτέ έτσι με φαγητό. Μέχρι τώρα νόμιζα ότι τους καλύτερους κεφτέδες τούς έκανε η μαμά. Μες στη χαρά εγώ, και θέλοντας να την πειράξω που όλη μέρα με το καινούργιο μωρό της ασχολείται κι όχι με μένα, της το ανακοίνωσα θριαμβευτικά, όταν γύρισα το βράδυ στο σπίτι: «Η κυρία Ζηνοβία φτιάχνει τους καλύτερους κεφτέδες στον κόσμο!». Το κουτάλι του μπαμπά – έτρωγε τις φακές που είχαν περισσέψει απ’ το μεσημέρι – του έπεσε από τα χέρια μέσα στο πιάτο και λέρωσε το τραπεζομάντιλο. «Και πού το ξέρεις εσύ;», σχεδόν ούρλιαξε η μαμά. Η μαμά ήταν πολύ θυμωμένη. Λογικό. Μέχρι τότε οι δικοί της κεφτέδες ήταν οι καλύτεροι. Ο μπαμπάς με κοιτούσε αυστηρά περιμένοντας τι θα απαντήσω. Ίσως ζήλεψε που εγώ έφαγα τον κεφτέ της κυρίας Ζηνοβίας κι αυτός τις φακές της μαμάς. Τους εξήγησα τι είχε γίνει, αυτοί χωρίς εξήγηση με στείλανε κατευθείαν για ύπνο. Το βράδυ έβλεπα κάτι όνειρα παράξενα. Όλη νύχτα σα τη σβούρα γυρνούσα στο κρεβάτι.

Κανά δυο μήνες μετά, τέλειωναν τα σχολεία, επέστρεφα τώρα πιο αργά στο σπίτι, άκουσα φωνές από το απέναντι σπίτι. Το κοριτσάκι, η Ασημίνα, καθόταν ζαρωμένο στα σκαλιά. Μέσα ο κύριος Βασίλης φώναζε δυνατά, μάλλον ζητούσε συγγνώμη από την κυρία Ζηνοβία, γιατί έλεγε ότι δεν έφταιγε κανείς άλλος, έφταιγε αυτός. Που την πήρε από το σπίτι που δούλευε, και την έφερε εδώ και την έκανε κυρία. Πιο πριν θα την φώναζαν μάλλον σκέτο Ζηνοβία, χωρίς το κυρία. Και κάτι για ένα σκυλί έλεγε, για ένα μπάσταρδο που είχε η Ζηνοβία, πριν γίνει κυρία, κι ούτε ξέρει ποιανού είναι, και το φρόντιζε τώρα ο κύριος Βασίλης, και γι’ αυτό μάλωσε με τους δικούς του κι αυτοί τον έδιωξαν από το δικό του το σπίτι και τώρα δουλεύει σα σκυλί για να ταΐζει αυτήν και το σκυλάκι της σ’ αυτό το αχούρι. Εγώ βέβαια σκυλάκι δεν είχα δει να έχουν στο σπίτι τους ούτε απ’ την αυλή ακούγονταν γαβγίσματα, θα το είχαν μάλλον σε κανένα κτήμα. Έριξα μια ματιά στην Ασημίνα, που είχε κατεβασμένο το κεφάλι, είχε μαζέψει χέρια και πόδια και κούρνιαζε σε μια γωνιά, και μπήκα στο σπίτι.

Η εξομολόγηση

[…]

Και η θεία Φιλίτσα λέει για την κυρία Ζηνοβία, «καλά να πάθει, τι τον ήθελε τόσον νέο άντρα, σα παιδί της ήταν, τώρα που αυτός τα ξαναβρήκε με τους γονείς του και την παράτησε στα κρύα του λουτρού και τον παντρολογούν με μια κοπέλα απ’ το χωριό του, αυτή κλαίει κι οδύρεται, εμ έτσι εύκολο είναι; μόνο με μπογιάτισμα και δικτυωτά καλτσόν τους κρατάν τόσο νέους άντρες, και όμορφους, όπως αυτός;». Αλλά τις προάλλες, «Ζηνοβία μου, έλα, έφερα λίγη σουπίτσα για σένα και την Ασημίνα σου, τόσες μέρες άρρωστη είσαι, πρέπει να στυλωθείς», εγώ έτυχε να περνάω εκείνη την ώρα μπροστά από το σπίτι τους για να αγοράσω από τον φούρνο του κυρ-Βασίλη κουλούρα με σουσάμι που μου αρέσει. Αλλά και πολλά παιδιά λένε και κάνουν άσχημα πράγματα, όχι μόνο εμείς. Περνούσαν χτες κάτι συμμαθήτριες της Ασημίνας από τη γειτονιά, αυτή ήταν στα σκαλιά μπροστά στο σπίτι τους, και τη ρωτάνε, «Ασημίνα, τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου; Ωραίο σπίτι έχετε, σαν το σαράι του Καραγκιόζη», και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια. Ξέρω τι θα πω στον πατέρα Κωνσταντίνο. Όταν άκουγα τη μαμά και τη θεία Φιλίτσα και τα κορίτσια να τα λένε αυτά, έκανα πολύ κακές σκέψεις, θα ήθελα να τους ρίξω πέτρες ή τουλάχιστον να πάω μπροστά τους και να τους φτύσω, αλλά δεν το έκανα γιατί και ντρεπόμουν και φοβόμουν, και πιο πολύ ντρεπόμουν επειδή φοβόμουν.

Το σύννεφο

[…]

Στις ειδήσεις εδώ και κάποιες μέρες μιλάνε συνέχεια για το Τσερνομπίλ, κι ότι πρέπει να μένουμε στα σπίτια μας, κυρίως όταν βρέχει, γιατί μπορεί να πάθουμε καρκίνο και να πεθάνουμε. Με τα παιδιά βρισκόμαστε μια στο ένα σπίτι μια στο άλλο. Πηγαίνουμε τρέχοντας. Τώρα είναι απόγευμα κι ο καιρός βροχερός. Έχει αρχίσει να ψιχαλίζει. Κάθομαι στο παράθυρο και χαζεύω έξω. Βλέπω την Ασημίνα να κάθεται στα σκαλιά του σπιτιού της. Παραξενεύομαι, γιατί δεν πρέπει να καθόμαστε έξω με τη βροχή, το είπαν και στο σχολείο και στις εφημερίδες και στις ειδήσεις. Ανοίγω το παράθυρο και της φωνάζω να μπει μέσα, καλά δε βλέπει ότι βρέχει; Αυτή δεν με ακούει ή κάνει ότι δεν με ακούει. Της ξαναφωνάζω. Τίποτα πάλι. Βάζω παπούτσια, παίρνω την ομπρέλα της μαμάς και πάω απέναντι. Η Ασημίνα με το που με βλέπει να πλησιάζω, μου φωνάζει από μακριά να φύγω, ό,τι θέλει θα κάνει, να μην μπλέκομαι, τι με νοιάζει τι θα κάνει αυτή; Νευριάζω, θυμώνω, οργίζομαι, κι εγώ δεν ξέρω τι νιώθω. Γυρνάω σπίτι και με πιάνουν τα κλάματα από τα νεύρα. Κάνει τη γενναία, δηλαδή; Ότι δεν φοβάται το Τσερνομπίλ, ενώ εμείς, αν και αγόρια, το φοβόμαστε και κλεινόμαστε μέσα; Σιγά μην ασχοληθώ ξανά μαζί της. Ούτε θα της ξαναμιλήσω, εγώ φταίω. Αλλά τέλος πάντων, έχε χάρη.

Η κυρία Πέπη

[…]

Η κυρία Πέπη μαζεύει υπογραφές. Είναι ντροπή για τη γειτονιά μας, το αντιλαμβάνεστε κι εσείς, σωστά;, τι δουλειά έχει μια πρώην ιερόδουλη να μένει εδώ; Και να πω ότι έχει αλλάξει; Ξανάρχισε να φέρνει άντρες στο σπίτι της, μεσημέρι, απόγευμα, ούτε που τη νοιάζει τι θα πει η γειτονιά. Αλλά θα μου πείτε, κυρία Κούλα μου, αλλάζει ο λύκος; Ούτε το παιδί της δεν σκέφτεται. Δεν το βλέπετε, το καημένο; Όταν έχει άντρα μέσα, το αφήνει να ξεροσταλιάζει το έρμο μόνο του στα σκαλιά.

Σπύρος Κιοσσές, Τα πρωτοβρόχια, “Οι κεφτέδες”, “Η εξομολόγηση”, “Το σύννεφο”, “Η κυρία Πέπη”, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2022

.

 

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Και τι πιστεύει ο ποιητής;

.

– Ότι το έγκλημα

θα αθωώσει για μια στιγμή τον δράστη του

πως η βαρύτητα μιας βλεφαρίδας

κι ενός δαφνόφυλλου το σύρσιμο

θ’ ανασηκώσουν κύματα

και τα θεμέλια μιας πόλης σκοτεινής

στο διάφανο θα τα μετατοπίσουν

.

ότι η γλώσσα

την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει

κι οι μονομάχοι

– νηφάλιοι και πρωινοί –

με τα πνιγμένα βρέφη αγκαλιά

απ’ την ασάλευτη σκιά

μες στον ναό μιας τάξης σχολικής

θα προχωρήσουν.

.

Αrtwork: Albert Marquet

.

Eυτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, από τη συλλογή Ο θυρωρός των ημερών, Κέδρος 2022

 

Εύα Στάμου, Τα κορίτσια που γελούν

.

Ήταν αρχές καλοκαιριού όταν αποφάσισε να θέσει σε ενέργεια την ιδέα της δολοφονίας κάποιου άγνωστου ατόμου. Η απόφαση αυτή τη γέμισε δύναμη, της έδωσε έναν σκοπό. Είχε περάσει τις τελευταίες εβδομάδες μέσα στην κατάθλιψη και την αμφιβολία για τα πάντα «πρόκειται για βαθιά κρίση μέσης ηλικίας», έλεγε σε συναδέλφους και γνωστούς που συναντούσε σε πάρτι και φιλολογικές συγκεντρώσεις, «νιώθω λες και η ζωή μου τελειώνει, αν και βρίσκεται μόνο στη μέση». Στη συμβουλή κάποιων να επισκεφτεί ψυχολόγο, απαντούσε πάντα καταφατικά, σπεύδοντας να προσθέσει πως μια τέτοια επίσκεψη είναι οπωσδήποτε στο πρόγραμμα. Στην πραγματικότητα, δεν το σκεφτόταν σοβαρά. Υπήρξε ανέκαθεν καχύποπτη με όλα αυτά, στην ουσία δεν εμπιστευόταν κανέναν αρκετά ώστε να του εκμυστηρευθεί όσα την απασχολούσαν. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν, για το παραμικρό, να σε κατατάξουν σε κάποια κατηγορία επικίνδυνων ασθενών, να σε χώσουν σε ίδρυμα και να σε ταράξουν στη φαρμακευτική αγωγή ώσπου να σε μετατρέψουν σε φυτό.

Έλεγε στον εαυτό της ότι το πρώτο που όφειλε να κάνει, αν ήθελε να έχει αποτελέσματα, μέσα στους επόμενους μήνες, ήταν να εντοπίσει τον στόχο της – δεν έκανε χρήση της λέξης «θύμα», δεν σκεφτόταν με τέτοιους όρους, δεν αισθανόταν ότι κάποιον θα έβλαπτε με την πράξη της, γιατί, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, στο σενάριο της ζωής της, δεν ήταν απλώς η κύρια ηρωίδα, όπως είναι φυσικό για κάθε έναν από εμάς, ήταν η μόνη ηρωίδα. Όλους τους άλλους τους έβλεπε χωρίς αισθήματα κι αληθινές ζωές, ήταν εκεί για να χρησιμοποιηθούν ως πιόνια στα σχέδιά της.

Εύα Στάμου, Τα κορίτσια που γελούν, «Ένα τέλειο σχέδιο», σελ. 14-15, εκδόσεις Αρμός, 2018

Αrtwork: Julia Geiser

 

Κατερίνα Λιάτζουρα, Λευκοί νάνοι

.

[…]

Και

να μελετάς να έρθει

με χάρτινο περίβλημα

και φουστάνι αερικού

 σε βουνοκορφή

 νεκρική ταφή

 και να πιάνεις μυστρί και καλέμι

 να σμιλέψεις ιδρώτα

 μνημείο και ουρανό

 μια αγκαλιά βροχή λίγα χρυσάνθεμα

 και η βίδα να οξειδώνεται

 η προσπάθεια πολύ

 και

να προστάζει:

στεφανώσου τον χρησμό τον διφορούμενο και σταύρωσε εκείνους τους ταλαίπωρους χρυσαετούς στη μνήμη ή στον ομφαλό του μονάκριβου πατέρα, τρέξε, τρέξε στα άδυτα κοντά στη μάντισσα [θέα σ’ εκείνη την ιέρεια με δάφνες πέλανο και άλλους θησαυρούς και αναθεμάτισε την τύχη του κόσμου τη λοξή στην έκστασή σου πάνω γιατί κάθαρση ο κόσμος σου δεν πρόκειται να βρει αν την αμφισημία των πραγμάτων αγαπήσεις

Κατερίνα Λιάτζουρα,  Λευκοί νάνοι, σελ. 25-26, εκδόσεις Βακχικόν, 2022

Artwork: Julia Geiser

 

Πιερ Μερό, Εκτός πραγματικότητας

.

Στη διπλανή γκαρσονιέρα ζούσαν μια ανάπηρη και ένας χοντρός, μητέρα και γιος, δυο βλαμμένοι που είχαν καταφέρει να τινάξουν στον αέρα τη ζωή ολόκληρης της πολυκατοικίας. Ούρλιαζαν μέρα νύχτα και ξεσκίζονταν σαν κολασμένοι, ζούσαν μέσα σε μια φριχτή δυσωδία. Κατά κάποιον τρόπο τους καταλάβαινα, και κυρίως εκείνον, όταν χτυπιόταν στους τοίχους και έκλαιγε. Όπως είναι αυτονόητο, το πλατύσκαλο ήταν γεμάτο κατσαρίδες. Είχα δεκάδες στην κουζίνα μου, μαύρες, χρυσές, χοντρές, πονηρές, που έβγαιναν τη νύχτα. Και τις μελετούσα με αποστροφή και περιέργεια. Είχα αγοράσει παγίδες καλυμμένες με κόλλα και τις παρατηρούσα να ψυχορραγούν για μέρες ακίνητες, με τις κεραίες τους μόνο να τρεμουλιάζουν. Είχα επίσης ανακαλύψει αυτό που ονόμαζα πλεκτάνη της κατσαρίδας: όταν πλησίαζα καμία για να τη συνθλίψω στον τοίχο, αυτή αφηνόταν να πέσει στο πάτωμα και το έβαζε στα πόδια μ’ όλη τη δύναμή της. Οι αλκοολικές μου νύχτες, οι δαιμονισμένοι, οι ακροβατικές κατσαρίδες, όλα αυτά συνιστούσαν μια θαυμαστή μικρή αποκάλυψη. Σιγά σιγά λοιπόν κατάλαβα ότι η στρατιά στο πλατύσκαλο είχε έρθει για να μαζέψει τους γείτονές μου. Όμως εκείνοι έκαναν τον ψόφιο κοριό. Η στρατιά τελικά αποφάσισε να χτυπήσει τη δική μου πόρτα και άφησα να μπουν μια αστυνομικός και ένας πυροσβέστης. Ο πυροσβέστης ήθελε να δει εάν γινόταν να περάσουν από το παράθυρό μου για να μπουν στο σπίτι των τρελών. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαν κάλλιστα να με μαζέψουν κι εμένα, έναν σαραντάρη αλκοολικό, ντυμένο μ’ ένα άθλιο μπουρνούζι, που ζούσε σε μια γκαρσονιέρα που είχε να καθαριστεί έξι μήνες και που βασάνιζε μανιωδώς εκατοντάδες κατσαρίδες μέσα σε μια αποκρουστική κουζίνα. Όμως είχαν δει πολλά τέτοια, και η αστυνομικός αστειεύτηκε μιλώντας μου για τους παλαβούς. Τελικά αποφάσισαν να επιτεθούν από τη στέγη.

Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου! Δύσκολα με φανταζόμουν να υποδέχομαι όλον αυτόν τον κόσμο με τα χάλια που είχα μετά το χθεσινοβραδινό μεθύσι. Ακούστηκε θόρυβος τζαμιού που σπάει, ουρλιαχτά και, αόριστα, πάλη. Ο πυροσβέστης δέχθηκε ένα χτύπημα με σφυρί, ύστερα ακινητοποίησε τον γιο, και ο γιος άφησε να το μαζέψουν χωρίς φασαρίες. Εν ολίγοις, ήταν ένα πρωινό σχεδόν ειρηνικό και παραδόθηκα σε γλυκές σκέψεις: μάλλον με καθησύχαζε το γεγονός ότι υπήρχαν τρελοί σ’ αυτήν τη γη, που έριχναν σφυριές όπως στο κουκλοθέατρο, που άδειαζαν τα σκουπίδια τους από το παράθυρο όποτε τους κατέβαινε, που είχαν μια εικόνα του κόσμου σαφώς πιο εξωτική από τη δική μας και, τελικά, αξιοζήλευτη ελευθερία και ατιμωρησία. Ασφαλώς και υπέφεραν. Ποιος δεν υποφέρει;

Πιερ Μερό, Εκτός πραγματικότητας, σελ. 74-76, μτφρ.: Λίνα Σιπητάνου, εκδόσεις Εστία, 2009

Artwork: Christophe Richard Wynne Nevinson

 

Κενζαμπούρο Όε, Μια προσωπική υπόθεση

.

Τρέμοντας συνέχισε να διασχίζει τον διάδρομο παραπατώντας σαν ασθενής που βρίσκεται στο στάδιο της ανάρρωσης. Καθώς προσπερνούσε το ανοιχτό παράθυρο ενός θαλάμου εξακολουθούσε να κλαίει, ασθενείς που έμοιαζαν με χορτασμένα θηρία, ξαπλωμένοι ή καθισμένοι στο κρεβάτι, τον παρατηρούσαν με ανέκφραστα πρόσωπα. Η κρίση του είχε πια υποχωρήσει όταν έφτασε σ’ ένα σημείο όπου ο διάδρομος περνούσε μέσα από μονόκλινα δωμάτια, αλλά το αίσθημα της ντροπής είχε μεταβληθεί σε κάτι συμπαγές, σαν γλαύκωμα πίσω από τα μάτια του. Κι όχι μόνο πίσω από τα μάτια το, αλλά το ’νιωθε να απλώνεται σε όλο το σώμα του. Το αίσθημα της ντροπής: ένα καρκίνωμα. Ο Μπερντ αισθανόταν την παρουσία αυτού του ξένου σώματος, αλλά του ήταν αδύνατο να ασχοληθεί μαζί του, το μυαλό του ήταν αχρηστευμένο, εξουθενωμένο. Η πόρτα ενός δωματίου ήταν ανοιχτή. Μια αδύνατη, νέα, τελείως γυμνή κοπέλα στεκόταν κοντά στην πόρτα σαν να έφραζε έτσι την είσοδο. Στο μισοσκόταδο το σώμα της έδειχνε ανώριμο. Σφίγγοντας τα στήθη της με το αριστερό της χέρι, η κοπέλα κατέβασε το δεξί της χέρι, χάιδεψε την επίπεδη κοιλιά της και το έχωσε στο τρίχωμα της ήβης της. Ύστερα, προκαλώντας τον Μπερντ με μάτια που έλαμπαν, άνοιξε τα πόδια της κι έχωσε με λαχτάρα ένα δάχτυλο στο χρυσαφένιο στόμιο γύρω από τον κόλπο της, που για μια στιγμή φωτίστηκε από το φως που έμπαινε από το παράθυρο πίσω της. Ο Μπερντ, αν και ένιωθε να τον κυριεύει μια δυνατή συμπόνια για την κοπέλα, προσπέρασε την ανοιχτή πόρτα, χωρίς να δώσει στη νυμφομανή την ευκαιρία να φτάσει στον μοναχικό οργασμό της. Το αίσθημα της ντροπής ήταν υπερβολικά έντονο μέσα του για να του επιτρέψει να ενδιαφερθεί για οποιαδήποτε άλλη ύπαρξη πέρα από τη δική του.

Κενζαμπούρο Όε, Μια προσωπική υπόθεση, σελ. 98, μτφρ.: Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος, εκδόσεις Καστανιώτη, 1994

Artwork: Christopher Richard Wynne Nevinson 14

 

 

Δημήτρης Καλοκύρης, Το αύριο της νύχτας

.

2.

Κάθε φορά που ταξιδεύεις σε μια άλλη ηλικία

είναι σαν να πρωτοβλέπεις τις κατόψεις

του λαβύρινθου

με το μελάνι και το κάρβουνο σημαδεύοντας

το νήμα και τη στάθμη στα εδάφη της ζωής.

.

Μ’ αυτή την τεχνική ξεγελάει ο άνθρωπος το θάνατο.

Η τέχνη είναι ένας τρόπος

ν’ αλλάζουν μέσα σου οι πορείες των πραγμάτων.

.

Το Ίλιον δεν αλώθηκε με άρματα ή μηχανισμούς

 αλλά με ένα ξύλινο κουτί σε σχήμα αλόγου

– και μάλιστα ελληνικής κατασκευής.

.

Artwork: Jan Sluijters

.

 

Philip Roth, H ταπείνωση

.

Μόλις έφυγε ο Τζέρυ, ο Άξλερ πήγε στο γραφείο του και βρήκε το αντίτυπο του Ταξιδιού της μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα. Προσπάθησε να το διαβάσει, αλλά του ήταν ανυπόφορο. Δεν πήγε πέρα από τη σελίδα 4 –εκεί έβαλε και την κάρτα του Βίνσεντ Ντάνιελς, σαν σελιδοδείκτη. Στο «Κένεντι Σέντερ» ήταν σαν να μην είχε ξαναπαίξει ποτέ και τώρα ήταν σαν να μην είχε ποτέ ξαναδιαβάσει θεατρικό έργο– σαν να μην είχε ξαναδιαβάσει αυτό το έργο. Οι προτάσεις ξετυλίγονταν χωρίς νόημα. Δεν μπορούσε να παρακολουθήσει ποιος μιλούσε. Καθισμένος εκεί, ανάμεσα στα βιβλία του, προσπαθούσε να θυμηθεί έργα στα οποία υπάρχει κάποιος ήρωας που αυτοκτονεί. Η Έντα στην Έντα Γκάμπλερ, η Τζούλια στη Δεσποινίδα Τζούλια, η Φαίδρα στον Ιππόλυτο, η Ιοκάστη στον Οιδίποδα τύραννο, όλοι σχεδόν στην Αντιγόνη, ο Γουίλι Λόμαν στον Θάνατο του εμποράκου, ο Τζο Κέλερ στο Ήταν όλοι τους παιδιά μου, ο Ντον Πάριτ στο  Ο παγοπώλης έρχεται, ο Σάιμον Στίμσον στη Μικρή μας πόλη, η Οφηλία στον Άμλετ, ο Οθέλλος στον Οθέλλο, ο Κάσσιος και ο Βρούτος στον Ιούλιο Καίσαρα, ο Γκόνεριλ στον Βασιλιά Ληρ, ο Αντώνιος, η Κλεοπάτρα, ο Αινόβαρβος, η Χάρμιον στο Άντωνιος και Κλεοπάτρα, ο παππούς στο Ξύπνα και τραγούδα, ο Ιβάνοφ στο Ιβάνοφ, ο Κονσταντίν στον Γλάρο. Κι αυτός ο εκπληκτικός κατάλογος περιλάμβανε μονάχα τα έργα στα οποία είχε κάποτε παίξει. Υπήρχαν περισσότερα, πολύ περισσότερα. Το αξιοσημείωτο ήταν η συχνότητα με την οποία εισβάλλει η αυτοκτονία στο δράμα, λες και είναι η ιδρυτική, η καταστατική συνθήκη του δράματος, που δεν στηρίζεται κατ’ ανάγκην από τη δράση, όπως αυτή υπαγορεύεται από τους μηχανισμούς του είδους. Η Ντιαρντρι στην Ντίαρντρι των θλίψεων, η Έντβιγκ στην Αγριόπαπια, η Ρεβέκκα Βεστ στο Ρόσμερσχολμ, η Κρίστιν στο Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα, ο Αίας του Σοφοκλή. Η αυτοκτονία είναι ένα θέμα που οι δραματουργοί στοχάζονται με δέος από τον πέμπτο αιώνα π.Χ., σαγηνευμένοι από ανθρώπινες υπάρξεις ικανές για αισθήματα που μπορούν να εμπνεύσουν την πιο ακραία πράξη. Θα έπρεπε να θέσει στον εαυτό του το καθήκον να ξαναδιαβάσει αυτά τα έργα. Ναι, κάθε τι το αποτρόπαιο πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά πρόσωπο. Κανένας δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν το είχε σκεφτεί διεξοδικά.

Philip Roth, H ταπείνωση, σελ. 50-52  μτφρ.: Kατερίνα Σχινά, εκδόσεις Πόλις 2010

Artwork: Mary Fedden

 

Τζένη Μαστοράκη, Μ’ ένα στεφάνι φως

.

.

Αλλά δε θέλει να λησμονηθεί, γιατί κανείς, κανείς δεν θέλει να τον λησμονούνε, και να θυμίζει θέλει μια φορά, που τρυφερή κορόνα τους την είχαν, κι α πότε, βγάνοντας την κεφαλή στις ερημιές, τα χέρια ξάφνου τής λευκαίνονται, και πώς, τους  χαραγμένους της καρπούς βύζαινε, η λύσσα λεγεών και αγέλη, τη μάταιη αυτοχειρία επαναλαμβάνοντας, το θάνατο που δίχως λόγο ξεθυμαίνει, μες στη σιωπή που παραδέρνει ασάλευτη, σιωπή του νου, απέραντη σαν τρέλα, σαν αραιό αφιόνι μαύλιζε, και δεν τολμά, μόλις μαντεύοντας τα κυανά παθήματα των βυθοδρόμων, τη θεία νόσο που ενδοστρέφει ακάλεστη, κι από μαράζι ξάσπριζε τα χείλη, κι α πότε βγάνει, ο πόνος, ποόνοι διάττοντες, βραχνάς ο αέρας σκίζοντας το στήθος, αέρας πόνος πλημμυρίζοντας σπλάχνα στεγνά, τα μάτια ξάφνου τής λευκαίνονται, και πώς, η νεκροφάνεια σαν λαγνεία την καθήλωνε, σαν πυρετός, σαν πρωτούπνι στο υγρό της μέτωπο, μ’ ένα στεφάνι φως που ζώνει τους ταξιδεμένους, όταν σηκώνονται αταξίδευτοι στα σκοτεινά, σε μέρη απόσκια και στ’ ανεσκαμμένα, κι όταν ταράζοντας τη γη προβαίνουν άλιωτοι, μ’ ένα στεφάνι φως, και ξεματώνει γλείφοντας τους χαρακωμένους της καρπούς, παραλογίζεται πως θα γινόταν άλλη, άνασσα στο βαθύ παλάτι των αγρών, αθλία φλώρα τ’ όνομά της, σαρακήνα, σαν βλασφημία, μενεξένη, άσβεστος, με το κακό του φεγγαριού αφρίζει, κι α ποτέ, γέρνει το κορμάκι της στις εξοχές, σαν ημισέληνος ωχρή ξεφέγγει, μικρή γυναίκα, γυναικίτσα, βάρβαρη, καλεί τον θάνατο, καλεί, που ήταν καλός, από μακριά σού μήνυσα, του λέει, ακραία κόρη και βαλεριανή, από μακριά, κι ετοιμαζότουν να φωνάξει δυνατά, και δε φωνάζει, δε λαλεί, δεν κλαίει.

Τζένη Μαστοράκη, Μ’ ένα στεφάνι φως, σελ. 47-48, Κέδρος 1989

Artwork:Αnne Magill

 

Λιάνα Σακελλίου, Πάρε με σαν φωτογραφία

.

.