RSS

Tag Archives: ξένη πεζογραφία

Image

Παστερνάκ, Τσβετάγιεβα, Ρίλκε, H αλληλογραφία των τριών

Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα στον Μπαρίς Παστερνάκ

Γεια σου, Μπαρίς! Είναι έξι η ώρα το πρωί, φυσά ασταμάτητα. Μόλις τώρα έτρεχα στη μικρή αλέα προς το πηγάδι (δυο διαφορετικές χαρές: άδειος ο κουβάς, γεμάτος ο κουβάς) και προϋπαντούσα σύγκορμη τον αέρα, χαιρετούσα εσένα. Στο κατώφλι (με γεμάτο πια τον κουβά) η επόμενη παρένθεση: όλοι κοιμόντουσαν ακόμη, κοντοστάθηκα, σήκωσα το κεφάλι μου για να σε προϋπαντήσω. Έτσι ζω μαζί σου, πρωί και βράδυ, σηκώνομαι μέσα σου, πλαγιάζω μέσα σου. Δεν ξέρεις όμως ότι έχω γράψει κάποιους στίχους για σένα, στο αποκορύφωμα του Βουνού… Ημιτελείς, μια έκκληση σ΄ εσένα μέσα μου, σ’ εμένα μέσα μου.

Ένα απόσπασμα:

Στη σκοποβολή — σκέτος Σκύθης,
στο χορό για τον Χριστό — ένα μαστίγιο.
Θάλασσα! Τολμώ σαν ουρανός μέσα σου να μπω.
Σε κάθε στίχο,
σα να ‘ναι σφύριγμα κρυφό,
σταματώ.
Αφουγκράζομαι.
Σε κάθε αράδα — στάσου!
Σε κάθε τελεία κι ένας θησαυρός.
Μάτι! Σαν φως προς τη μεριά σου απλώνομαι,
διαλύομαι. Από τη θλίψη
σαν κιθάρα
νιώθω να κουρδίζομαι ξανά,
να μεταμορφώνομαι γι’ άλλη μια φορά…

Santiago Ydanez (36)

Τι άλλο να σου γράφω, Μπαρίς; Η σελίδα τελειώνει, η μέρα άρχισε. Μόλις τώρα γύρισα από την αγορά. Σήμερα στο χωριό έχουν γιορτή οι πρώτες σαρδέλες! Σαρδέλες όχι σε κιβώτια αλλά πιασμένες σε δίχτυα. Ξέρεις, Μπαρίς, αρχίζω να νιώθω μια έλξη για τη θάλασσα, κι αυτό εξαιτίας μιας κακόβουλης περιέργειας, θέλω να πειστώ για τη δική μου αστάθεια. Φιλώ το κεφάλι σου, μου φαίνεται ότι είναι τόσο μεγάλο εξαιτίας αυτών που έχει μέσα του, είναι σαν να φιλώ ένα ολόκληρο βουνό, ένα από τα Ουράλια… Πρόσεξες ότι σου χαρίζω το είναι μου σε κομμάτια;

Από το βιβλίο Παστερνάκ, Τσβετάγιεβα, Ρίλκε — η αλληλογραφία των τριών εκδ. Μεταίχμιο, 2005. Μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου

Φωτό: Focroul Camille

Πίνακας: Santiago Ydanez

_________________________________________________________________

 

Tags:

Image

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η Ιστορία της Σονέτσκα

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η Ιστορία της Σονέτσκα Όχι δεν την αγαπούσαν τη Σονέτσκα μου. Οι γυναίκες για την ομορφιά της, οι άντρες για την εξυπνάδα της, οι ηθοποιοί (άντρες και γυναίκες) για το ταλέντο της, κι όλοι αυτοί για τη μοναδικότητά της:Όλες οι γυναίκες τη βρίσκουν άσχημη.
Όμως οι άντρες όλοι είναι γι΄ αυτήν τρελοί. Το πρώτο είναι αλήθεια (που σημαίνει ότι από ποιητική άποψη πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο), το δεύτερο όχι. Την εποχή όπου η ομορφιά της, το ταλέντο της και η ζωντάνια της γνώριζαν τη μεγαλύτερη άνθηση ούτε ένας δεν την αγάπησε, μιλούσαν για κείνη μ’ ένα μικρό γέλιο λίγο… φοβισμένο. Για τους άντρες ήταν ένα παιδί… επικίνδυνο. Μια ζωντανή ύπαρξη όχι μια γυναίκα. Δεν ήξεραν πώς να της φερθούν… αδυνατούσαν να καταλάβουν… Η εξυπνάδα της Σονέτσκα δεν κοιμόταν ποτέ. Φοβόντουσαν όλοι ακόμη, ακόμη και όταν εκείνη έκλαιγε με τα μεγάλα της δάκρυα, πως θα γελούσε μαζί τους. Όταν θυμάμαι ποια προτίμησαν από τη Σονέτσκα μου, ποιες υπάρξεις προσποιητές, επίπλαστες, ποιες απομιμήσεις από τις ψευτο- Βεατρίκες ως τις ψευτο- Κάρμεν ! (Ας μη λησμονούμε ότι βρισκόμαστε στο θέατρο, με άλλα λόγια στην καρδιά της απάτης).

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η Ιστορία της Σονέτσκα, μτφρ: Ράνια Τουτουντζή, Εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 74-75.

Φωτό: Jeanloop

 

 

Tags: ,

Image

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (3)

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (3)

.

Τα πιο αργοπορημένα παιδιά μαζεύουν τα πράγματά τους να γυρίσουν σπίτι, γιατί το πάρτυ τέλειωσε. Αυτό είναι το τελευταίο τραμ. Τα κοκαλιάρικα καφετιά άλογα το ξέρουν αυτό και κουνάν τα κουδουνάκια τους στην καθάρια νύχτα, σαν ορμήνεμα. Ο εισπράκτορας μιλάει με τον οδηγό˙ και οι δύο γνέφουν συχνά με το κεφάλι μέσα στο πρασινωπό φως του φαναριού. Κανένας εκεί κοντά. Είναι σαν να αφουγκραζόμαστε, εγώ στο πιο ψηλό σκαλοπάτι κι αυτή στο πιο χαμηλό. Ανεβαίνει στο σκαλοπάτι μου πολλές φορές και ξανακατεβαίνει, ανάμεσα στις φράσεις μας, και μια ή δυο φορές μένει δίπλα μου ξεχνώντας να κατέβει, κι ύστερα κατεβαίνει… Ας είναι˙ ας είναι… Και τώρα δεν προβάλλει τις ομορφιές της – το ωραίο της φόρεμα και τη ζώνη και τις μακριές της μαύρες κάλτσες – γιατί τώρα (σοφία των παιδιών) μοιάζει να ξέρουμε πως η κατάληξη αυτή θα μας ευχαριστήσει περισσότερο από οποιαδήποτε κατάληξη και αν είχαμε σοφιστεί.

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (3) σελ. 9, μτφρ. : Δημήτρης Χουλιαράκης, Εκδόσεις Το ροδακιό, 1994

Πίνακας: Gustav Klimpt

.

.

 

Tags: ,

Image

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (21)

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (21)

.

Δυο μοιρολογίστρες αγωνίζονται να διασχίσουν το πλήθος. Το κορίτσι, που με το ένα χέρι κρατάει τη φούστα της γυναίκας, πάει μπροστά. Το πρόσωπο του κοριτσιού είναι το πρόσωπο ενός ψαριού, ξεπλυμένο και με λοξά μάτια∙ το πρόσωπο της γυναίκας είναι μικρό και τετράγωνο, πρόσωπο ενός πραματευτή. Το κορίτσι, το στόμα του παραμορφωμένο, κοιτάζει ψηλά τη γυναίκα να δει αν είναι ώρα να κλάψει∙ η γυναίκα, σιάζοντας ένα επίπεδο σκουφί, βιάζει το βήμα της για το νεκροστάσιο.

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (21) σελ. 27, μτφρ. : Δημήτρης Χουλιαράκης, Εκδόσεις Το ροδακιό, 1994

Πίνακας: Gustav Klimpt

 

Tags: ,

Image

Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του κυρίου

.

Ένα βράδυ, λίγο πριν από τις εννέα, αποφάσισε πως να τον περιμένει έξω, στο κατώφλι, ήταν δουλοπρεπές. Ναι, θα πήγαινε απλούστατα να του ανοίξει την πόρτα, όταν θα έφθανε, αλλά χωρίς τρεχάλες, ήρεμα και με βαθιές ανάσες, ώστε να μην ξεχνάει ποια ήταν, θα τον περνούσε με αξιοπρέπεια στο σαλόνι.

Εκεί, conversation, κατόπιν πρόταση για ένα φλιτζάνι τσάι. Μια καλή ιδέα θα ήταν να τα είχε ήδη όλα έτοιμα στο σαλόνι, ώστε να μη χρειαζόταν να του εμφανίζεται σε στάση καμαριέρας, κουβαλώντας δίσκους .Ναι, όλα εκεί, τσαγερό με το παλτουδάκι του, φλιτζάνια, γάλα, λεμόνι. Rodney SmithDEP120702603Οπότε, στην κατάλληλη στιγμή, θα σηκωνόταν, θα σερβίριζε το τσάι αργά, θα τον ρωτούσε με ευγένεια αν ήθελε γάλα ή λεμόνι.

Δοκιμή. Γάλα ή λεμόνι;  Όχι, ερώτηση αποτυχημένη, υπερβολικά ενεργητική, προτεστάντισσα πρόσκοπος. Νέα δοκιμή. Γάλα ή λεμόνι; Nαι, έτσι ήταν καλύτερα. Αξιαγάπητη αλλά ανεξάρτητη.

Όρμησε, όταν χτύπησε το κουδούνι. Αλλά, όταν έφτασε στο βεστιάριο, έκανε μεταβολή. Είχε σκουπίσει καλά την πούδρα; Επέστρεψε στο σαλόνι, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, κοιτάζοντας δίχως να βλέπει. Το αίμα βούιζε στ’ αυτιά της, τελικά το αποφάσισε, έτρεξε, παρά λίγο να πέσει, άνοιξε την πόρτα. Πώς είσθε; τον ρώτησε με φυσικότητα τραγουδιστή όπερας που παίζει πρόζα.

.

rodney smith bab-0206-049-03

.

Αναπνέοντας με δυσκολία, προχώρησε πρώτη. Μ’ ένα ακούνητο χαμόγελο πάνω στα χείλη της, του έδειξε μια πολυθρόνα, κάθισε με τη σειρά της, κατέβασε σεμνά τη φούστα της, περίμενε. Άραγε γιατί δεν της μιλούσε; Μήπως δεν του είχε αρέσει; Μπορεί να είχανε μείνει πούδρες.Έφερε το χέρι της στη μύτη της, ένιωθε στερημένη από γοητεία. Να μιλούσε; Η φωνή της θα έβγαινε βραχνή και, αν την καθάριζε τώρα, θα έκανε έναν φοβερό θόρυβο. Δεν υποψιαζόταν ότι αυτός λάτρευε την αδεξιότητά της και έμενε σιωπηλός, για να την κάνει να διαρκέσει.

SARAH MOON 1la-fille-de-leclusecsarah-moonΜε τρεμάμενα χείλη, του πρότεινε ένα φλιτζάνι τσάι. Δέχτηκε με απάθεια. Χωρίς φυσικότητα, με φλογισμένα μάγουλα, έχυσε το τσάι στο τραπεζάκι, στα πιατάκια, και ως μέσα στα φλιτζάνια, ζήτησε συγγνώμην, του έτεινε κατόπιν με το ένα χέρι τη γαλατιέρα και  με το άλλο τις ροδέλες του λεμονιού. Γάλα ή λερώνει;  τον ρώτησε.  Του ξέφυγε ένα γέλιο, και τόλμησε να τον κοιτάξει. Χαμογέλασε και της άπλωσε τα χέρια.

Wayne F. Miller481149_518871881478806_368303153_nΤα πήρε, και λύγισε τα γόνατα μπροστά της. Από έμπνευση, λύγισε το γόνατο μπροστά του, και τόσο λεπτά που αναποδογύρισε την τσαγιέρα, τα φλιτζάνια, τη γαλατιέρα και όλες τις ροδέλες του λεμονιού. Γονατισμένοι, χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον, με εκτυφλωτικά δόντια, δόντια της νιότης. Γονατισμένοι, ήταν γελοίοι, ήταν περήφανοι και ωραίοι, και ήταν υπέροχη η ζωή.

Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του Κυρίου, κεφ. 45, σελ. 366-367, μτφρ: I. Xατζηνικολή, εκδόσεις Χατζηνικολή, 1990

Φωτό: Carmen dell’ Orefice, Rodney Smith, Christopher Lowel,   Sarah Moon, Thomas Barbey, Wayne F. Miller

.

 

Tags: , , ,

Image

Iris Murdoch, Ο μαύρος πρίγκιπας

Jaromir Funke B020118.

Αυτό που μ’ ανησυχούσε, καθώς οδηγούσα μέσα σ’ αυτό το πολύ μπλε λυκόφως ανάμεσα στις φουντωτές και λουλουδιασμένες καστανιές κι έβλεπα την πανσέληνο σαν πιάτο με κρέμα πάνω από το σιτοβολώνα που ακόμη κι αυτή την ώρα φωτιζόταν από το φως του ήλιου, ήταν κάτι τεράστιο και συμπαντικό και φρικτά συγκεκριμένο. Η συμπαντική ανησυχία ήταν η αίσθηση, ασύνδετη κατά κάποιον τρόπο με κοινούς υπολογισμούς για το τι θα μπορούσε να συμβεί, πως σίγουρα θα έχανα την Τζούλιαν. Δεν είχα καμιά αμφιβολία πως μ’ αγαπούσε προς το παρόν. Αλλά ένιωθα ένα είδος απελπισίας, σαν να είχαμε αγαπηθεί για χίλια χρόνια και να ήμαστε καταδικασμένοι να κουραστούμε από ένα τόσο τέλειο αίσθημα. Έκανα το γύρο του πλανήτη σαν αστραπή, πέρασα ένα ζωνάρι γύρω από το γαλαξία κι επέστρεψα μέσα σ’ ένα λεπτό αγκομαχώντας απ’ αυτή την απελπιστική σκέψη. Αυτοί που έχουν αγαπήσει θα με καταλάβουν.

.

Rudolf Koppitz 10119880_1_x

.

Παραλογιζόμουν από το φόβο. Ένας πελώριος δακτύλιος είχε δημιουργηθεί γύρω από τη συνέχεια του χώρου και του χρόνου και στο στόμιό του το δεξί χέρι της Τζούλιαν κρατούσε το αριστερό μου. Όλο αυτό είχε γίνει στο παρελθόν, ίσως χίλιες φορές, και γι΄ αυτό ήταν καταδικασμένο. Δεν υπήρχε πια συνηθισμένο μέλλον, μόνον αυτό το εκστατικό, βασανιστικό, τρομοκρατημένο παρόν. Το μέλλον είχε διασχίσει το παρόν σαν ξίφος. Βρισκόμαστε ήδη, ακόμη και τόσο κοντά ο ένας στον άλλο, βαθιά μέσα στη φρίκη αυτών που είναι να συμβούν. Το άλλο μου πρόβλημα ήταν η σκέψη αν θα κατάφερνα να κάνω έρωτα στη Τζούλιαν, όταν θα φθάναμε στην Πατάρα.
Έτσι αρχίσαμε να τσακωνόμαστε.
(…)

.

Jaromir Funke

.

«Μα τώρα μόλις βρήκαμε ο ένας τον άλλο!»
«Βρεθήκαμε εδώ κι εκατομμύρια χρόνια, Τζούλιαν» .
«Ναι, ναι, ξέρω. Κι εγώ το αισθάνομαι αυτό, αλλά πραγματικά, εννοώ στην πεζή πραγματικότητα, από την ημέρα που πήγαμε στο Κόβεντ Γκάρντεν έχουν περάσει μόνο δύο μέρες» .
«Θα το σκεφτώ αυτό που λες» .
«Εντάξει, αλλά σκέψου καλά, Μπράντλι, δεν μπορείς να μ’ αφήσεις, τι σαχλαμάρες είναι αυτές που λες; »
«Όχι, δεν θα μπορούσα να σ’ αφήσω, αγάπη μου, αλλά θα μπορούσες εσύ να μ’ αφήσεις. Δε θέλω να πω πως αμφισβητώ την αγάπη σου. Μόνο που, όποιο κι αν είναι το θαύμα που μας έφερε μαζί, αυτό θα μας χωρίσει. Είναι μοιραίο να χωρίσουμε, να συντριβούμε» .

.

Marcel Bovis tumblr_lhszyaE3hQ1qzq84io1_500

.

«Δε θα σου επιτρέψω να μιλάς έτσι. Θα σε κρατήσω και θα σε κάνω να σωπαίνεις με την αγάπη μου».
«Πρόσεχε. Είναι πολύ απατηλό για την οδήγηση αυτό το φως».
«Σταματάς ένα λεπτό;»
«Όχι».
«Πραγματικά, πιστεύεις πώς μπορεί να σ’ αφήσω;»
«Sub specie aeternitatis, ναι. To έχεις κάνει ήδη».
«Ξέρεις, δεν καταλαβαίνω τα λατινικά».
«Tι κρίμα που παραλήφθηκε η μόρφωσή σου».
«Μπράντλι, θα σου θυμώσω».
«Να, λοιπόν, που τσακωνόμαστε κιόλας. Να σε πάω πίσω στο Ίσλινγκ; »
«Με πονάς και χαλάς τα πάντα. Το κάνεις σκόπιμα».
«Δεν είμαι πολύ συμπαθητικός άνθρωπος.

Πρέπει κάποτε να με γνωρίσεις καλύτερα».
«Σε ξέρω. Σε ξέρω μέσα-έξω».
«Και ναι και όχι».
«Αμφισβητείς την αγάπη μου; »
«Φοβάμαι τους θεούς».
«Εγώ δεν φοβάμαι τίποτε».
«Η τελειότητα είναι αυτόματη απελπισία. Ακαριαία απελπισία. Δεν έχει να κάνει με το χρόνο».
«Αν απελπίζεσαι, αμφισβητείς τον έρωτά μου».
«Ίσως».
«Μπορείς, σε παρακαλώ, να σταματήσεις; »
«Όχι».
«Τι πρέπει να κάνω για να σου αποδείξω πως σ’ αγαπώ; »
«Δε νομίζω πως μπορείς να κάνεις τίποτα».
«Θα πηδήξω από το αυτοκίνητο».
«Μην είσαι ανόητη».
«Θα το κάνω».

Και την επόμενη στιγμή το έκανε.

Iris Murdoch, Ο μαύρος πρίγκιπας, σελ, 337,338, 339, 340, μτφρ: Tάκης Κίρκης, Εκδόσεις Χατζηνικολή, 1987

Φωτό:Jaromir Funke, Rudolf Koppitz, Μarcel Bovis

.

 

Tags: ,

Image

Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του κυρίου

Rodney Smith 267190190362619974_SViJK8CT_cTo επόμενο βράδυ, εκεί που είχε ετοιμαστεί φορώντας ένα φόρεμα που έβαζε για πρώτη φορά, της τηλεφώνησε ότι μια απρόβλεπτη συγκέντρωση τον κρατούσε στο Μέγαρο, αλλά ότι θα ’ρχόταν σίγουρα αύριο το βράδυ. Τότε, λυγμοί, μπρούμυτα στον σοφά. Όλη αυτή η δουλειά για το τίποτα, και αυτό το τόσο πετυχημένο φουστάνι, και εκείνη που ήταν τόσο στις ομορφιές της απόψε! Tινάχτηκε απότομα πάνω, άρπαξε το υπέροχο φόρεμα, το ξέσχισε, το ποδοπάτησε, έδωσε μια κλωτσιά στο σοφά. Ο βρωμιάρης, το έκανε επίτηδες, για να τον αγαπήσει παραπάνω, ήταν βέβαιη γι’  αυτό! Αύριο στα παλιά της, απόψε τον ήθελε! Ω, θα του έδειχνε αυτή αύριο, θα του ανταπέδιδε στα ίσα! Bρωμερό ανθρωπάριο!Στην κουζίνα, μισόγυμνη, έφαγε μέχρι σκασμού μαρμελάδα για παρηγοριά, μαρμελάδα βύσσινο, με το κουτάλι της σούπας.

 

Rodney Smith 142215300703105619_exCEWrHr_cΜετά, αηδιασμένη από τη μαρμελάδα, έκλαψε, μετά ανέβηκε στο δεύτερο πάτωμα, ρουφώντας τη μύτη της. Μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου, έγινε άσχημη για ν’ αντέξει τον πόνο της, κακοποίησε τα μαλλιά της, έκανε ένα πρόσωπο παλιάτσου με υπερβολική πούδρα και τρίβοντας δυνατά με κοκκινάδα τα μάγουλά της. Στις δέκα, ξανατηλεφώνησε, είπε ότι η συγκέντρωση είχε διαρκέσει λιγότερο από ό, τι είχε νομίσει και ότι σε είκοσι λεπτά θα ήταν εκεί. Ναι, κύριέ μου, σας περιμένω, είπε αυτή. Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, αλληθώρισε, φίλησε το χέρι της. Γρήγορα ένα μπάνιο, γρήγορα να βγάλει τα κοκκινάδια, να ξαναχτενιστεί, να ξαναγίνει ωραία, να φορέσει ένα φόρεμα εξίσου ωραίο, να κρύψει το σχισμένο, αύριο θα το έκαιγε, όχι θα βρωμούσε πολύ, καλά λοιπόν θα το έθαβε στον κήπο! Γρήγορα, γιατί θα ερχόταν ο κύριος, και ήταν η ωραία του!

Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του κυρίου, κεφ. 44, σελ. 365, Μτφρ: I. Χατζηνικολή, Εκδόσεις Χατζηνικολή, 1990

Φωτό:  Rodney Smith

.

.

 

 

Tags: ,

Image

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch (To βιβλίο των Ραμπίνοβιτς)

II. Λέα

Το όνομά μου είναι Λέα Ραμπίνοβιτς. Πάνε χρόνια που άνθρωπος πλέον δεν αρθρώνει το βαφτιστικό μου. Εντούτοις, όταν ήμουνα μικρή, στο σπίτι του πατέρα μου, το άκουγα συχνά «Λέα! Λέα! Λέα! Λέα!» μού φώναζαν κάθε λίγο και λιγάκι, για ψήλου πήδημα κάποιες φορές. Ήμουν η Λέα, τίποτε άλλο παρά μόνο η Λέα, ένα λεπτοκαμωμένο κοριτσάκι που φόραγε φούστες ανοιχτόχρωμες, άφηνε τα μαλλιά του να πέφτουνε στο πρόσωπό, του άρεσε να τραγουδάει σκοπούς στα γίντις.

Τη στιγμή που έπαψα να είμαι κοριτσάκι, τη στιγμή που ο άντρας μου έκανε από μένα τη γυναίκα του, με βία, την ίδια στιγμή έπαψα να είμαι η Λέα κι έγινα «κυρία», έπειτα «μαμά». Όταν μιλούσαν για μένα στο Μουνσκ μ’ αποκαλούσαν επίσης «η γυναίκα του Ζαλμάν του ασίντ» ή, αργότερα, «η γυναίκα του Ζαλμάν του λωλού», και κουνούσαν το κεφάλι μ’ έναν μορφασμό όλο αηδία. Στις Βρυξέλλες, τα τελευταία χρόνια της ζωής μου, δεν υπήρξα απολύτως τίποτε άλλο παρά η «Κυρία Ραμπίνοβιτς». Εξάλλου αυτό είναι γραμμένο και στον τάφο μου, ΚΥΡΙΑ ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ, χωρίς βαφτιστικό, γιατί τα παιδιά μου δεν γνώριζαν το βαφτιστικό μου, ποτέ δεν το ’μαθαν, πράγμα που με θλίβει, χωρίς όμως να καταφέρνω ν’ αντιδράσω. Η εξέγερσή μου είναι δολοφονημένη. Ο Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς την κατέστρεψε. Και την πήρε ακριβώς όπως πήρε το κορμί μου. Με τη βία.

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch
Mετάφραση: Ιφιγένεια Σιαφάκα

Φωτό: Brigitte Carnochan

 

Tags: , , , , , , , ,

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch

Le Livre des Rabinovitch

Auteur du média : Philippe Blasband
Langue : français
Editeur : Le Castor Astral
Année de parution : 1998
ISBN/ISSN : ISBN 2 85920 349-4

carnochan3=4Ce roman offre le portrait d’une famille juive d’origine polonaise exilée en Belgique. Chacun des treize membres raconte sa vie, mais aussi celle de la famille, dans une sorte de kaléidoscope fascinant. Il y a Zalman, le père, qui noie sa judéïté dans l’alcool, Léa, la mère, qui élève les enfants (deux filles et deux garçons) et s’enfuit vers l’ouest pour échapper aux premiers pogroms. À Bruxelles, la guerre va les séparer : les fils vivotent et errent dans le sud de la France. Les filles militent et se battent : Sarah en Palestine avec les mouvements sionistes, tandis que Rifkele, la communiste, sera déportée et mourra à Auschwitz.

carnochan2Après la guerre, la vie reprend son cours : amours, mariages, travail, enfants. Et la famille Rabinovitch s’agrandit. Une nouvelle génération, de nouveaux événements : l’expérience des kibboutz, la révolution informatique, l’homosexualité. De nouvelles douleurs, la boulimie, la folie ou encore le sida. Et le dernier né, conçu dans un hôpital psychiatrique, s’appelle Ali Rabinovitch…Des bonheurs, des souffrances, et, en filigrane, le judaïsme pas toujours facile à vivre.

La très grande originalité (et la grande ambition) de ce roman consiste à présenter 13 personnages d’une même famille, soit 13 histoires (en fait la même) racontées 13 fois de façon différente à la première personne par les protagonistes eux-mêmes, dans leur style propre : 13 vies qui s’entrecroisent, 13 voix, autant de façons de raconter l’histoire d’une famille et par là même, celle de l’Histoire du XXe siècle.

carnochan5

Philippe BLASBAND est né en 1964 à Téhéran.Monteur cinéma de formation, il écrit des scénarios (entre autres Max et Bobo) et des pièces de théâtre (dont une dizaine ont déjà été produites et deux publiées). Il les met parfois lui-même en scène.Il a également réalisé deux courts métrages.Son premier roman a reçu le Prix Rossel, la plus grande récompense littéraire de Belgique. Il est l’auteur de trois romans : De cendres et de fumées (Gallimard, 1990), L’Effet cathédrale (Gallimard, 1994), Max et Minnie (Gallimard, 1997) et d’un recueil de nouvelles, Quand j’étais sumo (Le Castor Astral, 1998).

carnochan3Στην κατηγορία “Eνύπνια ψυχίων”: μεταφραστικές απόπειρες, δημοσιεύω αποσπάσματα του βιβλίου, τα οποία μετέφρασα προς ιδίαν τέρψιν. Πρόκειται για ένα έξοχο βιβλίο, όχι μόνο για τη χρήση της γαλλικής και το περιεχόμενό του (13 μονολόγους των προσώπων μίας οικογένειας Εβραίων)  που δίνονται με μοναδική ευαισθησία και υφολογική ακρίβεια κάθε φορά, ώστε να επιτυγχάνεται  η μοναδικότητα κάθε πορτρέτου, αλλά και  διότι συνιστά ένα βιβλίο-πρότυπο για την ελικοειδή δόμηση της μυθιστορηματικής αφήγησης.  

