RSS

Tag Archives: Τζαίημς Τζόυς

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Andrei Remnev280Ήμουνα πιο ευτυχισμένος τότε. Όμως, ήμουνα ο ίδιος; Ή, τώρα είμαι αυτός που είμαι; Είκοσι οχτώ χρόνων. Αυτή ήταν είκοσι τριών όταν φύγαμε από την οδό Λόμπαρτ. Κάτι άλλαξε. Ύστερα από τον Ρούντυ δεν εύρισκε καμία ευχαρίστηση όταν το κάναμε. Δεν μπορείς να φέρεις πίσω τις παλιές μέρες. Σαν να θες να κρατήσεις το νερό στις φούχτες σου. Θα ήθελες να ξαναγυρίσεις στα περασμένα; Τότε που μόλις αρχίζαμε. Θα το ήθελες; Δεν είσθε ευτυχισμένος σπίτι σας, καημένο άτακτο μικρό παιδί; Θέλει να μου ράβει τα κουμπιά. Πρέπει να απαντήσω. Θα της γράψω στη Βιβλιοθήκη. Η οδός Γκράφτον, χαρούμενη, με ανοιγμένες τις τέντες της, ερέθισε τις αισθήσεις του. Σταμπαρισμένες μεταξωτές μουσελίνες, κυρίες και χήρες, κουδουνίσματα από χάμουρα, γδούπος οπλών πάνω στο ζεστό πλακόστρωτο. Παχιές πατούσες που έχει αυτή η γυναίκα με τις άσπρες κάλτσες! Εύχομαι η βροχή να τις γεμίσει λάσπες ίσαμε πάνω. Άξεστη χωριάτισσα. Όσο βοδινό κρέας έφαγε, της κατέβηκε όλο στις πατούσες. Η Μόλλυ δεν έχει καλές αναλογίες. Πέρασε χασομερώντας μπροστά από τις βιτρίνες του Μπράουν Τόμας, εμπορία μετάξης. Καταρράχτες από κορδέλες. Μετάξια της Άπω Ανατολής, ελαφριά σαν ατμός. Ο λαιμός μιας γερμένης υδρίας ξέχυνε μια πλημμύρα από κατακόκκινη σαν αίμα ποπλίνα: λουστραρισμένο αίμα. Οι Ουγενότοι την έφεραν στα μέρη μας. La causa è santa! Τάρα, τάρα. Εκπληκτικό αυτό το χορικό. Τάρα. Πρέπει να την πλένεις σε βρόχινο νερό. Του Μέγιερμπηρ. Τάρα ρα μπουμ μπουμ μπουμ.

Οδυσσέας, Τζαίημς Τζόυς, Κεφ. 8, Λαιστρυγόνες, μτφρ. Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 206-207, Κέδρος 1990

Artwork:Andrei Remnev

 

Tags:

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Η Σίσσυ έπαιζε με το μωρό Μπόουρντμαν, που ψέλλιζε χαρούμενα τραγουδάκια, χτυπώντας παλαμάκια με τα μωρουδίστικα χέρια του. Κούκου! Φώναξε η Σίσσυ πίσω από την κουκούλα του καροτσιού και η Ήντυ ρωτούσε πού είχε πάει η Σίσσυ και εκείνη τσαφ! έβγαζε το κεφάλι της και φώναζε ντα και, αν θέλετε, πιστέψτε με, πολύ διασκέδαζε το μωρό! Και ύστερα του ζητούσε να πει μπαμπά.

–Πες μπαμπά, μπέμπη. Πες, μπα-μπά, μπα-μπά, μπα-μπά, και το μωρό έβαζε τα δυνατά του να το πει, γιατί ήταν πολύ έξυπνο για έντεκα μηνών, όλοι το έλεγαν, και το ανάστημά του πολύ μεγάλο για την ηλικία του, ίδια η προσωποποίηση της υγείας, τέλειο σβωλαράκι αγάπης, και σίγουρα θα γινόταν αργότερα κάποιος σπουδαίος, καθώς έλεγαν

–Χαζά, ζα ζα, χαζά.

Η Σίσσυ σκούπισε με τη σαλιάρα το στοματάκι του και ήθελε να τον βάλει να καθίσει καλά για να πει μπα-μπά, αλλά όταν ξεθηλύκωσε το λουρί αναφώνησε, άγιε Διονύσιε, ήταν καταμουσκεμένος, κι έπρεπε να του διπλώσει την κουβερτούλα και να την γυρίσει από την άλλη μεριά από κάτω του. Φυσικά η αυτού παιδική μεγαλειότης δεν αγαπούσε διόλου τις τυπικότητες της τουαλέτας και το διακήρυσσε στους πάντες:

–Χαμπάα μπάαα χαμπάαα μπάαα. Και δυο χαριτωμένα τεράστια δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του. Περιττό να προσπαθήσει να το καθησυχάσει λέγοντάς του έλα το μωρό μου, έλα, και το ντήλι-ντήλι το μαντήλι και πού είναι το μπουμπούκι μου, αλλά η Σίσσυ με την ετοιμότητα πνεύματος που τη χαρακτήριζε, του έδωσε το μπιμπερό και ο νεαρός αντάρτης ησύχασε αμέσως.

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας, μτφρ.: Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 408-409, (13. Ναυσικά) Eκδόσεις Κέδρος 14η έκδοση

Πίνακας: Άγγελος Ραζής

www.online-literature.com/james_joyce/ulysses/13/.