 Κάθε ήρωας, παρέχοντας τη δική του οπτική, μέσα από την προσωπική πραγματικότητα βίωσης των γεγονότων και των οικογενειακών σχέσεων, αποτελεί συνάμα κι ένα πετραδάκι για το χτίσιμο της ιστορίας. Οι ήρωες, κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται ήρωες-κεφάλαια με αρμούς που δίνουν ώθηση στην αφήγηση, εκπλήσσουν, ανατρέπουν, δημιουργούν νήματα ανάμεσα σε περιστατικά και προσωπικές αλήθειες, ώσπου να φτιαχτεί έως το τέλος η πραγματική τους ιστορία μέσα από τα όσα πράγματι συνέβησαν και όχι μέσα από αυτά που νόμισαν ή ήθελαν να συμβούν.

Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο χρησιμοποιείται από καθηγητές στο μάθημα της λογοτεχνίας στα σχολεία, για να εντοπιστούν επί της πράξεως τρεις βασικές θεωρητικές αρχές :

CARNOCHAR Didn't Know the Language-Sorgerecht

O διαχωρισμός του συγγραφέα από τον ήρωα όταν χρησιμοποείται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Το εγώ του συγγραφέα που υπογράφει το βιβλίο δεν πρέπει να συγχέεται με το εγώ του μυθιστορηματικού ήρωα. Δεν πρόκειται δηλαδή περί μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας, εκτός και αν  αυτό δηλωθεί ως τέτοιο. Η μυθιστορηματική αυτοβιογραφία συνιστά άλλο είδος πρωτοπρόσωπης αφήγησης,  όπου αληθινά  γεγονότα της προσωπικής ζωής του συγγραφέα εμπλέκονται με τη μυθιστορία. Ο συγγραφέας όμως το κοινοποιεί στον αναγνώστη εκ των προτέρων.

Αυτό σημαίνει ότι το ύφος σε κάθε αφήγηση είναι διαφορετικό, μιλούν διαφορετικά πρόσωπα. Και κατ’ επέκτασιν το προσωπικό ύφος του συγγραφέα ακυρώνεται.

Από δομικής απόψεως, γίνεται αντιληπτό ότι τίποτε σε καμία αφήγηση δεν είναι τυχαίο. Και η πιο μικρή πληροφορία έχει νόημα ύπαρξης, συνιστά κομμάτι ενός παζλ που επανανοηματοδοτείται συνεχώς μέχρι τέλους. Ένας ικανός αναγνώστης στο τέλος της αφήγησης ένος καλού λογοτεχνικού βιβλίου θα πει « Μα… ναι, όλα εδώ ήταν εξαρχής ! »Στην Ελλάδα εκδίδονται πάρα πολύ κακά βιβλία και ένας από τους λόγους είναι ότι οι «συγγραφείς» τους δεν σέβονται τίποτε από τα παραπάνω (ένας μαθητής στο Βέλγιο τα γνωρίζει όλα αυτά) αφενός διότι είναι ατάλαντοι, αφετέρου διότι είναι αμόρφωτοι.   

Φωτό: Brigitte Carnochan 

 

Tags: , , , , ,

Image

Guy de Maupassant, Λόγια του έρωτα

Weegee (Arthur H. Fellig) 168181367304974562_AKvf3wuo_c

 

…και τι παράξενο, ασυνήθιστο θέαμα: ο σύζυγος κι εγώ να την εκλιπαρούμε, εγώ για να μ’ εγκαταλείψει κι αυτός για να την ακολουθήσει. Εκείνη ξεστόμισε μόνο τα λόγια: “Eίστε δυο άθλιοι! “, κι έφυγε. Ο σύζυγος πήρε το καπέλο του, με χαιρέτησε, μου είπε “σας λυπάμαι, κύριε“ μέσα από την καρδιά του και αναχώρησε. Την κράτησα μαζί μου άλλα έξι χρόνια. Ήταν σαν μητέρα μου. Μετά πέθανε.

Guy de Maupassant, Λόγια του έρωτα, μτφρ. : Γ. Αραμπατζής, εκδόσεις Ροές, 2000

Φωτό: Weege (Arthur H. Fellig)

 

Tags: , , , , ,