 

Tags:

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Η Γκέρτυ ήταν ντυμένη απλά, αλλά με τις ενστικτώδεις επιλογές μιας πιστής υπηκόου της Αυτής Μεγαλειότητας της Μόδας, επειδή είχε τη διαίσθηση ότι υπήρχε κάποια πιθανότητα να τον συναντήσει. Μια κομψή γαλάζια ελεκτρίκ μπλούζα με χρωματιστές βούλες (επειδή το περιοδικό Εικόνα της Γυναίκας προέβλεπε ότι φέτος θα φοριόταν αυτό το γαλάζιο ελεκτρίκ), μ’ ένα κοκέτικο άνοιγμα σε σχήμα V μέχρι το χώρισμα του στήθους και μια μικρή τσέπη για μαντιλάκι (όπου αυτή όμως, επειδή το μαντιλάκι χαλούσε τη γραμμή, έβαζε πάντα ένα κομμάτι βαμπάκι διαποτισμένο με το αγαπημένο της άρωμα) και μια φούστα, σκούρα γαλάζια, πολύ φαρδιά, άνετη στο περπάτημα, ανεδείκνυε τέλεια τη λεπτή κορμοστασιά της. Φορούσε ένα κοκέτικο καπελάκι από φαρδύ μαύρο ψαθί, στολισμένο μ’ ένα χτυπητό βελούδινο κορδόνι γαλάζιο, μ’ ένα φιόγκο στο πλάι στην ίδια απόχρωση. Όλη την περασμένη Τρίτη έψαχνε να βρει αυτό το ασορτί κορδόνι και τελικά το πέτυχε στου Κλέρυ, στις θερινές εκπτώσεις, ακριβώς όπως το ήθελε, λιγάκι ξεβαμμένο στο χρώμα, μα αυτό δεν φαινόταν διόλου εφτά δάκτυλα για δυο σελίνια και μία πέννα. Το είχε ταιριάξει μόνη της και τι χαρά ένιωσε όταν το δοκίμασε ύστερα, στο χαριτωμένο είδωλο που της παρουσίασε ο καθρέφτης! Kαι όταν το έβαλε στην κανάτα του λαβαμπό, για να εξαλείψει κάθε κίνδυνο να χάσει τη φόρμα του, σκέφτηκε ότι αυτό θα εξαφάνιζε το χαμόγελο από κάποιες φίλες της. Τα παπούτσια της ήταν η τελευταία λέξη της μόδας (η Ήντυ Μπόουρντμαν καυχιόταν ότι τα δικά της ήταν πάρα πολύ petite, όμως αυτή δεν είχε ένα πόδι σαν της Γκέρτυ ΜακΝτάουελλ, τριάντα πέντε νούμερο, ασ’ την να κοκορεύεται), καλογυαλισμένα, και με μιαν αγκράφα πάνω από την ψηλή καμάρα του ποδιού. Οι τορνευτοί αστράγαλοί της έδειχναν τις τέλειες αναλογίες τους κάτω από τη φούστα της και από τις καλοσχηματισμένες γάμπες της, που ήταν ντυμένες με ωραίες κάλτσες μ’ ενισχυμένες φτέρνα και δάχτυλα, δεν έβλεπες παρά μόνον όσο έπρεπε να δεις, τίποτα περισσότερο.

Όσο για τα εσώρουχα, αυτά ήταν η μεγαλύτερη έγνοια της Γκέρτυ και, για όσους γνωρίζουν τις διακυμαινόμενες ελπίδες και τους γλυκούς φόβους των δεκαεφτά ετών (αν και η Γκέρτυ είχε περάσει πια τα δεκαεφτά), ποιος μπορούσε να την κατηγορήσει γι’ αυτό; Eίχε τέσσερις κομψές αλλαξιές, με ωραιότατα γαζιά, τρεις ρόμπες και νυχτικιές έξτρα, και η κάθε αλλαξιά με κορδέλες διαφορετικού χρώματος, ροζ παλ, μπλε σιελ, μωβ, φιστικί, και τις στέγνωνε μόνη της και τις λουλάκιαζε, όταν τις έπαιρνε από το πλυντήριο, και τις σιδέρωνε και είχε ένα τούβλο για ν’ ακουμπάει το σίδερο, επειδή δεν μπορούσε να εμπιστευτεί εκείνες τις πλύστρες, έτσι που της είχε δει να σακατεύουν τα ασπρόρουχα. Σήμερα είχε βάλει τη γαλάζια αλλαξιά, για γούρι, με την ελπίδα ότι, παρ’ όλους τους κακούς οιωνούς, το δικό της το χρώμα είναι και το χρώμα που φέρνει τύχη στη νύφη, που πρέπει οπωσδήποτε να φοράει κάτι γαλάζιο πάνω της, επειδή η πράσινη αλλαξιά που φορούσε πριν από μία εβδομάδα τής έφερε λύπη, γιατί ο πατέρας του τον είχε κλείσει στο δωμάτιό του για να διαβάσει για την υποτροφία, και αυτή σκέφτηκε ότι εκείνος ίσως θα έβγαινε σήμερα, γιατί καθώς ντυνόταν το πρωί παρά λίγο να βάλει τη φορεμένη κυλότα της ανάποδα, κι αυτό σημαίνει καλοτυχία και συνάντηση με τον αγαπημένο σου, αν τη φορούσες ανάποδα και εφόσον, βέβαια, δεν είναι Παρασκευή.

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας, μτφρ.: Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 408-409, (13. Ναυσικά) Eκδόσεις Κέδρος 14η έκδοση, 1990

Πίνακες: Juan Miro, Henri Matisse

www.online-literature.com/james_joyce/ulysses/13/.

 

Tags: